Legislator Case Law & Legislation
1588/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations grounds, rejecting claim of acquired rights knowledge.

Case Number 1588/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Third Instance Court of Larissa regarding the first defendant company. The appellants argued that the statute of limitations had not started due to a lack of knowledge regarding established case law, but the court found the limitation period began nine years prior to the lawsuit. The court held that the lower court's reasoning regarding the actual knowledge of the tortfeasor and damages was clear, sufficient, and free from contradictions under Article 937 of the Civil Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; The statute of limitations for civil claims begins from the moment the claimant knows or should have known the damage and the liable party, regardless of knowledge of specific case law, and the Supreme Court reviews the sufficiency of the lower court's reasoning on this point.

Keywords

AI generated
statute of limitations civil procedure appeal dismissal knowledge of damage Article 937 Civil Code court costs third instance court

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 937 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1588 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1588/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Λ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Α. Π. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Ζώη - Τσιγάρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στο ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "….", η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "…." και τον διακριτικό τίτλο "…." (πρώην "…" όπως είχε μετονομασθεί η "…", πρώην "…") που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "…." και τον διακριτικό τίτλο "…" (πρώην "…..", όπως είχε μετονομασθεί η "'….") που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "…." και τον διακριτικό τίτλο "….." (πρώην "….." όπως είχε μετονομασθεί η "….."), η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σύρμα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, αναγνώστηκε η από 26/3/2021 δήλωση παραίτησης των ήδη αναιρεσειόντων από το δικόγραφο της από 13/12/2018 κρινόμενης αίτησης, για αναίρεση της 72/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ως προς την πρώτη των ως άνω αναιρεσιβλήτων.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/6/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 72/2018 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13/12/2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 του ΚΠολΔ, οι οποίες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, ο αναιρεσείων, με προφορική δήλωσή του, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο, είτε από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, είτε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του(που αρκεί να έχει γενική πληρεξουσιότητα κατά τα άρθρα 94 παρ.1 και 96 παρ.1 ΚΠολΔ), μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αναίρεσης, ολικά ή μερικά (και ειδικότερα ως προς ορισμένους μόνο αναιρεσιβλήτους), χωρίς συναίνεση του αντιδίκου του παραιτουμένου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, ενώ ειδική πληρεξουσιότητα, κατ' άρθρο 98 του ΚΠολΔ, απαιτείται μόνο για την παραίτηση από το σχετικό δικαίωμα (ΑΠ 78/2018, ΑΠ 990/2018, ΑΠ 262/2017, ΑΠ 545/2016, ΑΠ 374/2016). Η νομότυπη ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης(ΑΠ 272/2021, ΑΠ 836/2020, ΑΠ 392/2019), για το κύρος δε της εν λόγω παραιτήσεως δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί σ' αυτήν, εφόσον γίνεται προτού το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναιρέσεως (ΑΠ 836/2020,ΑΠ 424/2019,ΑΠ 665/2015, ΑΠ 1581/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, μετά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο από την σειρά του οικείου πινακίου και πριν από την προφορική συζήτηση της υποθέσεως αυτής, γνωστοποιήθηκε ότι η πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσειόντων Κ.-Ζ. Τ., ενεργούσα δυνάμει του υπ' αριθμ. 270/8.11.2019 ειδικού πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Τρικάλων Λ. Α. Α. συζ. Γ. Τ., με την από 26.3.2021 εξώδικη δήλωση των αναιρεσειόντων, που απηύθυνε προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "…..", δήλωσε προς αυτήν ότι αμφότεροι οι αναιρεσείοντες παραιτούνται του δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την εν λόγω αναιρεσίβλητη εταιρία. Επομένως ως προς τη διάδικο αυτή επέρχεται, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην αρχή, το προβλεπόμενο από το άρθρο 295 του ΚΠολΔ αποτέλεσμα και, συνεπώς, η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς την ανωτέρω αναιρεσίβλητη και πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη ως προς αυτήν, παρά την απουσία της, και η διαδικασία να προχωρήσει με τους λοιπούς διαδίκους που παρίστανται στη δίκη.

Με την κρινόμενη δε από 13.12.2018 και με αριθ. κατάθ. 19/02.07.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 72/30.03.2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η ένδικη αυτή αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552,553,556,558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 937 παρ. 1 ΑΚ η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Σε κάθε περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247 και 251 του ΑΚ, προκύπτει ότι η αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία γεννάται από τότε που επήλθε η ζημία και σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται και η αξίωση αποζημιώσεως εξακολουθητικώς, αλλά γενικά η αξίωση αποζημίωσης για όλη τη ζημία, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης που είναι μέλλουσα και μπορεί κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να προβλεφθεί, γεννάται αφότου η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες.

Εφόσον δε η ικανοποίηση της αξιώσεως αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, αρχίζει η διαδρομή του χρόνου της παραγραφής, που ορίζεται σε πέντε έτη από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου. Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και η γνώση της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως (ΟλΑΠ 24/2003, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 1025/2017, ΑΠ 1158/2017).

Η πενταετής παραγραφή αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση (ΑΠ 255/2020,ΑΠ 1178/2019, ΑΠ 247/2019,ΑΠ 475/2017,ΑΠ 953/2012, ΑΠ 1920/2013), καταλαμβάνει δε και την μέλλουσα, πλην προβλεπτή ζημία. Απαιτείται, δηλαδή, θετική γνώση του προς αποζημίωση υπόχρεου, ήτοι ορισμένου προσώπου κατά του οποίου ο παθών βάσει γνωστών συγκεκριμένων εις αυτόν πραγματικών περιστατικών δύναται να εγείρει αγωγή με βέβαιη επιτυχία και δεν αρκούν απλές εικασίες ή υποψίες ή εξ αμελείας άγνοια (ΑΠ 711/2011, ΑΠ 1787/2014).

Αν δεν μπορούν να διαπιστωθούν το όνομα και η διεύθυνση του υπόχρεου σε αποζημίωση προσώπου, τότε ο παθών θεωρείται ότι γνωρίζει το πρόσωπο του υπόχρεου σε αποζημίωση κατά το χρόνο που αυτός ερευνώντας θα μπορούσε να το πληροφορηθεί. Θεωρείται ότι ο παθών ή ο εν γένει δικαιούχος της αποζημιώσεως γνωρίζει τόσα περιστατικά, ώστε βάσει αυτών να μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου με ελπίδες επιτυχίας.

Πότε συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι ζήτημα πραγματικό εξαρτώμενο από τη συνολική εκτίμηση της συγκεκριμένης περίπτωσης (ΑΠ 1423/2019, ΑΠ 72/2013), ενώ η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προβλεπτό της μέλλουσας ζημίας, επειδή προκύπτει από τις αποδείξεις, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 401/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 790/2015).

Στην ανωτέρω πενταετή παραγραφή υπόκειται και η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, που οφείλεται για μη περιουσιακή ζημία, κατ' άρθρα 299,932 ΑΚ. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486, 922 και 926 ΑΚ συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται εις ολόκληρον με τον προστηθέντα, που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε την περιουσιακή ή τη μη περιουσιακή ζημία, η δε παραγραφή της αξιώσεως ενεργεί έναντι του καθενός υποκειμενικά.

Η εκ μέρους του παθόντος γνώση του υποχρέου σε αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, υπό την έννοια της προαναφερθείσας διατάξεως του άρθρου 937 ΑΚ, υπάρχει ως προς το πρόσωπο του προστήσαντος και όταν δεν είναι μεν γνωστό το πρόσωπο εκείνου που προκάλεσε τη ζημία, είναι όμως γνωστό ότι η ζημία προκλήθηκε από ένα από τα πρόσωπα που είχαν προστηθεί ως υπάλληλοι από τον προστήσαντα, τούτο δε διότι η ευθύνη του τελευταίου υφίσταται ανεξάρτητα από το ποιος συγκεκριμένος από τους προστηθέντες τέλεσε την πράξη ή παράλειψη που προξένησε τη ζημία(ΑΠ 72/2007).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου, είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 1344/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 2095/2009).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 100/2018).Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ήτοι ότι όλες οι εναγόμενες (και ήδη αναιρεσίβλητες) ανώνυμες εταιρείες ανήκαν στον όμιλο επιχειρήσεων των εταιρειών "…".

Ότι, συγκεκριμένα, η τρίτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "……", που έχει μετονομασθεί σε "……" (και ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων)δραστηριοποιούνταν στην ανάληψη με σύμβαση, έναντι προμήθειας ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό μιας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

Ότι σκοπός της τέταρτης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "….", που έχει μετονομασθεί σε "….." (και ήδη τρίτης των αναιρεσιβλήτων) ήταν η διενέργεια ασφαλίσεων ζωής και κάθε άλλη συναφής εργασία στην Ελλάδα και την αλλοδαπή, καθώς και η συμμετοχή της σε άλλες συναφείς ασφαλιστικές επιχειρήσεις, η αντιπροσώπευση αλλοδαπών συναφών ασφαλιστικών επιχειρήσεων και κάθε άλλη συναφής προς τις ασφαλίσεις κατά ζημιών εργασία.

Ότι σκοπός της πέμπτης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." (Ε.Α.Δ.Α.Κ.), που έχει μετονομασθεί σε "…." (και ήδη τέταρτης των αναιρεσιβλήτων), ήταν η διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων. Ότι όλες οι ανωτέρω εταιρείες διατηρούσαν, όπως και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, στα Τρίκαλα, ένα υποκατάστημα επί της συμβολής των οδών Κανούτα και Κοραή, στην πρόσοψη του οποίου υπήρχε πινακίδα"ING"και σήμα το λιοντάρι, το οποίο χρησιμοποιούσαν χωρίς διάκριση όλες οι επιχειρήσεις του ομίλου της πολυεθνικής "…", χωρίς κανένα απολύτως διακριτικό σημείο, όσον αφορά στον ακριβή προσδιορισμό των εταιρειών που στεγάζονταν στα εν λόγω γραφεία.

Ότι ο πρώτος εναγόμενος Κ. Μ. του Α.(και μη διάδικος στην παρούσα δίκη) από το έτος 1990, κατόπιν συμβάσεως με τις τότε εναγόμενες και ήδη δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων εταιρειών, ήταν παραγωγός ασφαλίσεων, ακολούθως δε, δυνάμει των από 26.01.2005 έγγραφων συμβάσεων, διαμεσολαβούσε έκτοτε, ως ασφαλιστικός τους σύμβουλος, για την προπαρασκευή ασφαλιστικών συμβάσεων για λογαριασμό τους και αναβαθμίστηκε σε συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων-διευθυντή του γραφείου των πωλήσεών τους στα Τρίκαλα.

Ότι η τελευταία εναγομένη και ήδη τέταρτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρεία για την επίτευξη του σκοπού της, δηλαδή την προώθηση των πωλήσεων των μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων που διαχειριζόταν, είχε καταρτίσει με την εταιρεία του ομίλου με την επωνυμία "….", και ήδη μετονομασθείσα σε "…." (τρίτη αναιρεσίβλητη), σύμβαση διαμεσολάβησης, δια της οποίας η τελευταία είχε αναλάβει, ως αντιπρόσωπος της πρώτης, την προώθηση των επενδυτικών προϊόντων της και με τον τρόπο αυτό μέσω του πανελληνίου δικτύου των διαμεσολαβούντων στην ιδιωτική ασφάλιση αντιπροσώπων και συνεργατών της διέθετε προς το κοινό και τα επενδυτικά προϊόντα αυτής, ήτοι μερίδια των αμοιβαίων κεφαλαίων που διαχειριζόταν.

Ότι η ως άνω τρίτη αναιρεσίβλητη δια του από 16.09.1998 ιδιωτικού συμφωνητικού συνεργασίας, που συνήψε με τον Κ. Μ., εν γνώσει της τέταρτης αναιρεσίβλητης ανέθεσε σ' αυτόν την έναντι προμήθειας διαμεσολάβησή του για την ανεύρεση τρίτων-υποψηφίων επενδυτών στην περιοχή των Τρικάλων, προς διάθεση σ' αυτούς των μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων, την ενημέρωση αυτών για τη συμπλήρωση των αναγκαίων αιτήσεων, την παραλαβή αυτών και τη διαβίβασή τους στην τελευταία.

Ότι, παρότι η σχέση που συνέδεε τον εν λόγω Κ. Μ. με τις λοιπές εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες εταιρείες, πλην της τελευταίας εξ αυτών, ήταν αυτή της σύμβασης έργου, ωστόσο τελούσαν μαζί του σε σχέση πρόστησης, καθόσον ο πρώτος τελούσε υπό την επίβλεψη, οδηγίες και εντολές τους ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του, προς τις οποίες ήταν υποχρεωμένος να συμμορφώνεται και η υπηρεσία που του είχε ανατεθεί αποσκοπούσε στη διεκπεραίωση των υποθέσεών τους και στην εξυπηρέτηση των οικονομικών τους συμφερόντων.

Ότι μέχρι το έτος 2002 στον ίδιο χώρο, όπου στεγάζονταν τα γραφεία όλων των εναγόμενων και ήδη αναιρεσίβλητων ανωνύμων εταιρειών, στεγάζονταν και η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "….", της οποίας τα επενδυτικά προϊόντα, μεταξύ των οποίων και ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, προωθούσε, επίσης, ο προαναφερόμενος Κ.

Μ., συνδεόμενος μαζί της, δυνάμει της από 29.09.1995 σύμβασης έργου. Ότι το πιο πάνω υποκατάστημα της αλλοδαπής Τράπεζας"…..Ν.V."έπαυσε τις εργασίες του στην Ελλάδα και τέθηκε υπό εκκαθάριση στις 28.05.2002, διαγράφηκε δε από τα μητρώα ανωνύμων εταιρειών στις 15.06.2006. Ότι προγενέστερα, με το από 02.04.2003 έγγραφό της, κατήγγειλε την προρρηθείσα σύμβαση συνεργασίας της με τον Κ.

Μ.. Ότι παρά την παύση των εργασιών του υποκαταστήματος της άνω αλλοδαπής τράπεζας στην Ελλάδα και την εκ μέρους της καταγγελίας της σύμβασης συνεργασίας που είχε με τον τελευταίο, εκείνος εξακολουθούσε, ως και πρότερον,να διαβεβαιώνει υποψήφιους επενδυτές των Τρικάλων και της ευρύτερης περιοχής ότι, ως υπεύθυνος όλων των ως άνω εταιρειών και διευθυντής του υποκαταστήματός τους στα Τρίκαλα, αλλά και συνεργάτης της"…." είχε τη δυνατότητα, ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό αυτών, να τους προμηθεύει ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία θα τους απέδιδαν εξαμηνιαίως το επενδυθέν κεφάλαιο, προσαυξημένο κατά ποσοστό 6%, αποκρύπτοντάς τους σκόπιμα ότι η "….." είχε τεθεί σε εκκαθάριση και η μεταξύ τους σύμβαση συνεργασίας είχε καταγγελθεί από τον Απρίλιο του έτους 2003.

Ότι μεταξύ των "θυμάτων" του Κ. Μ. ήταν και οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, οι οποίοι, πεισθέντες στις ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις αυτού, στο χώρο των ενιαίων γραφείων των άνω εταιρειών και υπό τα όμματα των λοιπών υπαλλήλων, που εργάζονταν σ' αυτόν, του κατέβαλαν, ο μεν πρώτος εξ αυτών, Ι. Λ., στις 30.03.2005 το ποσό των 150.000 ευρώ, στις 12.04.2005 το ποσό των 30.000 ευρώ και στις 26.04.2005 το ποσό των 30.000 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των 210.000 ευρώ, ο δε δεύτερος, Α.

Π., στις 05.04.2005 το ποσό των 70.000 ευρώ, προκειμένου να τα επενδύσει σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου. Ότι τα ανωτέρω ποσά, που εξαπατώντας τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, εισέπραξε ο εν λόγω Κ. Μ., τότε πρώτος εναγόμενος, δεν τα χρησιμοποίησε για επένδυση για λογαριασμό των εναγόντων αυτών, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, προξενώντας σ' αυτούς ισόποση ζημία, γεγονός που οι τελευταίοι το πληροφορήθηκαν περί τα μέσα Ιουνίου του 2005, όταν έγινε γνωστό από τα Μ.Μ.Ε.

ότι εκείνος εξαφανίστηκε από τα Τρίκαλα, αφού προηγουμένως είχε εξαπατήσει με τον ίδιο ως άνω τρόπο μεγάλο αριθμό επενδυτών από την ευρύτερη περιοχή των Τρικάλων, από τους οποίους, επίσης, είχε υπεξαιρέσει μεγάλα χρηματικά ποσά. Ότι, ως εκ τούτου, οι πιο πάνω ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες διατηρούσαν νόμιμη αξίωση έναντι του ως άνω τότε πρώτου εναγομένου για την ανόρθωση της άνω περιουσιακής ζημίας που τους προκάλεσε η προεκτεθείσα αξιόποινη συμπεριφορά του, επιπλέον δε και αξίωση χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν εξαιτίας της άνω σε βάρος τους αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, καθορισθέντος του ποσού αυτής σε 10.000 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και 5.000 ευρώ για τον δεύτερο εξ αυτών.

Και, επίσης, ότι όλες οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες ανώνυμες εταιρείες ευθύνονταν για τη ζημία που ο προστηθείς και υποπροστηθείς, αντίστοιχα, από καθεμία από αυτές Κ. Μ., προκάλεσε στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, και έχουν υποχρέωση να αποκαταστήσουν εις ολόκληρον η καθεμία, την άνω ζημία που οι τελευταίοι υπέστησαν, λόγω της αντικειμενικής ευθύνης τους.

Ότι, ωστόσο, οι εν λόγω ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν καθυστερημένα την από 01.06.2014 ένδικη αγωγή τους και δη σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο της συμπλήρωσης της προβλεπόμενης από το άρθρο 937 παρ.1 ΑΚ πενταετούς παραγραφής των αξιώσεών τους. Ότι αποδείχθηκε, επίσης, ότι οι εν λόγω ενάγοντες-αναιρεσείοντες από τα μέσα Ιουνίου του έτους 2005, οπότε πληροφορήθηκαν την αδικοπρακτική σε βάρος τους συμπεριφορά του τότε πρώτου εναγομένου, γνώριζαν ότι αυτός ήταν υπόχρεος προς αποζημίωσή τους, ενώ γνώριζαν, επίσης, και τη σχέση με την οποία συνδέονταν εκείνος με όλες τις εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες εταιρείες του επιχειρηματικού ομίλου ""…", στο κύρος και τη φήμη των οποίων απέβλεψαν, όταν εμπιστεύθηκαν τα χρήματά τους στο διευθυντή των γραφείων τους στα Τρίκαλα.

Δηλαδή, γνώριζαν τόσα πραγματικά περιστατικά, ώστε βάσει αυτών μπορούσαν να εγείρουν αγωγή εναντίον τους με ελπίδες επιτυχίας και δη όσα ακριβώς γνώριζαν και οι λοιποί καθ' όμοιο τρόπο ζημιωθέντες, οι οποίοι δεν αδράνησαν, αλλά με την έγκαιρη προσφυγή τους στη Δικαιοσύνη με την άσκηση σε βάρος των ήδη εναγομένων αγωγών πέτυχαν την έκδοση ευνοϊκών υπέρ αυτών αποφάσεων, ώστε να αποζημιωθούν.

Έκρινε δε στη συνέχεια το Εφετείο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, ομοίως, έκρινε ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, που ασκήθηκαν μετά εννέα έτη περίπου, αφότου αυτοί έμαθαν τη ζημία και τους υπόχρεους προς αποζημίωση, υπέπεσαν σε παραγραφή και, δεχόμενο ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την καταλυτική του αγωγικού δικαιώματος ένσταση παραγραφής, που παραδεκτά είχαν προβάλει ενώπιόν του οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες ανώνυμες εταιρείες, απέρριψε την αγωγή, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά.

Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε μεν τυπικά, αλλά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εκκαλούντων-εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 52/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Έτσι δε που έκρινε το Εφετείο δεχόμενο ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής τους, είχαν υποπέσει σε πενταετή παραγραφή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τους αναφερθέντες στην αρχή της παρούσας ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των άρθρων 251,914,922,932 και 937 ΑΚ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και εφαρμόστηκαν στην προκειμένη περίπτωση.

Συνακόλουθα ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια της εσφαλμένης, άλλως πλημμελούς ερμηνείας, άλλως κακής εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων, είναι αβάσιμος, καθόσον η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων των αναιρεσειόντων δεν άρχιζε από τη γνώση τους της νομολογίας που είχε παγιωθεί επί παρεμφερών με τη δική τους υποθέσεων, όπως αβάσιμα αυτοί ισχυρίζονται, αλλά, όπως προεκτέθηκε, αφότου αυτοί έμαθαν τη ζημία και τους υπόχρεους προς αποζημίωση, χρόνος, ο οποίος ανάγεται εννέα έτη πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής τους.

Τέλος, με τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καλύπτει το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα δικαίου του άρθρου 937 ΑΚ, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών, και, έτσι, καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ως άνω διατάξεως.

Ειδικότερα, με επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που δικαιολογούν το άνω αποδεικτικό πόρισμα δέχεται το Εφετείο, ότι το πραγματικό γεγονός της γνώσεως του υπαιτίου της αδικοπραξίας καθώς και της ζημίας σε βαθμό επαρκή, ώστε οι αναιρεσείοντες να είχαν τη δυνατότητα δικαστικής επιδίωξης των ένδικων αξιώσεών τους, έλαβε χώρα εκ μέρους τους ήδη από τα μέσα Ιουνίου του έτους 2005, και όχι μεταγενέστερα, και, επομένως, από την ημεροχρονολογία της γνώσεως μέχρι τον χρόνο κατάθεσης της από 01.06.2014 ένδικης αγωγής τους, ήτοι την 24η Ιουνίου 2014, είχε παρέλθει πενταετία.

Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο σκέλος του ως άνω πρώτου λόγου αναίρεσης, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ.106,176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΘΕΩΡΕΙ ως μη ασκηθείσα την από 13.12.2018 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 72/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "…." και κηρύσσει καταργημένη την εκκρεμή δίκη ως προς τη διάδικο αυτή.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ως άνω από 13.12.2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 72/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ως προς τις λοιπές των αναιρεσιβλήτων ανώνυμες εταιρείες με τις επωνυμίες "…..", "…."και "….".

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων στη δίκη αναιρεσιβλήτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2022 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ