Supreme Court dismisses appeal on debt restructuring case due to inadmissibility of facts review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment in a debt restructuring case. The appellant argued that the court erred in fact-finding regarding her income and insolvency, claiming this violated common sense. The court rejected this because the appeal focused on evidence evaluation, which is non-appealable under Greek civil procedure law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1)(b) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; Appeals against judgments are inadmissible when they concern the evaluation of evidence rather than the application of substantive law or the subsumption of facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1588 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1588/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Τ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Ρωμαίο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 17-9-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση στον: Ν. Κ. του Π., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2013 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5778/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9092/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-10-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 14-10-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 9092/2021 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", εκδόθηκε ερήμην της δεύτερης και της τρίτης των εφεσιβλήτων και ήδη δεύτερης και τρίτης των αναιρεσίβλητων.
Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τις ανωτέρω καθών η αίτηση - αναιρεσίβλητες, οι οποίες δικάσθηκαν ερήμην ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.
Κατά την διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1, περ. β' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη την δίκη ή μόνο την δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι, η ύπαρξη ερήμην αποφάσεως, δηλαδή αποφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στην συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.
Α.Π. 15/2001), ενεργοποιεί αυτομάτως την δυνατότητα ασκήσεως κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 του Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ερήμην αποφάσεως, η οποία, αν, παρ' όλα αυτά, ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με την διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1, εδάφ.
β', περ. β' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από την δημοσίευσή τους. Αντιθέτως, δηλαδή, με την καθιερούμενη με την διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.
Α.Π. 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπομένων ενδίκων μέσων (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1098/2024, Α.Π. 1093/2024, Α.Π. 1090/2024, Α.Π. 749/2024).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία επιτρεπτώς επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ. με άρθρο 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι αυτή (απόφαση) εκδόθηκε ερήμην των δεύτερης και τρίτης των καθών η αίτηση - εφεσιβλήτων, ήτοι της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης, με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Α.Ε.", οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. 2η σελίδα αυτής), κλήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, για να παραστούν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην δικάσιμο της 16-4-2021 και ότι η συζήτηση της υποθέσεως κατά την ανωτέρω δικάσιμο χώρησε, σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες, εφόσον αυτές είχαν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 244/2023, Α.Π 20/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 1497/2022).
Συνακολούθως, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτώς ως δικόγραφο, κατ' άρθρον 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ. και ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες και εφόσον, περαιτέρω, ασκήθηκε νομοτύπως, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στην Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 14 του Ν. 3.869/2010) και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ή, αν εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει την συζήτηση. Στην περίπτωση, κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1683/2022).
Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στην δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν, όμως, αυτός κλητεύθηκε νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανισθεί στην συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 244/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 1437/2019, Α.Π. 1946/2017, Α.Π. 756/2017).
Τέλος, στην δίκη περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρον 76 παρ. 1, περ. β' του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 244/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 516/2020, Α.Π. 757/2019, Α.Π. 1049/2017).
Από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη, από 14-10-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 9092/2021 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μεταξύ των διαδίκων κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με αριθμό πινακίου 23, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.).
Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. ...-2023, ...-2023 και ...-2023 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ο. Μ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νομίμως η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει την συζήτηση της αναιρέσεως, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της Εμμανουήλ Ρωμαίου, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις αναιρεσίβλητες.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα, ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση, πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητες δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αλλά παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως μόνον η επισπεύδουσα την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσείουσα.
Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2, περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους και να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Τέλος, από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. ...-2023 έκθεση επιδόσεως της προαναφερθείσας, ως άνω, δικαστικής επιμελήτριας προκύπτει ότι, επιμελεία της αναιρεσείουσας, επίσημο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως κοινοποιήθηκε στον Ν. Κ., με την ιδιότητά του ως πρωτοφειλέτη στην αναφερόμενη επίδικη σύμβαση πιστώσεως ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, στην οποία συμβλήθηκε η αναιρεσείουσα ως εγγυήτρια.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με την διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 20-9-2013 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 6365/25-9-2013) αίτησή της, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, επικαλούμενη ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τις καθών η αίτηση πιστώτριες τράπεζες, ζήτησε την ρύθμισή τους από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 5778/2018 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αίτηση, δεχόμενο ενδεχόμενο δόλο της αιτούσας στην περιέλευσή της σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των χρηματικών χρεών της. Κατά της αποφάσεως αυτής του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η αιτούσα άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 28-9-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...-2018) έφεσή της. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε αυτήν τυπικώς και την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Σύμφωνα με την διάταξη της παραγράφου 1 εδαφ. α' και β' του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 20-9-2013 αίτηση της αναιρεσείουσας περί υπαγωγής της στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών στις 25-9-2013, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και, γι' αυτό, παραλείφθηκε στον νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρ. 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 778/2022).
Εξάλλου, ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, τον δόλο και την αμέλεια.
Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και την νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός, που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντιθέτως, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το αποδέχεται (Ολ. Α.Π. 4/2010, Ολ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και, έτσι, αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023).
Δόλο, κατά συνέπειαν, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και, τελικώς, το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η, απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη, αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή, γενικότερα, αδικοπραξία.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματα του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται, σαφώς τουλάχιστον, στον βαθμό που δεν ανάγονται από τον νόμο σε κρίσιμα, για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1, εδάφ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν, δηλαδή, ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσον του ίδιου, όσον και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στην σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών, που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Ο δόλος του οφειλέτη, στην μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην, όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτηση τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 400/2020).
Περαιτέρω, απαλλαγή του οφειλέτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση, δεν επηρεάζεται από την διαδικασία διευθετήσεως των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για την ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει ότι δεν οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται, για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του, που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπληρώσεώς τους, όπως αυτός καθορίζεται από την δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από την φύση της ενοχικής σχέσεως, κατ' άρθρον 323 και 340 του Α.Κ.), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά την στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του Ν. 3869/2010, εφόσον, βεβαίως, συντρέχει και η άλλη προαναφερθείσα προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν το εισόδημα του οφειλέτη.
Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του, κρίνεται συνολικώς με βάση την σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπ' όψιν, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπ' όψιν τόσον η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσον και αυτή που διαμορφώνεται κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με την βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακολούθως, την διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 1162/2022, Α.Π. 785/2022).
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, η οποία πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και την συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020). Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από την συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, μπορούν, ενδεικτικώς, να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για την μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνιση τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020).
Τέλος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (Α.Π. 1163/2023, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 987/2023, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 515/2018, Α.Π. 156/2018).
Ειδικώς η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πιστώσεως, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο, που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ενστάσεως, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (Α.Π. 1163/2023, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 987/2023, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 1164/2022, Α.Π. 539/2022, Α.Π. 758/2020).
Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1, εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ο λόγος αναιρέσεως αυτός ιδρύεται, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 1/2021, Α.Π. 1233/2024, Α.Π. 1229/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1098/2024, Α.Π. 1093/2024, Α.Π. 1090/2024).
Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζοντας ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έπρεπε να απορρίψει ως αόριστη την ένσταση του δόλου, που πρότεινε ενώπιόν του η πρώτη καθής η αίτηση - εφεσίβλητη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη.
Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα, καθόσον από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, με τις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, περί αοριστίας της ενστάσεως του δόλου, ο οποίος έγινε δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμος, διότι η ένσταση του δόλου, που πρότεινε η πρώτη καθής η αίτηση, ήδη αναιρεσίβλητη, πρωτοδίκως και ενώπιον του Εφετείου, είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010 στοιχεία και, ειδικότερα, διαλαμβάνει ότι η αιτούσα συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός της, συνολικού ύψους 100.827,74 ευρώ, ενόψει, αφενός μεν, των οικονομικών της δυνατοτήτων, αφετέρου δε, των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς της και των μηνιαίων δόσεων των δανείων, θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Κατά το άρθρο 560 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία ταυτίζεται με αυτή του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακολούθως, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αιτήσεως, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως. Εννοιολογικό στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμον, στην γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση κ.λπ. (Α.Π. 1088/2024, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 1296/2022, Α.Π. 917/2020, Α.Π. 1080/2020, Α.Π. 721/2017, Α.Π. 1795/2008).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του Δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.
Α.Π. 14/2004, Α.Π. 1088/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 94/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το Δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα, που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 1088/2024, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 989/2018, Α.Π. 388/2018, Α.Π. 358/2017).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το Δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπ' όψιν τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητώς για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1088/2024, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 172/2020, Α.Π. 250/2014) ή όταν το Δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.
Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1088/2024, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 409/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 7/2020) ή στην περίπτωση που το Δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (Α.Π. 1088/2024, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 409/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 7/2020, Α.Π. 74/2019, Α.Π. 656/2016).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το Δικαστήριο, κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάσσει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και, ιδιαιτέρως, γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της εννόμου σχέσεως ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρο 744) και ότι το Δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάσσει αυτεπαγγέλτως καθετί που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 759 παρ. 3).
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από την ρύθμιση του άρθρου 106 του Κ.Πολ.Δ. και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσεως πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ενώ η εξουσία του Δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από τον νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπ' όψιν ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 του Κ.Πολ.Δ., αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής αποδείξεως (Α.Π. 1088/2024, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 425/2022, Α.Π. 769/2015, Α.Π. 236/2015).
Ως εκ τούτου, κατά την διαδικασία αυτή (εκουσία) δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 εδάφιο α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., για την, παρά τον νόμο, λήψη υπ' όψιν πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (Α.Π. 1088/2024, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 154/2018, Α.Π. 636/2017, Α.Π. 528/2017) και, συνακολούθως, από τον αριθμό 5 εδάφιο α' του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (Α.Π. 1088/2024, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 686/2021, Α.Π. 257/2020), πλην, όμως, ιδρύεται κατά την διαδικασία αυτή (εκουσία) ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 5 εδάφιο β' του ίδιου άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., όταν, δηλαδή, το Δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπ' όψιν "πράγματα", με την προεκτεθείσα έννοια, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1088/2024, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 603/2023).
Με τον δεύτερο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδάφ. β' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, ότι οι μηνιαίες δόσεις για την εξόφληση των δανείων της ανέρχονταν σε 771,90 ευρώ και όχι σε 1.709,80 ευρώ, όπως υποστήριζε η πρώτη αναιρεσίβλητη, ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν έγγραφο του "Τειρεσία" περί λήψεως από αυτήν δανείων, τα οποία, όμως, είχε ήδη εξοφλήσει και ότι τα έτη κατά τα οποία έλαβε τα επίδικα δάνεια, είχε την οικονομική δυνατότητα να τα εξοφλήσει λόγω των υψηλών της τότε εισοδημάτων.
Ο λόγος αυτός, πέραν του ότι είναι αβάσιμος, γιατί οι ως άνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ελήφθησαν υπ' όψιν από το Δικαστήριο της ουσίας και, εκ του πράγματος, απορρίφθηκαν, αφού η απόφασή του περιέχει παραδοχές αντίθετες με τους ισχυρισμούς αυτούς, προεχόντως, είναι απαράδεκτος, καθόσον όλες οι ανωτέρω προβαλλόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, στην πραγματικότητα, ανάγονται, όχι στην μη λήψη υπ' όψιν "πραγμάτων", κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 5 εδάφ.
β' του Κ.Πολ.Δ., αλλά στην εσφαλμένη, κατά την γνώμη της, αξιολόγηση των αποδείξεων, όσον αφορά το ύψος των εισοδημάτων της, οι οποίες, όμως, ανωτέρω αιτιάσεις, ως αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο. Έτσι, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αναιρέσεως αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον με τις ανωτέρω αιτιάσεις, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον προκείμενο λόγο, πλήττεται απαραδέκτως το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης αποφάσεως και η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρον 560 αριθμ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς και όχι όταν χρησιμεύουν για εκτίμηση αποδείξεων (Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1088/2024, Α.Π. 587/2017).
Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ. και ειδικότερα, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, επειδή δέχθηκε εσφαλμένα ότι αυτή περιήλθε δολίως σε αδυναμία πληρωμών εκτιμώντας λανθασμένα το εισόδημά της κατά τον χρόνο λήψεως τον επιδίκων δανειακών συμβάσεων, αφού δεν εξαπάτησε τα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να συνάψει τις ανωτέρω δανειακές συμβάσεις, τα οποία ενέκριναν την σύναψη αυτών μετά την αξιολόγηση της ακίνητης περιουσίας της και του εισοδήματός της και οι συμβάσεις αυτές καταρτίσθηκαν πριν την συρρίκνωση των εισοδημάτων της, η οποία συρρίκνωση οφείλεται στο προκύψαν διαζύγιό της και στην επελθούσα κρίση στην αγορά εργασίας.
Ο κρινόμενος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως διότι τα αναφερόμενα σε αυτόν, ως διδάγματα κοινής πείρας, πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στον επικαλούμενο κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1 παρ. 1 εδάφ.
α' του Ν. 3869/2010 και στην ερμηνεία του εν λόγω κανόνα δικαίου, αλλά οι επικαλούμενες αιτιάσεις αναφέρονται αποκλειστικώς στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3, εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1233/2024, Α.Π. 1229/2024, Α.Π. 1228/2024).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-10-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 9092/2021 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Και Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ