Legislator Case Law & Legislation
1588/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal in car sales contract dispute, ruling buyer entitled to full breach damages.

Case Number 1588/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a lower court's dismissal of a car sales contract claim. The buyer argued she was entitled to full breach damages rather than a reduced amount based on the car's defect. The court held that the lower court erred in limiting the remedy because the buyer explicitly claimed full price as damages and did not reserve the right to keep the defective vehicle.

Legislator headnote

AI generated

Articles 513, 522, 534, 535, 537, 540, 543 of the Civil Code; The buyer is entitled to claim full damages for non-performance of the contract when the defect is discovered within six months, provided the claim is not conditional upon retaining the defective item.

Keywords

AI generated
Civil Code Sales Contract Defective Goods Full Damages Breach of Contract Appeal Procedure Burden of Proof

Cited Legislation

AI generated
Articles 513, 522, 534, 535, 537, 540, 543 of the Civil Code
Article 374 of the Civil Code
Articles 325, 329, 378 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 49 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1588 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1588/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Χ., συζύγου Ι. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καλαϊτζίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία " ..." (ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 29/2016 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/5/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την μετ' επικλήσεως από την αναιρεσείουσα προσκομιζόμενη, υπ' αριθμ. 6066/14.11.2017 έκθεση επιδόσεως της αρμοδίας δικαστικής επιμελητρίας του Εφετείου Πειραιώς Δ. Σ. ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση [από 30.5.2017 και με αριθμ. καταθ. 15/2017], αιτήσεως αναιρέσεως με την υπ' αυτήν πράξη προσδιορισμού και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, από την επισπεύδουσα αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη. Εφόσον, όμως, η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου ούτε κατέθεσε, την από τη διάταξη του άρθρου 242§2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, (αρθρ. 573§1 ΚΠολΔ), προβλεπομένη δήλωση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της (αρθρ. 576 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 513 , 522, 534, 535, 537 και 5^0 του ΑΚ, όπως τα τέσσερα τελευταία έχουν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 του ν. 3034/2002, ο οποίος, κατά το άρθρο 14 τούτου, άρχισε να ισχύει από τις 21.8.2002, προκύπτουν τα ακόλουθα: ο πωλητής ευθύνεται ανεξάρτητα από υπαιτιότητά του αν το πράγμα, κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, ήτοι κατά το χρόνο παραδόσεώς του σ' αυτόν, έχει πραγματικά ελαττώματα ή στερείται τις συνομολογημένες ιδιότητες.

Το ελάττωμα ή η έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας που διαπιστώνεται μέσα σε έξι μήνες από την παράδοση του πράγματος τεκμαίρεται ότι υπήρχε κατά την παράδοση, εκτός αν τούτο δεν συμβιβάζεται με τη φύση του πράγματος που πουλήθηκε ή με τη φύση του ελαττώματος ή της έλλειψης. Ο αγοραστής στις περιπτώσεις ευθύνης του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ή για έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, δικαιούται, κατ' επιλογή του, είτε να απαιτήσει, χωρίς επιβάρυνσή του, τη διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν μία τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες, είτε να απαιτήσει τη μείωση του τιμήματος είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός αν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα.

Υπό το νέο δίκαιο, μετά και την κατάργηση των άρθρων 559 - 561 ΑΚ, ο αγοραστής έχει το δικαίωμα να κάνει χρήση, ενιαίως για κάθε πώληση, είτε γένους, είτε είδους, οποιουδήποτε από τα προαναφερόμενα ένδικα βοηθήματα, η δε ευθύνη του πωλητή, κατά τη σαφή έννοια των παραπάνω διατάξεων, αποτελεί πλέον ευθύνη λόγω μη εκπλήρωσης.

Η παράδοση παροχής ελαττωματικής ή χωρίς τις συμφωνημένες ιδιότητες συνιστά αθέτηση της υποχρέωσης προσήκουσας εκπλήρωσης που απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 534 AK.

Περαιτέρω, κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη, τα εκ του άρθρου 540 ΑΚ χορηγούμενα στον αγοραστή δικαιώματα και αξιώσεις δεν μπορούν να ασκηθούν σωρευτικά, αλλά, ο αγοραστής έχει το εκλεκτικό δικαίωμα να επιλέξει μια από αυτές και να την ασκήσει, γιατί κατά τη διάταξη του άρθρου 306 ΑΚ η οποία εφαρμόζεται αναλογικά επί διαζευκτικής συρροής αξιώσεων, η επιλογή, που θα γίνει μια φορά είναι αμετάκλητη ΑΠ (ΑΠ 202/2007).

Ειδικώς, όμως, καθόσον αφορά στην αξίωση διόρθωσης, που συνιστά επί της ουσίας αξίωση μετεκπλήρωσης της σύμβασης, ο αγοραστής εξακολουθεί να έχει δικαίωμα υπαναχώρησης ή μείωσης του τιμήματος, στην περίπτωση που η διόρθωση έλαβε μεν χώρα, το ελάττωμα όμως παρέμεινε. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή ενισχύεται τόσο από τη διάταξη του άρθρου 541 ΑΚ, σύμφωνα μβ την οποία "ο αγοραστής μπορεί, αν διαπιστωθεί αργότερα και άλλο ελάττωμα, να ασκήσει εκ νέου ένα από τα δικαιώματα" του όρθρου 540 AΚ, όσο και από την τελολογία των οικείων διατάξεων, δεδομένου ότι η αξίωση διόρθωσης ως αξίωση μετεκπλήρωσης της σύμβασης παρέχει μία επιπλέον δυνατότητα στον πωλητή, πριν την άσκηση των λοιπών δραστικότερων δικαιωμάτων από μέρους του αγοραστή, να εκπληρώσει προηγουμένως τη σύμβαση, διορθώνοντας το ελάττωμα.

Όταν, όμως, η διόρθωση αυτή αποβαίνει ατελέσφορη ή αποδεικνύεται αδύνατη ή αναποτελεσματική, τότε η στέρηση του αγοραστή από τη δυνατότητα άσκησης των λοιπών δικαιωμάτων του, θα κατέληγε σε μία αντίθετη προς το σκοπό του νόμου, αδυναμία ικανοποίησής του. Άλλωστε, στην περίπτωση που ο αγοραστής επιλέξει το δικαίωμα της αντικατάστασης, η άσκηση του οποίου γίνεται με άτυπη δήλωσή του απευθυντέα στον πωλητή και ο τελευταίος δεν προβεί στην αντικατάσταση εντός ευλόγου χρόνου κατ' άρθρο 540 παρ. 2 ΑΚ, ευθυνόμενος πλέον για μη εκπλήρωση της σύμβασης, τότε ο αγοραστής δικαιούται σε άσκηση μιας εκ των άλλων αξιώσεων των άρθρων 540, 543 εφόσον, η άσκηση της πρώτης αξίωσής του (αντικατάσταση πράγματος) δεν οδηγεί στην αποκατάσταση της ισοδυναμίας των εκατέρωθεν παροχών (ΑΠ 575/2013).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 543 του ΑΚ : "Αν κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή λείπει η συνομολογημένη ιδιότητα του πράγματος, ο αγοραστής δικαιούται, αντί για τα δικαιώματα του άρθρου 540, να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης ή, σωρευτικά με τα δικαιώματα αυτά, να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία που δεν καλύπτεται από την άσκησή τους.

Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση παροχής, ελαττωματικού πράγματος, η οποία οφείλεται σε πταίσμα του πωλητή". Από διατάξεις του παραπάνω άρθρου συνάγεται ότι εφόσον η προβλεπόμενη αυτές αποζημίωση οφείλεται στο πλαίσιο της συμβατικής ευθύνης του πωλητή λόγω της ελαττωματικότητας του πράγματος (παράβαση κύριας συμβατικής υποχρέωσης), συνιστά περίπτωση θετικού διαφέροντος "για μια εκπλήρωση της σύμβασης" (543 εδ.

α'), που αποσκοπεί, καλύπτοντας τόσο τις θετικές ζημίες όσο και το διαφυγόν κέρδος του αγοραστή, να τον φέρει (οικονομικά) στη θέση που θα βρισκόταν αν το πράγμα ανταποκρινόταν στη σύμβαση, δεν είχε δηλαδή το πραγματικό ελάττωμα ή αν έφερε τη συνομολογημένη ιδιότητα. Ειδικότερα, στην περίπτωση κατά την οποία ο αγοραστής επιλέξει να κρατήσει το πράγμα, δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση :

α) τόσο για τη θετική ζημία που επήλθε από την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας ή την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος και που συνίσταται στη διαφορά μεταξύ την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος και που συνίσταται στη διαφορά μεταξύ της αξίας που θα είχε το πωληθέν χωρίς την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας ή χωρίς το πραγματικό ελάττωμα και εκείνης που έχει ήδη το ελαττωματικό ή σε όσα δαπάνησε για την αποκατάσταση της έλλειψης και όχι στην πλήρη από την μη εκτέλεση της σύμβασης καθ' ολοκληρίαν οφειλόμενη αποζημίωση, όσο και για το διαφυγόν κέρδος εξαιτίας της έλλειψης της συνομολογημένης ιδιότητας ή της ύπαρξης του πραγματικού ελαττώματος, β) για τη λεγόμενη "περαιτέρω ζημία", δηλαδή τη ζημία σε άλλα, πέρα από το αντικείμενο της πώλησης ή σε αγαθά που απορρέουν από την προσωπικότητα (π.χ.:

στην υγεία του, στην κυριότητά του σε άλλα αντικείμενα κ.τ.λ.), η οποία, χωρίς να συνδέεται άμεσα με την "εκπλήρωση" της παροχής του πωλητή, οφείλεται εντούτοις έμμεσα και αυτή αιτιωδώς στην ελαττωματικότητα του πράγματος. Πρόκειται, δηλαδή, για τις ζημίες που οφείλονται μεν αιτιωδώς στην ελαττωματικότητα του πράγματος, αλλά δεν εμπίπτουν σε εκείνες που καταλαμβάνονται από το στοιχείο α' ανωτέρω της παρούσας.

Τέλος, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.

ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί αόριστοι, εκπρόθεσμοι, μη νόμιμοι, αλυσιτελείς και γενικά απαράδεκτοι, (Ολ ΑΠ 2/89, ΑΠ 867/1988, ΑΠ 1058/98) καθώς και ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ή που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/2,013, ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη, παρά το νόμο, πράγματα μη προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δέχθηκε ότι διαλαμβάνετο στο δικόγραφο της κατά της αναιρεσιβλήτου εγερθείσης ενδίκου (από 20.6.2006) αγωγή της, (με την οποία, κατά την επικουρική της βάσης - στην οποία και μόνο αναφέρεται η προβαλλόμενη παρούσα αιτίαση - και από την επίκληση υπάρξεως πραγματικών ελαττωμάτων και ελλείψεων συνομοληγηθεισών ιδιοτήτων στο πωληθέν, από την αναιρεσίβλητο Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο, ζήτησε την επίδικη της ισοπόσου προς το καταβληθέν τίμημα (35.672 ευρώ), πλήρους αποζημιώσεώς της, (δέχθηκε ότι διαλαμβάνετο), δήλωση επιλογής της ιδίας της αγοράστριας (ενάγουσας) περί διατηρήσεως του ελαττωματικού αυτοκινήτου με αποτέλεσμα να απορρίψει ως νομικά αβάσιμη την παραπάνω επικουρική βάση με την αιτιολογία ότι η γενομένη ως άνω δήλωση, καθιστούσε μη νόμιμη την πλήρη αλλά επιτρεπτή μόνο τη μερική αποζημίωση, η οποία, κατά τη σχετική παραδοχή της (προβαλλομένης), "συνίστατο στη διαφορά μεταξύ της αξίας που είχε το πωληθέν αυτοκίνητο, με και χωρίς τα ουσιώδη ελαττώματα ή σε όσα η εν λόγω διάδικος (αναιρεσείουσα - ενάγουσα - αγοράστρια), δαπάνησε για την αποκατάστασή τους", που όμως δεν ζητούσε η ενάγουσα - αναιρεσείουσα, αν και από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προέκυπτε η ανυπαρξία τέτοιας δηλώσεως, η οποία επέβαλε την αντίθετη κρίση της προσβαλλομένης, περί νομικής δηλαδή βασιμότητος της παραπάνω επικουρικής βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα τ' ακόλουθα: Με την από 20.6.2006 αγωγή της, όπως το περιεχόμενο αυτής εκτιμάται, η ενάγουσα - εκκαλούσα (αναιρεσείουσα) ισχυρίστηκε τα ακόλουθα:

Ότι στις 24.6.2004 δυνάμει σύμβασης που συνήψε στη ..., με την εκπρόσωπο της, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε", η εταιρεία ... Α.Ε., καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η εναγόμενη - εφεσίβλητη (αναιρεσίβλητη) εταιρεία με την επωνυμία "..." και με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", ανέλαβε την υποχρέωση να της πωλήσει και να της παραδώσει ένα καινούργιο ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητο, τύπου τζιπ ..., εργοστασίου κατασκευής ..., χρώματος μαύρου με αριθμό πλαισίου ….96, αριθμό κυκλοφορίας …40 και κυλινδρισμού 2.295 κ.

ε., 14 ίππων, αντί συνολικού τιμήματος ύψους 36.672 ευρώ. Ότι έναντι του ποσού αυτού κατέβαλε ως προκαταβολή το ποσό των 18.000 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο τίμημα, ύψους 17.672 ευρώ πιστώθηκε και συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε πενήντα (50) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, από 357,96 ευρώ η καθεμία, αρχής γενομένης την 5.8.2004, συμπεριλαμβανομένων στο προαναφερόμενο ποσό και των εξόδων λήψης δανείου για την αποπληρωμή του πιστωθέντος ως άνω τιμήματος.

Ότι μέσα στο πρώτο δεκαήμερο από την αγορά του και προτού συμπληρωθούν 200 χιλιόμετρα κυκλοφορίας του, διαπιστώθηκε ότι το πωληθέν ως άνω αυτοκίνητο παρουσίαζε τα αναφερόμενα στο οικείο δικόγραφο (αγωγή) ουσιώδη πραγματικά ελαττώματα, τα οποία αναιρούν την αξία και την χρησιμότητα του, στερώντας του παράλληλα την ευλόγως αναμενόμενη ασφάλεια, και τα οποία δεν κατέστη δυνατό να αποκατασταθούν, παρά τις προς το σκοπό αυτό επιχειρηθείσες επανειλημμένως επισκευές, κατά τα αναλυτικώς παρατιθέμενα στην ένδικη αγωγή πραγματικά περιστατικά.

Ότι κατόπιν των ανωτέρω η εν λόγω διάδικος (ενάγουσα- εκκαλούσα) κοινοποίησε στην εναγόμενη - εφεσίβλητη την από 14.9.2005 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία διαμαρτυρήθηκε για την φερόμενη ως επιδειχθείσα παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά, τάσσοντας της, παράλληλα, προθεσμία, προκειμένου να αντικαταστήσει το πωληθέν ελαττωματικό αυτοκίνητο με άλλο χωρίς τα ελαττώματα του πρώτου και ενημερώνοντάς την συγχρόνως ότι σε διαφορετική περίπτωση θα επεδίωκε την αποκατάσταση κάθε ζημίας της (θετικής και αποθετικής).

Ότι, όμως, η ανωτέρω ενέργειά της δεν είχε αποτέλεσμα, καθώς τόσο η αρχική όσο και η προθεσμία που τάχθηκε εκ των υστέρων, παρήλθαν άπρακτες. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά.....η ενάγουσα - εκκαλούσα ζήτησε: 1) κατά μεν την κύρια βάση της ένδικης αγωγής, να υποχρεωθεί η εναγόμενη - εφεσίβλητη να αντικαταστήσει το προπεριγραφόμενο πωληθέν αυτοκίνητο με άλλο όμοιο καινούργιο, 2) κατά δε την επικουρική βάση αυτής (αγωγής), σε περίπτωση άρνησης της Πρώτης να προβεί στην επιδιωκόμενη αντικατάσταση, να υποχρεωθεί η εναγόμενη-εφεσίβλητη να της, καταβάλει το ποσό των 35.672 ευρώ, που είναι το συμφωνημένο τίμημα (της πώλησης), ως αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση της σύμβασης.....

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, με την υπ' αριθμ. 37/2010 απόφασή του, έκρινε την ένδικη αγωγή παραδεκτή και νόμιμη κατά την κύρια βάση της και περαιτέρω απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, για την επιδίκαση στην τελευταία του ποσού των 35.672 ευρώ, που αντιστοιχεί στο συμφωνημένο τίμημα, ως αποζημίωση λόγω μη εκπλήρωσης της σύμβασης, στηρίζοντας την απορριπτική του κρίση στην κύρια αιτιολογία ότι, εφόσον επρόκειτο για πράγμα ορισμένο κατά γένος που μπορούσε να αντικατασταθεί και η ενάγουσα - εκκαλούσα επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα αντικατάστασης του ελαττωματικού πράγματος (κατ' άρθρο 540 παρ. 1 του ΑΚ), αναλώθηκε πλέον το δικαίωμα επιλογής της μεταξύ των διαζευκτικά παρεχόμενων από το νόμο δικαιωμάτων της (δηλαδή της διόρθωσης ή της αντικατάστασης ή της μείωσης του τιμήματος ή της υπαναχώρησης ή της αποζημίωσης, υπό προϋποθέσεις, λόγω μη εκπλήρωσης της σύμβασης, σε περίπτωση ελαττωματικού πράγματος, όταν το ελάττωμα οφείλεται σε υπαιτιότητα του πωλητή - υποκειμενική ευθύνη του πωλητή) καθώς και ότι η επιλογή του δικαιώματος αυτού (της αντικατάστασης) κατέστη αμετάκλητη, αποκλεισμένης κατόπιν αυτών, έστω και επικουρικώς σωρευόμενης στο ίδιο δικόγραφο, της άσκησης άλλου, από τα ως άνω αναφερόμενα, δικαιώματά της και δη αυτού της αποζημίωσης λόγω μη εκπλήρωσης της σύμβασης (άρθρο 543 ΑΚ), κρίνοντας ότι εφαρμόζεται αναλογικά η διάταξη του άρθρου 306 ΑΚ.....Περαιτέρω, απέρριψε την κύρια βάση της ένδικης αγωγής στην ουσία της, κατά παραδοχή και της βασιμότητας συναφούς προβληθείσας ένστασης της εφεσίβλητης - εναγόμενης.

Κατά της απόφασης αυτής και συγκεκριμένα κατά το σκέλος αυτής, με το οποίο απορρίφθηκε η επικουρική βάση της αγωγής της, σύμφωνα με τα ανωτέρω, παραπονείται με την κρινομένη έφεσή της η εκκαλούσα - ενάγουσα, για τον αναφερόμενο στο οικείο δικόγραφο μοναδικό λόγο, που συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, σύμφωνα με τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο οικείο δικόγραφο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αγωγής, με την επικουρική βάση αυτής, ως προς την απόρριψη της οποίας και μόνον πλήττεται η εκκαλούμενη απόφαση, η ενάγουσα - εκκαλούσα, επιβοηθητικώς, για την περίπτωση που η εναγόμενη - εφεσίβλητη αρνούνταν να προβεί στην αντικατάσταση του πωληθέντος ελαττωματικού αυτοκινήτου με άλλο καινούργιο, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει το ποσό των 35.672 ευρώ, που αντιστοιχεί στο συμφωνημένο τίμημα, ως αποζημίωση λόγω μη εκπλήρωσης της σύμβασης, από το οποίο (τίμημα) η εν λόγω διάδικος (ενάγουσα - εκκαλούσα) υποστήριξε ότι έχει ήδη καταβάλει ποσό 18.000 ευρώ σαν προκαταβολή και ότι το υπόλοιπο εξοφλούνταν από το προϊόν του υπ' αριθμ.

…./..5770 καταναλωτικού δανείου ύψους 17.672 ευρώ, που αυτή συνήψε με την ... ΤΡΑΠΕΖΑ, πενήντα (50) μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, από τις οποίες έχει ήδη καταβάλει τις είκοσι δύο (22). Ενώ δε μετά την κρίση περί του αδύνατου της αντικατάστασης του πωληθέντος ελαττωματικού αυτοκινήτου και την απόρριψη ως εκ τούτου της κύριας βάσης της ένδικης αγωγής, η ενάγουσα - εκκαλούσα ως αγοράστρια δικαιούνταν να ασκήσει μία από τις αξιώσεις των άρθρων 540, 543 του ΑΚ., σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, εντούτοις, με την επικουρική βάση της αγωγής της η τελευταία ζητά να της καταβληθεί ως αποζημίωση για την μη εκπλήρωση της σύμβασης πώλησης, το ποσό των 35.672 ευρώ, που αντιστοιχεί στο συμφωνημένο τίμημα αυτής (της πώλησης).

Πλην όμως, σύμφωνα με όσα παρατίθενται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία η ενάγουσα - εκκαλούσα ζητά να υποχρεωθεί η εναγόμενη - εφεσίβλητη να της Καταβάλει το ως άνω ποσό, που αφορά αυτό καθεαυτό το τίμημα της αγοράς του επίδικου αυτοκινήτου, είναι μη νόμιμη και, ως εκ τούτου, απορριπτέα.

Κι αυτό, γιατί η ενάγουσα - εκκαλούσα, η οποία βάσει του αγωγικού δικογράφου επέλεξε να κρατήσει το ελαττωματικό αυτοκίνητο, δικαιούται αποζημίωσης, που έχει όμως συγκεκριμένο περιεχόμενο, συνιστάμενη στη διαφορά μεταξύ της αξίας που θα είχε το πωληθέν αυτοκίνητο χωρίς τα ουσιώδη ελαττώματα που διαπιστώθηκαν και εκείνης που έχει ήδη το ελαπωματικό ή σε όσα η εν λόγω διάδικος δαπάνησε για την αποκατάστασή τους και όχι στην πλήρη από την μη εκτέλεση της σύμβασης καθ' ολοκληρίαν οφειλόμενη αποζημίωση, όπως αυτή (ενάγουσα - εκκαλούσα) ζητά, το εν λόγω δε αίτημα μόνον με την άσκηση του δικαιώματος της υπαναχώρησης μπορεί να ικανοποιηθεί.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως προαναφέρεται, με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της ασκηθείσας ως άνω αγωγής με την προπαρατεθείσα κύρια αιτιολογία του. Ενόψει δε του ότι η αιτιολογία αυτή συγκεντρώνει κάθε αναγκαία και επαρκή συνθήκη για την απόρριψη της αντίστοιχης βάσης της ένδικης αγωγής, οι εσφαλμένες επάλληλες αιτιολογίες, που στηρίζουν την ίδια (απορριπτική) κρίση της, δεν ασκούν έννομη επιρροή, διότι η κύρια αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς αυτή (την απορριπτική της κρίση) και, ως εκ τούτου, το συναφές διατακτικό της.

Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που κατέληξε στην ίδια κρίση με την εκκαλούμενη απόφαση, κατά το προσβαλλόμενο κεφάλαιο της τελευταίας, δεν έσφαλε απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 του ΚΠολΔ)".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην αποδιδομένη με τον παραπάνω (από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ), αναιρετικό λόγο πλημμέλεια καθόσον, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που δεν είχαν προταθεί και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δέχθηκε, ότι στο δικόγραφο της, με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα, ενδίκου αγωγής της αναιρεσείουσας (ενάγουσας) διελαμβάνετο, ο, πράγμα κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ συνιστών, ισχυρισμός της τελευταίας περί διακρατήσεως και μη επιστροφής του ελαττωματικού αυτοκινήτου, παρόλο που, από την παραδεκτή επισκόπηση αυτού (αγωγικού δικογράφου) και δη την κατά λέξη ανάγνωσή του, προκύπτει η ανυπαρξία ρητής ή έστω τεκμαιρομένης διατυπώσεως, τέτοιας δηλώσεως.

Πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι η έλλειψη οποιασδήποτε αναφορά της ενάγουσας στο αγωγικό δικόγραφο περί προσφοράς (επιστροφής) του πωληθέντος ελαττωματικού αυτοκινήτου δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραδοχή της προσβαλλομένης ότι "η ενάγουσα, βάσει του αγωγικού δικογράφου επέλεξε να κρατήσει το ελαττωματικό αυτοκίνητο", αφού η προσφορά του αγοραστή προς επιστροφή του πράγματος, δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής αλλ' απλώς ο πωλητής δικαιούται, ως εναγόμενος, ν' αρνηθεί την εκπλήρωση της οφειλόμενης απ' αυτόν παροχής, προβάλλοντας προς τούτο είτε την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος (άρθρο 374 ΑΚ0, είτε την ένσταση επισχέσεως (άρθαρ 325 επ.

ΑΚ), με αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις η καταδίκη του πωλητή προς παροχή να γίνει υπό τον όρο της ταυτόχρονης εκ μέρους του αγοραστή εκπληρώσεως της αντιπαροχής που τον βαρύνει, σύμφωνα με τα άρθρα 329 και 378 ΑΚ. Αν δεν προβληθεί τέτοια ένσταση από τον πωλητή το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να διαλάβει στην απόφαση του διάταξη περί υποχρεώσεως του ενάγοντος, να εκπληρώσει ταυτοχρόνως με την υποχρέωση του εναγομένου για απόδοση του τιμήματος την υποχρέωσή του για απόδοση του πωληθέντος.

Αποτέλεσμα της κατά τα άνω πλημμελείας ήταν η απόρριψη, ως μη νομίμου, της (επικουρικής) βάσεως της αγωγής με την αιτιολογία - παραδοχή ότι "η ενάγουσα - εκκαλούσα, η οποία βάσει του αγωγικού δικογράφου επέλεξε να κρατήσει το ελαττωματικό αυτοκίνητο, δικαιούται αποζημίωση, συνισταμένης στη διαφορά μεταξύ της αξίας με και χωρίς το ελάττωμα ή σε όσα ο διάδικος δαπάνησε για την αποκατάστασή του και όχι στην πλήρη από το μη εκτέλεση της σύμβασης καθ' ολοκληρίαν οφειλομένη αποζημίωση, όπως αυτή (ενάγουσα) ζητά....", η οποία όμως κρίνεται εσφαλμένη καθόσον η αναιρεσείουσα (αγοράστρια - ενάγουσα), ενόψει της αυτοτελούς και όχι σωρευτικής με τα άλλα παρεχόμενα από τη διάταξη του άρθρου 540 Ακ δικαιώματα ασκήσεως της αξιώσεως αποζημιώσεως και της ανυπαρξίας δηλώσεως αυτής περί διακρατήσεως του ελαττωματικού αυτοκινήτου, δικαιούτο κατ' εφαρμογή του άρθρου 543 ΑΚ, να ζητήσει την πλήρη, για μη εκτέλεση της συμβάσεως, αποζημίωση, όπως ακριβώς έπραξε με το ένδικο αγωγικό δικόγραφο υπό τη διατύπωση "να καταβάλει το ποσό των 35.672 ευρώ, που είναι το συμφωνημένο τίμημα, ως αποζημίωση για την μη εκπλήρωση της συμβάσεως", προσδιορίζοντας τη ζημία της στο ύψος του καταβληθέντος τιμήματος, το οποίο και δεν ζητεί καθ' εαυτό αλλά ως αποζημίωση και όχι την συνισταμένη στη διαφορά της αξίας με και χωρίς το ελάττωμα μερική αποζημίωση, όπως εσφαλμένως έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να γίνει δεκτός, ως και ουσιαστικά βάσιμος, ο παραπάνω από το αρθρ. 559 αρ. 8 ΠολΔ, λόγος η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών αιτιάσεων, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (αρθρ. 580 §3 ΚΠολΔ), διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 49 §4 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ηττηθείσης αναιρεσιβλήτου (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 29/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Πατρών, συγκροτούμενο από διαφορετικούς, από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, δικαστές.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ