Legislator Case Law & Legislation
1589/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court properly considered all evidence including criminal conviction.

Case Number 1589/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court of Piraeus regarding a labor dispute. The appellant argued the lower court failed to consider a specific criminal conviction affecting the employee's return to work. The court found the lower court had explicitly acknowledged and weighed all evidence, including the criminal record, in its reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335 and 338-341 of the Civil Code; Article 559(11)γ of the Code of Civil Procedure: A court must consider all evidence presented without requiring separate mention, provided the decision clearly indicates all evidence was taken into account, and an appeal based on omitted evidence is inadmissible if the lower court's reasoning demonstrates such evidence was duly considered.

Keywords

AI generated
omitted evidence appeal criminal conviction labor civil code evidence supreme court review labor contract termination

Cited Legislation

AI generated
Article 5(3) of Law 2112/1920 as amended by Article 3 of Law 4558/1930
Articles 173, 200, and 288 of the Civil Code
Articles 349, 350, and 656 of the Civil Code
Articles 335 and 338-341 of the Civil Code
Article 559(11)γ of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 32/1988
Council of Appeal of Athens No. 383/2007
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1589 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1589/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "KYKLADES MARITIME CORPORATION", η οποία εδρεύει στo Νέο Φάληρο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βουκελάτο.

Της αναιρεσίβλητης: ...,, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αγιοστρατίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 831/2006 του ίδιου Δικαστηρίου, η 20/2007 μη οριστική και 144/2008 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 27-5-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 12-5-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 2112/1920,όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του ν. 4558/1930, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 173,200 και 288 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του για λόγο που δεν οφείλεται σε ασθένεια βραχείας διάρκειας ή λοχείας ή στην κατά το ν. 3514/1928 στράτευση αυτού, αλλά σε άλλη αιτία, το δικαστήριο, εκτιμώντας γενικά τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, την αιτία και τη χρονική διάρκεια αυτής, καθώς και την υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα του μισθωτού, κρίνει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη αν η αποχή αυτή κατά κρίση αντικειμενική και ανεξάρτητα από την πρόθεση του μισθωτού να λύσει ή όχι την εργασιακή σύμβαση, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρά δήλωση βουλήσεώς του να λύσει τη σύμβαση εργασίας του, δηλαδή ως σιωπηρά εκ μέρους του καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως (Ολ.

ΑΠ 32/1988).Eξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 349,350 και 656 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της υπερημερίας του εργοδότη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού, ένεκα της οποίας ο τελευταίος δικαιούται να απαιτήσει το μισθό, είναι α)η ύπαρξη συμβάσεως εργασίας, β)προσφορά της εργασίας από τον μισθωτό και γ)η μη αποδοχή της εργασίας πρέπει να είναι πραγματική και προσήκουσα.

Δεν απαιτείται πάντως πραγματική προσφορά αυτής, εάν ο εργοδότης εδήλωσε ήδη ότι δεν δέχεται την παροχή της εργασίας, πράγμα που συμβαίνει ιδίως όταν αυτός κατήγγειλε τη σύμβαση, οπότε ο μισθωτός δεν υποχρούται να επαναλαμβάνει καθημερινά την προσφορά των υπηρεσιών του. Η υπερημερία όμως του εργοδότη αίρεται, εάν αυτός καλέσει το μισθωτό να επαναλάβει την παροχή της εργασίας του, οπότε, εάν, ο μισθωτός δεν την επαναλάβει, καθίσταται αυτός (μισθωτός) υπερήμερος.

Επίσης, οι λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύονται, ο μέν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.Η θεμελίωση του λόγου αυτού προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής:Την 1-6-1977 η ναυτιλιακή εταιρεία με την επωνυμία <<...,>> προσέλαβε την αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και την απασχόλησε έκτοτε στα γραφεία της στην ..., ως υπάλληλο(γραμματέα).Στη συνέχεια το 1980 η παραπάνω εταιρεία, η οποία ανήκει στον Όμιλο Εταιρειών του επιχειρηματία Ε1, μετονομάστηκε σε <<...,>> και τo 1983 σε <<...,.>>,ενώ το 1998 μεταβίβασε τη διαχείρηση των πλοίων της στην αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία <<KYKLADES MARITIME CORPORATION>>,η οποία ανήκει στον ίδιο πιο πάνω Όμιλο.

Από τον παραπάνω χρόνο, καθώς συνομολογείται, η αναιρεσείουσα υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εργοδότιδας εταιρείας, τα οποία απορρέουν από την επίδικη εδώ σύμβαση εργασίας, και έτσι η αναιρεσίβλητη έκτοτε προσέφερε τις υπηρεσίες της στην αναιρεσείουσα, στη Γραμματεία Δ/νσεως αυτής, με την ίδια ειδικότητα.

Από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η προαναφερόμενη σύμβαση εργασίας λειτούργησε ομαλά μέχρι το τέλος Νοεμβρίου 2004 και ότι μέχρι τότε η αναιρεσίβλητη, καθώς επίσης συνομολογείται, εκτελούσε τα καθήκοντα της άψογα και ήταν υπόδειγμα υπαλλήλου (βλ.ιδίως την ανωμοτί κατάθεση του νομίμου εκπροσώπου της στα πρακτικά).Κατά τις αρχές του Δεκεμβρίου του ιδίου έτους ωστόσο δημιουργήθηκε σοβαρό επεισόδιο ανάμεσα στην αναιρεσίβλητη και στον Ε1 το οποίο αφορμή είχε το γεγονός ότι ένας αλλοδαπός, που εργαζόταν στις επιχειρήσεις του τελευταίου, αρνήθηκε να υπογράψει το λογαριασμό μισθοδοσίας του, διότι αναγράφονταν σ'αυτόν αποδοχές μεγαλύτερες από τις πράγματι καταβαλλόμενες.

Για το γεγονός αυτό η Διοίκηση της αναιρεσείουσας θεώρησε υπαίτια την αναιρεσίβλητη και ζήτησε απ'αυτήν εξηγήσεις, ο δε Ε1 την επιτίμησε έντονα και την εξύβρισε με τις λέξεις <<τιποτένια, τσόκαρο>> και άλλες παρόμοιες. Ανάλογο επεισόδιο και με την ίδια αφορμή έλαβε επίσης χώρα ανάμεσα στον Ε1 και την αναιρεσίβλητη, παρουσία του Δ/ντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας Ν1 και συναδέλφων της ως άνω αναιρεσίβλητης, και στις 14-12-2004,οπότε ο Ε1 επέπληξε ξανά αυτήν (αναιρεσίβλητη) με έντονο ύφος και εδήλωσε προς εκείνη ότι την απολύει χωρίς αποζημίωση.

Ο παριστάμενος νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας δεν παρενέβη αλλά με την όλη συμπεριφορά του έδειξε ότι συναινούσε με την απόλυση της αναιρεσίβλητης. Μετά το δεύτερο αυτό επεισόδιο η αναιρεσίβλητη αποχώρησε από το χώρο της εργασίας της και την επομένη(15-12-2004)προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας Πειραιώς, όπου κατήγγειλε προφορικά ότι η αναιρεσείουσα την απέλυσε χωρίς την τήρηση των προβλεπομένων από το νόμο διατυπώσεων.

Την ίδια ημέρα η παραπάνω υπηρεσία ενημέρωσε τηλεφωνικά την αναιρεσείουσα για την προφορική καταγγελία-προσφυγή της αναιρεσίβλητης. Μετά την ενημέρωση αυτή ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας Ν1 τηλεφώνησε στην αναιρεσίβλητη στο κινητό της τηλέφωνο και της έκανε πρόταση συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς.

Η αναιρεσίβλητη δεν δέχθηκε την πρόταση αυτή και την επομένη, δηλαδή στις 16-12-2004,προσέφυγε ξανά στην παραπάνω Επιθεώρηση Εργασίας και υπέβαλε γραπτή αίτηση επίλυσης της ανακύψασας διαφοράς, δηλώνοντας συγκεκριμένα ότι <<μετά από διένεξη με τον προϊστάμενο μου κ.Ε1 και μετά από μεγάλη φασαρία ενώπιον και του εκπροσώπου της εταιρείας κ.Ν1 μου είπε:Σε απολύω και δεν σου δίνω αποζημίωση>>(βλ.

Την οικεία από 16-12-2004 αίτηση για διενέργεια εργατικής διαφοράς).Η συζήτηση της εν λόγω αίτησης ορίστηκε να γίνει στις 19-1-2005.Επίσης η αναιρεσίβλητη την ίδια πάντα ημέρα(16-12-2004) απέστειλε στην αναιρεσείουσα ταχυδρομικώς τη μαγνητική κάρτα και τα κλειδιά του γραφείου της καθώς και δύο βιβλιάρια καταθέσεων του Ε1.

Εξάλλου, η αναιρεσείουσα, την ίδια επίσης ημέρα(16-12-2004 και ώρα 15.00') κοινοποίησε στην αναιρεσίβλητη την από 16-12-2004 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, με την οποία, αφού χαρακτήρισε την απουσία της αναιρεσίβλητης από την εργασία της στις 15 και 16-12-2004 αδικαιολόγητη, δήλωσε προς αυτήν ότι ουδέποτε κατήγγειλε την εργασιακή της σύμβαση και την κάλεσε να επιστρέψει,να αναλάβει τα καθήκοντά της και να αποδώσει τους λογαριασμούς που είχε εμπιστευθεί και τηρούσε.H στάση που τήρησε η αναιρεσίβλητη κατά τις επόμενες ημέρες και μέχρι την 21-12-2004 δεν προέκυψε με βεβαιότητα από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις, αφού, ενώ ο μάρτυρας-αδελφός της καταθέτει ότι αυτή στις 17(όπως και στις 16)Δεκεμβρίου 2004 πήγε στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας αλλά δεν της επετράπη να εισέλθει στο γραφείο της, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται και η μάρτυράς της(προσωπική γραμματέας του Ε1 βεβαιώνει ότι απουσίαζε και δεν εμφανίστηκε καθόλου μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στην Επιθεώρηση Εργασίας(21-1-2005).Γεγονός πάντως είναι και δεν αμφισβητείται ότι στις 17-12-2004 ο ...,κοινός γνωστός των διαδίκων(οικονομικός δ/ντης της αναιρεσείουσας)τηλεφώνησε στην αναιρεσίβλητη και της πρότεινε να συναινέσει σε συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς και ότι στις 21-12-2004,έξι δηλαδή ημέρες από την αποχώρηση-αποπομπή της αναιρεσίβλητης, η αναιρεσείουσα απέστειλε προς αυτήν την με την ίδια ημερομηνία εξώδικη πρόσκληση-δήλωση-διαμαρτυρία,με την οποία δήλωσε ότι, επειδή η αναιρεσίβλητη δεν απήντησε στην πρώτη εξώδικη δήλωση-πρόσκληση και εξακολουθεί να μην προσέρχεται στην εργασία της, θεωρεί πλέον ότι αυτή (αναιρεσίβλητη) έχει προβεί στην καταγγελία της εργασιακής της σύμβασης και ότι παραιτείται από τη θέση της.

Με την ίδια εξώδικη δήλωση η αναιρεσείουσα ζήτησε από την αναιρεσίβλητη να της παραδώσει τους κωδικούς πρόσβασης του ηλεκτρονικού υπολογιστή που χειριζόταν και των αρχείων που τηρούσε και να της αποδώσει την κίνηση και το υπόλοιπο των τραπεζικών λογαριασμών και των μετοχών που διαχειριζόταν. Την παραπάνω εξώδικη δήλωση καθώς και την από 16-12-2004 όμοια η αναιρεσείουσα κοινοποίησε στις 22-12-2004 και στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας.

Eπακολούθησε η συζήτηση της προσφυγής της αναιρεσίβλητης στην Επιθεώρηση Εργασίας, η οποία έγινε στις 19-1-2005 και κατά την οποία, όμως προκύπτει από το σχετικό (20/2004)δελτίο εργατικής διαφοράς, η αναιρεσείουσα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γ.Βουκελάτο, υποστήριξε ότι η αναιρεσίβλητη δεν απολύθηκε αλλά παραιτήθηκε από την εργασία της και δήλωσε περαιτέρω ότι παρ'όλα αυτά <<...θα μπορούσε να βρεθεί συνολικά μια συμβιβαστική λύση>>,αποδέχθηκε δε πρόταση της εν λόγω υπηρεσίας να επανέλθει η ενάγουσα στην εργασία της.

Εξάλλου, η αναιρεσίβλητη, η οποία παρέστη χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο, αν και αρχικά αμφιταλαντεύθηκε, μόλις επισημάνθηκε σ'αυτήν από τον αρμόδιο υπάλληλο ότι άρνησή της μπορεί να θεωρηθεί ως οικειοθελής αποχώρηση, δήλωσε ότι <<επιθυμεί να επιστρέψει στην εργασία της στη θέση που ήτανε>>(βλ.το εν λόγω δελτίο).Αλλά ενώ στις 21-1-2005,ημέρα Παρασκευή, και 24-1-2005,ημέρα Δευτέρα, η αναιρεσίβλητη πήγε στα γραφεία της αναιρεσείουσας για να προσφέρει τις υπηρεσίες της, οι αρμόδιοι υπάλληλοι (προσωπικό φύλαξης)της τελευταίας, εκτελώντας σχετική εντολή της διοίκησης αυτής, δεν της επέτρεψαν την είσοδο (βλ.σχετικώς το ίδιο πιο πάνω δελτίο καθώς και από 25-1-2005 και 9-2-2005 εξώδικες δηλώσεις της αναιρεσίβλητης).Από τα παραπάνω περιστατικά που αποδείχθηκαν και εκτέθηκαν μέχρι τώρα γίνεται φανερό κατά την κρίση του δικαστηρίου,ότι η αναιρεσείουσα κατήγγειλε την επίδικη εργασιακή σύμβαση στις 14-12-2004,οπότε,όπως προαναφέρθηκε,ο Ε1 απέπεμψε την αναιρεσίβλητη παρουσία και με τη σύμφωνη γνώμη του νομίμου εκπροσώπου της.Εφόσον δε η καταγγελία αυτή έγινε χωρίς την τήρηση των κατά νόμο διατυπώσεων (έγγραφος τύπος-καταβολή αποζημίωσης), είναι άκυρη και δεν επέφερε το σκοπούμενο μ'αυτήν αποτέλεσμα,τη λύση δηλαδή κατά τον χρόνο εκείνο της σύμβασης.Επομένως,η αναιρεσείουσα,αφού με την παραπάνω καταγγελία έκανε σαφή τη βούλησή της να μη δέχεται την παροχή της εργασίας της αναιρεσείουσας,ακόμη και εάν η τελευταία δεν συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες της τις επόμενες ημέρες,περιήλθε σε υπερημερία.Η υπερημερία της αυτή δεν είχε αρθεί από το γεγονός ότι προσκάλεσε την αναιρεσίβλητη τηλεφωνικά και με την προαναφερόμενη από 16-12-2004 εξώδικη δήλωση να επαναλάβει την εργασία της,διότι,όπως συνάγεται από την εκτίμηση των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν,οι εν λόγω προσκλήσεις ήταν προσχηματικές.Τούτο προκύπτει ιδίως από το ότι:

α)οι προσκλήσεις αυτές έγιναν μετά τις, προφορική και γραπτή, προσφυγές της αναιρεσίβλητης στην Επιθεώρηση Εργασίας στις 15-12-2004 και 16-12-2004αντίστοιχα και β) τέσσερις μόλις ημέρες από την αποστολή της παραπάνω (από 16-12-2004) εξώδικης δήλωσης της αναιρεσείουσας, από τις οποίες ημέρες οι δύο μόνο ήταν εργάσιμες (μεσολάβησε Σαββατοκύριακο), η τελευταία έσπευσε με νέα (από 21-12-2004) εξώδικη δήλωση να υποστηρίξει ότι η σύμβαση λύθηκε λόγω σιωπηρής παραιτήσεως της αναιρεσίβλητης.

Ενόψει ωστόσο των προπεριγραφόμενων συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή της αναιρεσίβλητης, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι αυτή διήρκεσε 6 συνολικά ημέρες (4 εργάσιμες ημέρες ), σύμφωνα με τις επιταγές της καλής πίστης και λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών κατ'αντικειμενική κρίση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σιωπηρή από την αναιρεσίβλητη καταγγελία της σύμβασης, η κρίση δε αυτή στηρίζεται στα εξής κυρίως περιστατικά : 1)Κατ'αρχήν, είναι αναμφισβήτητο ότι η αποχώρηση της αναιρεσίβλητης από την εργασία της στις 14-12-2004 δεν ήταν αυθαίρετη αλλά απότοκος του προπεριγραφόμενου επεισοδίου, που δημιούργησε εις βάρος της ο Ε1 Το επεισόδιο άλλωστε αυτό η αναιρεσείουσα δεν το αρνείται.

Αντίθετα, το συνομολογεί με τις προτάσεις της και απλώς υποβαθμίζει τη σημασία του, ενώ σε άλλη θέση υποστηρίζει ότι ήταν σκηνοθετημένο από την αναιρεσίβλητη,όπως πιο κάτω ειδικότερα εκτίθεται. 2) Η αναιρεσίβλητη, όπως προαναφέρθηκε, προσέφυγε άμεσα στην Επιθεώρηση Εργασίας προς επίλυση της ανακύψασας διαφοράς , την κρινόμενη δε αγωγή άσκησε αμέσως μετά την αποτυχία της συμβιβαστικής προσπάθειας της παραπάνω υπηρεσίας. 3) Όπως επίσης εκτέθηκε και πιο πάνω, η αναιρεσίβλητη απασχολήθηκε σε διαφορετικές εταιρείες συμφερόντων του Ε1 επί 27 και πλέον έτη, έχοντας επιδείξει μέχρι τότε άψογη συμπεριφορά, και θα ήταν παράλογο να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία της, χωρίς σοβαρό λόγο, λίγα έτη πριν από τη συνταξιοδότησή της και με κίνδυνο να απωλέσει το μισθό της αλλά και την αποζημίωση απόλυσης.

Ο προβαλλόμενος από την αναιρεσείουσα ισχυρισμός ότι η αναιρεσίβλητη, έχοντας προηγουμένως (στις 10-12-2004) ιδιοποιηθεί παράνομα το ποσό των 345.000 Ευρώ, το οποίο της είχε εμπιστευθεί άλλη εταιρεία του Ομίλου Ε1 σκηνοθέτησε το επεισόδιο της 14-12-2004 και δημιούργησε τεχνητή ένταση για να εμφανίσει την αποχώρησή της ως απόλυση, δεν κρίνεται πειστικός και πάντως δεν αποδείχθηκε και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί.

Άλλωστε, όπως επίσης προαναφέρθηκε, επεισόδιο ανάλογο προς εκείνο της 14-12-2004 είχε λάβει χώρα και κατά τις αρχές Δεκεμβρίου του ιδίου έτους, πριν δηλαδή από το χρόνο της αποδιδόμενης στην αναιρεσίβλητη υπεξαίρεσης.Ακολούθως, το Εφετείο μετά τις ανωτέρω παραδοχές απέρριψε την εκ μέρους της αναιρεσείουσας ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης, με βάση την οποία επιδικάστηκε στη τελευταία το συνολικό ποσό των 10.143,40 Ευρώ ως μισθοί υπερημερίας.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις τις οποίες αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, ως προς τη μη άρση της υπερημερίας της αναιρεσείουσας,χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός των αλλεπαλλήλων δηλώσεων αυτής προς την αναιρεσίβλητη να επιστρέψει στην εργασία της, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, τελικά δεν επιτράπηκε σ'αυτή να επιστρέψει στα καθήκοντά της, διέλαβε δε στην προσβαλλομένη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ως άνω προσβαλλόμενης,οι δε προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις κατά της τελευταίας (αναιρεσιβαλλόμενης) εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚπολΔ, συνιστάμενες, κατά τα ουσιώδη μέρη τους, στο ότι α)ενώ αυτή κατέληξε στην κρίση ότι η αναιρεσείουσα έκανε σαφή τη βούληση της να μη δέχεται την παροχή της εργασίας της αναιρεσίβλητης,αντιφατικά διαλαμβάνει ως παραδοχή της ότι κάλεσε αυτή την αναιρεσίβλητη στις 16-12-2004 να αναλάβει κανονικά τα καθήκοντά της,χωρίς να διευκρινίζεται,ενόψει και της παραδοχής ότι δεν προέκυψε με βεβαιότητα από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις η στάση που κράτησε η αναιρεσίβλητη μετά την πρόσκληση σ'αυτήν με την ως άνω εξώδικη δήλωση της αναιρεσείουσας,στις 16-12-2004,να επιστρέψει στα καθήκοντά της,αν αυτή απελύθη ή αποχώρησε οικειοθελώς,β)δεν διευκρινίζεται ποιός την απέλυσε ατύπως,ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης ή ο Ε1 και δεν αιτιολογείται επαρκώς για ποιό λόγο το Εφετείο θεωρεί τις γενόμενες προσκλήσεις προς την αναιρεσίβλητη εκ μέρους αυτής (αναιρεσείουσας),να επιστρέψει στην εργασία της,λόγω της παρόδου μικρού χρονικού διαστήματος έξι ημερών,ως προσχηματικές,χωρίς να επισημαίνεται επίσης το γεγονός ότι αυτή (αναιρεσίβλητη)δεν προσήλθε στην εργασίας της έως και τις 19-1-2005 ημέρα συζήτησης της προσφυγής της στην Επιθεώρηση Εργασίας είναι απορριπτέες.

Και η μεν πρώτη απ'αυτές ως αβάσιμη,καθόσον,όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης,υπάρχει σαφής παραδοχή ως προς το ότι η αναιρεσείουσα τελικώς,μετά τη συζήτηση της προσφυγής της αναιρεσίβλητης στις 19-1-2005,δεν της επέτρεψε να εργασθεί,όταν αυτή μετέβη στα γραφεία της,προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της,στις 21-1-2005,ημέρα Παρασκευή και στις 24-1-2005 ημέρα Δευτέρα,η δε δεύτερη,ως αβάσιμη επίσης,δοθέντος ότι αναφέρεται στην προσβαλλομένη με σαφήνεια ότι στην απόλυση της αναιρεσίβλητης προέβη ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας, ο οποίος συναίνεσε στην φράση που απηύθυνε ο ιδιοκτήτης του ομίλου εταιρειών,στον οποίο ανήκει και η αναιρεσείουσα,Ε1 στην πρώτη στις 14-12-2004,ότι την απολύει χωρίς αποζημίωση,αλλά και ως απαράδεκτη,ως προς το άλλο μέρος της ως άνω υπό στοιχείο β' αιτίασης,αφού απαιτείται μόνο να εκτίθεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλήρως και σαφώς τι αποδειχθήκε,ως προς το αποδεικτικό πόρισμα σε σχέση με την κρίση του ανωτέρω δικαστηρίου ότι οι προσκλήσεις της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη,να επιστρέψει στην εργασία της ήταν προσχηματικές,το οποίο,όπως προεκτέθηκε,εκτίθεται σαφώς,και όχι γιατί αποδείχθηκε.

Επομένως,οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες λόγοι αναίρεσης,ο πρώτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.,και ως προς τα δύο μέρη του,και ο δεύτερος από τον αριθμό 1 του ίδιου ως άνω άρθρου,είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν ως τέτοιοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου,στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.,που ορίζουν το μεν πρώτο ότι "κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις",το δε δεύτερο ότι "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη".Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται,όταν το δικαστήριο της ουσίας,κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως,ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλομένων που δηλώθηκαν.Υπό την προϋπόθεση αυτή παραβιάζει τους κανόνες τούτους το δικαστήριο της ουσίας,είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομέ- νων είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις νομικές έννοιες στις οποίες στηρίζονται, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.Πάντως μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητώς στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση των διατάξεων αυτών,εφόσον στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών.Εξάλλου,κατά την έννοια του αριθ. 19 του ιδίου άρθρου, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία,που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία,σύμφωνα με το νόμο,είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση,όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση,στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές,εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της,νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό.Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο,μετά τη διαπίστωση αμφιβολίας ως προς τη δήλωση βούλησης της αναιρεσίβλητης ότι κατήγγειλε σιωπηρώς ή όχι τη μεταξύ αυτής και της αναιρεσείουσας σύμβαση εργασίας,και όχι ως προς την κρίση της περί του ότι οι προσκλήσεις της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη να επιστρέψει στην εργασία της ήταν προσχηματικές, προσέφυγε στην ερμηνεία αυτής εφαρμόζοντας τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, παραθέτοντας σ'αυτή τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους,χωρίς να θεμελιώνεται αναιρετικός λόγος από το γεγονός ότι δεν αναφέρεται σ'αυτή ότι έγινε προσφυγή σ'αυτούς.

Επομένως,με την προαναφερθείσα κρίση του το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διέλαβε δε στην προσβαλλομένη απόφαση πλήρεις και σαφείς,χωρίς αντιφάσεις,αιτιολογίες ως προς την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες αυτών,γι'αυτό και πρέπει να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.

Πολ. Δικ., ως αβάσιμος.

Επειδή,το άρθρο 254 του ΚΠολΔ αφενός μεν παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα να διατάξει επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη,όταν κατά τη μελέτη της υποθέσεως ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση,αφετέρου δε ορίζει ότι η συζήτηση που επαναλαμβάνεται με τον τρόπο αυτό θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης.Εκ του λόγου ότι η συζήτηση που επαναλαμβάνεται θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης παρέπεται ότι κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν είναι αναγκαία η κατάθεση ιδιαίτερων εγγράφων προτάσεων.Οι έγγραφες προτάσεις που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της οποίας διατάχθηκε η επανάληψη αρκούν και ισχύουν και για την επαναλαμβανόμενη συζήτηση.Αυτό έχει ως συνέπεια ότι όσα ο διάδικος επικαλέστηκε και προέβαλε με τις έγγραφες προτάσεις της προηγούμενης συζητήσεως θεωρούνται ως επικληθέντα και προβληθέντα και κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση,έστω και αν κατ' αυτή δεν κατέθεσε προτάσεις ο διάδικος ή αν κατά την επαναλαμβανόμενη αυτή συζήτηση κατέθεσε προτάσεις, στις οποίες απλώς ενσωμάτωσε και εκείνες της προηγούμενης συζητήσεως.Τα προεκτεθέντα ισχύουν και στις περιπτώσεις που :

α) κατά το άρθρο 245 παρ. 1 του ΚΠολΔ,διατάσσεται από το δικαστήριο η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων προς παροχή διασαφήσεων σχετικών με την υπόθεση και β)κατά το άρθρο 411 του ίδιου Κώδικα,διατάσσεται από το δικαστήριο η εκ νέου εξέταση ενός ή περισσοτέρων μαρτύρων,προς συμπλήρωση ή διευκρίνιση των καταθέσεών τους,στις οποίες ο νόμος,καταλείποντας κενό,δεν ορίζει ρητώς,αν η συζήτηση που επακολουθεί μετά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων και την επανεξέταση των μαρτύρων,είναι συνέχεια της προηγουμένης,κατ' ανάλογη εφαρμογή του πιο πάνω άρθρου 254 του ΚΠολΔ,λόγω της ταυτότητας του νομοθετικού λόγου των άνω ρυθμίσεων και της ομοιότητας των μη ρυθμιζομένων περιπτώσεων και δεδομένου ότι η αναλογική εφαρμογή είναι επιτρεπτή και στο αστικό δικονομικό δίκαιο.Οι διατάξεις των άρθρων 245 και 411 του ΚΠολΔ,αποτελούν στην ουσία ειδικότερες εκδηλώσεις της ρυθμίσεως του άρθρου 254 του ίδιου Κώδικα και η τελευταία,όπως και οι δύο άλλες,είναι πρόδηλο ότι κατατείνουν στον ίδιο τελικό σκοπό,ήτοι την πλήρη και ενδελεχή διερεύνηση της υποθέσεως, ώστε να αποτραπεί ο κίνδυνος εκδόσεως εσφαλμένης αποφάσεως και η ανάγκη της προσβολής αυτής με ένδικα μέσα προς διόρθωση των (τυχόν) σφαλμάτων της. 'Ετσι και η συζήτηση που επακολουθεί μετά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων και την επανεξέταση των μαρτύρων θεωρείται ότι αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης,μετά την οποία διατάχθηκαν από το δικαστήριο τα μέτρα αυτά(ΟΛ.ΑΠ 30/1997).Ενόψει όλων αυτών που προεκτέθηκαν,ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.,που περιέχει την αιτίαση,ότι κακώς το Εφετείο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε,όλα τα αποδεικτικά μέσα,κατά τη συζήτηση της 1-11-2007,μετά την οποία,αφού προηγήθηκε η υπ' αριθμ. 20/2007 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου,που διέταξε την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων στο ακροατήριο και την εκ νέου εξέταση των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου,εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση,αν και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν είχαν προσκομισθεί και επικληθεί νομίμως και με τις προτάσεις της τελευταίας αυτής συζητήσεως,πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.Και τούτο,διότι τα προμνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τα έγγραφα,όπως προκύπτει από τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης,που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της 5-10-2006,μετά την οποία εκδόθηκε η ως άνω απόφαση του εφετείου,που διέταξε την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων και των μαρτύρων,αλλά και δεν αμφισβητεί ται από την αναιρεσείουσα,είχαν προσκομισθεί και επικληθεί,κατά τη συζήτηση αυτή (της 5-10-2006), επομένως,νομίμως λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν από το εφετείο,κατά τη συζήτηση (της 1-11-2007) που επακολούθησε,μετά την εμφάνιση των διαδίκων και των μαρτύρων στο ακροατήριο,που διατάχθηκε (αφού θεωρείται,κατά τα ως άνω ότι ήταν συνέχεια της προηγούμενης),όταν η αναιρεσίβλητη,χωρίς να υποχρεούται, κατέθεσε μεν και νέες προτάσεις,αλλά σ' αυτές ενσωμάτωσε απλώς τις προηγούμενες,χωρίς να μνημονεύσει ειδικώς τα αποδεικτικά μέσα και ιδιαίτερα τα έγγραφα που είχε στην αρχική συζήτηση προσκομίσει και επικαλεστεί.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΑΚ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων,που ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης,υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη,χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ'αυτά,κατ'αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα,τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του,αρκεί να γίνεται βέβαιο αδίστακτα από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα,που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ.11γ Κ.Πολ.Δικ.,υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.Στην προκειμένη περίπτωση,η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης ψέγει την προσβαλλομένη απόφαση ότι μολονότι αυτή επικαλέσθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου και προσκόμισε σ'αυτό,προς υποστήριξη του ισχυρισμού της περί σιωπηρής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από την αναιρεσίβλητη,το υπ'αριθμ.383/2007 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών,με το οποίο παραπέμφθηκε η τελευταία να δικασθεί για κακουργηματική υπεξαίρεση ποσού 345.830,50 Ευρώ,και το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως προς την μη επάνοδο της αναιρεσίβλητης στην εργασία της,δεν λήφθηκε υπόψη αυτό από το Εφετείο,κατά το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης.Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλομένης απόφασης και μάλιστα όχι μόνο από την περιεχομένη σ'αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι,αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης αυτής,και ιδίως από την παραδοχή της ότι δεν πείσθηκε το Εφετείο ως προς τη βασιμότητα του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι η αναιρεσίβλητη, έχοντας προηγουμένως ιδιοποιηθεί παρανόμως το ποσό των 345.000 Ευρώ,το οποίο της είχε εμπιστευθεί άλλη εταιρεία του ομίλου Ε1 σκηνοθέτησε το επεισόδιο της 14-12-2004 και δημιούργησε τεχνητή ένταση για να εμφανίσει την αποχώρησή της ως απόλυση,δεν γεννάται καμμία αμφιβολία ότι το ως άνω βούλευμα λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις,από το Εφετείο.

Επομένως,πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός της αναίρεσης,ως αβάσιμος και συνακόλουθα και η ένδικη αίτηση στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-5-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ.144/2008 απόφασης του Εφετείου Πειραιά.Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης,τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων(1200)Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ