Legislator Case Law & Legislation
1589/2006 AI generated

1589/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1589/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Ιουλίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 386/2005 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Νοεμβρίου 2005 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1589/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Η καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος γενική αρχή της ισότητας απαγορεύει στον νομοθέτη, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίως πραγμάτων ή σχέσεων ή καταστάσεων ή κατηγοριών προσώπων, να προβαίνει σε διαφορετική μεταχείριση, εκτός αν αυτή ανταποκρίνεται σε λόγους γενικότερου (κοινωνικού ή δημοσίου) συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται δικαστικώς.

Keywords

AI generated
exclusion from public establishments on-premises contracts standing against building permit previous legal status franchise agreements lease agreement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1589 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1589/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: .... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μαλεβίτη.

Της αναιρεσιβλήτου: ..... , η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Ιουλίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 386/2005 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Νοεμβρίου 2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανέγνωσε την από 30 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίσθηκε η αναιρεσίβλητη, η οποία όμως κλητεύθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, αφού, όπως προκύπτει από τη 1895 β΄/9-1-2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου Κωνσταντίνου Σπυρόπουλου και τις με χρονολογίες 9-1-2006 και 10-1-2006 έγγραφες βεβαιώσεις του ίδιου με τις επ΄ αυτών σχετικές υπογραφές των αρμοδίων υπαλλήλων (αστυνομικού και ταχυδρομικού), επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού ως δικασίμου της 7-4-2006 και με κλήση της αναιρεσίβλητης προς παράσταση κατά τη δικάσιμο αυτή θυροκολλήθηκε στην κατοικία της ίδιας, ενώ επιπλέον όμοιο αντίγραφο παραδόθηκε στον προϊστάμενο του Αστυνομικού Τμήματος Ναυπλίου και σχετική περί αυτού έγγραφη ειδοποίηση εστάλη μέσω του Ταχυδρομικού Γραφείου Ναυπλίου στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, πρέπει, παρά την απουσία αυτής, να προχωρήσει η συζήτηση (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Η καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος γενική αρχή της ισότητας απαγορεύει στον νομοθέτη, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίως πραγμάτων ή σχέσεων ή καταστάσεων ή κατηγοριών προσώπων, να προβαίνει σε διαφορετική μεταχείριση, εκτός αν αυτή ανταποκρίνεται σε λόγους γενικότερου (κοινωνικού ή δημοσίου) συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται δικαστικώς.

Στην απαγόρευση αυτή εμπίπτει κάθε αυθαίρετη διάκριση, δηλαδή κάθε διάκριση η οποί στηρίζεται σε ανυπόστατα ή άσχετα κριτήρια και αγνοεί την ουσιώδη ομοιότητα των υπό ρύθμιση ή κρίση περιπτώσεων. Κατά την επιλογή των διαφορετικών τρόπων ρυθμίσεως, ο νομοθέτης πρέπει να κινείται εντός των ορίων που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν την εκδήλως άνιση μεταχείριση με τη μορφή μιας δυσμενούς διακρίσεως για ορισμένη κατηγορία περιπτώσεων βάσει όλων συμπτωματικών κριτηρίων.

Ο εκ μέρους του δικαστηρίου όμως σχετικός έλεγχος της συνταγματικότητας της συμπεριφοράς του νομοθέτη δεν μπορεί, μέσω της αρχής της ισότητας, να μετατραπεί σε μέθοδο διευρύνσεως του πεδίου ισχύος μιας νομοθετικής ρυθμίσεως και σε περιπτώσεις, οι οποίες, κατά τη ρητώς εκδηλωθείσα βούληση του νομοθέτη, εξαιρούνται από την εν λόγω ρύθμιση.

Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτη επέμβαση του δικαστή στο έργο της νομοθετικής εξουσίας. Σημειωτέον ότι η αρχή της ισότητας δεν επιβάλλει την ίση σε όλους εφαρμογή αντισυνταγματικής διατάξεως, γιατί δεν υπάρχει ισότητα στην παρανομία. Εξάλλου, το εδάφιο ε΄ του άρθρου 3 του ν. 813/1978, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 4 του ν. 1898/1990, όριζε ότι δεν υπάγονται στον ν. 813/1978 οι μισθώσεις ακινήτων που έχουν χαρακτηρισθεί διατηρητέα.

Η ρητή εξαίρεση των μισθώσεων αυτών από το προστατευτικό για τους μισθωτές καθεστώς των εμπορικών μισθώσεων δεν προσκρούει στην αρχή της ισότητας, διότι αφορά σε κτήρια με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική εμφάνιση, δηλαδή σε κτήρια των οποίων τα χαρακτηριστικά στοιχεία διαφέρουν ουσιωδώς από εκείνα των άλλων κτηρίων, η σχετική δε επιλογή του νομοθέτη, υπαγορευθείσα από την ανάγκη διατηρήσεως της αρχιτεκτονικής μορφής των εν λόγω κτηρίων με την αποφυγή οποιασδήποτε υλικής ή αισθητικής βλάβης αυτών, εναρμονίζεται με τη συνταγματική επιταγή για την προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος (άρθρο 24 παρ.

παρ. 1 και 6 Συντάγματος). Η ως άνω διάταξη του άρθρου 6 παρ. 4 του ν. 1898/1990 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1930/1991 (ήδη άρθρο 4 παρ. 1 περ. θ΄ π.δ. 34/1995), κατά το οποίο δεν υπάγονται στις διατάξεις του ν. 813/1978 (ήδη π.δ. 34/1995) οι μισθώσεις ακινήτων χαρακτηρισμένων ως διατηρητέων, οι οποίες συνάπτονται μετά την 1η Σεπτεμβρίου 1990.

Η τελευταία αυτή ρύθμιση έγινε προκειμένου να αποφευχθεί ο αιφνιδιασμός τον οποίο θα προκαλούσε στους παλαιούς μισθωτές η άμεση άρση της προστασίας τους κατά την άσκηση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας σε διατηρητέα ακίνητα, γι΄ αυτό και οι σχετικές μισθώσεις θα εξακολουθούν να υπάγονται στο προστατευτικό καθεστώς του π.δ. 34/1995 εωσότου παρέλθει ο προβλεπόμενος στο εν λόγω π.δ/μα χρόνος διάρκειάς τους.

Ενόψει των ειδικών τούτων συνθηκών, υπό τις οποίες τελούν οι παλαιές μισθώσεις είναι δικαιολογημένη η διαφοροποίηση στη νομοθετική τους μεταχείριση, και ως εκ τούτου η ανωτέρω ρύθμιση δεν μπορεί, μέσω της αρχής της ισότητας, να επεκταθεί και στις, ρητώς αποκλειόμενες από τη ρύθμιση αυτή, νέες μισθώσεις.

Η ρύθμιση αυτή άλλωστε ανταποκρίνεται και στην αρχή της μη αναδρομικότητας του νόμου, της μη εφαρμογής του δηλαδή σε έννομες σχέσεις ή συνέπειες προγενέστερες της ισχύος του. Η προβλεπόμενη έτσι στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1930/1991 εξαίρεση των συναφθεισών μετά την 1-9-1990 μισθώσεων από τις προστατευτικές για τους μισθωτές διατάξεις του π.δ. 34/1995 δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλ΄ ούτε και στα άρθρα 5 και 106 αυτού και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Εν προκειμένω, το εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: Με το από 8-7-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό η αναιρεσίβλητη, στην οποία ανήκει κατά κυριότητα το επί της συμβολής των οδών Μπουμπουλίνας και ΄Οθωνος του Ναυπλίου ευρισκόμενο ισόγειο κατάστημα, εκμίσθωσε τούτο στην αναιρεσείουσα προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως καφετέρια για την περίοδο από 1-8-1997 έως 31-7-2003 με δικαίωμα παρατάσεως έως τις 31-7-2005, αντί μηνιαίου μισθώματος 200.000 δραχμών, το οποίο με νεότερη συμφωνία τους κατά μήνα Απρίλιο του 2003 αναπροσαρμόσθηκε από το διαμορφωμένο τότε ποσό των 290.000 δραχμών στο ποσό των 390.000 δραχμών.

Το εν λόγω ακίνητο έχει χαρακτηρισθεί ως διατηρητέο με την 70412/2394/19-6-1991 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (ΦΕΚ Δ 451/1991), τον χαρακτήρα του δε αυτόν γνώριζε η αναιρεσείουσα, η οποία με εξώδικο έγγραφό της, που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 2-6-2003, δήλωσε ότι ασκεί το παρεχόμενο από τη μισθωτική σύμβαση δικαίωμα για παράταση της μισθώσεως έως τις 31-7-2006.

Η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε την παράταση και άσκησε κατά της αναιρεσείουσας την από 21-7-2003 αγωγή, με την οποία ζήτησε την απόδοση του μισθίου, κυρίως λόγω κακής χρήσεως αυτού και επικουρικώς λόγω λήξεως του συμβατικού χρόνου της μισθώσεως στις 31-7-2003. Με την 58/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, η άνω αγωγή απορρίφθηκε ως προς την κύρια βάση της, έγινε όμως δεκτή ως προς την επικουρική της βάση.

Ύστερα από τις διαπιστώσεις του αυτές, το εφετείο έκρινε ότι η μίσθωση, λόγω της καταρτίσεώς της μετά την 1-9-1990 και της ιδιότητας του μισθίου ως διατηρητέου ακινήτου, δεν υπάγεται στις προστατευτικές διατάξεις για την επαγγελματική στέγη, αλλά ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και τους συμβατικούς όρους, καθώς και ότι η διάρκειά της παρατάθηκε ως τις 31-7-2006 με βάση την ως άνω εξώδικη δήλωση, στην οποία η αναιρεσείουσα προέβη, κατ' ενάσκηση του σχετικού προς τούτο δικαιώματος προαιρέσεως, που της είχε παρασχεθεί με τον ανωτέρω όρο του μισθωτηρίου, όπως ερμηνευτικώς συνάγεται από αυτόν.

Ακολούθως, το εφετείο, αφού δέχθηκε την από 12-10-2004 έφεση της αναιρεσείουσας και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και δέχθηκε την δια των προτάσεων ασκηθείσα πρωτοδίκως ανταγωγή της αναιρεσείουσας, ως προς το επικουρικό αίτημά της για την αναγνώριση της παρατάσεως της μισθώσεως έως τις 31-7-2006, απορρίπτοντας σιωπηρώς το κύριο αίτημα αυτής, με το οποίο η αναιρεσειουσα, επικαλούμενη την αντισυνταγματικότητα της προαναφερθείσας ρυθμίσεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1930/1991 και ειδικότερα την αντίθεση αυτής προς τα αάρθρα 4 παρ. 1, 5 παρ.

παρ. 1 και 3, 106 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η ένδικη μίσθωση ισχύει έως τις 31-7-2009 που συμπληρώνεται η προβλεπόμενη από το άρθρο 5 παρ. 1

του π.δ. 34/1995 δωδεκαετής διάρκειά της. Εφαρμόζοντας έτσι τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1930/1991 και κρίνοντας εκ του πράγματος ότι αυτή δεν αντίκειται στις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της εφαρμογής αντισυνταγματικού και εντεύθεν ανίσχυρου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ούτε στην πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη του προβληθέντος από την αναιρεσείουσα ισχυρισμού περί αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διατάξεως. Επομένως, ο μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ, προσάπτονται στο εφετείο οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι αβάσιμος. Κατ΄ ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-11-2005 αίτηση της .... περί αναιρέσεως της 386/2005 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Σεπτεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ