Legislator Case Law & Legislation
1588/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in data privacy case, upholding lower court's liability ruling against company.

Case Number 1588/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the anonymous company's appeal against the Thessaloniki Court of First Instance's judgment. The lower court found the company liable for violating personal data rights and ordered compensation of 1,300 euros for moral damage. The appellate court rejected the company's arguments regarding procedural defects, lack of evidence, and the proportionality of the awarded damages.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 552, 553 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal must be rejected if the grounds are unfounded, inadmissible, or lack other grounds for review, and the lower court's assessment of facts and law stands unless clearly erroneous.

Keywords

AI generated
data privacy liability moral damage compensation proportionality principle appeal dismissal personal data rights code of civil procedure procedural admissibility

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553 of the Code of Civil Procedure
Article 932 of the Civil Code
Article 5, paragraph 2, sub-paragraph e of Law 2472/1997
Article 8, paragraph 8 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1588 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1588/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Μ. Α..Ε.. Σ. Μ.", που εδρεύει στη ….και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Σκαλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Κ. του Γ., συζύγου Κ. Ξ., 2) Κ. Ξ. του Β., ενεργούντων έκαστος ατομικά και από κοινού ως ασκούντες την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Σ. Ξ., 3) ..., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κ. Ξ. με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/7/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8321/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1590/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/10/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 1.10.2020 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας "Δ. Μ. Α. Σ. Μ." κατά των 1. Θ. Κ. - Ξ. 2. Κ. Ξ. (αμφοτέρων ατομικώς και ως ασκούντων από κοινού την επιμέλεια της ανήλικης Σ. Ξ.) και 3. Μ. Ξ., προσβάλλεται η με αριθμό 1590/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί των από 14.9.2018 και από 18.10.2018 αντιθέτων εφέσεών τους, αντιστοίχως, κατά της επίσης αντιμωλία εκδοθείσας, με αριθμό 8321/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αφού συνεκδικάσθηκαν οι άνω εφέσεις, απορρίφθηκε η έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας και έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, διακρατήθηκε η υπόθεση, και ακολούθως έγινε δεκτή η αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων ως εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσίαν, ως προς την κύρια βάση της ευθύνης από παραβίαση προσωπικών δεδομένων, υποχρεώθηκε δε, η δι'αυτής εναγομένη ανώνυμη εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα) στην καταβολή εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, στην πρώτη των εναγόντων ποσού 300 ευρώ, στον δεύτερο αυτών ποσού 600 ευρώ, και σε έκαστη των τρίτης και τετάρτης αυτών, ποσού 200 ευρώ, απάντων των ποσών με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495, 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ. Είναι συνεπώς, παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.3 του ιδίου κώδικα, να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 Α του Συντάγματος, "Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει".

Σε συμμόρφωση προς την Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα της 28ης Ιανουαρίου 1981, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον ν. 2068/1992, και προς την Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24ης/10/1995, "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" εκδόθηκε ο νόμος Ν. 2472/1997, ο οποίος τροποποιήθηκε με τον ν. 3471/2006 και ακολούθως με τον ν. 4624/2019, ο οποίος ισχύει από 29.8.2019 (ΦΕΚ 137/29.8.2019) [και δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω δεδομένου ότι η κατάθεση των δικογράφων των εφέσεων, επί των οποίων δίκασε η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε χώρα το έτος 2018].

Αντικείμενο του νόμου αυτού είναι (άρθρο 1 αυτού) η θέσπιση προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Στη διάταξη του άρθρου 2 του ανωτέρω νόμου, όπως αυτή ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, με τις τροποποιήσεις της ως προς τα στοιχεία (β) και (ε) αυτής με το άρθρο 18 παρ. 1 και 2 του ν. 3471.2006, και με τον παράτιτλο "Ορισμοί", δίδεται η έννοια των κρίσιμων ορισμών που έχουν σχέση με τις ειδικές ρυθμίσεις για τη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Ειδικότερα ορίζεται ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων". Για να εμπίπτει η πληροφορία αυτή στην έννοια του προσωπικού δεδομένου, θα πρέπει να συνδέεται άμεσα με το υποκείμενο και τις προσωπικού χαρακτήρα ιδιότητες ή εκδηλώσεις αυτού, οι οποίες δεν είναι επιδεκτικές δημοσιοποίησης (διάδοσης), εκτός αν το ίδιο το υποκείμενο συγκατατεθεί σ'αυτό (ΑΠ 171/2019, ΑΠ 1740/2013, ΑΠ 637/2013, ΑΠ 1107/2011).

β) "Ευαίσθητα δεδομένα" τα δεδομένα που αφορούν στη φυλετική ή εθνική προέλευση, στα πολιτικά φρονήματα, στις θρησκευτικές ή πολιτικές πεποιθήσεις, στη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, στην υγεία, στην κοινωνική πρόνοια και στην ερωτική ζωή, στα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες καθώς και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως, βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο, με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή.

Σημαίνει δηλαδή επεξεργασία (κατά την ενδεικτική απαρίθμηση των περιπτώσεων στο νόμο) κάθε γνωστική πρόσβαση στα προσωπικά δεδομένα του ατόμου, τελεί δε, η υπαγωγή κάθε γνωστικής δραστηριότητας στην έννοια της επεξεργασίας μόνον υπό δύο όρους: (1) να μην αφορά σκοπό οικιακό ή καθαρώς προσωπικό και (2) να περιλαμβάνεται ή να πρόκειται να περιληφθεί σε αρχείο.

ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια. ζ) ως "Υπεύθυνος επεξεργασίας", ορίζεται, οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός. 'Οταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο.

Είναι, συνεπώς, υπεύθυνος επεξεργασίας αυτός που την ελέγχει, δηλαδή αυτός που εξουσιάζει το αρχείο, είτε ως κύριος, είτε ως νομέας, είτε ως απλούς κάτοχος. Στη τελευταία περίπτωση, περιεχόμενο της κατοχής είναι η φυσική εξουσία γνωστικής πρόσβασης επί του αρχείου, ανεξαρτήτως του νομίμου ή μη χαρακτήρα αυτής.

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι προϋπόθεση της εφαρμογής του ν. 2472/1997 είναι η εκ μέρους του υπευθύνου επεξεργασίας τήρηση αρχείου των συλλεγεισών πληροφοριών. Ο ν. 2472/1997 δεν προβλέπει δηλαδή, τους όρους και τις προϋποθέσεις της διάδοσης της πληροφορίας γενικώς, αλλά μόνο τους όρους και τις προϋποθέσεις επεξεργασίας της πληροφορίας εκείνης που αποτελεί μέρος ενός αρχείου και έχει για το λόγο αυτό, ήδη υποστεί μία συστηματική επεξεργασία με βάση ορισμένα κριτήρια, τα οποία έχει θέσει ο υπεύθυνος της επεξεργασίας ενώ έχει διευκολυνθεί μέσα από την οργάνωση, η περαιτέρω επεξεργασία της στο μέλλον.

Δεν αφορά, δηλαδή, σε καμία περίπτωση στην απλή μετάδοση μιας πληροφορίας για την κοινωνική, επαγγελματική ή οικονομική κατάσταση τρίτου, αλλά στη μετάδοση της πληροφορίας αυτής, εφόσον η τελευταία σκοπίμως έχει πρώτα ή πρόκειται να αποτελέσει αντικείμενο αρχείου. Η προϋπόθεση της τήρησης αρχείου όμως, δεν απαιτείται να συντρέχει στη περίπτωση της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεδομένου ότι η αυτοματοποιημένη επεξεργασία εξ ορισμού παρέχει στον υπεύθυνο της επεξεργασίας ευρείες δυνατότητες διαρθρωμένης τήρησης των πληροφοριών και εύκολης πρόσβασης σε αυτές, ώστε η ενταξιμότητα σε αρχείο στη πραγματικότητα αξιώνεται προκειμένου για τη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία (σχετ.

ΑΠΔΠΧ 6/2008, 17/2008,18/2008). Tο "αρχείο" μπορεί να είναι απλό έγγραφο (χάρτινο) ή ψηφιακό έγγραφο (doc), στη δεύτερη δε, περίπτωση, τούτο ενσωματώνει την έννοια της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας. Το αρχείο είτε ενσωματωμένο σε σταθερό απόθεμα/ υλικό φορέα (δισκέτα, cd, απλό έγγραφο) είτε όχι [πχ. ιστοσελίδα που αποκλείει το "κατέβασμα" (downloading], είναι κατά την έννοια του νόμου (947 εδ.

β' ΑΚ) πράγμα υποκείμενο στον εξουσιασμό του υπευθύνου επεξεργασίας, η σταθερότητα δε, της ενσωμάτωσης των πληροφοριών μπορεί να ποικίλλει ανά αρχείο, όπως εξ άλλου και ανά είδος εγγράφου (χαρτί γραμμένο με μολύβι, στυλό, ρυθμιζόμενο ηλεκτρονικό έγγραφο, ιστοσελίδα κλπ), ενώ η συγκέντρωση των δεδομένων δεν είναι προϊόν τυχαιότητας αλλά έλλογης ανθρώπινης επιλογής, υπό την έννοια ότι το αρχείο οργανώθηκε συνειδητά από τον συντάκτη του, οπότε εξ ορισμού υφίστανται κριτήρια οργάνωσής του, προϋπόθεση (ορθολογική οργάνωση αρχείου) που παρέλκει στη περίπτωση ακόμη και των μη αυτοματοποιημένων αρχείων, δεδομένου ότι σήμερα και το μη αυτοματοποιημένο αρχείο (πχ το χάρτινο έγγραφο) μπορεί ευχερέστατα να υποβληθεί σε scanning, δηλαδή να ψηφιοποιηθεί, καθιστάμενο πλέον ηλεκτρονικό, οπότε η διάρθρωσή του και η δυνατότητα αναζήτησης δεδομένων σε αυτό είναι δεδομένη.

Περαιτέρω, με τη περίπτωση η) του αυτού ως άνω άρθρου, ορίζεται ως "Εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός θ) "Τρίτος", κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.

ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι.

Συνεπώς, κάθε πρόσωπο στο οποίο τα προσωπικά δεδομένα ανακοινώνονται ή μεταδίδονται, επιλαμβανόμενο με τη θέληση αυτού που του τα ανακοινώνει η μεταδίδει , δηλαδή του υπευθύνου επεξεργασίας τους, και τρίτος, ο επιλαμβανόμενος για δικό του λογαριασμό μόνον των πληροφοριών και όχι του αρχείου, ή όταν η σωματική του σχέση με το αρχείο είναι απλώς περιστασιακή και όχι στο πλαίσιο του εξουσιασμού του.

Ο τρίτος καθίσταται και αποδέκτης όταν έχει επιληφθεί των προσωπικών δεδομένων, όχι μόνον στηριγμένος στη δική του μονομερή θέληση (όπως πχ. ο κλέπτης του αρχείου) αλλά και στη θέληση του υπευθύνου (όπως πχ. αυτός στον οποίο ανακοινώνονται τα δεδομένα). ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει του, και με την οποία, το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.

Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση, τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του.

Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα. ιβ) "Αρχή", η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ' του παρόντος νόμου. Με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 2472/1997, ορίζεται ότι : "Οι διατάξεις αυτού εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο.

Περαιτέρω, στην παράγραφο 2 του άρθρου 3 (όπως είχε μετά την αντικατάστασή της από την παρ. 1 άρθρου ογδόου του ν. 3625/2007 (ΦΕΚ Α 290) ορίζονται τα εξής: "2. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζονται στην επεξεργασία δεδομένων η οποία πραγματοποιείται: α)....β) από τις δικαστικές-εισαγγελικές αρχές και τις υπηρεσίες που ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία τους στο πλαίσιο της απονομής της δικαιοσύνης ή για την εξυπηρέτηση των αναγκών της λειτουργίας τους με σκοπό τη βεβαίωση εγκλημάτων, που τιμωρούνται ως κακουργήματα ή πλημμελήματα με δόλο...

Ως προς τα ανωτέρω εφαρμόζονται οι ισχύουσες ουσιαστικές και δικονομικές ποινικές διατάξεις. Στο άρθρο 4 παρ. 1, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 και 2 του ν. 3471/2006 ορίζεται ότι "Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών β) να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας, γ) να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ)... (παρ1).

Η τήρηση των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας ... (παρ.2)". Στο άρθρο 5 παρ. 1 και 2 όπως το εδ.γ' της παρ.2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 2915/2001, ορίζεται ότι: "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνο όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεση του (παρ. 1).

Κατ'εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: .....ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών (παρ.2)".

Τέτοια περίπτωση συνδρομής υπέρτερου εννόμου συμφέροντος συνιστά, ιδίως, η περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία που ζητούνται είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου. Το παραπάνω επιχείρημα αντλείται από το άρθρο 7 παρ. 2 γ'του Ν 2472/1997 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 2915/2001), που αφορά την επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, αλλά εφαρμόζεται αναλογικά κατά μείζονα λόγο και στην επεξεργασία απλών προσωπικών δεδομένων, με το επιχείρημα "από του μείζονος εις το έλασσον" (ΑΠ 79/2020, ΑΠΔΠΧ 155/2012).

Συγκεκριμένα με το άρθρο 7 του άνω νόμου ορίζεται ότι Παρ.1: "Απαγορεύεται η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων" Παρ. 2: "Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) το υποκείμενο έδωσε τη γραπτή συγκατάθεσή του...β).....γ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου (όπως η περίπτωση (γ) αντικαταστάθηκε εν τέλει από την παρ. 1 του άρθρου 34 του ν. 2915/2001 (Α'109).

Προϋπόθεση όμως για τη νόμιμη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης δηλαδή η επεξεργασία των ευαισθήτων δεδομένων, μόνον κατόπιν άδειας της Αρχής, δηλαδή μετά από προληπτικό διοικητικό έλεγχο της νομιμότητας της επεξεργασίας τους, είναι ότι τα δεδομένα, των οποίων ζητείται η χορήγηση ή τα οποία χρησιμοποιούνται καθ' οιονδήποτε τρόπο, πρέπει να είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου (αρχή της αναγκαιότητας), και δη ενόψει της συγκεκριμένης δίκης που εκκρεμεί.

Η αναγκαιότητα δε υφίσταται όταν ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα. Τα δεδομένα, επίσης, δεν πρέπει να είναι περισσότερα από όσα είναι απολύτως απαραίτητα για την υπεράσπιση του δικαιώματος (αρχή της αναλογικότητας - ΑΠ 1923/2006, ΣΤΕ 2252/2005). Στο άρθρο 7Α του Ν. 2472/1997, το οποίο έχει προστεθεί στο νόμο με την παρ. 4 του άρθρου 8 του Ν. 2819/2000 (ΦΕΚ Α` 84), ορίζονται συναφώς τα εξής: "1.

Ο υπεύθυνος επεξεργασίας απαλλάσσεται από την υποχρέωση γνωστοποίησης του άρθρου 6 και από την υποχρέωση λήψης άδειας του άρθρου 7 του παρόντος νόμου στις ακόλουθες περιπτώσεις: α).... ε) όταν η επεξεργασία γίνεται από δικηγόρους, συμβολαιογράφους, άμισθους υποθηκοφύλακες και δικαστικούς επιμελητές ή εταιρείες των προσώπων αυτών και αφορά στην παροχή νομικών υπηρεσιών προς πελάτες τους, εφόσον ο υπεύθυνος επεξεργασίας και τα μέλη των εταιρειών δεσμεύονται από υποχρέωση απορρήτου που προβλέπει νόμος και τα δεδομένα δεν διαβιβάζονται ούτε κοινοποιούνται σε τρίτους, εκτός από τις περιπτώσεις που αυτό είναι αναγκαίο και συνδέεται άμεσα με την εκπλήρωση εντολής του πελάτη... (όπως το στοιχείο ε' αντικαταστάθηκε ως άνω με τη παρ. 1 του άρθρου 23 ν. 3471/2006 (ΦΕΚ Α 133/2006) στ) Όταν η επεξεργασία γίνεται από δικαστικές αρχές ή υπηρεσίες εκτός από τις λοιπές αρχές του εδαφίου β` της παραγράφου 2 του άρθρου 3 στο πλαίσιο απονομής της δικαιοσύνης ή για την εξυπηρέτηση των αναγκών της λειτουργίας τους." [όπως η περίπτωση (στ) προσετέθη με το άρθρο 10 του Ν. 3090/2002 (ΦΕΚ Α` 329).

Με τη διάταξη του άρθρου 10, όπως η παρ. 3 αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: "Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατ` εντολή του (παρ. 1).

Για τη διεξαγωγή της επεξεργασίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να επιλέγει πρόσωπα με αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις από πλευράς τεχνικών γνώσεων και προσωπικής ακεραιότητας για την τήρηση του απορρήτου (παρ. 2). Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας ... (παρ. 3).

Αν η επεξεργασία διεξάγεται για λογαριασμό του υπεύθυνου από πρόσωπο μη εξαρτώμενο από αυτόν, η σχετική ανάθεση γίνεται υποχρεωτικά εγγράφως. Η ανάθεση προβλέπει υποχρεωτικά ότι ο ενεργών την επεξεργασία τη διεξάγει μόνο κατ` εντολή του υπευθύνου και ότι οι λοιπές υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου βαρύνουν αναλόγως και αυτόν (παρ. 4)".

Στις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 έως 3 αυτού ορίζεται ότι : "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης (παρ.1).

Εάν για τη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί τη συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώσει ειδικώς και εγγράφως για τα στοιχεία της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως και 13 του παρόντος νόμου... (παρ. 2). Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς (παρ.3).Η εν λόγω υποχρέωση υφίσταται, κατά την ανωτέρω διάταξη, ακόμη και στις περιπτώσεις που, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του ως άνω ν. 2472/1997, δεν απαιτείται για την ανακοίνωση (ή οποιαδήποτε άλλη, κατ' άρθρ. 2 περ.

δ' του νόμου τούτου, μορφή επεξεργασίας) των συγκεκριμένων δεδομένων η συγκατάθεση του υποκειμένου αυτών (ΣτΕ 2252/2005). Με το άρθρο 12 παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι: "Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως", ενώ στις παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι "Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να ζητεί και να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, χωρίς καθυστέρηση και κατά τρόπο εύληπτο και σαφή, τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) Όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, καθώς και την προέλευσή τους. β) Τους σκοπούς της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών. γ) Την εξέλιξη της επεξεργασίας για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του. δ) Τη λογική της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας.

Το δικαίωμα πρόσβασης μπορεί να ασκείται από το υποκείμενο των δεδομένων και με τη συνδρομή ειδικού. ε) Κατά περίπτωση, τη διόρθωση, τη διαγραφή ή τη δέσμευση (κλείδωμα) των δεδομένων των οποίων η επεξεργασία δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ιδίως λόγω του ελλιπούς ή ανακριβούς χαρακτήρα των δεδομένων και στ) την κοινοποίηση σε τρίτους, στους οποίους έχουν ανακοινωθεί τα δεδομένα, κάθε διόρθωσης, διαγραφής ή δέσμευσης (κλειδώματος) που διενεργείται σύμφωνα με την περίπτωση ε`, εφόσον τούτο δεν είναι αδύνατο ή δεν προϋποθέτει δυσανάλογες προσπάθειες (παρ. 2).

Το δικαίωμα της προηγούμενης παραγράφου και τα δικαιώματα του άρθρου 13 ασκούνται με την υποβολή της σχετικής αίτησης στον υπεύθυνο της επεξεργασίας... (παρ. 3). Με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.1 εδ. α αυτού, ορίζεται ότι "το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν.

Οι αντιρρήσεις απευθύνονται εγγράφως στον υπεύθυνο επεξεργασίας και πρέπει να περιέχουν αίτημα για συγκεκριμένη ενέργεια, όπως διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή...". Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του νόμου αυτού προβλέπονται για τη περίπτωση παραβίασης των διατάξεών του για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και υπό τις οριζόμενες ειδικότερα προϋποθέσεις, ποινικές κυρώσεις για όσες συμπεριφορές κρίνονται αξιόποινες, καθώς και υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη.

Οι προβλεπόμενες με τις παραπάνω διατάξεις αστικές κυρώσεις, μεταξύ των οποίων και η χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, είναι ευρύτατες, με την έννοια ότι επιβάλλονται για κάθε μορφής παράβαση των επιταγών και απαγορεύσεων που θεσπίζονται με αυτόν, σε αντίθεση με τις ποινικές κυρώσεις που προβλέπονται μόνον για συγκεκριμένες ειδικώς περιγραφόμενες σοβαρές παραβάσεις.

Οι ως άνω διατάξεις ερμηνεύονται με βάση: α) τον σκοπό του ν. 2472/1997, συνιστάμενο στη διασφάλιση του φιλελεύθερου και δικαιοκρατικού χαρακτήρα της τεχνολογικής αναπτύξεως και στην προστασία του ατόμου από την πληροφορική και ψηφιακή τεχνολογία, η οποία παρέχει θεωρητικώς και πρακτικώς απεριόριστες δυνατότητες συσσωρεύσεως και συσχετισμού πληροφοριών για όλες τις εκφάνσεις της ιδιωτικής και δημοσίας ζωής του ανθρώπου, και επιτρέπει την παραγωγή, με βάση τις ιδιότητές του ως πολίτη, εργαζομένου, ασφαλισμένου, καταναλωτή κλπ.

μιας ανάγλυφης εικόνας της προσωπικότητάς του, η οποία τον καθιστά διαφανή και κατά τούτο ελέγξιμο αν όχι και χειραγωγήσιμο και β) υπό το φως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως κανόνων της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, συναγομένων επαγωγικώς εκ των επί μέρους εκδηλώσεων της ζωής, της επιστήμης και της τέχνης και χρησιμοποιουμένων προς εξειδίκευση της αορίστου νομικής έννοιας "επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα".

Σε περίπτωση δε, παραβιάσεως τους εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του άρθρου 23 του ν. 2472/1997 και του ταυτάριθμου άρθρου της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ από τις οποίες, σε συνδυασμό με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 και 914, 932 ΑΚ, συνάγεται ότι φορέας της σχετικής αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση είναι αυτός που υπέστη άμεσα την ηθική βλάβη, δηλαδή το κατά τις διατάξεις του Ν. 2472/1997 υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων (ΑΠ 79/2020) και ότι σε περίπτωση που ο υπεύθυνος επεξεργασίας προκαλεί ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, η ευθύνη του πρώτου για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει:

α) συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του ν. 2472/1977 ή (και) των κατ` εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων της Αρχής, β) ηθική βλάβη, γ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει ηθική βλάβη.

Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται, και ως εκ τούτου ο υπεύθυνος επεξεργασίας, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματός του πραγματικά γεγονότα ( ΑΠ 1264/2020, ΑΠ 171/2019,ΑΠ 1740/2013, ΑΠ 637/2013). Εξ άλλου, σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 23 του Ν. 2472/1997, η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του νόμου τούτου ορίζεται κατ` ελάχιστο στο ποσό των 2.000.000 δραχμών (ήδη 5.869,40 ευρώ), εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια (ΑΠ 476/2009).

Ο καθορισμός βέβαια με τη διάταξη αυτή ελάχιστου ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως σκοπό έχει να διασφαλίσει την προστασία των πολιτών από ιδιαίτερα έντονες προσβολές της τιμής και της υπολήψεώς τους και εντάσσεται στα μέτρα που λαμβάνει η Πολιτεία, υλοποιώντας την επιβαλλόμενη από το άρθρο 2 § 1 του Συντάγματος υποχρέωσή της για σεβασμό και προστασία της αξίας του ανθρώπου.

Όμως, η ρύθμιση αυτή αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 25 § 1 εδ. δ` του Συντάγματος και την θεσμοθετούμενη με αυτήν αρχή της αναλογικότητας, καθόσον η καθιέρωση για τον καθορισμό του ελάχιστου ορίου χρηματικής ικανοποιήσεως στο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ιδιαίτερα σημαντικό ποσό των 2.000.000 δραχμών, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, δεν είναι εν στενή έννοια αναλογική, διότι η βλάβη που προκαλείται με την υποχρέωση καταβολής αυτού του χρηματικού ποσού είναι, στις περιπτώσεις ελαφρών εξ απόψεως είδους και βαρύτητας προσβολών, στις οποίες (περιπτώσεις) και αντιστοιχεί το εν λόγω κατώτατο όριο χρηματικής ικανοποιήσεως, δυσανάλογα επαχθέστερη από την επιδιωκόμενη ωφέλεια του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, η τιμή και η υπόληψη του οποίου προσβλήθηκε.

Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη ως αντισυνταγματική είναι ανίσχυρη και δεν πρέπει να εφαρμόζεται από το δικαστήριο της ουσίας, με την έννοια του προσδιορισμού στο καθοριζόμενο από αυτήν ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως, όχι κρίνοντας αυτήν ως εύλογη, αλλά θεωρώντας ότι δεσμεύεται από την ανωτέρω διάταξη, μολονότι το είδος και η βαρύτητα της προσβολής δεν δικαιολογούν τον καθορισμό του εν λόγω ποσού (ΟλΑΠ 6/2011, ΑΠ 252/2018). 2.

Ο ΚΟΔΚΔΛ (Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών-κυρωθείς με το άρθρο πρώτο του ν. 1765/1988) ως προς τη νομική δεσμευτικότητα των παραγγελιών των Εισαγγελικών Αρχών προβλέπει στο άρθρο 22 παρ. 2 α' ότι "Έχουν δικαίωμα να λάβουν γνώση, αντίγραφα ή αποσπάσματα : α) των αποφάσεων και των εγγράφων κάθε άλλης διαδικασίας, εκτός από την ποινική, καθώς και των αποφάσεων και γνωμοδοτήσεων για διοικητικά θέματα, οι διάδικοι ενώ οι τρίτοι μόνο αν έχουν έννομο συμφέρον, κατά τη κρίση του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο.

Κατά δε το άρθρο 25 παρ 4: "Ο εισαγγελέας πρωτοδικών : α) .... β) δικαιούται να παραγγέλλει στις υπηρεσίες του δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των οργανισμών κοινής ωφελείας και όλων γενικά των επιχειρήσεων του δημοσίου τομέα, να παραδώσουν έγγραφα ή να χορηγήσουν αντίγραφά τους, όταν το ζητήσουν φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν δικαίωμα ή έννομο συμφέρον εκτός αν πρόκειται για έγγραφα από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 261 του ΚΠΔ, ή αναφερόμενα σε άλλους νόμους που απαγορεύουν τη χορήγησή τους (ΓνωμΕισΑΠ 17/1997).

Η διάταξη αυτή που παρέχει στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών την ως άνω αρμοδιότητα, υποχωρεί στις ρυθμίσεις του ν. 2472/1997 (άρθρο 7) καθόσον οι τελευταίες ως ειδικές, κατισχύουν των γενικών διατάξεων της νομοθεσίας που αφορούν διαβίβαση προσωπικών δεδομένων, η δε βάσει του άρθρου 25 παρ.4 του ΚΟΔΚΔΛ εισαγγελική παραγγελία δεν εντάσσεται στο πλαίσιο απονομής της δικαιοσύνης και ως εκ τούτου συνιστά απλή επιτακτική εντολή (ΣτΕ 1817/2018) ενόψει της προβλέψεως του ν. 2472/1997 ότι αυτός δεν τυγχάνει εφαρμογής στην επεξεργασία προσωπικών δεδομένων που γίνεται από δικαστικές ή εισαγγελικές αρχές στο πλαίσιο και μόνο της απονομής της δικαιοσύνης [(κατά τα στα υπό στοιχείο 2 της παρούσας/ αρθ. 3 παρ. 2 (β) και 7Α παρ. 1 περ. (στ)].

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ , ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 28/1998).

Στη περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή τη παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 242/2014, ΑΠ 570/2013, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 701/2008) χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 217/2016, 2031/2007, ΑΠ 499/2007).

Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε, ως πράγματα, οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004, ΑΠ 1530/2001), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005, ΑΠ 864/ 2003), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988).

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Επομένως, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, ΟλΑΠ 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (ΑΠ 1058/1998) και βέβαια, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης ( ΑΠ 857/2007, ΑΠ140/2006, ΑΠ 1274/1994), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά (ΑΠ 839/2010), για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 1668/2005, ΑΠ 448/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο Θεσσαλονίκης, ως δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής:

Η πρώτη των εναγόντων (Θ. Κ.) είναι πτυχιούχος ΤΕΙ, βιβλιοθηκονόμος και εργάζεται ως δημοτική υπάλληλος στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης. Είναι παντρεμένη από το έτος 1997 με τον δεύτερο των εναγόντων (Κ. Ξ.), ο οποίος είναι Δικηγόρος από τις 3.8.1990, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. Οι ανωτέρω απέκτησαν κατά τη διάρκεια του γάμου τους, δύο θυγατέρες, την τρίτη και τέταρτη των εναγόντων, ήτοι την … που γεννήθηκε στις 31/1/1998 και την …που γεννήθηκε στις 11.12.2003...Οι ανωτέρω άσκησαν κατά της "….

ΑΕ" (μη διαδίκου στα πλαίσια του αναιρετικού ελέγχου) και της "Δ. Μ. ΑΕ" (ήδη αναιρεσείουσας) και ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 151/5.1.2011 αγωγή τους, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι η πρώτη των εναγόντων (Θ. Κ.) αγόρασε στις 21.12.2010 από το σούπερ μάρκετ…, κεφαλογραβιέρα πρώτης ποιότητος, βάρους 305 γραμμαρίων, τυποποιημένη- συσκευασμένη από την γαλακτοβιομηχανία "… ΑΕ", αξίας 4,48 ευρώ, προϊόν, που διαπιστώθηκε το βράδυ της ίδιας ημέρας, όταν χρειάστηκε να χρησιμοποιηθεί για την παρασκευή πίτας από τη μητέρα της πρώτης των εναγόντων, που φιλοξενούσαν στο σπίτι τους, ότι ήταν αλλοιωμένο, μουχλιασμένο, ακατάλληλο και επικίνδυνο για την υγεία τους.

Εξ αιτίας της αδικοπραξίας των εναγομένων εταιρειών υπέστησαν (α) ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας, αιτήθηκαν έκαστος αυτών την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης 1.950 ευρώ, (β) ζημία , η πρώτη των εναγόντων, ύψους 4,48 ευρώ, τα οποία δαπάνησε για την αγορά του αλλοιωμένου τυριού και για την οποία αιτήθηκε αποζημιωτικώς το ισόποσο.

Η αγωγή αυτή (151/5.1.2011) που επιδόθηκε στην εναγομένη εταιρεία "Μ. ΑΕ", προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 26ης.1.2012 και μετ' αναβολή κατά τη δικάσιμο της 28ης.3.2013, κατά την οποία οι ενάγοντες περιόρισαν το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής τους, το αφορών στην χρηματική τους ικανοποίηση, στο ποσό των 600 ευρώ για τον καθένα.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των μικροδιαφορών, η ανέκκλητη, με αριθμό 6386/23.7.2013, απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης ως προς τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των εναγόντων (ως εμμέσως παθόντων από την αδικοπραξία) και έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη ως προς την πρώτη αυτών, στην οποία επιδίκασε το ποσό των 50 ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης , νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής...

Η εναγομένη εταιρεία "Δ. Μ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκμεταλλεύεται περί τα 300 σούπερ μάρκετ σε διάφορα μέρη της Ελλάδος, για τη νομική συνδρομή των πάσης φύσεως υποθέσεών της, διατηρεί οργανωμένη "νομική υπηρεσία" στην οποία υπηρετούν αρκετοί δικηγόροι, με συμβάσεις πάγιας έμμισθης εντολής, στους οποίους περιλαμβάνονται οι Α.

Π. και ο Ι. Μ., στους οποίους αυτή (παραπάνω ανώνυμη εταιρεία) είχε αναθέσει την αστική της υπεράσπιση για την υπόθεση που ανοίχθηκε με την παραπάνω με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 151/5.1.2011 αγωγή. Οι τελευταίοι, κατά την καταχώρηση της αγωγής αυτής στο πρωτόκολλο αγωγών της "νομικής υπηρεσίας" της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας διαπίστωσαν, ότι οι ίδιοι ενάγοντες είχαν ασκήσει κατ' αυτής (εταιρείας Μ.

ΑΕ) καθώς και της εταιρείας "Β. ΑΕ" (μη διαδίκου εν προκειμένω) ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, προγενέστερη αγωγή με ταυτόσημο περιεχόμενο και δη, τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 13774/14.11.2008 αγωγή τους, η οποία όμως δεν συζητήθηκε, διότι η εταιρεία "Β. ΑΕ" συμβιβάστηκε εξωδικαστικά με τους ενάγοντες, στους οποίους κατέβαλε ως χρηματική τους ικανοποίηση το ποσό των 2.000 ευρώ.

Η διαπίστωση του ταυτοσήμου περιεχομένου των παραπάνω αγωγών, της καθυστερημένης καταγγελίας από τους ενάγοντες του εν λόγω γεγονότος στον ΕΦΕΤ και δη, τρείς μήνες μετά την αγορά του ελαττωματικού προϊόντος, και της παράλειψης της πρώτης των εναγόντων να ζητήσει αντικατάσταση του ελαττωματικού προϊόντος από το κατάστημα της εναγομένης όπου έγινε η αγορά, από το οποίο μάλιστα αυτή εξακολούθησε να προμηθεύεται προϊόντα, προκάλεσε την δυσπιστία των πληρεξουσίων δικηγόρων της εναγομένης, ως προς την αλήθεια των περιστατικών των διαλαμβανομένων στη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 151/2011 αγωγή και κινητοποίησε αυτούς προς την κατεύθυνση της έρευνας για την τυχόν ύπαρξη και άλλων αγωγών με ταυτόσημο περιεχόμενο, σε βάρος άλλων εταιρειών παραγωγής ή εμπορίας τροφίμων.

Η σχετική έρευνά τους στο αρχείο του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης αποκάλυψε την κατάθεση την ίδια ημέρα κατάθεσης της με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 151/5.1.2011 αγωγής, άλλων δύο αγωγών των ιδίων εναγόντων, με συναφές περιεχόμενο, και δη της με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 152/2011, στρεφομένης κατά της εταιρείας "C.

C. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΕ", και της με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 153/2011, στρεφομένης κατά της εταιρείας "B. Ε. Α.", οι οποίες όμως, παρά την ταυτόχρονη κατάθεσή τους, προσδιορίστηκαν να συζητηθούν, προφανώς, μετά από αίτημα του δευτέρου των εναγόντων (Δικηγόρου) σε διαφορετικές δικασίμους, προκειμένου να μη φανεί στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου, εάν προσδιορίζονταν και δικάζονταν στην ίδια δικάσιμο και οι τρείς αγωγές, ότι ειδικώς οι ενάγοντες, τύχαινε να αγοράζουν αλλοιωμένα προϊόντα.

Επίσης, διαπίστωσαν, ότι οι ίδιοι ενάγοντες είχαν καταθέσει από το έτος 2008 και εντεύθεν, εκτός των ανωτέρω, και άλλες όμοιες κατά περιεχόμενο αγωγές και κατά άλλων εταιρειών παραγωγής, προμήθειας και εμπορίας τροφίμων, φαρμάκων ή άλλων ειδών και δη, κατά των εταιρειών "Ο. Γ. «Α., «C.. C.. «A., «V. «A., «B.. Ε.. Α.., «B.» I.

Ε. «Α., «P. H. H. A.". Ακολούθως, οι εντολοδόχοι δικηγόροι της εναγομένης εταιρείας, απευθύνθηκαν προφορικά στην προϊσταμένη του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και ζήτησαν αντίγραφα των εν λόγω αγωγών κατά τρίτων, πλην η τελευταία αρνήθηκε την χορήγησή τους, με την αιτιολογία, ότι η εναγομένη εταιρεία δεν είχε την ιδιότητα του διαδίκου σε αυτές, και συνεπώς, ότι δεν είχε έννομο συμφέρον προς τούτο.

Εξ αιτίας της αρνήσεως αυτής, και με επίκληση της αρνήσεως, ο εκ των πληρεξουσίων δικηγόρων της εναγομένης Ι. Μ. υπέβαλε, υπό την άνω ιδιότητά του, την από 24.2.2011 αίτηση, απευθυνόμενη προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, με την οποία αφού παρέθεσε συνοπτικά τα παραπάνω περιστατικά, την αμφισβήτησή του περί της ουσιαστικής βασιμότητας των πανομοιότυπων κατά περιεχόμενο αγωγών, την εναντίον της καλής πίστης και των χρηστών ηθών συστηματική επίθεση του δικηγόρου Κ.

Ξ. (δευτέρου των εναγόντων) κατά εταιρειών τροφίμων και άλλων αναλώσιμων προϊόντων και με την επίκληση του εντεύθεν προδήλου εννόμου συμφέροντός του, ζήτησε να του επιτραπεί να λάβει αντίγραφα από το αρχείο του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης των τριών αγωγών, τις οποίες διαπίστωσε μετά από έρευνα, ότι είχαν ασκήσει οι ενάγοντες κατά άλλων εταιρειών παραγωγής, προμήθειας και εμπορίας τροφίμων και αφορούσαν αλλοιωμένα τρόφιμα ή προϊόντα σούπερ μάρκετ, με σκοπό την υπεράσπιση της εντολίδος του εταιρείας και την απόκρουση της υπόψη (151/2011) αγωγής.

Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή και δόθηκε η με αριθμό 8555/ 24.2.2011 εισαγγελική εντολή, κατ' άρθρο 25 παρ. 4 περ. β του ν. 1756/1988, για τη χορήγηση αντιγράφων των αιτουμένων αγωγών λόγω υπάρξεως εννόμου συμφέροντος. Ότι σε εκτέλεση της άνω εισαγγελικής παραγγελίας η προϊσταμένη του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης αναζήτησε στο αρχείο του δικαστηρίου αυτού, το οποίο είναι διαρθρωμένο μέσω αυτοματοποιημένης μεθόδου (ηλεκτρονικής αναζήτησης) τις καταχωρημένες αγωγές των εναγόντων με τα ονοματεπώνυμά τους και τους αριθμούς κατάθεσής τους και χορήγησε στην εναγομένη εταιρεία αντίγραφά τους.

Εν συνεχεία τα αντίγραφα αυτά των αγωγών η εναγομένη εταιρεία "Μ. ΑΕ" προσεκόμισε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, διά της παρασταθείσας πληρεξουσίας δικηγόρου της, Ανθούλας Πανταζίδου, κατά τη συζήτηση, στις 28.3.2013, της υπόψη αγωγής (151/2011) των εναγόντων. Στη προκειμένη περίπτωση η εταιρεία "Μ. ΑΕ" προέβη διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Μακρή, στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των άνω εναγόντων διά της συλλογής των εν λόγω αγωγών, της καταχώρησης και αποθήκευσης αυτών στο ηλεκτρονικό αρχείο της νομικής της υπηρεσίας, και στη συνέχεια χρησιμοποίησε αυτές προκειμένου να αντικρούσει την εν λόγω, σε βάρος της ασκηθείσα αγωγή (151/2011).....

Οι εν λόγω αγωγές κατά εταιρειών τροφίμων αλλά και φαρμακευτικών εταιρειών, με ταυτόσημο περιεχόμενο, και συγκεκριμένα, με την επίκληση αδικοπραξίας και εντεύθεν ηθικής βλάβης των εναγόντων, λόγω διαθέσεως στους τελευταίους ελαττωματικών προϊόντων, όπως χαλασμένων συμπυκνωμένων χυμών φρούτων, κατεψυγμένων λαχανικών που περιείχαν κοτσάνια και αλλοιωμένων φαρμάκων (κατά τα αναλυτικότερα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη), οι οποίες περιείχαν τα ως άνω απλά προσωπικά δεδομένα των εναγόντων, περιήλθαν στην κατοχή της εταιρείας "Μ.

ΑΕ" με τρόπο μη νόμιμο. Και αυτό διότι η εναγομένη εταιρεία όφειλε, κατά το στάδιο συλλογής των άνω αγωγών, οι οποίες περιείχαν προσωπικά δεδομένα των εναγόντων, να ενημερώσει με τρόπο πρόσφορο και σαφή τους ενάγοντες (υποκείμενα των δεδομένων) για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά της και την ταυτότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου της β) τον σκοπό της επεξεργασίας γ) τους αποδέκτες των δεδομένων δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης ε) την πρόθεση ανακοίνωσης (προσκομιδής) των αγωγών αυτών στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, κατά την εκδίκαση της (151/2011) αγωγής τους, ώστε σε περίπτωση μη συγκατάθεσης των εναγόντων, μετά την ενημέρωσή τους για την επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων, να αποκτούσαν αυτοί το δικαίωμα να προβάλουν αντιρρήσεις κατ' άρθρο 13 ν. 2472/97 στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Αρχή) που έχει συσταθεί με το άρθρο 15 του ιδίου νόμου.

Η υπό της εναγομένης εταιρείας απόκτηση των εν λόγω αγωγών σε εκτέλεση της εισαγγελικής παραγγελίας δεν θεραπεύει την παράλειψη τηρήσεως της θεμιτής οδού για την χορήγηση αντιγράφων, και τούτο διότι οι ρυθμίσεις του ν. 2472/1997 για την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων είναι ειδικές και ως τέτοιες κατισχύουν εκείνων του άρθρου 25 παρ.4 εδ.β' του ν. 1756/1988.

Η εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας, μετά τη συλλογή και την επεξεργασία των εν λόγω αγωγών υποβολή σχετικού ερωτήματος στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ) για το αν αυτή φέρει ή όχι ευθύνη που της χορηγήθηκαν αντίγραφα των αγωγών από το Ειρηνοδικείο σε εκτέλεση της εισαγγελικής παραγγελίας και η απάντηση που έλαβε από το τμήμα επικοινωνίας της εν λόγω αρχής, ότι δεν φέρει ευθύνη, είναι αδιάφορη, ιδίως, διότι δεν εκδόθηκε απόφαση της Αρχής και ουδόλως μεταβάλει την κρίση του δικαστηρίου περί της μη τήρησης του ν. 2472/97 για την απόκτηση των επίμαχων αγωγών και την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων των εναγόντων που περιέχονταν στις αγωγές αυτές.

Επί πλέον των ανωτέρω, και με βάση την αρχή της αναλογικότητας της επεξεργασίας δεδομένων και τις αρχές της προσφορότητας και αναγκαιότητας, κρίνεται ότι οι εν λόγω αγωγές με το περιγραφόμενο περιεχόμενο, δεν θα έπρεπε να υποβληθούν σε επεξεργασία και να κατατεθούν στις 28.3.2013, κατά τη συζήτηση της 151/2011 αγωγής των εναγόντων στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, χωρίς την συγκατάθεση των τελευταίων και την άδεια της Αρχής.

Η εναγομένη εταιρεία "Μ. ΑΕ" θα μπορούσε να αντικρούσει ή άλλως να αμυνθεί κατά της υπόψη αγωγής επιτυχώς με άλλα ηπιότερα μέσα και εξίσου πρόσφορα αποδεικτικά μέσα, όπως, με την κατάθεση μάρτυρος στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου (όπως και έγινε) ή με ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων και με την προσκομιδή εγγράφων.

Οι αγωγές αυτές, ουδόλως μνημονεύθηκαν στην αιτιολογία της απόφασης που τελικώς εκδόθηκε και συνεπώς δεν επηρέασαν τη κρίση του δικαστηρίου... Η προπεριγραφείσα συμπεριφορά της εναγομένης συνιστά παράβαση των διατάξεων του ν. 2472/1997 εκ μέρους της εναγομένης, και προκάλεσε ηθική βλάβη στους ενάγοντες που υποχρεώνει την εναγομένη στην καταβολή εύλογης χρηματικής ικανοποίησης κατ' εφαρμογή του άρθρου 23 του ν. 2472/1997 και του ταυτάριθμου άρθρου της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ σε συνδυασμό με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 57,59,299 και 932 του ΑΚ.

Λαμβανομένου υπόψη του χαρακτήρα της εκ της παραβάσεως του ν. 2472/97 ευθύνης της εναγομένης ως νόθου αντικειμενικής, η ύπαρξη υπαιτιότητας της τελευταίας τεκμαίρεται, όμως η εναγομένη ουδόλως επικαλέστηκε ούτε απέδειξε προς απαλλαγή της, άγνοια των θεμελιωτικών του πταίσματός της περιστατικών. Λαμβανομένων υπόψη απάντων των κατά νόμων στοιχείων....η εύλογη χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων ανέρχεται στο ποσό των 300 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα, 600 ευρώ για τον δεύτερο ενάγοντα και 200 ευρώ για εκάστη των τρίτης και τετάρτης εναγουσών, χωρίς να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, το οριζόμενο ως ελάχιστο κατ' άρθρο 23 παρ. 2 ν. 2472/97, ποσό των 5.869 ευρώ, καθόσον η διάταξη αυτή ως αντισυνταγματική δεν είναι εφαρμοστέα".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, η προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ότι συνέτρεχαν, εν προκειμένω, όλες οι προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση της αστικής εκ του άρθρου 23 ν. 2472/1997 ευθύνης εις βάρος της ενάγουσας, και διέταξε, όσα ανωτέρω προεκτέθηκαν. Με τους λόγους αναίρεσής της, η αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλομένη απόφαση τις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, 10, και 8 πλημμέλειες, αιτιώμενη (α) ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα των άρθρων 2 περ.

δ' και ε', 4 παρ. 1 και 2, 11 παρ. 1 και 3, 7 παρ. 2 εδ. γ', 7Α, 5 παρ. 1 και 2 του ν. 2472/1997, (β) αποδοχή πραγμάτων (πραγματικών ισχυρισμών) που είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινών, που όμως το δικαστήριο ουσίας δεν συνήγαγε από διεξαχθείσα στην δίκη απόδειξη, (γ) παρά το νόμο μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και (δ) εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Συγκεκριμένα: (1) Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ότι, η προσβαλλομένη εσφαλμένως υπήγαγε στην έννοια της επεξεργασίας του άρθρου 2 περ. δ' του ν. 2472/1997 την προσκομιδή και κατάθεση εκ μέρους της αναιρεσείουσας εταιρείας αντιγράφων των ενδίκων αγωγών, με τα προσωπικά δεδομένα των αναιρεσιβλήτων, και κατέστησε έτσι την αναιρεσείουσα υπεύθυνη επεξεργασίας, ενώ υπεύθυνος επεξεργασίας των κρίσιμων προσωπικών δεδομένων, ο οποίος τηρεί και το σχετικό αρχείο, είναι το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης και η ίδια (αναιρεσείουσα) έχει την ιδιότητα του τρίτου ή του αποδέκτη των προσωπικών δεδομένων.

Στη προκειμένη περίπτωση, με τις παραπάνω παραδοχές της, η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 2 περ. δ' και ε' του ν. 2472/1997, καθόσον δέχθηκε ότι τα αντίγραφα των τριών αγωγών των αναιρεσιβλήτων, που η αναιρεσείουσα έλαβε περιείχαν απλά προσωπικά δεδομένα των αναιρεσιβλήτων, ότι αυτά ελήφθησαν από το αρχείο του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο ως διαρθρωμένο σύνολο εγγράφων (δικογράφων) που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, ήτοι βάσει αύξοντος αριθμού κατάθεσης δικογράφου αλλά και βάσει αλφαβητικού ευρετηρίου των διαδίκων, συνιστά αρχείο κατά την έννοια του ν. 2472/1997, ότι η αναιρεσείουσα προσκομίζοντας και καταθέτοντας τα αντίγραφα των εν λόγω αγωγών κατά τη δικάσιμο της 28ης.3.2013, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ως σχετικά έγγραφα προς απόκρουση της με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 151/5.11.2011 αγωγής των τελευταίων, επεξεργάστηκε τα προσωπικά δεδομένα των αναιρεσιβλήτων, προβαίνοντας σε περαιτέρω μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων των αναιρεσιβλήτων, των διαλαμβανομένων στις εν λόγω αγωγές, λαμβανομένου υπόψη, του ότι η έννοια της επεξεργασίας της οποίας γίνεται ενδεικτική απαρίθμηση στον νόμο, αφορά, ως προεκτέθηκε, σε κάθε γνωστική πρόσβαση στα προσωπικά δεδομένα του ατόμου, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο, νοουμένου ως τέτοιου και του αγωγικού δικογράφου, ή αντιγράφου αυτού, ως υλικού φορέως στον οποίο αυτά έχουν ενσωματωθεί και το οποίο, ως χάρτινο έγγραφο έχει την έννοια του μη αυτοματοποιημένου αρχείου, εν αντιθέσει προς το ψηφιοποιημένο δικόγραφο που καθίσταται συνεπώς, ηλεκτρονικό αρχείο, και του ότι στη περίπτωση που ο αρχικός κτήτωρ των προσωπικών δεδομένων, ως εν προκειμένω το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, αποξενώνεται από την εξουσία γνωστικής πρόσβασης στο αρχείο, γίνεται λόγος για μεταβίβαση του αρχείου σε νέο υπεύθυνο επεξεργασίας που στη προκειμένη περίπτωση είναι η αναιρεσείουσα, στη φυσική εξουσία γνωστικής πρόσβασης (κατοχή) περιήλθαν οι εν λόγω αγωγές, η οποία έτσι δεν έχει την ιδιότητα του αποδέκτη, ή τρίτου αφού τέτοιος θεωρείται κατά την έννοια του νόμου, αφενός, αυτός που τελικώς επιλαμβάνεται των προσωπικών δεδομένων στηριγμένος στη θέληση αυτού που του τα ανακοινώνει ή μεταδίδει, δηλαδή του υπευθύνου επεξεργασίας τους, αφετέρου δε, αυτός η σωματική σχέση του οποίου προς το αρχείο είναι απλώς περιστασιακή και όχι στο πλαίσιο εξουσιασμού του.

Αντίθετη παραδοχή της αναιρεσείουσας ως τρίτης -αποδέκτη των δεδομένων, και όχι ως υπεύθυνης επεξεργασίας, θα οδηγούσε στο αποκρουστέο αποτέλεσμα της νομιμοποίησης της ανεξέλεγκτης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, τα οποία ακόμη και στη περίπτωση που αποκτήθηκαν νομίμως, στη συνέχεια μεταβιβάζονται σε τρίτους, χωρίς οι τελευταίοι να μπορούν να ελεγχθούν για τυχόν κατά παράβαση των διατάξεων του ν. 2472/1997 χρήση τους.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης με το παραπάνω περιεχόμενο είναι αβάσιμος.( 2) Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ότι με την παραδοχή της προσβαλλομένης, ότι η αναιρεσείουσα συνέλεξε, καταχώρησε και αποθήκευσε τις υπόψη αγωγές, που έλαβε από το αρχείο του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, στο ηλεκτρονικό αρχείο της νομικής της υπηρεσίας, πριν τη προσκομιδή τους στο δικαστήριο, δέχθηκε πράγματα που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη (αρθ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ).

Ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον η προηγούμενη ένταξη σε ηλεκτρονικό αρχείο της νομικής υπηρεσίας της αναιρεσείουσας των εν λόγω αντιγράφων των αγωγικών δικογράφων, είναι νομικώς αδιάφορη, ενόψει της παραδοχής της προσβαλλομένης ότι τα επίμαχα αντίγραφα αγωγών, με την λήψη τους από το αρχείο του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, έχοντος την ιδιότητα του αυτοματοποιημένου αρχείου του ν. 2472/1997, διαβιβάστηκαν από την αναιρεσείουσα περαιτέρω με την προσκομιδή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, και συνεπώς ότι κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων του ν. 2472/1997, έλαβε χώρα εκ μέρους της αναιρεσείουσας μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία (κατάθεση αντιγράφων των αγωγών) αρχείου (αντιγράφων των αγωγών με προσωπικά δεδομένα) σε τρίτο, τελικό αποδέκτη αυτών (Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης), ώστε τυχόν προηγούμενη ενσωμάτωση αυτών σε ηλεκτρονικό αρχείο της νομικής υπηρεσίας της αναιρεσείουσας να μην έχει έννομη επιρροή.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 παρ.1 πλημμέλεια, αιτιώμενη, ότι το δικαστήριο ουσίας, αντί να εφαρμόσει την διάταξη του άρθρου 4 του άνω νόμου για τις προϋποθέσεις της νόμιμης επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, η τήρηση των οποίων βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας, εσφαλμένως εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 αυτού, η οποία αφορά στα δικαιώματα του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων για ενημέρωση του περιεχομένου και του σκοπού της επεξεργασίας προτού συγκατατεθεί σε αυτή, αν δε, προέβαινε σε ορθή εφαρμογή των διατάξεων θα κατέληγε στο αποδεικτικό συμπέρασμα ότι τηρήθηκαν από την ίδια οι προϋποθέσεις της νόμιμης συλλογής των δεδομένων, καθόσον αυτή έγινε με έγγραφη αίτησή της προς τον υπεύθυνο επεξεργασίας μέσω εισαγγελικής παραγγελίας, και συνεπώς κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο.

Στη προκειμένη περίπτωση, κρίσιμο στοιχείο για την στοιχειοθέτηση της επικαλούμενης αστικής ευθύνης (αρθ. 23 ν. 2472/1997) της αναιρεσείουσας δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο η τελευταία διά των πληρεξουσίων της δικηγόρων ενεργούσα, απέκτησε τα συγκεκριμένα αντίγραφα αγωγών, τα οποία αποτελούσαν μέρος (περιεχόμενο) αρχείου κατά την έννοια του ν, 2472/1997 ως προεκτέθηκε, περιλαμβανόμενα σε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσιτό βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων και αν ο τρόπος με τον οποίο αυτή τα απέκτησε και εντεύθεν έλαβε γνώση των προσωπικών δεδομένων των αναιρεσιβλήτων ήταν νόμιμος ή όχι, αλλά το ότι, αφού τα εν λόγω έγγραφα περιήλθαν σε αυτή (νομίμως ή μη) στη συνέχεια η τελευταία προέβη σε περαιτέρω επεξεργασία αυτών με την προσκομιδή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και τη χρήση των καταγεγραμμένων σ'αυτά πληροφοριών που αφορούσαν τους αναιρεσιβλήτους.

Επί πλέον κρίσιμο στοιχείο είναι εν προκειμένω, το εάν η ως άνω περαιτέρω επεξεργασία (χρήση- προσκομιδή-διαβίβαση) εκ μέρους της αναιρεσείουσας ως υπεύθυνης επεξεργασίας κατά την προεκτεθείσα έννοια του νόμου, έγινε νόμιμα. Σύμφωνα δε, με τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης, η περαιτέρω επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων των αναιρεσιβλήτων έγινε χωρίς συγκατάθεση των τελευταίων και χωρίς να αποδειχθεί ως περίπτωση εξαίρεσης η συνδρομή του υπερτέρου εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, κατά παράβαση των αρχών της αναλογικότητας, της προσφορότητας και της αναγκαιότητας, και χωρίς τη συνδρομή της σωρευτικής προϋπόθεσης για το επιτρεπτό της επεξεργασίας, άδειας της Αρχής.

Συνακόλουθα και δεδομένου ότι ως νόμιμη η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων καθίσταται ή διαπιστώνεται ως τέτοια μόνον όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αμφοτέρων των διατάξεων των άρθρων 4 και 5 του ν. 2472/1997 σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 7 του ιδίου νόμου, οι οποίες εν προκειμένω εφαρμόστηκαν, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Σε κάθε περίπτωση δε, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το δικαστήριο της ουσίας επί τη βάσει της παραδοχής, ότι οι εν λόγω αγωγές με τα απλά προσωπικά δεδομένα των αναιρεσιβλήτων, περιήλθαν στην κατοχή της αναιρεσείουσας κατά τρόπο μη νόμιμο, αφού η αναιρεσείουσα παρέλειψε κατά το στάδιο της συλλογής τους να ενημερώσει τους αναιρεσιβλήτους, ώστε σε περίπτωση μη συγκατάθεσής τους να αποκτήσουν δικαίωμα να προβάλουν αντιρρήσεις στην Αρχή, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 11 του ν. 2472/1997 εφόσον σύμφωνα με τα ανελέγκτως παραπάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, παρέλειψε ως υπεύθυνη επεξεργασίας λόγω της κατοχής των υπόψη αντιγράφων των αγωγών, που της επέτρεψε την γνωστική πρόσβαση στα εν λόγω προσωπικά δεδομένα και την περαιτέρω χρήση-διαβίβαση αυτών, που την κατέστησαν υπεύθυνο επεξεργασίας τους, και κατά το στάδιο της συλλογής τους, να τηρήσει την εκ του άρθρου 11 του άνω νόμου βασική υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας για την ενημέρωση των αναιρεσιβλήτων ως υποκειμένων των απλών προσωπικών δεδομένων, συναφώς προς την ταυτότητά της, τον σκοπό επεξεργασίας, τους αποδέκτες και την ύπαρξη δικαιώματος πρόσβασης, προκειμένου να ενεργοποιούντο τα απορρέοντα από τις επόμενες διατάξεις των άρθρων 12 και 13 του ιδίου νόμου, δικαιώματα των αναιρεσιβλήτων για την παροχή της συγκατάθεσής τους και προβολής αντιρρήσεων.

Σημειώνεται ότι η υποχρέωση του άρθρου 11 του νόμου δεν αφορά στη προκειμένη περίπτωση της προστασίας απλών προσωπικών δεδομένων το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης ως υπεύθυνο επεξεργασίας φορέα, καθόσον αυτός απαλλάσσεται από την υποχρέωση λήψης άδειας για τη συλλογή και επεξεργασία ευαισθήτων προσωπικών δεδομένων ως υπαγόμενος στην εξαίρεση του άρθρου 7Α περ.

στ του ν. 2472/1997.

Με τον τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 παρ.1 πλημμέλεια, αιτιώμενη ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 22 και 25 του ν. 1756/1988 (ΚΟΔΚΔΛ), που ήσαν εφαρμοστέες εν προκειμένω, και παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 7 ν. 2472/1997, με συνέπεια να κρίνει εσφαλμένως, ότι δεν περιήλθαν νόμιμα στα χέρια της τα επίμαχα αντίγραφα αγωγών των αναιρεσιβλήτων μετά από εισαγγελική παραγγελία προς τούτο, και ότι η απόκτηση των προσωπικών δεδομένων των αναιρεσιβλήτων που ανήκουν στην κατηγορία των απλών, έλαβε χώρα χωρίς άδεια της Αρχής.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον ορθώς κρίθηκε, ότι η λήψη των εν λόγω αγωγών εκ μέρους των πληρεξουσίων δικηγόρων της αναιρεσείουσας υπήρξε αθέμιτη, ενόψει της προεκτεθείσας ειδικότητος των διατάξεων του ν. 2472/1997, που αφορούν στη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων, προς αυτές του άρθρου 25 παρ.4 του ΚΟΔΚΔΛ, καθώς και του ότι η υποχρέωση λήψης άδειας από την ΑΠΔΠΧ εφαρμόζεται κατά μείζονα λόγο και στην επεξεργασία των απλών δεδομένων.

Με τον έκτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενη μη εφαρμογή του άρθρου 5 παρ. 2 εδ. ε' του ν. 2472/1997 παρόλο που τα περιστατικά που δέχθηκε υπάγονταν στην παραπάνω διάταξη. Συγκεκριμένα, ότι συνέτρεχε περίπτωση επεξεργασίας άνευ συγκατάθεσης των υποκειμένων των προσωπικών δεδομένων, λόγω υφισταμένου υπερτέρου εννόμου συμφέροντος για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων της ενώπιον του Ειρηνοδικείου, καθώς επίσης και ότι τηρήθηκαν οι αρχές της προσφορότητας, αναγκαιότητας και αναλογικότητας δεδομένου ότι η προάσπιση των συμφερόντων της δεν μπορούσε να επιτευχθεί με ηπιότερα μέσα, όπως με καταθέσεις μαρτύρων ή προσκομιδή ενόρκων βεβαιώσεων όπως δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, όπως αυτές προεξετέθησαν ορθώς δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη του άρθρου 5 αρ. 2 εδ. ε' του ν.2472/1997. Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στη προσβαλλομένη η πλημμέλεια της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και συγκεκριμένα, του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας σε αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, ότι "δεν τίθεται θέμα ευθύνης της" για τη προσκομιδή των ενδίκων αγωγών στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, αφού αυτή έγινε κατόπιν εισαγγελικής εντολής και κατόπιν αρνητικής περί υπάρξεως ευθύνης της απάντησης εκ μέρους της ΑΠΔΠΧ.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον από τις προτάσεις της αναιρεσείουσας στον δεύτερο βαθμό δεν προκύπτει σαφώς η επίκληση του αυτοτελούς ισχυρισμού της ανυπαίτιας άγνοιας των θεμελιωτικών του πταίσματός της πραγματικών περιστατικών. Με τον όγδοο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλομένη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την εφαρμογή του άρθρου 932 του ΑΚ (πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) αιτιώμενη ότι το επιδικασθέν ποσό των 1.300 ευρώ, αντί του δικαίου και αναλόγου των 50 ευρώ, είναι ιδιαιτέρως μεγάλο και δεν αντιστοιχεί σε ισόρροπη αντιμετώπιση των αντιθέτων συμφερόντων των διαδίκων, αφενός μεν της προστασίας της φήμης της αναιρεσείουσας, αφετέρου δε της προστασίας των προσωπικών δεδομένων των αναιρεσιβλήτων.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος δεδομένου ότι το ποσό αυτό (1.300 ευρώ συνολικά) κατά τη κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο δεν πλεονεκτεί καταφανώς εκείνων που επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις, χρηματικής ικανοποίησης. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της, στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό με τις προτάσεις τους υποβληθέν αίτημα (αρθ. 106,176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1.10.2020 αναίρεση κατά της με αριθμό 1590/2020 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ