Legislator Case Law & Legislation
1589/2016 AI generated

1589/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1589/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1589/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νόμοτυπα από πρόσωπο που έχει δικαίωμα προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ.1, 474, 484, 485 και 528 παρ. 1 εδαφ. τελευταίο του Κ.Π.Δ., με δήλωση στον Γραμματέα του Εφετείου Δ. Δ., για την οποία συντάχθηκε η προαναφερόμενη έκθεση, το δε προσβαλλόμενο βούλευμα δεν είχε επιδοθεί ακόμη στον αιτούντα κατά τον χρόνο άσκησής της (11-11-2014).

Keywords

AI generated
pecuniary penalties capacity to incur bill liability criminal penalty payment of the fine forfeiture of crime proceeds customs tax fraud
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1589 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1589/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2016, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Θ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε, περί αναιρέσεως του υπ’ αριθμ. 1874/2014 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Νοεμβρίου 2014 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1190/2014.

Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευσταθία Σπυροπούλου, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη, με αριθμό 130/1-9-2015, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ’ άρθρ. 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την υπ’ αριθμ. 55/2014 αίτηση αναιρέσεως του Π.

Θ. του Ι., κατοίκου ..., … χλμ…., κατά της υπ’ αριθμ. 1874/2014 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ’ ουσία η από 31-07-2014 και με αριθμό πρωτ. .../5-08-2014 αίτηση επανάληψης διαδικασίας υπέρ αυτού ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών σύμφωνα με τα άρθρα 525 επ.

Κ.Ποιν.Δ., δοθέντος ότι έχει καταδικαστεί αμετακλήτως με την υπ’ αριθμ. 44832/19-09-2013 απόφαση του Τ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (κατ’ έφεση της 61943/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών) για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, πράξη την οποία φέρεται να έχει τελέσει στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 1-08-2006 έως 1-01-2007, συνισταμένη στο ότι με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ στα χρέη που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν.3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ.

Συγκεκριμένα ενώ, είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στη ΔΟΥ Κ’ Αθηνών διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, όπως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο (στην ως άνω απόφαση) πίνακα χρεών της παραπάνω ΔΟΥ (αρ. ειδ. Βιβλίου …/2007) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 6-06-2007 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω ΔΟΥ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 280.811,11 ευρώ που αφορά βεβαιωμένα χρέη του προς το Δημόσιο, με συνέπεια να καταδικασθεί για την πράξη αυτή σε ποινή φυλάκισης 27 μηνών, μετατραπείσα προς 5 ευρώ ημερησίως.

Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νόμοτυπα από πρόσωπο που έχει δικαίωμα προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ.1, 474, 484, 485 και 528 παρ. 1 εδαφ. τελευταίο του Κ.Π.Δ., με δήλωση στον Γραμματέα του Εφετείου Δ. Δ., για την οποία συντάχθηκε η προαναφερόμενη έκθεση, το δε προσβαλλόμενο βούλευμα δεν είχε επιδοθεί ακόμη στον αιτούντα κατά τον χρόνο άσκησής της (11-11-2014).

Με την κρινόμενη αίτηση ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγο αναιρέσεως του προσβαλλομένου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ότι αυτό εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. β’ του Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό με άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε’ Κ.Π.Δ. και εσφαλμένα απέρριψε την αίτησή του περί επανάληψης διαδικασίας, ενώ θα έπρεπε να την κάνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή και να διατάξει την επανάληψη της δίκης, κατά την οποία ήταν σφόδρα πιθανό, αν όχι βέβαιο, ότι θα είχε αθωωθεί.

Κυρίως δε αναφέρει ότι δεδομένου ότι η ποινική διάταξη με βάση την οποία καταδικάσθηκε (άρθρ. 25 παρ. 1 Ν.1882/1990) ρητά θέτει ως προϋπόθεση για την τέλεση του αδικήματος της μη καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο την προηγούμενη βεβαίωση αυτών των χρεών εκ μέρους της Φορολογικής Αρχής σε βάρος του φορολογούμενου-κατηγορούμενου, λαμβανομένου συνάμα υπόψη ότι στην δικασθείσα περίπτωσή του η βεβαίωση έχει τελεσίδικα κριθεί ως άκυρη και επομένως, ως μη παράγουσα τις έννομες συνέπειές της, γεγονός το οποίο δεν ετέθη υπόψη του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που τον καταδίκασε.

Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν δεν γίνεται ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το Δικαστήριο ή Συμβούλιο ότι προέκυψαν με βάση τις αποδείξεις, καθώς και όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στην απόφαση ή στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση ή το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (Ολ.

ΑΠ 1/2002 Ποιν. Χρ. MB 689, ΑΠ 510/2002 Ποιν. Χρ. ΜΓ 24, ΑΠ 91/1997 Ποιν. Χρον. ΜΗ 25, ΑΠ 1335/1995 Ποιν. Χρ. Μ ΣΤ 358).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή αναφορά και στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Με την υπ’ αριθμ. 44832/19-09-2013 απόφαση του Ζ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα κατόπιν έφεσης κατά της 61943/2008 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αιτών καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 27 μηνών, η οποία μετατράπηκε προς 5 ευρώ ημερησίως για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ’ εξακολούθηση (άρθρ. 98§2 του Π.Κ., 25§1 στοιχ.

γ’ του Ν. 1882/1990, όπως αντικατ. Με άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, 19 παρ. 2 του Ν. 2948/2001 και 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004)". Η ανωτέρω υπόθεση εκδικάστηκε, τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό, ερήμην του καταδικασθέντος, ήδη δε η 44832/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών έχει καταστεί αμετάκλητη. Ειδικότερα το ανωτέρω δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αιτούντα του ότι : "Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 1-08-2006 έως 1-01-2007 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 4 μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ.

Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στη ΔΟΥ Κ’ Αθηνών διάφορα χρέη προς το Δημόσιο, όπως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω ΔΟΥ (Κ’ Αθηνών) που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 6-06-2007 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω ΔΟΥ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 280.811, 11 ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο".

Ο αιτών ως νέες αποδείξεις επικαλείται και προσκομίζει : Α) την από 24-06-2007 ανακοπή εκτέλεσης (αριθμ. καταθ. .../ 28-06-2007) ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε την ακύρωση 1) της υπ’ αριθμ. ... /7-06-2007 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του Δικαστικού Επιμελητή Πρωτοδικών Αθηνών Δ.

Π., με την οποία κατασχέθηκε αναγκαστικά ιδανικό μερίδιο του (που ανακόπτοντας) ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου του περιγραφόμενου στην έκθεση ακινήτου, κειμένου στη ..., για τα χρέη προς το Δημόσιο, για τα οποία καταδικάσθηκε κατά τα ανωτέρω, 2) της από 8-06-2007 κοινής Πράξης του Προϊσταμένου της άνω ΔΟΥ και του Προϊσταμένου του Δικαστικού Τμήματος της ίδιας ΔΟΥ (Κ’ Αθηνών), σύμφωνα με την οποία Πράξη και τον παρατιθέμενο σ’ αυτήν Πίνακα χρεών φέρεται να οφείλει στο Δημόσιο το ποσό των 280.811,11 ευρώ (ήτοι κεφάλαιο ποσού 249.609,88 ευρώ και προσαυξήσεις ποσού 31.201,23 ευρώ), 3) της υπ’ αριθμ. .../3-3-2006 Πράξης ταμειακής βεβαίωσης της ίδιας φορολογικής αρχής, με την οποία βεβαιώθηκε σε βάρος του το ανωτέρω ποσό των 249.609,88 ευρώ, και 4) της υπ’ αριθμ. .../164/2007 έγγραφης παραγγελίας του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Κ’ Αθηνών, σε εκτέλεση της οποίας συντάχθηκε η ανωτέρω έκθεση κατάσχεσης, Β) την υπ’ αριθμ. .../2007 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ακυρώθηκαν οι υπ’ αριθμ. 1 και 3 προσβαλλόμενες πράξεις, δηλαδή η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, και η ταμειακή βεβαίωση, λόγω ακυρότητας της επίδοσης του φύλλου ελέγχου φόρου εισοδήματος, ενώ απορρίφθηκαν οι λόγοι ανακοπής που αφορούσαν στο κατ’ ουσίαν αβάσιμο της απαίτησης του Δημοσίου και Γ) την υπ’ αριθμ. 485/2012 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία έγινε τελεσίδικη.

Τα ανωτέρω στοιχεία ήταν άγνωστα στους δικαστές του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, διότι ο αϊτών δικάστηκε ερήμην τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό, όπως προαναφέρεται. Ο τελευταίος ισχυρίζεται, ότι δεν στοιχειοθετείται η αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάστηκε, επειδή κρίθηκε με την τελεσίδικη απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου, ότι α) η επίδοση σ’ αυτόν του φύλλου ελέγχου, που αφορά στα επίδικα χρέη, είναι άκυρη, με αποτέλεσμα τη μη έναρξη της προθεσμίας προς άσκηση προσφυγής κατά του ανωτέρω φύλλου και κατ’ ακολουθίαν τη μη οριστικοποίησή του και ότι β) εφόσον δεν υπάρχει, νόμιμος τίτλος προς είσπραξη, είναι άκυρη η ταμειακή βεβαίωση των χρεών.

Οι αιτιάσεις του αιτούντος είναι αβάσιμες για τους εξής λόγους: 1) Η ποινική δίωξη για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο καταδικάστηκε ο αιτών, δεν προϋποθέτει προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης, δηλαδή πάροδο της εξηκονθήμερης προθεσμίας προς άσκηση προσφυγής κατά του φύλλου ελέγχου (ΑΠ 492/2014, ΑΠ 586/2013, ΑΠ 403/2013, ΑΠ 206/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1240/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1278/2010 όλες δημοσ.

στη ΝΟΜΟΣ, βλ. ήδη υπό την ισχύ του Ν. 3943/2011 και για τις λοιπές περιπτώσεις φοροδιαφυγής Ολ. ΑΠ 1/2014), 2) το κύρος ή μη της ταμειακής βεβαίωσης, με την οποία βεβαιώθηκαν τα χρέη, δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του ποινικού αδικήματος (βλ. ΑΠ 320/2013 ΝΟΜΟΣ) και 3) με την .../2007 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (πέραν του ότι δεν προκύπτει το αμετάκλητο αυτής), ακυρώθηκε μεν η ταμειακή βεβαίωση, πλην όμως απορρίφθηκε ο λόγος ανακοπής περί ανυπαρξίας του χρέους του ήδη αιτούντος έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, λόγω αναρμοδιότητας του δικάσαντος διοικητικού δικαστηρίου.

Δεδομένου δε ότι δεν προκύπτει η καθ’ οιονδήποτε τρόπο εξάλειψη του υπό κρίση χρέους του αιτούντος, το χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό, η δε μη καταβολή του συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου (βλ. ΑΠ 253/2013, ΑΠ 1197/201 1, ΑΠ 1 174/2011 ΝΟΜΟΣ). Ενόψει τούτων, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες νέες αποδείξεις, σε συνδυασμό μεταξύ τους ή και με τις ήδη ληφθείσες υπόψη από το δίκασαν ποινικό δικαστήριο, δεν καθίσταται φανερό, σε σημείο μάλιστα που να αγγίζει τη βεβαιότητα, ότι ο αιτών είναι αθώος της κατ’ εξακολούθηση τέλεσης της παράβασης του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, για την οποία καταδικάσθηκε για πράξη βαρύτερη από εκείνη που πραγματικά τέλεσε και, συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση επανάληψης της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη".

Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 98 παρ. 2 Π.Κ., 25 παρ. 1 στοιχ. γ’ Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με άρθρο 23 του Ν. 2553/1997, 19 παρ. 2 Ν. 2948/2001, 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, σε συνδ. με άρθρ. 26§1, 27§1, 98 Π.Κ., η δε αιτιολογία είναι η προσήκουσα. Προσθέτως, δεν προκύπτει η καθ’ οιονδήποτε τρόπο εξάλειψη του υπό κρίση χρέους του αιτούντους, το χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό, η δε μη καταβολή του συνεπάγεται τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινικές κυρώσεις.

Επίσης, από τις προσκομισθείσες νέες αποδείξεις, σε συνδυασμό μεταξύ τους ή και με τις ήδη ληφθείσες υπόψη από το δικάσαν ποινικό δικαστήριο, δεν καθίσταται πρόδηλο, ότι ο αιτών είναι αθώος της κατ’ εξακολούθηση τέλεσης της παράβασης του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, για την οποία καταδικάσθηκε αμετακλήτως, ούτε ότι καταδικάσθηκε για πράξη βαρύτερη από εκείνη που πραγματικά τέλεσε.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, ο προβαλλόμενος με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως αναιρετικός λόγος της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου είναι αβάσιμος και συνακόλουθα η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:

Ν’ απορριφθεί η από 11-11-2014 αίτηση του Π. Θ. του Ι., κατοίκου ..., χλμ. της Ν.Ε.Ο. Αθηνών-Κορίνθου, με την οποία ζητά να αναιρεθεί το με αριθμό 1874/14 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε η από 31-7-2014 (αριθμ. πρωτ. .../5-08-2014) αίτηση επανάληψης της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ’ αριθμ. 44832/19-09-2013 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Αθήνα, 28/8/2015 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καραγιάννης".

Αφού άκουσε

τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 23 παρ. 1 Ν. 2523/1997 σε συνδ. με άρθρ. 19 παρ. 2 Ν. 2948/2001 (με το οποίο καθορίστηκε η επίσημη αντιστοιχία σε ευρώ, μετά την εισαγωγή του νέου νομίσματος, των προβλεπόμενων μέχρι τότε σε δραχμές χρηματικών ποσών) και στη συνέχεια με το άρθρ. 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004, το τελευταίο των οποίων ισχύει από 1-1-2004 και εφαρμόστηκε εν προκειμένω, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, ως καταλαμβάνον την παρούσα υπόθεση, "η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

ή του Τελωνείου, προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ".

Με το ανωτέρω άρθρο 34 του Ν. 3220/2004 επήλθαν τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών και, ειδικότερα: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής του σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κλπ) και 4) αυξήθηκαν τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη, από το 1.000.000 δραχμές (ή 3.000 ευρώ), που ίσχυε προηγουμένως, στα 10.000 ευρώ.

Σύμφωνα με την εκτεθείσα ρύθμιση του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 προκύπτει, ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προαναφερθέντος εγκλήματος της μη καταβολής χρεών, που πρέπει να προσδιορίζονται στη σχετική καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή, που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαία με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του σε δόσεις χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του, οπότε συνάγεται και προσδιορίζεται και ο χρόνος τελέσεως του αδικήματος.

Η αμφισβήτηση του χρέους από τον υπόχρεο δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι ο υπόχρεος - οφειλέτης του Δημοσίου, στην περίπτωση αυτή οφείλει να ασκήσει τα νόμιμα μέσα, δηλαδή την προβλεπόμενη από το άρθρο 73 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Ν.Δ. 356/1974) ανακοπή, για να εξαλειφθεί το χρέος και, αν αυτό δεν συμβεί, το χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό, η δε μη καταβολή του συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 21 παρ. 2 Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται, ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση που δεν ασκήθηκε προσφυγή, πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι, προκειμένου περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής, που προβλέπονται από τις πιο πάνω διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικώς και μόνο στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δηλώσεως φόρου εισοδήματος (άρθρ. 17), στη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση Φ.Π.Α.

και παρακρατούμενων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρ. 18) και, τέλος, στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρ. 19), όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρ. 25 Ν. 1882/1990), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των εγκλημάτων που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές, στην περίπτωση που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της φορολογικής παραβάσεως, που διαπιστώθηκε, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, η έλλειψη δε της προϋποθέσεως αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής διώξεως και καθιστά αυτή, σε περίπτωση ασκήσεώς της, απαράδεκτη.

Η εν λόγω προϋπόθεση, όμως, η οποία, ως εισάγουσα ρύθμιση ευμενέστερη για το δράστη των εγκλημάτων αυτών, εφαρμόζεται, κατά το άρθρ. 24 Ν. 2523/1997, και επί εκείνων που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του, δεν απαιτείται προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και, συνεπώς, για τη δίωξη αυτών δεν απαιτείται η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, αλλά ούτε, σε περιπτώσεις που ασκείται προσφυγή από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου.

Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβιάσεως της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παράγραφος 4 του άρθρου 21 Ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής διώξεως, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας εκθέσεως ελέγχου, της καταλογιστικής πράξεως του φόρου και των στοιχείων, από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου τούτου, όχι δε και την καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο.

Ομοίως, η τυχόν άσκηση προσφυγής και η συνεπεία αυτής αναστολή της καταβολής των χρεών δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στο αξιόποινο του ως άνω εγκλήματος (της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο), ούτε βεβαίως οδηγεί στην αθώωση του κατηγορουμένου, αφού από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται τέτοιος τρόπος άρσεως του αδίκου ή εξαλείψεως του αξιοποίνου του εν λόγω εγκλήματος.

Άλλωστε, θα ήταν εντελώς άτοπο σε κάθε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής εναντίον καταλογιστικής του χρέους πράξεως να οδηγείτο το δικαστήριο σε αθώωση του προσφεύγοντος κατηγορουμένου, αφού έτσι θα ετίθετο εκποδών ο σκοπός, για τον οποίο θεσπίσθηκε η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 (Α.Π. 586/2013, 403/2013, 206/2013, 1197/2011, 1188/2011, 197/2010).

Τέλος, το κύρος ή μη της διοικητικής πράξεως, με την οποία βεβαιώθηκαν τα χρέη, δεν ασκεί επιρροή στην ποινική δίκη (Α.Π. 320/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 Κ.Ποιν.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. "Νέα γεγονότα" ή "νέες αποδείξεις" (όροι, οι οποίοι, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι ταυτόσημοι) είναι εκείνα ή εκείνες, που, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο και, ως εκ τούτου, ήταν άγνωστα ή άγνωστες στους δικαστές, που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.

Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία, που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που αγγίζει τη βεβαιότητα, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας υποβάλλεται από τα αναφερόμενα στο άρθρο 527 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο καταδικασμένος, προς τον εισαγγελέα εφετών, όταν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και εισάγεται προς εκδίκαση στο συμβούλιο εφετών (άρθρ. 527 παρ. 3 σε συνδ.

με άρθρ. 528 παρ. 1 εδ. α’ Κ.Ποιν.Δ.). Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 528 παρ. 1 εδ. τελευταίο Κ.Ποιν.Δ., κατά της αποφάσεως του συμβουλίου εφετών, που επιλαμβάνεται αρμοδίως της έρευνας της αιτήσεως επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας, επιτρέπεται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως στον εισαγγελέα και στον αιτούντα (εκείνον που ζήτησε την επανάληψη), κατά τα άρθρα 484 και 485 του ίδιου κώδικα, από τα οποία προκύπτει, ότι αρμόδιο να κρίνει την αναίρεση αυτή είναι το ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου, που συνεδριάζει με τριμελή σύνθεση, ως συμβούλιο και ότι ως λόγοι αναιρέσεως προβάλλονται εκείνοι, που δίδονται κατά βουλεύματος, μεταξύ των οποίων και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που εφαρμόστηκε στο βούλευμα.

Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως υφίσταται, όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, στη διάταξη που εφήρμοσε.

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές ιδρύεται ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β’ Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως. Επομένως, η υπό κρίση, εισαγόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, υπ’ αριθ. …/11-11-2014 αίτηση αναιρέσεως του Π. Θ. του Ι., κατοίκου ..., κατά του υπ’ αριθ. 1874/2014 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η από 31-7-2014 αίτηση του ιδίου περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ’ αριθ. 44832/2013 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε, για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο άνω των 120.000 ευρώ κατ’ εξακολούθηση (παράβαση άρθρου 25 παρ. 1 στοιχ.

γ’ Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με άρθρ. 23 Ν. 2523/1997, 19 παρ. 2 Ν. 2948/2001 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004 σε συνδ. με άρθρ. 98 παρ. 2 Π.Κ.), σε ποινή φυλακίσεως είκοσι επτά (27) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική, προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 1, 474, 484, 485 και 528 παρ. 1 εδ.

τελευτ. Κ.Ποιν.Δ., οπότε είναι παραδεκτή, πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω σε σχέση με το μοναδικό λόγο της, με τον οποίο αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με το άρθρ. 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο κατά τα άνω βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε την προαναφερθείσα αίτηση επαναλήψεως ποινικής διαδικασίας, δεχθέν με το σκεπτικό του, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: " ... ο αιτών Π. Θ. του Ι., κάτοικος ... χλμ. της Ν.Ε.Ο. Αθηνών-Κορίνθου, με την από 31-7- 2014 αίτησή του (αριθμ. πρωτ. .../5-8-2014) ζητεί: Α) την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ’ αριθμ. 44832/19-9-2013 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε ερήμην σε ποινή φυλάκισης είκοσι επτά (27) μηνών, για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ’ εξακολούθηση, για το λόγο ότι από τις αναφερόμενες στην αίτηση νέες και άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν αποδείξεις, γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι είναι αθώος της πράξης, για την οποία καταδικάστηκε και επικουρικά ότι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο, που πραγματικά τέλεσε, και Β) την αναστολή εκτέλεσης της ανωτέρω καταδικαστικής απόφασης. Η αίτηση με το περιεχόμενο αυτό είναι νόμιμη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525§ 1 περ. 2 και 529 του ΚΠοινΔ, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου (άρθρα 528 παρ. 1 εδ. α’ και 527 παρ. 3 του ΚΠοινΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ’ αριθμ. 44832/19-9-2013 απόφαση του Ζ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα κατόπιν έφεσης κατά της 61943/2008 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αιτών καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης είκοσι επτά (27) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή, καθορισθείσα σε πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης, για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο κατ1 εξακολούθηση (άρθρα 98 παρ. 2 του ΠΚ, 25 παρ. 1 στοιχ, γ του Ν 1882/1990, όπως αντικατ.

με άρθρο 23 του Ν 2523/1997, 19 παρ. 2 του Ν. 2948/2001 και 34 παρ. 1 του Ν 3220/2004). Η ανωτέρω υπόθεση εκδικάστηκε, τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό, ερήμην του καταδικασθέντος, ήδη δε η 44832/2013 απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη. Ειδικότερα το ανωτέρω δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αιτούντα του ότι: "Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-2006 έως 1-1-2007 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση τοα ίδιου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ.

Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στη ΔΟΥ Κ’ Αθηνών διάφορα χρέη προς το Δημόσιο, όπως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω ΔΟΥ (αρ. ειδ. Βιβλίου …/2007) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 6-6-2007 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω ΔΟΥ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 280.811,11 ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο".

Ο αιτών ως νέες αποδείξεις επικαλείται και προσκομίζει: Α) την από 24-6-2007 ανακοπή εκτέλεσης (αριθμ. καταθ. .../28-6-2007) ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε την ακύρωση 1) της υπ’ αριθμ. .../7-6-2007 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του Δικαστικού Επιμελητή Πρωτοδικών Αθηνών Δ.

Π., με την οποία κατασχέθηκε αναγκαστικά ιδανικό μερίδιό του (του ανακόπτοντος), ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου του περιγραφόμενου στην έκθεση ακινήτου κειμένου στη ... για τα χρέη προς το Δημόσιο, για τα οποία καταδικάστηκε κατά τα ανωτέρω, 2) της από 8-6-2007 κοινής Πράξης του Προϊσταμένου της άνω ΔΟΥ και του Προϊσταμένου του Δικαστικού Τμήματος της ίδιας ΔΟΥ (Κ’ Αθηνών), σύμφωνα με την οποία Πράξη και τον παρατιθέμενο σ1 αυτήν πίνακα χρεών φέρεται να οφείλει στο Δημόσιο το ποσό των 280.81 1,11 ευρώ (ήτοι κεφάλαιο ποσού 249.609,88 ευρώ και προσαυξήσεις ποσού 31.201,23 ευρώ), 3) της υπ’ αριθμ. .../3- 3-2006 πράξης ταμειακής βεβαίωσης της ίδιας φορολογικής αρχής, με την οποία βεβαιώθηκε σε βάρος του το ανωτέρω ποσό των 249.609,88 ευρώ, και 4) της υπ’ αριθμ. .../2007 έγγραφης παραγγελίας του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Κ’ Αθηνών, σε εκτέλεση της οποίας συντάχθηκε η ανωτέρω έκθεση κατάσχεσης, Β) την υπ’ αριθμ. .../2007 (ορθά υπ’ αριθμ. 2230/2009) απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ακυρώθηκαν οι υπ’ αριθμ. 1 και 3 προσβαλλόμενες πράξεις, δηλαδή η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και η ταμειακή βεβαίωση λόγω ακυρότητας της επίδοσης του φύλλου ελέγχου φόρου εισοδήματος, ενώ απορρίφθηκαν οι λόγοι ανακοπής που αφορούσαν στο κατ’ ουσίαν αβάσιμο της απαίτησης του Δημοσίου, λόγω αναρμοδιότητας του δικάσαντος διοικητικού δικαστηρίου, και Γ) την υπ’ αριθμ. 485/2012 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία έγινε τελεσίδικη.

Τα ανωτέρω στοιχεία ήταν άγνωστα στους δικαστές του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, διότι ο αιτών δικάστηκε ερήμην τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό, όπως προαναφέρεται. Ο τελευταίος ισχυρίζεται, ότι δεν στοιχειοθετειται η αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάστηκε, επειδή κρίθηκε με την τελεσίδικη απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου, ότι α) η επίδοση σ’ αυτόν του φύλλου ελέγχου, που αφορά στα επίδικα χρέη, είναι άκυρη, με αποτέλεσμα τη μη έναρξη της προθεσμίας προς άσκηση προσφυγής κατά του ανωτέρω φύλλου και κατ’ ακολουθίαν τη μη οριστικοποίησή του και ότι β) εφόσον δεν υπάρχει νόμιμος τίτλος προς είσπραξη, είναι άκυρη η ταμειακή βεβαίωση των χρεών.

Οι αιτιάσεις του αιτούντος είναι αβάσιμες για τους εξής λόγους: 1) Η ποινική δίωξη για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο καταδικάστηκε ο αιτών, δεν προϋποθέτει προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης, δηλαδή πάροδο της εξηκονθήμερης προθεσμίας προς άσκηση προσφυγής κατά του φύλλου ελέγχου (ΑΠ 492/2014, ΑΠ 586/2013, ΑΠ 403/2013, ΑΠ 206/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1240/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1278/2010 όλες δημοσ.

στη ΝΟΜΟΣ, βλ. ήδη υπό την ισχύ του Ν. 3943/2011 και για τις λοιπές περιπτώσεις φοροδιαφυγής Ολ. ΑΠ 1/2014), 2) το κύρος ή μη της ταμειακής βεβαίωσης, με την οποία βεβαιώθηκαν τα χρέη, δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του ποινικού αδικήματος (βλ. ΑΠ 320/2013 ΝΟΜΟΣ) και 3) με την .../2007 (ορθά 2230/2009) τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (πέραν του ότι δεν προκύπτει το αμετάκλητο αυτής), ακυρώθηκε μεν η ταμειακή βεβαίωση, πλην όμως απορρίφθηκε ο λόγος ανακοπής περί ανυπαρξίας του χρέους του ήδη αιτούντος έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, λόγω αναρμοδιότητας του δικάσαντος διοικητικού δικαστηρίου.

Δεδομένου δε ότι δεν προκύπτει η καθ’ οιονδήποτε τρόπο εξάλειψη του υπό κρίση χρέους του αιτούντος, το χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό, η δε μη καταβολή του συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου (βλ. ΑΠ 253/2013, ΑΠ 1197/2011, ΑΠ Π 74/2011 ΝΟΜΟΣ). Ενόψει τούτων, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες νέες αποδείξεις, σε συνδυασμό μεταξύ τους ή και με τις ήδη ληφθείσες υπόψη από το δικάσαν ποινικό δικαστήριο, δεν καθίσταται φανερό, σε σημείο μάλιστα που να αγγίζει τη βεβαιότητα, ότι ο αιτών είναι αθώος της κατ’ εξακολούθηση τέλεσης της παράβασης του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, για την οποία καταδικάστηκε αμετακλήτως, ούτε ότι καταδικάστηκε για πράξη βαρύτερη από εκείνη που πραγματικά τέλεσε και, συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση επανάληψης της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη".

Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και απέρριψε κατ’ ουσίαν την προμνημονευόμενη αίτηση επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας, που περαιώθηκε με την υπ’ αριθ. 44832/2013 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι: α) η ποινική δίωξη για το προμνημονευόμενο αδίκημα, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, δεν προϋποθέτει προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, δηλαδή πάροδο της εξηκονθήμερης προθεσμίας προς άσκηση προσφυγής κατά του φύλλου ελέγχου, β) το κύρος ή μη της ταμειακής βεβαιώσεως δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του άνω ποινικού αδικήματος, γ) με την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου ακυρώθηκε μεν η ταμειακή βεβαίωση, πλην όμως απορρίφθηκε ο λόγος ανακοπής του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά του Ελληνικού Δημοσίου περί ανυπαρξίας του χρέους και δ) αφού δεν προκύπτει η καθοιονδήποτε τρόπο εξάλειψη του υπό κρίση χρέους του αναιρεσείοντος, το εν λόγω χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό, η δε μη καταβολή του συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου και στη συνέχεια να κρίνει, ότι από τις προσκομισθείσες και επικαλούμενες νέες αποδείξεις (που αναφέρονται στο προπαρατεθέν σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος), σε συνδυασμό μεταξύ τους και με τις ήδη ληφθείσες υπόψη από το δικάσαν ποινικό Δικαστήριο, δεν καθίσταται φανερό, σε σημείο που να αγγίζει τη βεβαιότητα, ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσείων είναι αθώος της ανωτέρω πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε αμετακλήτως, ούτε ότι καταδικάστηκε για πράξη βαρύτερη από εκείνη, που πραγματικά τέλεσε, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ουδόλως παραβίασε, αφού, όπως εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, για την άσκηση της ποινικής διώξεως για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο δεν προϋποτίθεται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, το κύρος ή μη της ταμειακής βεβαιώσεως δεν ασκεί επιρροή στη συγκεκριμένη ποινική δίκη, περαιτέρω δε, ενόψει του ότι, κατά τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, με την άνω τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου ακυρώθηκε μεν η ταμειακή βεβαίωση, αλλά απορρίφθηκε ο λόγος ανακοπής περί ανυπαρξίας του χρέους αφενός, δεν προέκυψε δε εξάλειψη με οποιονδήποτε τρόπο του επίμαχου χρέους του αναιρεσείοντος προς το Δημόσιο αφετέρου, ορθώς τούτο θεωρήθηκε υποστατό και ενεργό, της μη καταβολής του συνεπαγομένης τις νόμιμες κυρώσεις.

Σημειωτέον, ότι η παραδοχή της υπ’ αριθ. 485/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της ανωτέρω πρωτοβάθμιας τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου, σύμφωνα με την οποία "δεν υφίσταται νόμιμος τίτλος προς είσπραξη των οφειλών αυτών και μη νόμιμα επιδιώκεται αφενός μεν με την .../31-3-2006 πράξη ταμειακής βεβαίωσης, η οποία ερείδεται επί του ανωτέρω φύλλου ελέγχου, η είσπραξη από τον εφεσίβλητο, του ποσού των 249.609,88 ευρώ, αφετέρου δε με την ...’ /7-6-2007 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, η κατάσχεση σε ιδανικό μερίδιο ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου της ακίνητης περιουσίας του, όπως ορθά κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση", ως προκύπτει από την επισκόπηση της εν λόγω αποφάσεως, συνδέεται με την εγκυρότητα της διαδικασίας διοικητικής εκτελέσεως (αναφερόμενη σε μη νόμιμη επίδοση του μνημονευόμενου φύλλου ελέγχου προς τον τότε προσφεύγοντα-εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα, ως άγνωστης διαμονής) και όχι με την τέλεση του πιο πάνω ποινικού αδικήματος, ενώ ορθώς κρίθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, με βάση τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ότι το επίδικο χρέος δεν έχει εξαλειφθεί αλλά είναι υποστατό και ενεργό, οπότε η μη καταβολή του συνεπάγεται τις προβλεπόμενες από το νόμο κυρώσεις.

Κατά συνέπεια, ο υποστηρίζων τα αντίθετα μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερόμενων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, από το άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος, ως προς όλα τα επί μέρους σκέλη του.

Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρ. 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-11-2014 αίτηση του Π. Θ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ’ αριθ. 1874/2014 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2016 Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ