Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding insufficient reasoning and inadmissible cross-law violation claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for leave to appeal against the Third Instance Court of Kerkyra's decision. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning and violated substantive law, but the court found these grounds inadmissible due to vagueness and lack of specificity. The court ruled that the appeal must clearly identify violated legal provisions, factual premises, and the nature of the reasoning deficiency to be admissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal for leave to appeal is inadmissible if the grounds are vague, fail to specify violated substantive law provisions, or rely on the unreviewable assessment of facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1588 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1588/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ιωάννη Αποστολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. συζύγου Η. Π., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπούρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Ρ. του Ι., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τζούμα, ο οποίος ανακάλεσε τη με ημερομηνία κατάθεσης 31-10-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2019 του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-11-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη..
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι, με την από 23-1-2013 (υπ' αριθ. 10/28-1-2013 έκθεσης κατάθεσης) αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσε ότι με προφορική σύμβαση, που συνήψε με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο πολιτικό μηχανικό, στα τέλη Ιανουάριου 2000, ανέθεσε στον τελευταίο και αυτός ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για την αναθεώρηση της υπ' αριθ. 499/1998 εκδοθείσας οικοδομικής άδειας για την ανέγερση διώροφης οικοδομής με υπόγειο και στέγη σε οικόπεδο, ιδιοκτησίας της, που βρίσκεται στο Τρικόρυφο Φιλιατών, να εκπονήσει νέα αρχιτεκτονική μελέτη και συγκεκριμένα να ενημερώσει το φάκελο όσον αφορά στην έγκριση μεταβολής της θέσεως θεμελίωσης της οικοδομής, δηλαδή από το κέντρο του οικοπέδου, για την οποία είχε ληφθεί έγκριση από την Πολεοδομία από τον προηγούμενο μηχανικό στον οποίο είχε αναθέσει το σχετικό έργο (Σ.
Π.), στην αριστερή πλευρά αυτού, ώστε να καταστεί δυνατή στο μέλλον η κάλυψη των υπολειπόμενων ποσοστών δόμησης με τη θεμελίωση δεύτερης οικοδομής, να εκπονήσει νέα στατική μελέτη, να προβεί στην έκδοση άδειας κατασκευής περιμετρικού τοιχίου αντιστήριξης και να επιβλέψει την εκτέλεση του ως άνω έργου κατασκευής της οικοδομής, έναντι συνολικής αμοιβής ποσού 1.989.818 δραχμών.
Ότι, μετά την αποπεράτωση της ανωτέρω οικοδομής και παράδοσης του σχετικού έργου από τον εναγόμενο, διαπίστωσε ότι ο τελευταίος δεν είχε προβεί σε αναθεώρηση της αρχιτεκτονικής μελέτης και ενημέρωση του φακέλου, ως προς τη θέση θεμελίωσης της οικοδομής και εφάρμοσε την αρχιτεκτονική μελέτη του προηγούμενου μηχανικού (Σ.
Π.), παρά τη διαφορετική συμφωνία τους, θεμελιώνοντας την οικοδομή στο κέντρο του οικοπέδου, στερώντας της έτσι το δικαίωμα κάλυψης των 269,80 τ.μ., επιπλέον, επιπλέον, ο εναγόμενος δεν είχε κατασκευάσει στο οικόπεδο της διώροφη οικοδομή με υπόγειο και στέγη, που προέβλεπε η σχετική αρχιτεκτονική μελέτη, αλλά τριώροφη οικοδομή χωρίς υπόγειο και αντί στέγης είχε κατασκευάσει σοφίτα.
Ότι όταν διαμαρτυρήθηκε στον εναγόμενο για τις ως άνω παραβάσεις της συμφωνίας τους, τις οποίες δεν ενέκρινε, ο τελευταίος τη διαβεβαίωσε ότι είχε τακτοποιήσει όλες τις αυθαιρεσίες της οικοδομής. Ότι, στις 9-10-2003, ενώ, ήδη, είχε εγκατασταθεί με την οικογένειά της στη σχετική οικοδομή, μετά τη διενέργεια αυτοψίας και τη σύνταξη της υπ' αριθ. 45/2003 έκθεσης αυτοψίας αυθαίρετης κατασκευής της Πολεοδομικής Υπηρεσίας, αντιλήφθηκε ότι ο εναγόμενος την είχε εξαπατήσει και δεν είχε προβεί σε τακτοποίηση των σχετικών αυθαιρεσιών.
Ότι μετά ταύτα απευθύνθηκε στον εναγόμενο, ο οποίος αποδέχθηκε την ευθύνη του και τη διαβεβαίωσε ότι θα προβεί άμεσα στην τακτοποίηση των ως άνω πολεοδομικών παραβάσεων, όμως, ο εναγόμενος δεν προέβη σε κάποια ενέργεια για την τακτοποίηση των αυθαιρεσιών της οικοδομής της, παρά τις σχετικές οχλήσεις της και περί τα τέλη του έτους 2006, την ενημέρωσε ότι δεν προτίθεται να προβεί σε κανενός είδους τακτοποίηση.
Ότι εξαιτίας της ελαττωματικής κατασκευής της οικοδομής της, που οφείλεται σε αμέλεια του εναγομένου, υποχρεώθηκε να πληρώσει: α) το ποσό των 4.000 ευρώ ως εφάπαξ ειδικό πρόστιμο τακτοποίησης για τις ως άνω υπερβάσεις των οικοδομικών αδειών της, β) το ποσό των 7.533 ευρώ στο Ι.Κ.Α., ως πρόστιμο για την ως άνω αυθαίρετη κατασκευή των τοιχίων αντιστήριξης και γ) το ποσό των 1.540 ευρώ για μετατραπείσα σε χρηματική ποινή φυλάκισης και δικηγορικές αμοιβές, λόγω της παραπομπής της ως κατηγορουμένης για παράβαση του νόμου περί αυθαιρέτων κατασκευών (ν. 1337/1983) ενώπιον δύο ποινικών δικαστηρίων.
Ότι, λόγω της παράλειψης του εναγομένου να εφαρμόσει τη σχετική άδεια και να αναθεωρήσει την αρχιτεκτονική μελέτη, αφέθηκαν ανεκμετάλλευτα 269,80 τ.μ. επιπλέον δόμησης, με αποτέλεσμα αυτή (ενάγουσα) να απωλέσει το ποσό των 100.000 ευρώ, που θα αποκόμιζε από την πώληση της ως άνω οικοδομή (της επιπλέον δόμησης), κατά το οποίο και ζημιώθηκε.
Ότι η οικοδομή, που ο εναγόμενος κατασκεύασε, έχει τα αναφερόμενα ελαττώματα (βλάβες), που οφείλονται σε υπαιτιότητά του, για τα οποία της οφείλει αντίστοιχη αποζημίωση και ειδικότερα: 1) για το τμήμα I της οικοδομής (ισόγειο I) που έχει χαρακτηρισθεί ως βοηθητικός χώρος με χρήση γκαράζ και όχι ως κύριος χώρος, το ποσό των 25.000 ευρώ, 2) λόγω της μόνιμης βλάβης της ράμπας και της επικινδυνότητάς της, το ποσό των 20.000 ευρώ, 3) για την κατασκευή των σκαλοπατιών στην είσοδο του υπογείου, το οποίο μετατράπηκε σε υπερυψωμένο ισόγειο, έτσι, η οικοδομή κατέστη παράνομη καθ' ύψος, το ποσό των 10.000 ευρώ, 4) για τα παράθυρα του υπογείου που βρίσκονται σε ύψος 2,20 μ., ενώ έπρεπε να βρίσκονται σε ύψος 1 μ., το ποσό των 5.000 ευρώ, 5) για την κατασκευή δοκαριού στο μέσον του κλιμακοστασίου, το οποίο εκτείνεται από το ισόγειο έως τον τρίτο όροφο, και την προσθήκη ενός φουρουσίου, που καθιστά επικίνδυνη τη διέλευση από την κλίμακα, το ποσό των 15.000 ευρώ και 6) για τα τοιχία αντιστήριξης, το ύψος των οποίων κυμαίνεται μεταξύ 2 και 5,5 μέτρων, τα οποία είναι επικίνδυνα, καθόσον κατασκευάστηκαν χωρίς οικοδομική άδεια και στατική μελέτη, το ποσό των 25.000 ευρώ.
Ότι από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου υπέστη ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικασθεί το ποσό των 50.000 ευρώ. Ότι λόγω της παράνομης παράλειψης του εναγομένου να προβεί στην άρση της ως άνω ζημιογόνου καταστάσεως μέχρι και το έτος 2010, πρέπει να της επιδικασθεί ως αποζημίωση, λόγω της αδικοπραξίας, το ποσό των 30.000 ευρώ.
Βάσει των προεκτεθέντων, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, λόγω της αντισυμβατικής και αδικοπρακτικής του συμπεριφοράς, να της καταβάλει, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση το συνολικό ποσό των 293.073 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε, η υπ' αριθ. 38/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε αυτήν (αγωγή) ως ουσιαστικώς αβάσιμη, εκτός των αιτημάτων, τα οποία αφορούν την αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, που φέρεται ότι υπέστη η ενάγουσα από την απώλεια ανεγέρσεως επί του ίδιου ακινήτου της δεύτερης οικοδομής (επιπλέον δόμησης) και την αποκατάσταση της θετικής ζημίας, που φέρεται ότι υπέστη η ενάγουσα από τη μη προσήκουσα εκτέλεση του σχετικού έργου (που αφορά τα ως άνω ελαττώματα αυτού), ως προς τα οποία απορρίφθηκε ως αόριστη.
Επίσης, επί της ασκηθείσας από την αναιρεσείουσα (ενάγουσα) εφέσεως κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης εκδόθηκε η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 21/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας με την οποία, αφού έγινε δεκτή τυπικά η έφεση και κατ' ουσίαν κατά το μέρος της που αφορά τα αγωγικά κονδύλια για δικαστικά έξοδα (μετατραπείσα σε χρηματική ποινή φυλάκισης), δικηγορικές αμοιβές και το ειδικό πρόστιμο τακτοποίησης, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση ως προς το ως άνω μέρος της, κρατήθηκε και δικάσθηκε η υπόθεση κατά το ίδιο μέρος της, έγινε εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος (αναιρεσίβλητος) να καταβάλει, νομιμοτόκως, στην ενάγουσα (αναιρεσείουσα) το ποσό των 2.080 ευρώ (το οποίο αφορά το αγωγικό κονδύλιο του ειδικού προστίμου τακτοποίησης αυθαίρετης κατασκευής, ενώ τα υπόλοιπα απορρίφθηκαν ως αόριστα, εκτός αυτών τα οποία αφορούν το πρόστιμο προς το Ι.Κ.Α.
για την ως άνω αυθαίρετη κατασκευή των τοιχίων αντιστήριξης και τη χρηματική ικανοποίηση, που απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμα). Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι α) κατά τη διάταξη του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 το σχετικό χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δηλαδή από 13-3-2020 έως 31-5-2020 και β)κατά τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 1 του ν. 4790/2021, όπως αυτή ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021, το σχετικό χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δηλαδή από 7-11-2020 έως 5-4-2021, λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού "covid-19", δεν υπολογίζονται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξωδίκων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, ενώ και οι προθεσμίες, που ανεστάλησαν δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από τη προβλεπόμενη λήξη τους (δηλαδή στις 5-4-2021, ΑΠ 210/2023, ΑΠ 987/2022).
Ειδικότερα, κατά τα ως άνω, η προαναφερθείσα προθεσμία συμπληρώνονταν στις 2-12-2021 και όχι στις 23-11-2021, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσίβλητος, με τις κατατεθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, ενώ, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 26-11-2021. Επίσης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε κατά τις νόμιμες διατυπώσεις και καταβλήθηκε το αντίστοιχο παράβολο (άρθρα 20, 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 741 και 769 του ΚΠολΔ).
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).
Ι. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 του ίδιου κώδικα, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος (ΟλΑΠ 18/1998).
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 538/2014). Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1146 και 1692/2017).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 350/2017, 1496/2017, 323/2007).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 502 παρ. 2, 506 παρ. 3, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάσθηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέσθηκε η παραβίαση, αλλά και ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα (ΑΠ 327/1996). Εξαίρεση από τον ως άνω κανόνα εισάγεται από το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σε τρεις περιπτώσεις, ήτοι α) όταν η παράβαση δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) όταν πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η συνδρομή όμως των ως άνω εξαιρέσεων πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο.
Εξάλλου, δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 57/1998). Τέλος για το ορισμένο του προβλεπόμενου από το άρθρο 559 αριθμού 14 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου λόγω αοριστίας της αγωγής, πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής και σε τι συνίσταται η αοριστία (ΑΠ 910/2023, ΑΠ 947/2012, ΑΠ 1685/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα, κατ' ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή τους εκτιθεμένων, η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι τους αριθμούς 1, 12 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται) αιτίαση, με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, απέρριψε ως αόριστη την από αυτήν (αναιρεσείουσα) ανωτέρω ασκηθείσα αγωγή, κατά το ως άνω μέρος της που απορρίφθηκε για το λόγο αυτό.
Ειδικότερα, η ως άνω αιτίαση αφορά: α) με τον πρώτο λόγο, την απόρριψη λόγω αοριστίας του αγωγικού κονδυλίου για την οφειλόμενη από τον εναγόμενο (αναιρεσίβλητο) αποζημίωση σχετικά με τα ελαττώματα (βλάβες) της οικοδομής, που ο τελευταίος κατασκεύασε κατ' ανάθεση της αναιρείουσας, και συγκεκριμένα: 1) για το τμήμα I της οικοδομής (ισόγειο I) που έχει χαρακτηρισθεί ως βοηθητικός χώρος με χρήση γκαράζ και όχι ως κύριος χώρος, ποσού 25.000 ευρώ, 2) λόγω της μόνιμης βλάβης της ράμπας και της επικινδυνότητάς της, ποσού 20.000 ευρώ, 3) για την κατασκευή των σκαλοπατιών στην είσοδο του υπογείου, το οποίο μετατράπηκε σε υπερυψωμένο ισόγειο, και έτσι, η οικοδομή κατέστη παράνομη καθ' ύψος, ποσού 10.000 ευρώ, 4) για τα παράθυρα του υπογείου που βρίσκονται σε ύψος 2,20 μ., ενώ έπρεπε να βρίσκονται σε ύψος 1 μ., ποσού 5.000 ευρώ, 5) για την κατασκευή δοκαριού στο μέσον του κλιμακοστασίου, το οποίο εκτείνεται από το ισόγειο έως τον τρίτο όροφο, και την προσθήκη ενός φουρουσίου, που καθιστά επικίνδυνη τη διέλευση από την κλίμακα, ποσού 15.000 ευρώ και 6) για τα τοιχία αντιστήριξης, το ύψος των οποίων κυμαίνεται μεταξύ 2 και 5,5 μέτρων, τα οποία είναι επικίνδυνα, καθόσον κατασκευάστηκαν χωρίς οικοδομική άδεια και στατική μελέτη, ποσού 25.000 ευρώ, β) με το δεύτερο λόγο, την απόρριψη λόγω αοριστίας του αγωγικού κονδυλίου για την οφειλόμενη από τον εναγόμενο (αναιρεσίβλητο) αποζημίωση σχετικά με την αδικοπραξία της παράνομης παράλειψης του τελευταίου να προβεί στην άρση της ως άνω ζημιογόνου καταστάσεως, ποσού 30.000 ευρώ και γ) με τον τρίτο λόγο, την απόρριψη λόγω αοριστίας του αγωγικού κονδυλίου για την αποκατάσταση της ζημίας της σχετικά με την παράλειψη του εναγομένου να εφαρμόσει την αναφερόμενη άδεια οικοδομής και να αναθεωρήσει την αντίστοιχη αρχιτεκτονική μελέτη, συνεπεία της οποίας αφέθηκαν ανεκμετάλλευτα 269,80 τ.μ.
επιπλέον δόμησης, με αποτέλεσμα αυτή (αναιρεσείουσα) να απωλέσει το ποσό των 100.000 ευρώ, που θα αποκόμιζε από την πώληση της ως άνω οικοδομής (της επιπλέον δόμησης). Ωστόσο, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις (υπό στοιχείο Ι), οι ανωτέρω λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, καθόσον, δεν εκτίθεται σ' αυτήν το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, κατά τα αντίστοιχα μέρη της, ώστε από τη σύγκριση τούτων με τις παρατειθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, να προκύπτει η αποδιδόμενη πλημμέλεια.
ΙΙ . Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμό 19 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται μεταξύ των άλλων οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το σχετικό ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης, οι αιτιολογίες που λείπουν και αν πρόκειται για αντιφατική αιτιολογία σε τι συνίσταται η αντίφαση, καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσης της απόφασης, ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου (ΑΠ 633/2024, ΑΠ 446/2024, ΑΠ 1317/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα στη σχετική παράνομη συμπεριφορά, προσάπτοντας στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, οι παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες συντελέσθηκε η αποδιδόμενη παράβαση, ούτε προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε η απόφαση αυτή να περιλαμβάνει, τις οποίες δεν περιέχει και ήταν αναγκαίες για την επάρκειά της, ώστε να καθίσταται συγκεκριμένο το αντικείμενο του αιτούμενου αναιρετικού ελέγχου.
Εξάλλου, το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (που κατέθεσε προτάσεις), κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-11-2021 αίτηση αναίρεσης της Δ. συζύγου Η. Π., κατά της υπ' αριθ. 21/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ