Supreme Court annuls lower court ruling on success fee interpretation and remands case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision regarding a success fee for property management services. The appellant argued the contract term 'economic result' referred to the total asset utilization value rather than additional profit, a point the lower court had rejected. The Court agreed that the lower court failed to sufficiently define the criteria for interpreting this term, violating good faith principles, and thus remanded the case for a new substantive hearing.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; The court held that a lower court ruling is annulled if it fails to sufficiently and clearly define the subjective and objective criteria for interpreting a contractual term, thereby violating the principles of good faith and the true intent of the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1588 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1588/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΕΤΑΔ ΑΕ), όπως μετονομάσθηκε δυνάμει του άρθρου 1 της Κοινής Υπουργικής Απόφασης Δ6Α 1162069 ΕΞ 2011 (ΦΕΚ Β' 2779/2.12.2011) η εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε.", όπως αυτή είχε μετονομασθεί δυνάμει του άρθρου 47 παρ. 2 του Ν. 3943/31.3.2011 (ΦΕΚ Α66/31.3.2011), η εταιρεία με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε" (η οποία συστήθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 2636/1998, με αρχική επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ" και στη συνέχεια "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Στυλιανό Σταματόπουλο και Παναγιώτη Μαντζουράνη.
Της αναιρεσιβλήτου: της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "Mizuho Corporate Advisory Co., Ltd.", η οποία εδρεύει στην ..., διατηρεί εγκατάσταση στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Δημήτριο Τσικρικά, Σταύρο Γεωργιάδη και Ιωάννη Λιναρίτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Σεπτεμβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4537/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 8473/2006 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1703/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου (8473/2006) και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό δικαστήριο. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 5468/2011 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την 29 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή τους ως και τους από 26 Σεπτεμβρίου 2012 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 26 Οκτωβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης και να απορριφθούν όλοι οι λοιποί..
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής. Η εδώ αναιρεσίβλητη με την από 1-9-2003 αγωγή της ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να της καταβάλει τα εις αυτή αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως οφειλόμενες αμοιβές με βάση την σ' αυτή επικαλούμενη σύμβαση. Η αγωγή έγινε κατά ένα μέρος δεκτή με την υπ' αριθ. 4537/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επιδικάστηκε στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 805.542,52 ευρώ. Κατ' αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 8473/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκαν οι εφέσεις. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν αντίθετες αναιρέσεις από τους διαδίκους οι οποίες έγιναν δεκτές και αφού αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών για περαιτέρω εκδίκαση. Το τελευταίο με την υπ' αριθμ. 5468/2011 απόφασή του δέχθηκε τις εφέσεις εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κράτησε και δίκασε την υπόθεση και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 5.890.859,94 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Κατά της τελευταίας απόφασης η εναγομένη άσκησε την υπό κρίση αναίρεση.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών 173 και 200 του ΑΚ. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ.ΑΠ 26/2004).
Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.
Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένες, στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνήθειες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της σύμβασης.
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο (Α.Π. 1345/2012). Περαιτέρω, κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Εξετέρου από τις συνδυασμένες διατάξεις, του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για παραπέρα εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, της παραγράφου 2 του άρθρου 570 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας και της παρ. 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237, προκύπτουν τα εξής:
Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 237 και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεση σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.
Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ενδεχόμενη ταυτόχρονη εξέταση, ύστερα από μια ενιαία συζήτηση, τόσο της αίτησης αναίρεσης, όσο και της ουσίας της υπόθεσης, στην περίπτωση βέβαια που η πρώτη γίνει δεκτή, συνεπάγεται τη δυσχέρανση ή και τη ματαίωση ουσιαστικά της άσκησης εκ μέρους των διαδίκων των πιο πάνω ευχερειών και παράλληλα επιβάλλει σ' αυτούς, κατά παραγνώριση της αρχής της οικονομίας της δίκης, το υπέρμετρο και συχνά περιττό δικονομικό βάρος της κατάθεσης προτάσεων για την ουσία της υπόθεσης σε όλη τη δυνατή έκταση, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων αν θα αναιρεθεί και σε ποιά έκταση η προσβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα ποιά είναι τα όρια της εκδίκασης της υπόθεσης στην ουσία.
Έτσι για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ δέχθηκε τα εξής: "Αμοιβή ενάγουσας.- Σύμφωνα με το άρθρο 5.1 της Σύμβαση, ως αντάλλαγμα, για την παροχή των Υπηρεσιών από τον Χρηματοοικονομικό Σύμβουλο, η εργοδότρια συμφώνησε να καταβάλει αμοιβή, όπως αυτή ορίζεται στο Παράρτημα 4 της Σύμβασης.
Ειδικότερα, κατά τα άρθρα 5.2, 5.3 και 5.4 της Σύμβασης, τα μέρη συμφώνησαν ότι ο Χρηματοοικονομικός Σύμβουλος θα υποβάλει στην εργοδότρια λογαριασμούς, αναφορικά με την αμοιβή τους, προσκομίζοντας συγχρόνως, όλα τα αναγκαία δικαιολογητικά για την πληρωμή, μετά δε την υποβολή κάθε λογαριασμού και μέσα σε προθεσμία 15 ημερών από την παραλαβή του, η εργοδότρια θα έχει το δικαίωμα να ζητήσει διευκρινίσεις και να υποβάλει, εγγράφως, ερωτήματα σχετικά με το λογαριασμό.
Στην περίπτωση αυτή, ο Χρηματοοικονομικός Σύμβουλος θα έχει την υποχρέωση, μέσα σε διάστημα 10 ημερών, να παράσχει στην εργοδότρια τις δέουσες εξηγήσεις και διευκρινίσεις. Ο λογαριασμός του Χρηματοοικονομικού Συμβούλου θα θεωρείται οριστικός, ως προς το αναγραφόμενο σε αυτόν ποσό, εάν η εργοδότρια θεωρήσει τις εξηγήσεις του Χρηματοοικονομικού Συμβούλου ικανοποιητικές.
Μετά την παραπάνω οριστικοποίηση του λογαριασμού, ο Χρηματοοικονομικός Σύμβουλος θα εκδίδει το σχετικό τιμολόγιο ή άλλο παραστατικό. Συγκεκριμένα, το Μέρος Α' του Παραρτήματος 4 της Σύμβασης (άρθρα 1-8) για την αμοιβή προβλέπει τις ακόλουθες αμοιβές: 1- Κατ' αποκοπήν αμοιβή, ύψους 5.000.000 ευρώ, η οποία θα οφείλεται στον Χρηματοοικονομικό Σύμβουλο για τις εργασίες που θα εκτελεστούν, μέχρι και την ολοκλήρωση του Οριστικού Στρατηγικού Σχεδίου (0ΣΣ) και θα καταβληθεί ως εξής: (α) ποσοστό 20%, ως προκαταβολή, με την υπογραφή της Σύμβασης, (β) ποσοστό 30%, μέχρι την παράδοση του Στρατηγικού Προσχεδίού, (γ) ποσοστό 10%, με την έγκριση του Στρατηγικού Προσχεδίου, (δ) ποσοστό 30%, με την παράδοση του Οριστικού Στρατηγικού Σχεδίου και (ε) ποσοστό 10%., με την έγκριση του Οριστικού Στρατηγικού Σχεδίου.
Περαιτέρω, στην παράγραφο 8, ορίζεται ότι, σχετικά με τις αμοιβές της παραγράφου 3, ο Εργοδότης και ο Χρηματοοικονομικός Σύμβουλος μπορούν να συμφωνήσουν ενδιάμεσες πληρωμές, μετά τη λήξη της περιόδου κινητοποίησης, με βάση τα παραδοτέα. Οι αμοιβές αυτές (της παραγράφου 3) αφορούν στην κατ' αποκοπήν αμοιβή της παραγράφου 1, (2) Αμοιβή επιτυχίας (Παρ. 2).
Πέραν της κατ' αποκοπήν αμοιβής της παραγράφου 1, ο Χρηματοοικονομικός Σύμβουλος θα έχει το δικαίωμα για αμοιβή επιτυχίας (Success Fee), που θα συνδέεται με το οικονομικό αποτέλεσμα της αξιοποίησης της περιουσίας του Εργοδότη. Έτσι, η αμοιβή αυτή θα υπολογίζεται, με βάση την αξία κινητοποίησης κεφαλαίων, που θα συμφωνηθούν, κατά την υπογραφή των συμβάσεων παραχώρησης και των λοιπών επενδυτικών και δανειακών συμβάσεων ή του οφέλους που θα αποκομίσει η εργοδότρια εταιρεία από εκμισθώσεις ή εκχωρήσεις management στα περιουσιακά στοιχεία, με βάση το στρατηγικό ή επιχειρηματικό πλαίσιο, που θα εγκρίνει η εταιρεία, σύμφωνα με το άρθρο 7 της προκήρυξης του Διαγωνισμού.
Το είδος της αμοιβής αυτής θα συνδεόταν, άμεσα, με το όφελος που θα είχε για την εναγόμενη εταιρεία η εκάστοτε αξιοποίηση του περιουσιακού στοιχείου. Αλλά και η Σύμβαση στο Παράρτημα 4, Μέρος Α, παρ. 2, σχετικά με την αμοιβή επιτυχίας, προβλέπει ότι, επιπλέον, στην αμοιβή της παραγράφου Ι (κατ' αποκοπή αμοιβής), ο Χρηματοοικονομικός Σύμβουλος ή δικαιούται αμοιβή επιτυχίας (Success Fee), που θα συνδέεται με το οικονομικό αποτέλεσμα της αξιοποίησης της περιουσίας του εργοδότη με βάση το "έσοδο του εργοδότη", όπως αυτό ορίζεται στο παράρτημα 7 της Σύμβασης.
Παρά τη σπουδαιότητα της έννοιας "οικονομικό αποτέλεσμα", αφού αυτή θα αποτελούσε τη βάση υπολογισμού και το όριο αμοιβής επιτυχίας, τα συμβαλλόμενα μέρη δεν προέβησαν στον εννοιολογικό προσδιορισμό αυτής. Από το περιεχόμενο της συμβάσεως ερμηνευομένης αυτής, όπου υπάρχει ασάφεια ως προς την βούληση των μερών αναφορικά με τον όρο "οικονομικό αποτέλεσμα", ως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη σύμφωνα με τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, συνεκτιμώντας και την παράγραφο 4.3.2 της προκήρυξης κατά την οποία: "η αμοιβή επιτυχίας συνδέεται με το οικονομικό αποτέλεσμα των πράξεων αξιοποίησης της περιουσίας του ΕΟΤ" αποδείχθηκε ότι ο όρος "οικονομικό αποτέλεσμα" αναφέρεται στο συνολικό αποτέλεσμα της αξιοποίησης της περιουσίας του ΕΟΤ και όχι όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη στην επιπλέον ουσιαστική ωφέλεια, που θα αποκομίζει η εναγομένη από την αξιοποίηση της περιουσίας της, ως τέτοιας νοούμενης της επαύξησης της αξίας της και της μεγαλύτερης οικονομικής απόδοσης από εκείνη που το περιουσιακό στοιχείο είχε κατά τον χρόνο πριν από την ένταξή του στην διαδικασία ΟΣΣ, ΑΣΣ και εφαρμογής, που θα προκύπτει μετά την αφαίρεση της απόδοσης που είχε για τον εργοδότη το περιουσιακό αυτό στοιχείο σε χρόνο προγενέστερο της αξιοποίησής του, από το αναφερόμενο ως "έσοδο" στην εκάστοτε νέα σύμβαση ποσό, καθαρό, ήτοι απαλλαγμένο από τέλη, φόρους κλπ.
Αν οι συμβαλλόμενοι ήθελαν κάτι τέτοιο, θα διατύπωναν ρητά τη βούλησή τους και ιδιαίτερα η εναγομένη, προκειμένου να εξασφαλισθεί από τον κίνδυνο να ζημιωθεί από μελλοντικές υπέρμετρες απαιτήσεις της εργολάβου ενάγουσας εταιρείας, όπως εξάλλου έκρινε η ανωτέρω αναιρετική απόφαση, η οποία δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο της παραπομπής.
Έσφαλε επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι ο όρος "οικονομικό αποτέλεσμα" αναφέρεται στην επιπλέον ουσιαστική ωφέλεια της εναγομένης, όπως βάσιμα παραπονείται η ενάγουσα ...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και σε σχέση με την ερμηνεία του όρου "οικονομικό αποτέλεσμα" με τον οποίο συνδέεται η επιδικασθείσα από 5.890.869,84 ευρώ αμοιβή επιτυχίας (υπόλοιπο) της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης για την αξιοποίηση με εκμίσθωση των Μαρίνων Ζέας και Φλοίσβου, και των ακτών Αλίμου, Βάρκιζας, Βούλας Α', Βούλας Β' και Βουλιαγμένης, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης ως προς την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. καθόσον δεν προσδιορίζονται σ' αυτή με επάρκεια και σαφήνεια τα κριτήρια (υποκειμενικά και αντικειμενικά) τα οποία οδηγούν σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών κατά την αληθινή βούληση των αντισυμβαλλομένων μερών στην ανωτέρω ερμηνεία του όρου "οικονομικό αποτέλεσμα". Κατ' ακολουθίαν ο σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης και ο πρώτος πρόσθετος (κατά το σχετικό του μέρος) από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμοι.
Συνεπώς πρέπει κατά παραδοχή των λόγων αυτών αναίρεσης των οποίων η αναιρετική εμβέλεια καθιστούν περιττή την έρευνα των υπόλοιπων λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση, να κρατηθεί, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 5468/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ