1589/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΕργατικές διαφορές.Συμβασιούχοι Δημοσίου.Διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Είναι δυνατόν να χαρακτισθούν ορθώς από το δικαστήριο ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον οι εργαζόμενοι εξυπηρετούν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, από το δικαστήριο, πλην αυτές είναι άκυρες ως τέτοιες και θεωρούνται ως απλή σχέση εργασίας, με συνέπεια να δικαιούνται οι εργαζόμενοι δώρα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας από το νόμο. Απορρίπτεται λόγος αντίθετος αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου.
Legislator headnote
AI generated1589/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως προακτέοι κατ' απόλυτη εκλογή χαρακτηρίζονται, κατ' άρθρο 106 παρ. 3α του ίδιου οργανισμού, εκείνοι από τους υπαλλήλους που διακρίθηκαν μεταξύ των συναδέλφων τους, για το χαρακτήρα και το ήθος τους, και επέδειξαν σε πολύ υψηλό βαθμό διοικητική δεξιότητα και υπηρεσιακή ικανότητα, έκτακτη δραστηριότητα και αφοσίωση στο καθήκον, προσέφεραν δε με την πρωτοβουλία τους την ετοιμότητα και το ζήλο τους, εξαιρετικές υπηρεσίας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1589 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Εργατικές διαφορές.Συμβασιούχοι Δημοσίου.Διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Είναι δυνατόν να χαρακτισθούν ορθώς από το δικαστήριο ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον οι εργαζόμενοι εξυπηρετούν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, από το δικαστήριο, πλην αυτές είναι άκυρες ως τέτοιες και θεωρούνται ως απλή σχέση εργασίας, με συνέπεια να δικαιούνται οι εργαζόμενοι δώρα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας από το νόμο. Απορρίπτεται λόγος αντίθετος αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου.
Αριθμός 1589/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Ε., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Πρωτόπαπα.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Της ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Επροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγαθή Πανούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-5-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1319/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 1613/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-2-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 15-9-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 104 έως και 107 του Οργανισμού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 270/1973, τεύχος Α', κυρώθηκε με το Ν.Δ. 213/1973 και έχει ισχύ νόμου, προκύπτει ότι η προαγωγή υπαλλήλου της ΑΤΕ στο βαθμό του υποδιευθυντή ενεργείται ύστερα από πρόταση του διοικητή κατ' απόλυτη εκλογή, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, μετά από σύγκριση εκείνων που έχουν τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 101 παρ. 1 εδ.
α'- γ', 102 και 103 του Οργανισμού τούτου προσόντα, ενώ συνεκτιμώνται και τα στοιχεία του ατομικού φακέλου του υπό κρίση υπαλλήλου, αναφορικά με τον χαρακτήρα, το ήθος, τα τυπικά και επαγγελματικά προσόντα του, τις ηθικές αμοιβές και τις εκθέσεις των προϊσταμένων του, την επιτυχή μετεκπαίδευση του, τα φύλλα ποιότητας, την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, το χρόνο της πραγματικής υπηρεσίας που υπολογίζεται για την προαγωγή, ακόμη και τα στοιχεία του πειθαρχικού ελέγχου αλλά και οποιοδήποτε για την κρίση του στοιχείο ή έγγραφο.
Ως προακτέοι κατ' απόλυτη εκλογή χαρακτηρίζονται, κατ' άρθρο 106 παρ. 3α του ίδιου οργανισμού, εκείνοι από τους υπαλλήλους που διακρίθηκαν μεταξύ των συναδέλφων τους, για το χαρακτήρα και το ήθος τους, και επέδειξαν σε πολύ υψηλό βαθμό διοικητική δεξιότητα και υπηρεσιακή ικανότητα, έκτακτη δραστηριότητα και αφοσίωση στο καθήκον, προσέφεραν δε με την πρωτοβουλία τους την ετοιμότητα και το ζήλο τους, εξαιρετικές υπηρεσίας.
Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΑΤΕ, το οποίο είναι το αρμόδιο για τις προαγωγές υπαλλήλων της όργανο, αποφαίνεται μεν κατ' ελεύθερη κρίση, η κρίση του όμως αυτή υπόκειται στον έλεγχο των τακτικών δικαστηρίων, για κατάχρηση δικαιώματος (άρθρο 281 του Α.Κ) όταν, κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, στερείται της προαγωγής υπάλληλος που έχει αποκτήσει τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για τον ανώτερο βαθμό, καίτοι υπερτερεί καταφανώς συναδέλφου του που έχει προαχθεί στο βαθμό αυτό.
Στην περίπτωση αυτή της παράβασης από το ως άνω όργανο του εργοδότη του άρθρου 281 Α.Κ., η απόφαση του είναι αντίθετη με το νόμο θεωρείται άκυρη (άρθρα 174, 180 Α.Κ.) και διαπράττει τούτο αδικοπραξία, κατ' άρθρο 914 Α.Κ. Τότε ο υπάλληλος που παραλείφθηκε δικαιούται να ζητήσει με αγωγή του την αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής του κατ' άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ., με την τελεσιδικία δε της αποφάσεως αυτής λογίζεται κατ' άρθρο 12 παρ. 1 ν. 1082/1980 ότι πραγματοποιήθηκε αυτοδικαίως από το χρόνο που έπρεπε να συντελεσθεί, αλλά και την επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω διαφοράς αποδοχών εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας πράξης των οργάνων της εργοδότριας τράπεζας που την αντιπροσωπεύουν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, κατά τα άρθρα 71, 281, 297-299, 914 Α.Κ. (Ολ.
Α.Π. 14/1998). Μπορεί όμως η Α.Τ.Ε., αμυνόμενη κατά της αγωγής, που αφορά αξιώσεις υπαλλήλου της, που κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων παραλείφθηκε κατά τις προαγωγές, να προβάλλει τον ισχυρισμό ότι, και αν δεν προαγόταν οι προαχθέντες και φερόμενοι ως καταφανώς υστερούντες έναντι του ενάγοντος συνάδελφοί του, θα προάγονταν άλλοι συνάδελφοί του, που υπερτερούν ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και έναντι των προαχθέντων, αλλά και έναντι του ενάγοντος και θα καταλάμβαναν αυτοί τις υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις.
Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί διακωλυτική της γενέσεως της με την αγωγή ασκούμενης αξιώσεως, η οποία δεν αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ. Οι κατά τα ανωτέρω επίσης παραλειφθέντες δεν είναι αναγκαίο να υπερέχουν καταφανώς του ενάγοντος αρκεί να υπερέχουν απλώς αυτού. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ανέλεγκτος τα ακόλουθα:
Ο αναιρεσείων (ενάγων) προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα στις 5/10/1971 με το βαθμό του Υπολογιστή και διαδοχικά προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' με αρχαιότητα από 1/11/1985. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Γεωπονικής Σχολής Αθηνών, παρακολούθησε δέκα επτά (17) επιμορφωτικά σεμινάρια της ΑΤΕ, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, στα φύλλα ποιότητας και Υπηρεσιακής του Μονάδας των ετών 1988-2003 χαρακτηρίζεται άριστος (μον. 379 μέχρι 328), στα φύλλα ποιότητας της Επιθεώρησης των ετών 1990 και 1995 χαρακτηρίζεται άριστος (μον. 372 και 379 αντίστοιχα) και άσκησε τα υπεύθυνα καθήκοντα, α) του Προϊσταμένου Γραφείου Γεωτεχνικής Υπηρεσίας του καταστήματος Ιεράπετρας από 18/7/1978 μέχρι 31/3/1996, παράλληλα δε το διάστημα από 15/6/1995 μέχρι 16/10/1995 ήταν υπεύθυνος του Γραφείου Ρευστοποίησης του καταστήματος Ιεράπετρας, β) του αναπληρωτή Προϊσταμένου της 22ης Γεωτεχνικής Επιθεώρησης Ηρακλείου από 1/4/1996 μέχρι 30/11/1997 και καθήκοντα προϊσταμένου στην ίδια Επιθεώρηση για το από 1/12/1997 μέχρι 15/10/2000 και γ) του Υποδιευθυντή του καταστήματος Αγίου Νικολάου για το από 16/10/2000 και εντεύθεν χρονικό διάστημα, στο ίδιο δε κατάστημα άσκησε καθήκοντα διευθυντή από 1/3/2001 μέχρι 137 8/2001 σε αναπλήρωση του ελλείποντος διευθυντή.
Κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 17/12/2002 δεν προήχθη ο προτεινόμενος στη διακωλυτική ένσταση Ι. Κ., ο οποίος προσελήφθη στις 22/3/1978 με το βαθμό του λογιστή Β' και προήχθη διαδοχικά μέχρι το βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 1/5/1986. Είναι πτυχιούχος της Α.Σ.Ο.Ε.Ε. και κάτοχος master of Science στα οικονομικά του Πανεπιστημίου του Λονδίνου.
Γνωρίζει άριστα την Αγγλική γλώσσα και στα φύλλα ποιότητας της Υπηρεσιακής του μονάδας των ετών 1988 μέχρι και 2000 χαρακτηρίζεται άριστος (μον. 377 μέχρι 400) και στα φύλλα ποιότητας της Επιθεώρησης των ετών 1991 και 1998 χαρακτηρίζεται άριστος (μον. 380 και 381 αντίστοιχα). Άσκησε τα υπεύθυνα καθήκοντα, α) του Προϊσταμένου Γραφείου Χρηματοδοτικού Προγράμματος του Τμήματος Πιστωτικών Εργασιών Γενικής Φύσεως της Διεύθυνσης Αγροτικής Πίστης από 25/6/1982 μέχρι 27-5/1985, β) του Αναπληρωτή Προϊσταμένου του Τμήματος Ειδικών Δανειοδοτήσεων της Διεύθυνσης Αγροτικής Πίστης από 8/5/1985 μέχρι 9/8/1987, γ) του Προϊσταμένου του Τμήματος Βραχυπρόθεσμων Χορηγήσεων της Διεύθυνσης Αγροτικής Πίστης από 8/12/1987 μέχρι 1/10/2000, δ) του Προϊσταμένου του Τμήματος Αγροτών της Υποδιεύθυνσης Ιδιωτών- Αγροτών από 2/10/2000 μέχρι 20/2/2001, ε) του Προϊσταμένου της Υποδιεύθυνσης Συστήματος Πιστοδοτήσεων με ανάθεση καθηκόντων Υποδιευθυντή από 27/2/2001 μέχρι 26/8/2002 και στ) του Προϊσταμένου της Υποδιεύθυνσης Συστήματος Πιστοδοτήσεων με ανάθεση καθηκόντων Υποδιευθυντή από 27/8/2002 μέχρι 20/7/2003.
Από την συγκριτική αντιπαράθεση των παραπάνω προσόντων του ενάγοντος με αυτά του προτεινόμενου στη διακωλυτική ένσταση του εναγομένου συναδέλφου του και με γνώμονα ότι στην κατ' εκλογή προαγωγή των υπαλλήλων της εναγομένης στο βαθμό του Υποδιευθυντή, αποφασιστική σημασία για την προαγωγική κρίση του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης έχουν τα ουσιαστικά προσόντα του υπαλλήλου που προκύπτουν από τα φύλλα ποιότητας και ιδιαίτερα η άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων , προκύπτει απλή υπεροχή του προτεινόμενου με τη διακωλυτική ένσταση υπαλλήλου.
Ειδικότερα ο ενάγων υπερτερεί μεν στη γενική και ειδική αρχαιότητα καθώς και στα σεμινάρια, πλην όμως και οι δύο αξιολογούνται ως άριστοι στα φύλλα ποιότητας, υστερεί ελαφρά στη βαθμολογία, στη γνώση της Αγγλικής γλώσσας που ο ενάγων βαθμολογείται με 7 και ο συγκρινόμενος με 10 και το σημαντικότερο ο ενάγων υστερεί στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, καθόσον αυτός μεν άσκησε τοιαύτα καθήκοντα σε μικρά υποκαταστήματα (Ιεράπετρα - Άγιος Νικόλαος) και στην 22η Γεωτεχνική Επιθεώρηση Ηρακλείου Κρήτης, ο δε συγκρινόμενος σε επιτελικές θέσεις της Διεύθυνσης Αγροτικής Πίστης της Α.Τ.Ε.
και μάλιστα με καθήκοντα βαθμού Υποδιευθυντή από 27/2/2001. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι στις προαγωγικές κρίσεις της 17/12/2002 και αν ακόμη δεν προαγόταν ο προαχθείς Δ. Μ. στο βαθμό του Υποδιευθυντή, στη θέση του θα προαγόταν ο προτεινόμενος με τη διακωλυτική ένσταση Ι. Κ., επικύρωσε την απόφαση του Πρωτοδικείου, που έκρινε ομοίως ως προς το κεφάλαιο αυτό, απέρριψε εκ του πράγματος την κύρια βάση της αγωγής, κατά παραδοχή της ως άνω διακωλυτικής ενστάσεως και ακολούθως απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Οργανισμού της αναιρεσίβλητης και του άρθρου 281 του Α.Κ., αφού πράγματι υπό τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, ο προταθείς με τη διακωλυτική ένσταση Ι. Κ. υπερείχε απλώς του αναιρεσείοντος, κυρίως όσον αφορά το ουσιαστικό προσόν της ασκήσεως υπεύθυνων καθηκόντων, το οποίο βαρύνει περισσότερο στην κρίση των αρμοδίων οργάνων για τις προαγωγές, διότι έχει σχέση με τη διοικητική δεξιότητα (εύστοχες υπηρεσιακές ενέργειες, τρόπος χειρισμού των υπηρεσιακών θεμάτων και αντιμετωπίσεως των αναφυομένων προβλημάτων, αναπτυσσόμενες πρωτοβουλίες στον τομέα του κρινόμενου) και την υπηρεσιακή ικανότητα και ουσιαστική επαγγελματική καταλληλότητα του υπαλλήλου στις εργασίες της Τράπεζας και την εξ αυτών ουσιαστική καταλληλότητα αυτού να αντιμετωπίσει με επιτυχία τα καθήκοντα ανώτερης θέσης που θα καταλάβει με την προαγωγή του και μάλιστα εκείνα του υποδιευθυντή και από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
πρώτος λόγος αναιρέσεως, πρώτο μέρος, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω το Εφετείο, δέχθηκε ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, ότι, κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 8/12/2003 μεταξύ των άλλων προήχθη και ο Κ. Κ., ο οποίος προσελήφθη στις 13/7/1978 και προήχθη διαδοχικά στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' στις 28-6-1996. Είναι κάτοχος απολυτηρίου εξαταξίου Γυμνασίου, γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα, έχει παρακολουθήσει επτά (7) επιμορφωτικά σεμινάρια της ΑΤΕ, στο φύλλο ποιότητος στην Επιθεώρησή του έτους 1999 χαρακτηρίστηκε άριστος (μον. 375) και στο δελτίο Αξιολόγησης του έτους 2001 αξιολογήθηκε σε τρία κριτήρια με Γ' (ικανοποιητικό επίπεδο) και σε τέσσερα με Β' (Αναπτυγμένο επίπεδο).
Άσκησε τα υπεύθυνα καθήκοντα του Προϊσταμένου Γραφείου Χορηγήσεων του καταστήματος Φιλιατών από 10/8-1982 μέχρι 31/1/1986, β) του Προϊσταμένου Γραφείου Συναλλαγών - Καταθέσεων του καταστήματος Φιλιατών από 12/6/1985 μέχρι 31/1/1988, γ) του Προϊσταμένου του Γραφείου Χορηγήσεων του καταστήματος Φιλιατών από 1/2/1988 μέχρι 4/5/1989, δ) του Προϊσταμένου Λογιστηρίου του καταστήματος Φιλιατών από 5/5/1989 μέχρι 27/7/1994, ε) του Διευθυντή καταστήματος Φιλιατών από 28/7/1994 μέχρι 4/12/2001 και στ) του Διευθυντή του καταστήματος Άρτας με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Υποδιευθυντή από 10/12 /2001 μέχρι 7/12/2003.
Από την αντιπαράθεση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων μεταξύ του ενάγοντος και του ανωτέρω προαχθέντος προκύπτει απλή και όχι καταφανής υπεροχή του ενάγοντος. Ειδικότερα ο ενάγων υπερέχει μεν σε γενική και ειδική αρχαιότητα, σε αριθμό σεμιναρίων, στο τυπικό προσόν του πτυχίου, στη βαθμολογία του έτους 1999, υστερεί όμως γενικά στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, καθόσον άσκησε μεν καθήκοντα προϊσταμένου Γραφείου από το έτος 1978, ενώ ο προαχθείς συγκρινόμενος από το 1982, πλην όμως ο τελευταίος άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Διευθυντή καταστήματος από 28/7/1994 και είχε μεγαλύτερη εμπειρία και σφαιρική γνώση των τραπεζικών εργασιών ενός καταστήματος.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις του Οργανισμού της αναιρεσίβλητης και τη διάταξη του άρθρου 281 Α Κ., διότι από τη συνολική σύγκριση των παρατιθεμένων στην προσβαλλόμενη απόφαση προσόντων του αναιρεσείοντος και του προαχθέντος στη θέση του υποδιευθυντή Κ.
Κ., προκύπτει ότι ο ενάγων υπερείχε καταφανώς του Κ. Κ. τόσο ως προς τα τυπικά όσο και ως προς τα ουσιαστικά προσόντα, καθόσον υπερείχε αυτού ως προς, α) τη γενική αρχαιότητα κατά επτά περίπου έτη και την ειδική κατά έντεκα περίπου έτη, β) τους τίτλους σπουδών (ο αναιρεσείων είναι κάτοχος πτυχίου Α.Ε.Ι. ενώ ο Κ.
Κ.ς είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου), καθώς και την παρακολούθηση σεμιναρίων (17 ο αναιρεσείων και 7 ο προαχθείς) και γ) την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων κατά τέσσερα περίπου έτη, αφού ο αναιρεσείων ανέλαβε τέτοια καθήκοντα από το 1978 (το έτος αυτό τοποθετήθηκε προϊστάμενος Γραφείου Γεωτεχνικής Υπηρεσίας και έκτοτε και μέχρι τις προαγωγικές ως άνω κρίσεις συνέχισε, από τις θέσεις που προαναφέρθηκαν την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων) ενώ ο προαχθείς Κ.
Κ.ς ανέλαβε τα καθήκοντα αυτά το έτος 1982 (το έτος αυτό τοποθετήθηκε προϊστάμενος του Γραφείου Χορηγήσεων από το 1982 και συνέχισε την άσκηση των καθηκόντων ευθύνης μέχρι την προαγωγή του), ενώ είναι ισοδύναμοι στη γνώση ξένης γλώσσας την επαγγελματική αξιολόγηση και τη βαθμολογία, με ελαφρά υπεροχή του αναιρεσείοντος ως προς το τελευταίο προσόν (το έτος 1995 ο αναιρεσείων βαθμολογήθηκε με 379 μονάδες, ενώ ο προαχθείς με 375 μονάδες το 1990).
Μόνο δε το γεγονός ότι ο Κ. Κ. άσκησε καθήκοντα διευθυντή του καταστήματος Φιλιατών με ανάθεση από το έτος 1994 μέχρι το 2001 και του διευθυντή του καταστήματος Άρτας με ανάθεση καθηκόντων βαθμού υποδιευθυντή από 10/12/2001 μέχρι 7/12/2003 δεν απομειώνει την καταφανή υπεροχή του αναιρεσείοντος έναντι του προαχθέντος Κ.
Κ.. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω αναφερόμενο μέρος και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτού προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 583 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το μέρος που στο σκεπτικό αναφέρεται την υπ' αριθ. 1613/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος που αναφέρθηκε, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ