Legislator Case Law & Legislation
1588/2016 AI generated

1588/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1588/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1588/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής...". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Keywords

AI generated
unpaid customs duties public levies dispute capacity to incur bill liability late payment of fees indigence default of taxpayer
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1588 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1588/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιπποκράτη - Αλέξανδρο Μυλωνά, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 394/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Μαρτίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 277/2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της ένδικης αξιόποινης πράξεως, ήτοι μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, στη συνέχεια, με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 και, τέλος, με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 3943/2011, "Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:

α) έως ένα έτος, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παράγραφο 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ. ... δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.

Χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής...". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση, κατά την οποία αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν το τελευταίο, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Περαιτέρω, από τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας διατάξεις προκύπτει, ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προαναφερθέντος εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται κατά τα άνω, είναι: 1) η αρχή, που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαία με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος, ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη, που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμιακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του σε δόσεις χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του, οπότε συνάγεται και προσδιορίζεται και ο χρόνος τελέσεως του αδικήματος.

Ειδικά ως προς το δόλο, που απαιτείται κατά κανόνα, σύμφωνα με το άρθρ. 26 παρ. 1 Π.Κ., προς στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως των κακουργημάτων και πλημμελημάτων και συνίσταται, κατά το άρθρ. 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών, που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως, η ύπαρξη αυτού δεν είναι αναγκαίο, κατ’ αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου ο νόμος αρκείται σε κοινό (απλό) δόλο.

Η επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.

Ισχυρισμοί, όμως, οι οποίοι αποτελούν άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα δεν είναι αυτοτελείς υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια και, ως εκ τούτου, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή τους.

Λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ Κ.Ποιν.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ’ αριθ. 394/2015, αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος, στην Αθήνα, στις 26/3/2012, ενώ ήταν οφειλέτης του Δημοσίου και τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των χρεών του προς το Δημόσιο, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τις 150.000,00 ευρώ.

Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ. Α’ Αθηνών, όπως ακριβώς αναφέρονται στον κατωτέρω πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αριθ. ειδ. Βιβλίου …/2012), ο οποίος συνοδεύει, ως αναπόσπαστο μέρος αυτής, την από 4-4-2012 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., ηθελημένα δεν κατέβαλε το ποσό των 22.441.312,24 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων και των προσαυξήσεων, όπως κατωτέρω αναφέρονται αναλυτικά, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο.

Ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία και προβάλλει τον αυτοτελή ισχυρισμό περί ελλείψεως καταλογισμού, λόγω ελλείψεως δόλου, άλλως άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως. Οι ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος από πρόθεση δεν κατέβαλε το οφειλόμενο στο Δημόσιο ποσό, ούτε προέβη σε ρύθμιση καταβολής αυτού με δόσεις.

Κατ’ ακολουθίαν, αφού απορριφθεί ως αβάσιμος ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη που κατηγορείται." Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξεως της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο άνω των 150.000 ευρώ, για την οποία του επέβαλε φυλάκιση πέντε (5) ετών, μετατραπείσα προς είκοσι (20) ευρώ ημερησίως, με το ακόλουθο διατακτικό: "

Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στην Αθήνα, στις 26/3/2012 όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα [150.000,00] Ευρώ.

Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στην Δ.Ο.Υ. Α’ Αθηνών, όπως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ.(αριθμ.ειδ. Βιβλίου …/2012), και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 4-4-2012 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 22.441.312,24 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων και των προσαυξήσεων, όπως κατωτέρω αναφέρονται αναλυτικά, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο. .

Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, αφού εκτίθενται σ’ αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από όπου συνήγαγε τα περιστατικά αυτά -χωρίς να απαιτείται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή- και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.

Ειδικότερα, προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αρχή, που προέβη στη βεβαίωση του χρέους (Δ.Ο.Υ. Α’ Αθηνών), το ύψος του χρέους, που υπερβαίνει τα 150.000 ευρώ, ανερχόμενο στο ποσό των 22.441.312,24 ευρώ, ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ), το είδος του χρέους (από ποινική απόφαση), ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους αυτού (14-3-2008) και ο ακριβής χρόνος καταβολής του (25-11-2011), δηλαδή ο χρόνος, κατά τον οποίο αυτό, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς του, έπρεπε να καταβληθεί από τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο (καταστάν ληξιπρόθεσμο υπό την ισχύ του Ν. 3220/2004) και δεν είχε καταβληθεί μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως, καθώς και ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, ο οποίος, σύμφωνα με τις παραδοχές, είναι η 26-3-2012, ήτοι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος.

Οι επί μέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, διότι: 1) Το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, δεν ταυτίζεται με το διατακτικό, αφού περιέχει και σκέψη περί απορρίψεως του υποβληθέντος από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ισχυρισμού περί "ελλείψεως καταλογισμού, λόγω ελλείψεως δόλου, άλλως άρσεως του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως", ενώ, άλλωστε, το διατακτικό περιέχει αναλυτικά και με τόση πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν αντικειμενικά και υποκειμενικά το έγκλημα, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.

Ο δε ισχυρισμός του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, με τον οποίο αυτός επικαλέσθηκε οικονομική αδυναμία καταβολής του επίδικου χρέους δεν θεμελιώνει αυτοτελή ισχυρισμό (με την έννοια που αναπτύχθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη), που αποκλείει τον καταλογισμό ή τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, όπως αβάσιμα διατείνεται ο ίδιος, αλλά συνιστά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, που ενεργεί ως επιχείρημα κατά της συνδρομής του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου, στον οποίο το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.

Εν τούτοις, όμως, απήντησε, δεχθέν ανελέγκτως, ότι ο αναιρεσείων ηθελημένα και από πρόθεση δεν κατέβαλε στο Δημόσιο το προαναφερθέν οφειλόμενο ποσό. 2) Ο σχετικός με την υπόθεση πίνακας χρεών της προμνημονευόμενης Δ.Ο.Υ. αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και, όπως προαναφέρθηκε, προσδιορίζονται σ’ αυτήν το είδος και το ύψος του χρέους, ο χρόνος βεβαιώσεώς του, ο τρόπος πληρωμής του και ο χρόνος καταβολής του, ενώ δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωση του παραπάνω εγκλήματος η αιτία, από την οποία προήλθαν τα χρέη προς το Δημόσιο αλλά μόνο η βεβαίωσή τους (Α.Π. 1336/2014). 3) Δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη αιτιολογία της συνδρομής δόλου στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για παράβαση του άρθρου 25 παρ.1 Ν. 1882/1990, αφού η εν λόγω αξιόποινη πράξη, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, προϋποθέτει κοινό δόλο, ο οποίος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που τη συγκροτούν αντικειμενικά και διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία για την αιτιολόγησή του. 4) Με το να δεχθεί ανελέγκτως το Δικαστήριο της ουσίας, ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως αυτής (ο οποίος, όπως προεκτέθηκε, είναι ανεξάρτητος του χρόνου βεβαιώσεως του χρέους) είναι η 26-3-2012, που συμπίπτει με την πάροδο τεσσάρων μηνών από το ληξιπρόθεσμο του χρέους, ορθώς εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 3943/2011, αφού το έγκλημα τούτο, με βάση την παραδοχή αυτή, τελέσθηκε υπό το κράτος της ισχύος της άνω διατάξεως.

Επομένως, αμφότεροι οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμοι.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρ. 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-3-2015 αίτηση του Σ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 394/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ