1589/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4109/2009 μη οριστική, 3202/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2897/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-10-2013 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1589/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1702/2001, ΑΠ 1208/2011).
Full text
Απόφαση 1589 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1589/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χρυσικόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Δομάζο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4109/2009 μη οριστική, 3202/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2897/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-10-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης ανέγνωσε την από 14-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την κατ' άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι, η με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2897/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Ο ήδη αναιρεσείων είχε εγείρει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 6.2.2009 και με αριθμό κατάθεσης 1257/2009 αγωγή, στρεφομένη κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία ιστορούσε ότι, η μη μετέχουσα της παρούσας κατ' αναίρεση δίκης Μ. Κ., οδηγώντας το ανήκον στην ιδιοκτησία της υπ' αριθμ κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά του κινδύνου γέννησης αστικής ευθύνης της έναντι τρίτων κατά την κυκλοφορία του, προκάλεσε από υπαιτιότητά της τον τραυματισμό του κατά την σύγκρουση των αυτοκινήτων αυτών, που έγινε κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή. Με βάση δε αυτό το ιστορικό ζήτησε όπως υποχρεωθεί η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη να της καταβάλει ως αποζημίωση για την θετική και αποθετική ζημία την οποία υπέστη, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ως αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ το συνολικό ποσό των 295.364,52 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, η υπ' αριθμ. 4109/2009 μη οριστική απόφαση αυτού με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και στη συνέχεια, μετά την διεξαγωγή αυτής, η υπ' αριθμ. 3202/2010 οριστική απόφαση με την οποία, αφού κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και του εξ αυτού προκληθέντος τραυματισμού του ενάγοντος ήταν η ως άνω Μ.
Κ., έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσία για το συνολικό ποσό των 158.864,52 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση αμφότερα τα διάδικα μέρη και ειδικότερα από μεν τον ενάγοντα ασκήθηκε η από 22.9.2010 και με αριθμό κατάθεσης 7743/2010 έφεση, από δε την εναγόμενη η από 4.10.2010 και με αριθμό κατάθεσης τοιαύτη.
Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε από το Εφετείο Αθηνών, το οποίο επίσης δίκασε κατά την προαναφερόμενη ειδική διαδικασία, η υπ' αριθμ. 2897/2012 οριστική απόφαση με την οποία, αφού κρίθηκε και πάλιν ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος ήταν η ως άνω Μ.
Κ., έγιναν δεκτές αυτές ως βάσιμες κατ' ουσία και αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της, κρατήθηκε και δικάσθηκε η υπόθεση και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή για το συνολικό ποσό των 26.069,52 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνεται ο ενάγων - εκκαλών και εφεσίβλητος με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους, οι οποίοι και ερευνώνται στη συνέχεια κατά τα παρακάτω για ένα έκαστο τούτων ειδικότερον εκτιθέμενα.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση", νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφ' όσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στην ΑΚ 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική-οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται, επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών, κατά το άρθρο 931 ΑΚ, δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, κατά τη δίκαιη κρίση αυτού, να καθορισθεί, ως εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης αφενός και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντα και τον βαθμό υπαιτιότητας αυτού.
Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) από την κατά την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) από την κατά την ΑΚ 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη και των λοιπών (βλ. και ΑΠ 72/2012, ΑΠ 1087/2010, ΑΠ 1432/2009, ΑΠ 765/2007, ΑΠ 670/2006). Εξάλλου, κατά τους ορισμούς και την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και με την έννοια αυτή "πράγμα" αποτελεί η ιστορική βάση της αγωγής και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 879/2013, ΑΠ 1008/2007).
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007).- Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ'άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση του περιεχομένου της αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος, η οποία μνημονεύεται στην με αριθμό ένα λατινικό (Ι) σκέψη της παρούσας, προκύπτει ότι μεταξύ των κονδυλίων αυτής περιλαμβανόταν και εκείνο των 70.000 ευρώ, το οποίο ζητούσε ο ενάγων υπό μορφή αποζημίωσης εκ του άρθρου 931 ΑΚ, επικαλούμενος ότι εκ του ενδίκου ατυχήματος κατέστη μονίμως ανάπηρος κατά ποσοστό 50% τουλάχιστον και ότι η αναπηρία του θα αποτελούσε σοβαρό και ανυπέρβλητο κώλυμα στο μέλλον στην άσκηση του επαγγέλματός του ως διευθυντή πωλήσεων της εδρεύουσας στην Αθήνα εταιρίας με την επωνυμία "ΛΥΔΙΑ ΕΠΕ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", η οποία είχε ως αντικείμενο της εμπορίας της την αγορά και πώληση προϊόντων ζωοτροφών, τα οποία διακινούσε ανά την Ελλάδα και θα επιδρούσε δυσμενώς στην οικονομική και κοινωνική πρόοδο, εξέλιξη και αυτοτέλειά του και τούτο διότι η αναπηρία του θα αποτελούσε αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της κοινωνικής εξέλιξης και προαγωγής του και ειδικά σε περίοδο οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας, καθόσον μειονεκτεί και κινδυνεύει περισσότερο, έναντι των υγιών συναδέλφων του, να καταστεί άνεργος.
Εκθέτει δε περαιτέρω αυτός στην αγωγή ότι "είναι βέβαιον ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωσις οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδρασιν εις την κοινωνικήν - οικονομικήν εξέλιξίν μου, δηλαδή αύτη είναι δεδομένη και συνεπώς δεν δικαιολογείται εμμονή εις την ανάγκην προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών αυτής εις το κοινωνικόν - οικονομικόν μέλλον μου".
Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο ενάγων, διώκων την επιδίκαση σ' αυτόν αποζημίωσης εκ του άρθρου 931 ΑΚ, εστιάζει την επίδραση της επικαλούμενης από αυτόν αναπηρίας ως έχουσας επίδραση στο επαγγελματικό - οικονομικό μέλλον του και ουδόλως επικαλείται επίδραση αυτής σε τομέα άλλο πλην του ανωτέρω. Κρίνον δε το Εφετείο επί του αγωγικού αυτού αιτήματος, το οποίο πρωτοδίκως έγινε εν μέρει δεκτό και η επί του οποίου παραδοχή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επλήγη με έφεση από αμφότερα τα διάδικα μέρη, δέχθηκε, σύμφωνα με τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το περιεχόμενο αυτής προσηκόντως εκτιμάται, α) ότι εξαιτίας του ενδίκου ατυχήματος και του εξ αυτού προκληθέντος τραυματισμού του ενάγοντος, ο οποίος υπέστη θλάση αυχένος και κάκωση οσφύος, κατέστη αυτός μονίμως μερικώς ανάπηρος προς εργασία, η δε αναπηρία του αυτή εκτιμήθηκε ως ανερχομένη σε ποσοστό 28%, β) ότι οι εκφυλιστικές αλλοιώσεις της σπονδυλικής στήλης του ενάγοντος που λεπτομερώς μνημονεύονται στην απόφαση "είναι προϊόν μακράς διαδικασίας και δεν προκλήθηκαν από το ένδικο ατύχημα, ο δε ενάγων δεν παρουσίαζε τίποτα πριν το ατύχημα, όπως τούτο προκύπτει από το βιβλιάριο υγείας του, όμως η σταθερή κατάσταση της υγείας του διαταράχθηκε από την πρόσκρουση, επιβαρύνοντας την προϋπάρχουσα κατάσταση.
Επομένως ναι μεν το ατύχημα δεν έχει αιτιώδη σχέση με τα ευρήματα της αξονικής και μαγνητικής τομογραφίας που αναφέρονται στις εκφυλιστικές αλλοιώσεις, προκάλεσε όμως την εκδήλωση των συμπτωμάτων από τον αυχένα και την οσφύ που δεν προϋπήρχαν" και γ) ότι "... η οσφυοισχυαλγία και το αυχενοβραχιόνιο σύνδρομο, με συνολική επελθούσα αναπηρία σε ποσοστό 28%, δεν αποτελούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αρνητικό στοιχείο στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα στα πλαίσια του ανταγωνισμού".
Με βάση δε τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο έκρινε ότι "... δεν δικαιούται ο ενάγων χρηματικό ποσό κατ' άρθρο 931 ΑΚ λόγω της αναπηρίας του, πέραν της αποζημιώσεως που δικαιούται δυνάμει των άρθρων 929, 932 ΑΚ, γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο το σχετικό αγωγικό κονδύλιο". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής αναφορικά με την εκ του άρθρου 931 ΑΚ αξίωση αποζημίωσης και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με το δεύτερο μέρος του πρώτου κατά σειρά λόγου της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο "δεν έλαβεν υπ' όψιν θεμελιώδη της βάσεως της αγωγής περιστατικά και έχοντα ουσιώδη επίδρασιν εις την ευδοκίμησιν του αιτήματος της αγωγής δι' επιδίκασιν της χρηματικής παροχής του άρθρου 931 ΑΚ και ειδικώτερον την δυσμενή επίδρασιν της αναπηρίας και παραμορφώσεώς μου εις το κοινωνικόν - οικονομικόν - επαγγελματικόν μέλλον μου, καθώς επίσης και εις την προσωπικήν ζωήν μου και οικογενειακήν μου κατάστασιν", είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Τούτο δε διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων, προκειμένου να θεμελιώσει το επίμαχο αγωγικό αίτημα, επικαλέσθηκε επίδραση της αναπηρίας του στο επαγγελματικό - οικονομικό μέλλον του, όχι όμως και σε άλλο τομέα του μέλλοντός του. Περαιτέρω, ο ίδιος αυτός λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι απορρίπτοντας το προαναφερόμενο αγωγικό κονδύλιο ως αβάσιμο κατ' ουσία υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., διότι "ηξίωσε στοιχεία περισσότερα των όσων κατά νόμον απαιτούνται", είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, συνισταμένης στο ότι δεν μνημονεύονται τα στοιχεία τα οποία το Εφετείο φέρεται ότι αξίωσε για την ευδοκίμησή του και τα οποία είναι περισσότερα των όσων κατά νόμο απαιτούνται προς τούτο.
ΙΙΙ. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ, συνάγεται ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του δικαιούται να αξιώσει και την μελλοντική αποθετική ζημία του (διαφυγόν κέρδος), γιατί λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας χάνει τα εισοδήματα από την εργασία, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον.
Δεν απαιτείται γι' αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο (ΑΠ 940/2010, ΑΠ 377/2009, ΑΠ 611/2008). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1702/2001, ΑΠ 1208/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 929 ΑΚ, συνισταμένης στην ύπαρξη αντίφασης μεταξύ των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασής του σχετικά με τον εκ του ενδίκου ατυχήματος προκληθέντα τραυματισμό του ενάγοντος και της εξ αυτού του λόγου ανικανότητάς του προς εργασία και της κρίσης αυτού ότι "όμως δεν αποδείχθηκε ότι λόγω της οσφυοισχυαλγίας αριστερά και του αυχενικού συνδρόμου δεν μπορούσε ο ενάγων να ασκήσει επί 2,5 έτη το επάγγελμα του διευθυντή πωλήσεων προϊόντων ζωοτροφών" και το οποίο Εφετείο στη συνέχεια απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσία το κονδύλι των διαφυγόντων κερδών το οποίο ζητούσε ο ενάγων υπό την μορφή απώλειας των αποδοχών του εκ της ανικανότητάς του προς εργασία επί χρονικό διάστημα 2,5 ετών από τον τραυματισμό του.
Ο ερευνόμενος αυτός λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος και τούτο διότι οι φερόμενες ως αντιφάσεις των αιτιολογιών του προς το εξ αυτών συμπέρασμα ανάγονται στην μη ελεγχόμενη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα στη στάθμισή τους, το εκ των οποίων πόρισμα είναι σαφές.
Περαιτέρω, με τον τέταρτο κατά σειρά λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 (όχι δε και από τον αριθμό 8), προσάπτεται στο Εφετείο και πάλιν η αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 929 ΑΚ, συνισταμένης στην ανεπάρκεια της αιτιολογίας της κατά την έρευνα της βασιμότητας του αγωγικού κονδυλίου των διαφυγόντων κερδών, δεδομένου ότι δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση α) η σωματική κάκωση της κεφαλής του ενάγοντος, β) οι εκφυλιστικές αλλοιώσεις οι οποίες ναι μεν προϋπήρχαν του ενδίκου ατυχήματος πλην όμως η διαταραχή τους οφείλεται στον εξ αυτού τραυματισμό του ο οποίος προκάλεσε την εκδήλωση των συμπτωμάτων και έτσι αυτές, μαζί με το αυχενοβραχιόνιο σύνδρομο και την οσφυοϊσχυαλγία να αποτελούν τους παράγοντες της ανικανότητάς του προς εργασία, γ) η διαταραχή του ψυχισμού του, περί της οποίας γνωματεύει ο ειδικός ιατρός Β.
Β. και δ) το παρατιθέμενο στην 11η σελίδα της αναίρεσης περιεχόμενο της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατάθεσης του μάρτυρα του ενάγοντος το οποίο σχετίζεται με την εργασία αυτού, με αποτέλεσμα να θεωρεί το Εφετείο την εργασία του ενάγοντος μη χειρωνακτική και αυτόν ικανό προς εργασία ως διευθυντή πωλήσεων, ενώ, κατά τους ισχυρισμούς του ήδη αναιρεσείοντος, η εργασία του συνίστατο και εις χειρωνακτική τοιαύτη.
Υπό αυτό το περιεχόμενο ο ερευνόμενος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος και τούτο διότι οι ως άνω φερόμενες ως μη διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογίες ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, είναι σαφές.
Σε κάθε δε περίπτωση είναι απορριπτέος και εκ του ότι από την επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ουδόλως επικαλέσθηκε ότι η εργασία του είναι χειρωνακτική, ή και χειρωνακτική, πράγμα το οποίο για πρώτη φορά επικαλείται α) στην έκτη σελίδα των από 25.1.2012 προτάσεών του επί της από 22.9.2010 έφεσης του και β) στην πέμπτη σελίδα των ομοίως από 25.1.2012 προτάσεών του επί της από 4.10.2010 έφεσης της αντιδίκου του, στρεφομένων αμφοτέρων (εφέσεων) κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 3202/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
IV. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος αν βεβαιώνεται με την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση (ΑΠ 1223/2008, ΑΠ 438/2008, ΑΠ 1008/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο κατά σειρά λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο το περιεχόμενο της από 17.10.2011 γνωμάτευσης του ιατρού Β. Β., το οποίο παρατίθεται στις σελίδες 9 και 10 της αναίρεσης και κατά τον οποίο ιατρό ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είναι ανίκανος για την εργασία του και για κάθε συναφή και αντίστοιχη εργασία, ως παρουσιάζων αναπηρία σε ποσοστό μεγαλύτερο του 67%. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεκτίμησε "τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπ' όψιν είτε προς πλήρη απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το ως άνω αποδεικτικό μέσο, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάνει ειδική αναφορά και ξεχωριστή αξιολόγηση τούτου.
V. Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει α) να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, β) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495§4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12§2 του Ν. 4055/2012, που άρχισε να ισχύει από 2.4.2012, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού) και για το οποίο εκδόθηκαν τα με αριθμούς 1610440, 1610441, 1610446, σειρά Α, τρία παράβολα του Δημοσίου, των σαράντα (40) ευρώ έκαστο, και τα με αριθμούς 059324, 059325 και 059330, σειρά Α, τρία παράβολα του ΤΑΧΔΙΚ, των εξήντα (60) ευρώ έκαστο, και γ) να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της έχουσας καταθέσει και προτάσεις αναιρεσίβλητης (άρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3.10.2013 και με αριθμό κατάθεσης 780/2013 αίτηση αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ' αριθμ. 2897/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκαν τα με αριθμούς 1610440, 1610441, 1610446, σειρά Α, τρία παράβολα του Δημοσίου, των σαράντα (40) ευρώ έκαστο, και τα με αριθμούς 059324, 059325 και 059330, σειρά Α, τρία παράβολα του ΤΑΧΔΙΚ, των εξήντα (60) ευρώ έκαστο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 20η Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ