Legislator Case Law & Legislation
1588/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on disability compensation under Article 931 of the Civil Code.

Case Number 1588/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by an insurance company against a final judgment awarding disability compensation to a motorcyclist. The lower court correctly applied Article 931 of the Civil Code, recognizing the disability as an independent legal good protected by the Constitution, entitling the victim to 15,000 euros regardless of income loss. The appellate court found no legal errors in the application of this substantive law or the procedural conduct of the trial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 931 A.K.; Art. 21 para. 4 & 6 Constitution: The right to disability compensation is an independent legal good protected by the Constitution, and the lower court's application of this provision does not constitute a ground for appeal.

Keywords

AI generated
disability compensation Article 931 Civil Code constitutional protection motorcycle accident appeal dismissal independent legal good civil liability

Cited Legislation

AI generated
Art. 931 A.K.
Art. 21 para. 4 & 6 Constitution
Art. 561§2 K.Pol.D.
Art. 559 K.Pol.D.
Art. 495§4 K.Pol.D.
Art. 106, 176, 183 K.Pol.D.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1588 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1588/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑϊΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ" νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραΐσκο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Ν. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασίλη Γιαννόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:293/2005 μη οριστική, 2903/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2969/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-12-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης ανέγνωσε την από 5-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την κατ' άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι, η με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2969/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Ο ήδη αναιρεσίβλητος είχε εγείρει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 22.5.2003 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 6948/2003 αγωγή, στρεφομένη κατά α) του μη μετέχοντος της παρούσας κατ' αναίρεση δίκης Χ. Μ. και β) της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, με την οποία ιστορούσε ότι ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με γερμανικές πινακίδες υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκει στην ιδιοκτησία του και ήταν ασφαλισμένο κατά του κινδύνου γέννησης αστικής ευθύνης του έναντι τρίτων κατά την κυκλοφορία του στην δεύτερη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, προκάλεσε από υπαιτιότητά του φθορές και βλάβες στην ανήκουσα στην ιδιοκτησία του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, καθώς και τον τραυματισμό του, κατά την σύγκρουση των οχημάτων αυτών, που έγινε κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή. Με βάση δε αυτό το ιστορικό και μετά από παραδεκτό περιορισμό της αγωγής, που έγινε με μετατροπή του αρχικού καταψηφιστικού της αιτήματος σε αναγνωριστικό, ζήτησε όπως αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να του καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, ως θετική και αποθετική ζημία, ως αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τα ποσά που ειδικότερα μνημονεύονται στην αγωγή, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση αυτής.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 293/2005 παρεμπίπτουσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε ιατρική πραγματογνωμοσύνη σχετικά με την κατάσταση της υγείας του ενάγοντα και στη συνέχεια, μετά την διενέργεια αυτής, η υπ' αριθμ. 2903/2007 οριστική απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή αυτή ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμη για το ποσό των 54.871 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση αμφότερα τα διάδικα μέρη και ειδικότερα ο μεν ενάγων άσκησε την από 10.7.2008 και με αριθμό κατάθεσης 7233/2008 έφεση, οι δε εναγόμενοι την από 25.2.2009 και με αριθμό κατάθεσης 1899/2009 τοιαύτη. Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκάστης τούτων, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 121/2010 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η διεξαγωγή ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, για να διαπιστωθεί η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος εκκαλούντος και εφεσίβλητου και μετά την διενέργεια αυτής η υπ' αριθμ. 2969/2013 οριστική απόφαση του προαναφερόμενου δικαστηρίου με την οποία τούτο, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, έκανε δεκτές αμφότερες τις εφέσεις ως βάσιμες και κατ' ουσία και αφού εξαφάνισε στο σύνολό της την προσβαλλόμενη απόφαση και κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμη για τα ειδικότερα σ' αυτήν μνημονευόμενα ποσά, τα οποία είναι υπέρτερα των πρωτοδίκως επιδικασθέντων.

Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνεται η εναγόμενη - εκκαλούσα και εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους, οι οποίοι και ερευνώνται στη συνέχεια κατά τα παρακάτω για ένα έκαστο τούτων ειδικότερον εκτιθέμενα.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., δημιουργούνται, ο μεν πρώτος, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας και εφόσον αυτά αφορούν στην εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, όχι όμως και στην εκτίμηση των αποδείξεων προς εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, δεν περιέχοντα καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Έτσι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτόν λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα σχετικά με τις συνθήκες πρόκλησης του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, κατά το οποίο τραυματίσθηκε ο ήδη αναιρεσίβλητος και την υπαιτιότητα στην επέλευση αυτού του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου Χ.

Μ. και ειδικότερα κατά ακριβή μεταφορά τούτων ότι : "Στις 26.11.2001 και ώρα 12.50 περίπου, ο ενάγων, οδηγώντας την με αριθμό ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας του εκινείτο στην Ιερά Οδό, με κατεύθυνση από την Αθήνα προς το Χαϊδάρι. Η οδός αυτή, στο ύψος της συμβολής της με την οδό Ζεφύρου, είναι διπλής κατεύθυνσης, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και διαχωριστική νησίδα στο μέσον.

Το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι τα 50 χιλιόμετρα την ώρα (άρθρο 20 Κ.Ο.Κ.). Ο ενάγων έβαινε στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας του, με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε το παραπάνω ανώτατο όριο. Την ίδια ώρα ο πρώτος εναγόμενος Χ. Μ., οδηγώντας το με αριθμό ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο στην Ιερά Οδό με κατεύθυνση προς την Αθήνα και με πρόθεση στη συμβολή της με την οδό Ζεφύρου να ελιχθεί αριστερά για να εισέλθει στη δεύτερη αυτή οδό.

Όταν ο εναγόμενος πλησίασε τη συμβολή αυτή, κινούμενος στην παρακαμπτήρια λωρίδα (εσοχή) της Ιεράς Οδού, ελίχθηκε αριστερά από το διάκενο της διαχωριστικής νησίδας, αιφνιδιαστικά και χωρίς προηγούμενο επαρκή έλεγχο της κυκλοφορίας στο ρεύμα πορείας προς το Χαϊδάρι, με αποτέλεσμα, αφού διέσχισε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα του αμέσως παραπάνω ρεύματος πορείας, να επιπέσει, με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματός του, στην αριστερή πλευρά της μοτοσυκλέτας, η οποία εκτινάχθηκε δεξιά στο πεζοδρόμιο και προσέκρουσε σε διαφημιστικές πινακίδες.

Όταν ο εναγόμενος ελίχθηκε από το διάκενο της διαχωριστικής νησίδας, ο ενάγων κινούμενος με κανονική ταχύτητα στη δεξιά λωρίδα, είχε πλησιάσει σε απόσταση ελάχιστων μέτρων, λιγότερων από δέκα (10), για να διέλθει. Με τα περιστατικά αυτά που εξάγονται από την προσήκουσα συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, αποκλειστικός υπαίτιος της πρόκλησης του ατυχήματος είναι ο εναγόμενος οδηγός, διότι δεν εκινείτο με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, όπως όφειλε, ώστε να αντιληφθεί την μοτοσυκλέτα του ενάγοντος που πλησίαζε και δεν ανέμενε τη διέλευση τούτου, πριν επιχειρήσει τον αριστερό ελιγμό (παράβαση άρθρων 12§1 και 23§2 του Ν. 2696/1999 Κ.Ο.Κ.).

Άρα η ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος που πρότειναν και πρωτόδικα οι εναγόμενοι, είναι ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα διότι δεν αποδείχτηκε υπερβολική ταχύτητά του, ούτε δυνατότητα αποφευκτικού ελιγμού". Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε συνοπτική μεν πλην όμως πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογία ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων, η οποία επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Δεν ήταν δε ανάγκη για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης να διαλαμβάνονται σε αυτή α) αν η κίνηση του πρώτου εναγόμενου ήταν επιτρεπτή ή όχι σύμφωνα με τον Κ.Ο.Κ., διότι αν ήταν ανεπίτρεπτη τούτο θα επέτεινε την υπαιτιότητά του και δεν θα την αναιρούσε, ούτε και θα την περιόριζε, β) αν ο εν λόγω εναγόμενος προτού επιχειρήσει τον προς τα αριστερά της πορείας του ελιγμό, προκειμένου να εισέλθει στην οδό Ζεφύρου ακινητοποίησε ή όχι το όχημά του και ποία ήταν η ταχύτητα αυτού, γ) αν στο σημείο του ατυχήματος η Ιερά Οδός, στο ρεύμα από Αθήνα προς Χαϊδάρι, επί του οποίου ρεύματος κινείτο ο ενάγων, είναι ευθεία και σε πόση απόσταση, ώστε να κριθεί αν υπήρχε ορατότητα εκάστου οδηγού των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων προς την κατεύθυνση του άλλου, δ) ποίο το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος της Ιεράς Οδού προς Χαϊδάρι και ποίο το πλάτος εκάστης από τις δύο λωρίδες του ρεύματος αυτού, ε) αν υπήρχε ή όχι πυκνή κυκλοφορία στο ρεύμα της ως άνω οδού προς Χαϊδάρι και τούτο (ήτοι το μη αναγκαίο της παράθεσης των φερομένων ως ελλειπόντων ως άνω υπό στοιχεία β' έως και ε' στοιχείων της απόφασης), διότι, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο της ουσίας, γενεσιουργό αίτιο του ενδίκου ατυχήματος ήταν η ανέλεγκτη είσοδος του ζημιογόνου αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας της μοτοσυκλέτας κατά την στιγμή που αυτή απείχε από το εν λόγω αυτοκίνητο δέκα (10) περίπου μέτρα και η πρόσκρουση αυτού με το εμπρόσθιο τμήμα επί του αριστερού πλευρού της μοτοσυκλέτας, η οποία κινείτο στην δεξιά λωρίδα του προς Χαϊδάρι ρεύματος της Ιεράς Οδού.

Ακόμη δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία η μη αναφορά της θέσης των συγκρουσθέντων οχημάτων μετά την σύγκρουση, αφού η φερομένη αυτή έλλειψη δεν ασκεί καμία επίδραση στην υπαιτιότητα των οδηγών των εμπλακέντων στην σύγκρουση οχημάτων, η οποία και αν ακόμη προσδιοριζόταν απλώς θα κατεδείκνυε την σφοδρότητα ή μη της πρόσκρουσης του ζημιογόνου αυτοκινήτου επί της μοτοσυκλέτας.

Τέλος ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι "είναι ελλιπής λόγω της γενικότητάς της" η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι "...Όταν ο εναγόμενος ελίχθηκε από το διάκενο της διαχωριστικής νησίδας, ο ενάγων κινούμενος με κανονική ταχύτητα στη δεξιά λωρίδα, είχε πλησιάσει σε απόσταση ελάχιστων μέτρων, λιγότερων από δέκα (10), για να διέλθει...", είναι απορριπτέος λόγω της αοριστίας του, συνισταμένης στο ότι δεν εξειδικεύεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτής.

Κατά συνέπεια οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος και δεύτερος κατά σειρά λόγοι της αναίρεσης, από τους αριθμούς 19 και 1, αντίστοιχα, του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 300 Α.Κ. αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή στην έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να μην επιδικαστεί από το δικαστήριο αποζημίωση στον ζημιωθέντα ή για να μειωθεί το ποσό της απαιτείται συντρέχον πταίσμα του και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος (υπαίτιας πράξης ή παράλειψης) και του επελθόντος αποτελέσματος.

Αν δεν υπάρχει ο απαιτούμενος αυτός αιτιώδης σύνδεσμος διατηρείται πλήρης η αξίωση αποζημιώσεως του ζημιωθέντος. Ειδικότερα, επί σύγκρουσης αυτοκινήτου και μοτοσυκλέτας, οπότε εφαρμόζεται το κοινό δίκαιο (άρθρο 10 ν. ΓΠΝ/1911, 914 επ. 297, 298, 300 ΑΚ) και θανάτωσης ή τραυματισμού του οδηγού της μοτοσυκλέτας, η παράλειψη χρήσης προστατευτικού κράνους του θανατωθέντος ή τραυματισθέντος οδηγού της μοτοσυκλέτας, που επιβάλλεται από το νόμο (άρθρο 16§6 του ΚΟΚ), λαμβάνεται υπόψη και θεμελιώνει συντρέχον πταίσμα του εφόσον συνδέεται αιτιωδώς με τις επελθούσες σωματικές κακώσεις.

Αν από το είδος και τον τρόπο επέλευσης των σωματικών κακώσεων του θανόντος ή τραυματισθέντος η χρήση του προστατευτικού κράνους δεν ήταν ικανή να αποτρέψει το αποτέλεσμα του θανάτου ή του τραυματισμού, τότε λείπει η αναγκαίως απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια και η παράλειψη της χρήσης του κράνους δεν μπορεί να θεμελιώσει συνυπαιτιότητά του.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ειδικότερα α) των από 7.6.2004 προτάσεων της ήδη αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (σελ. 6 επ.), β) της υπ' αριθμ. 2903/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (β'σελ. 2ου φύλλου), γ) της από 25.2.2009 έφεσης αυτής (σελ. 7 επ.) και δ) του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι α) η ήδη αναιρεσείουσα είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου τον ισχυρισμό (ένσταση) περί συνυπαιτιότητας του παθόντος στην έκταση του τραυματισμού του (ΑΚ 300), οφειλόμενης (έκτασης του τραυματισμού) στο ότι δεν έφερε αυτός προστατευτικό κράνος, β) ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως αβάσιμος και γ) επαναφέρθηκε με τον δεύτερο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, το δε Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, επί του θέματος τούτου τα ακόλουθα και ειδικότερα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η επίδικη σύγκρουση είχε ως αποτέλεσμα, εκτός από τις βλάβες της μοτοσυκλέτας του ενάγοντος και το σοβαρό τραυματισμό του.

Συγκεκριμένα, ο ενάγων υπέστη, α) κάταγμα αριστερής κλειδός, που αντιμετωπίστηκε συντηρητικά, β) κάταγμα ρινικών οστών, που επίσης αντιμετωπίστηκε συντηρητικά, γ) κάταγμα κνήμης - περόνης, που αντιμετωπίστηκε με γύψινο νάρθηκα και στη συνέχεια με γύψινο κύλινδρο, δ) κρανιοεγκεφαλική κάκωση, ε) πολλαπλά θλαστικά τραύματα μετώπου - κεφαλής, στ) μεγάλο θλαστικό τραύμα άνω τριτημορίου κνήμης αριστερά, οπισθίως του γόνατος μέχρι το άνω τριτημόριο του μηρού, που αντιμετωπίστηκε με συρραφή και ζ) κατάγματα οδόντων.

Νοσηλεύτηκε στο Τζάννειο Νοσοκομείο...Η ένσταση συνυπαιτιότητάς του στην έκταση των ζημιών που πρότειναν και πρωτόδικα οι εναγόμενοι, ισχυριζόμενοι ότι δεν φορούσε κράνος, δεν αποδείχτηκε και είναι απορριπτέα στην ουσία της. Η προανακριτική απολογία του πρώτου εναγόμενου, στο σημείο αυτό, αναιρείται από την προανακριτική κατάθεση του ενάγοντος.

Ούτε μόνα τα τραύματα στο πρόσωπο και στο κεφάλι συνιστούν απόδειξη της έλλειψης κράνους, αφού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, το κράνος σε σφοδρή σύγκρουση ή πτώση περιορίζει την έκταση των τραυματισμών στο κεφάλι, αλλά δεν τα αποτρέπει πάντοτε εντελώς.". Με βάση δε τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο εκείνο ως αποδειχθέντα απορρίφθηκε ως αβάσιμος κατ' ουσία ο προαναφερόμενος λόγος της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο είχε επαναφερθεί ο εν λόγω ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην έκταση του τραυματισμού του.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο επί του ζητήματος τούτου, το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στον καθορισμό του ύψους της επιδικασθείσας αποζημίωσης του ενάγοντος, διέλαβε συνοπτική μεν πλην όμως πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογία, η οποία επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της εφαρμογής τόσο της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του ως άνω άρθρου 300 ΑΚ, όσο και των επίσης ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 297 και 298 του ίδιου Κώδικα.

Ειδικότερα, η παραδοχή του Εφετείου ότι "η ένσταση συνυπαιτιότητάς του (σημείωση: εννοεί του ενάγοντος) στην έκταση των ζημιών που πρότειναν και πρωτόδικα οι εναγόμενοι, ισχυριζόμενοι ότι δεν φορούσε κράνος, δεν αποδείχθηκε και είναι απορριπτέα στην ουσία της", έχει την σαφή έννοια ότι η φέρουσα το βάρος απόδειξης του εν λόγου ισχυρισμού της εναγόμενη - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν τον απέδειξε, ο δε έλεγχος της παραδοχής αυτής του δικαστηρίου εκείνου είναι ανεπίτρεπτος αναιρετικά διότι αφορά κρίση περί πραγμάτων.

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι "είναι ελλιπής λόγω της γενικότητάς της" η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι "..ούτε μόνα τα τραύματα στο πρόσωπο και στο κεφάλι συνιστούν απόδειξη της έλλειψης κράνους, αφού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, το κράνος σε σφοδρή σύγκρουση ή πτώση περιορίζει την έκταση των τραυματισμών στο κεφάλι, αλλά δεν τα αποτρέπει πάντοτε εντελώς...", είναι απορριπτέος λόγω της αοριστίας του, συνισταμένης στο ότι δεν εξειδικεύεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτής, δηλαδή τι επιπλέον τούτων θα έπρεπε να αναφέρει το Εφετείο, ώστε να θεωρηθεί κατά τούτο πλήρης η αιτιολογία του.

Ούτε δε τα προαναφερόμενα ως δεκτά γενόμενα από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά επί του ζητήματος τούτου δύναται να κριθεί ότι εσφαλμένα δεν υπήχθησαν στην αόριστη έννοια της αιτιώδους συνάφειας, δεδομένου ότι τέτοιο σφάλμα θα μπορούσε να καταλογισθεί στο δικαστήριο εκείνο μόνο αν είχε γίνει δεκτό υπ' αυτού ότι ο ενάγων δεν φορούσε κράνος και ότι η προαναφερόμενη έκταση του τραυματισμού του στο κεφάλι δεν συνδέεται αιτιωδώς με την έλλειψη του κράνους.

Κατόπιν τούτων ο τρίτος κατά σειρά λόγος της αναίρεσης, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο για εκ πλαγίου, άλλως ευθεία, παραβίαση των διατάξεων των ως άνω άρθρων του ΑΚ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα των κατά τα άνω αναιρετικών παραβάσεων (αριθμ. 19 και 1) πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση", νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφ' όσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στην ΑΚ 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική-οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται, επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών, κατά το άρθρο 931 ΑΚ, δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, κατά τη δίκαιη κρίση αυτού, να καθορισθεί, ως εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης αφενός και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντα και τον βαθμό υπαιτιότητας αυτού.

Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) από την κατά την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) από την κατά την ΑΚ 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη και των λοιπών (βλ. και ΑΠ 72/2012, ΑΠ 1087/2010, ΑΠ 1432/2009, ΑΠ 765/2007, ΑΠ 670/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος στην επιτρεπτώς κατ' άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ. επισκοπούμενη από 22.5.2003 αγωγή του εκθέτει μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα (σελ. 11): "Επίσης κατ' άρθρο 931 ΑΚ η κριθείσα και αποδεδειγμένη αναπηρία μου θα ασκεί δυσμενή επιρροή στο μέλλον μου, αφού θα αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής μου, μειονέκτημα το οποίο θα με ακολουθεί ισοβίως.

Επί πλέον η αναπηρία μου είναι βλαπτική για τη ζωή μου και θα αποτελεί πραγματικό και ανυπέρβλητο εμπόδιο στο μέλλον μου, στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική μου εξέλιξη και αυτοτέλεια. Ήδη έπαψα την επαγγελματική δραστηριότητα λόγω της παντελούς ανικανότητάς μου να εργασθώ και θα έχω την οικονομική ζημία που προανέφερα.

Οι συνέπειες αυτές είναι απότοκες και τελούν σε αιτιώδη συνάφεια προς τον τραυματισμό μου και τη μόνιμη αναπηρία μου. Εύλογη θεωρείται η επιδίκαση σ' εμέ πρόσθετου συνολικού κεφαλαίου αποζημιώσεως ποσού 29.347,00 ευρώ". Περαιτέρω, η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, με τις από 7.6.2004 προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (σελ. 14 επ.), προέβαλε τον ισχυρισμό της αοριστίας και της νομικής αβασιμότητας του ως άνω αγωγικού κονδυλίου, το δε Πρωτοδικείο, με την υπ' αριθμ. 2903/2007 οριστική απόφασή του απέρριψε τούτο ως αβάσιμο κατ' ουσία.

Ο ενάγων, με την προαναφερόμενη από 10.7.2008 έφεσή του προσέβαλε την εν λόγω απόφαση και κατά το κεφάλαιό της αυτό, η δε εναγόμενη - νυν αναιρεσείουσα με τις από 25.11.2009 προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου επανέφερε - ως άμυνα κατά της έφεσης - τον περί αοριστίας του κονδυλίου τούτου ισχυρισμό της (σελ. 11 επ.). Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το μεν αντιπαρήλθε σιωπηρά (απέρριψε) τον περί αοριστίας του κονδυλίου τούτου ισχυρισμό της εφεσίβλητης, το δε κρίνον επί της ουσίας της υπόθεσης και αφού είχε ήδη δεχθεί ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος ήταν ο μη μετέχων της παρούσας κατ' αναίρεση δίκης οδηγός του προαναφερόμενου ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου Χ.

Μ., το οποίο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο, όπως προαναφέρθηκε, στην ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, και ότι ο ενάγων - νυν αναιρεσίβλητος είχε υποστεί από το ένδικο ατύχημα, μεταξύ άλλων σωματικών κακώσεων και κρανιοεγκεφαλική κάκωση, δέχθηκε περαιτέρω α) ότι ο ενάγων, κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (26.11.2001) ήταν ηλικίας 55 ετών και εργαζόταν ως ηλεκτρολόγος αυτοκινήτων, σε ηλεκτρολογείο το οποίο διατηρούσε επί της οδού Θηβών, αριθμός 415, β) ότι μετά την πάροδο έτους από τον τραυματισμό του παρέμεινε σ' αυτόν αίσθημα ζάλης, αφανισμού και κρίσης αμαύρωσης, γ) ότι τα επεισόδια ζάλης και η αμαύρωση της όρασης του ενάγοντος εντάσσονται στα πλαίσια μεταδιασειστικού συνδρόμου, υιοθετώντας κατά τούτο την άποψη του πραγματογνώμονα νευρολόγου ιατρού Π.

Μ., ο οποίος είχε εξετάσει τον ενάγοντα και του οποίου πραγματογνώμονα η άποψη αυτή ενισχυόταν - κατά τις παραδοχές του Εφετείου - και από το υπ' αριθμ. πρωτ. 2112/4.4.2012 πιστοποιητικό του Τζάννειου Νοσοκομείου, που ανέφερε μεταξύ άλλων για τον ενάγοντα ότι πάσχει από χρόνια ζάλη, λόγω της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης από το επίδικο ατύχημα, δ) ότι ένεκα του λόγου τούτου ο ενάγων έχει καταστεί ανάπηρος από το ατύχημα κατά ποσοστό 20%, το οποίο έκρινε ως μόνιμο, υιοθετώντας και κατά τούτο την άποψη του ως άνω πραγματογνώμονα, ε) ότι ένεκα του τραυματισμού του διέκοψε την εργασία του και συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα από το ΤΕΒΕ, λόγω αναπηρίας, και στ) ότι οι προαναφερόμενες κρίσεις αμαύρωσης και αισθημάτων ζάλης και αφανισμού, που κατέστησαν τον ενάγοντα ισόβια μερικώς ανάπηρο έχουν καταστήσει αυτόν - ενόψει και της ηλικίας του - "εντελώς ανίκανο να ασκεί το παραπάνω επάγγελμα του μηχανικού αυτοκινήτων" ή άλλο κοινωνικά και οικονομικά ισοδύναμο.

Μετά δε τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, κρίνοντας πλέον επί του αγωγικού αιτήματος της ΑΚ 931, δέχθηκε ότι "Η προαναφερόμενη μερική και μόνιμη αναπηρία του ενάγοντος συνιστά έλλειψη της σωματικής του ακεραιότητας και της νοητικής τοιαύτης και επιδρά δυσμενώς στο οικονομικό, επαγγελματικό και κοινωνικό του μέλλον.

Λόγω ακριβώς αυτής της αναπηρίας του δικαιούται εύλογη αποζημίωση κατά το άρθρο 931 ΑΚ, χωρίς σύνδεση της αναπηρίας με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων που ενόψει των παραπάνω περιστάσεων ανέρχεται στο ποσό των 15.000 ευρώ, διότι πρόκειται για αυτοτελές έννομο αγαθό που απολαύει συνταγματικής προστασίας κατά το άρθρο 21 παρ. 4 και 6 του Συντάγματος".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και με βάση τα όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη αναφορικά με το άρθρο 931 ΑΚ α) ορθά έκρινε - έστω και σιωπηρά - ότι η ένδικη αγωγή, ως προς την επί του ως άνω άρθρου στηριζόμενη αξίωση, είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη και κατά συνέπεια δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., μέσω της οποίας ελέγχεται η νομική αοριστία της αγωγής και τούτο διότι για την εφαρμογή της επίμαχης ουσιαστικού δικαίου διάταξης δεν αρκέσθηκε σε στοιχεία ολιγότερα των όσων κατά νόμο απαιτούνται.

Επομένως, ο τέταρτος κατά σειρά λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (και όχι και από τον αριθμό 14), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, και β) διέλαβε, όσον αφορά την δυνατότητα του αναιρετικού ελέγχου της ορθής ή μη εφαρμογής της ως άνω διάταξης (ΑΚ 931), πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες και δεν παραβίασε αυτήν ευθέως ή εκ πλαγίου και κατά συνέπεια τα αντιθέτως προβαλλόμενα με αμφότερα τα σκέλη του πέμπτου και τελευταίου κατά σειρά λόγου της αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

V. Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει α) να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, β) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495§4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12§2 του Ν. 4055/2012, που άρχισε να ισχύει από 2.4.2012, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού) και για το οποίο εκδόθηκε τo ισόποσο με αριθμό 5034404, σειρά Η, διπλότυπο της Δ.Ο.Υ. Λαμίας και γ) να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του έχοντος καταθέσει και προτάσεις αναιρεσίβλητου (άρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6.12.2013 και με αριθμό κατάθεσης 869/2013 αίτηση αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ' αριθμ. 2969/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκε τo ισόποσο με αριθμό 5034404, σειρά Η, διπλότυπο της Δ.Ο.Υ. Λαμίας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 20η Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ