Legislator Case Law & Legislation
1588/2011 AI generated

1588/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1588/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1588/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και επί μη κηρύξεως απαράδεκτης της συζητήσεως λόγω μη επιδόσεως της αγωγής και της εφέσεως στον Υπουργό των Οικονομικών, κατ' άρθρο 126 ΙΙΙ αν ν. 2039/1939 (Α.Π. 1593/1991).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1588 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1588/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Σητείας που εδρεύει στην Σητεία Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο Σητείας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λαντζανάκη.

Των αναιρεσιβλήτων:1. Γ. Κ. του Μ., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Ιωάννης Δρίτσας, ο οποίος δήλωσε ότι ο ως άνω αναιρεσίβλητος απεβίωσε, την 1η Ιουλίου 2011, όπως προκύπτει από την από 2 Ιουλίου 2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Σητείας, δεν κατέλειπε διαθήκη και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του και τις δύο θυγατέρες του, ως εγγύτερες συγγενείς του και μόνες εξ αδιαθέτου συγκληρονόμους του: α) Μ. χήρας Γ. Κ., το γένος Γ. Φ., β) Χ. Κ. του Γ., και γ). Δ. Κ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίες συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη, εκπροσωπούμενες από αυτόν ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους, 2. Γ. Κ. του Ε., 3Χ. χήρας Ε. Κ., κατοίκων ..., 4. Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ανδρεαδάκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 5. Μ. Κ. του Μ., 6 Ζ. Κ. του Μ., κατοίκων ..., 7. Φ. Ν. του Ν., κατοίκου ..., 8. Κ. Ν. του Ν., κατοίκου ..., 9. Κ. Ν. του Ε., κατοίκου ..., 10. Φ. Ν. του Ε., κατοίκου .... Οι πρώτος, δεύτερος, τρίτη, πέμπτος, έκτη, έβδομη, όγδοη, ένατος και δέκατη εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Δρίτσα, ο τέταρτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ανδρεαδάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Αυγούστου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και157/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 3 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 795/2010 απόφαση η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει ο αναιρεσείων, με την από 16 Σεπτεμβρίου 2010 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 9 Απριλίου 2009 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Διονυσίου Γιαννακόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο παραστάς πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, μετά τη γνωστοποίηση του επισυμβάντος στις 1.7.2011 θανάτου του πρώτου από τους αναιρεσιβλήτους Γ. Μ. Κ. και της εκ του λόγου τούτου βιαίας διακοπής της δίκης, από τη χήρα αυτού Μ. και τις θυγατέρες του Χ. και Δ., οι οποίες δικαιούνται να επαναλάβουν τη δίκη ως μόνες εξ αδιαθέτου συγκληρονόμοι του (άρθρα 1710 εδ.β', 1813 και 1820 ΑΚ), με προφορική δήλωση αυτών περί εκουσίας επαναλήψεως της δίκης, η οποία έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίσθηκε στα πρακτικά συζητήσεως της υποθέσεως, νομίμως συνεχίζεται η δίκη (άρθρα 286 περ.α', 287§1 και 290 ΚΠολΔ - ΑΠ 27/2011).

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και επί μη κηρύξεως απαράδεκτης της συζητήσεως λόγω μη επιδόσεως της αγωγής και της εφέσεως στον Υπουργό των Οικονομικών, κατ' άρθρο 126 ΙΙΙ αν ν. 2039/1939 (Α.Π. 1593/1991).

Είναι δε ο λόγος αυτός αόριστος, αν δεν ιστορείται στο αναιρετήριο, ότι το απαράδεκτο προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 313/1992). Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, χωρίς όμως, αυτό να σημαίνει, ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (Ολ ΑΠ 15/2000, ΑΠ 760/2006). Στη προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων Δήμος προβάλλει, επί λέξει, ότι "εφόσον η υπόθεση, κατά το άρθρο 528 του ΚΠολΔ, αναδικάσθηκε και παρά το νόμο δεν έχει κλητευθεί στη δίκη το Ελληνικό Δημόσιο θα έπρεπε το Εφετείο να κηρύξει αυτεπάγγελτα άκυρη και απαράδεκτη τη συζήτηση λόγω μη επίδοσης της αγωγής στο Δημόσιο". Έτσι. διατυπούμενος ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, χωρίς την επίκληση, ότι ο σχετικός περί απαραδέκτου ισχυρισμός προτάθηκε νομίμως στο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος. Απορριπτέος, εν συνεχεία, και μάλιστα για την ίδια νομική αιτία, είναι και ο επόμενος (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίον και εδώ έπρεπε να κηρύξει "αυτεπάγγελτα απαράδεκτη τη συζήτηση", διότι "το Εφετείο δέχεται, ότι η απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς απέτυχε, χωρίς, όμως, αιτιολόγηση και επίκληση των απαραίτητων στοιχείων" και τούτο διότι δεν γίνεται η ανάλογη επίκληση στο αναιρετήριο, όπως και ανωτέρω.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.

ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1186/2009, ΑΠ 1126/2009). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 12/2009).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όριο που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικώς και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησε στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, εις τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, η οποία θα έχει επαχθείς συνέπειες για τον οφειλέτη να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπήρχε το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλά απαιτείται να συντρέχουν και πρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων αλλά και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος, η οποία τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της ως άνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική κατάστασή του, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις (Ολομ.

ΑΠ 8/2001, ΑΠ 364/2011, ΑΠ 9/2010, ΑΠ 265/2009).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, επί της ενδίκου αγωγής των αναιρεσιβλήτων περί καταβολής αποζημιώσεως ένεκα αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτου λόγω ρυμοτομίας, αλλά και για τη δημιουργία κοινωφελών χώρων, ωφελουμένου του αναιρεσείοντος Δήμου (και είναι υποχρεωμένος να καταβάλει το ποσόν της αποζημιώσεως για μέρος του απαλλοτριωθέντος), το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξέφερε καταφατική κρίση τόσον ως προς το νόμω, όσο και ως προς το κατ' ουσίαν βάσιμο της αγωγής, απέρριψε ως μη νόμιμη σχετική ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του ανωτέρω επιδίκου δικαιώματος, που πρόβαλε παραδεκτά ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Δήμος, με τις ακόλουθες αιτιολογίες, κατά τα κύρια σημεία αυτών: "Ο εναγόμενος ισχυρίζεται, ότι, λόγω αδυναμίας του να καταβάλει την παραπάνω αποζημίωση, πρότεινε στους ενάγοντες να τους αποδώσει τα Ο.Τ.

Γ 216Α, Γ2 162/Γ2 12Β, Γ223 και Γ224, τα οποία θα δημιουργηθούν μετά από τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης στη θέση "..." συνολικού εμβαδού 4470,18 τ.μ και να τους αποζημιώσει για την απομένουσα εδαφική έκταση 888, 51 τ.μ πλην, όμως, αυτοί αρνήθηκαν, επιμένοντας στη καταβολή της παραπάνω αποζημίωσης. Περαιτέρω, ο εναγόμενος ισχυρίζεται, ότι οι ενάγοντες κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ άσκησαν με την αγωγή το δικαίωμά τους για την καταβολή σε αυτούς της ανωτέρω αποζημίωσης, αφού γνωρίζουν την κακή οικονομική του κατάσταση.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά, που εκθέτει, και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, στην οποία στήριξε την απόρριψη της παραπάνω ενστάσεως, ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Στη συνέχεια δε και ο προτεινόμενος τέταρτος λόγος, εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθότι δεν ιδρύεται παρόμοιος λόγος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, όπως εν προκειμένω.

Κατά το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά της αποφάσεώς του. Αρκεί δε για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολίας για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 331/2004).

Για την ίδρυση του προκειμένου λόγου, πρέπει το αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση δια τεκμηρίων απόδειξη (ΑΠ 1134/1993) γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό (ΑΠ 464/1992). Ενόψει όλων αυτών, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, που αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη σφάλμα, εκ του αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, δεν έλαβε υπόψη την από του μηνός Φεβρουαρίου 2005 παραδεκτώς προβληθείσα τεχνική έκθεση του τοπογράφου - μηχανικού - μελετητή Σ.

Κ., προκειμένου να αποδειχθεί, "ότι η άσκηση της αγωγής ασκείται καταχρηστικά", μετά την απόρριψη της σχετικής εκ του άρθρου 281 ΑΚ ενστάσεως του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής. Περαιτέρω, και όσον αφορά τον έκτο λόγο αναιρέσεως με αιτίαση από τον αρ. 10 εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι, δηλαδή, δέχθηκε το Εφετείο χωρίς απόδειξη, ότι α) Τμήμα 1.920,57 μ2 εκ της συνολικής εκτάσεως των 5.358,69 μ2 θα χρησιμοποιηθεί για δημιουργία κοινωφελών χώρων β) είχε εκδοθεί και δημοσιευθεί στο ΦΕΚ ιδιαίτερη διοικητική πράξη, με την οποία να καθορίζεται συγκεκριμένα το έργο της κοινής ωφελείας, για χάρη του οποίου γίνεται η αναγκαστική απαλλοτρίωση και ο υπέρ ού η απαλλοτρίωση, μετά την απόρριψη της παραπάνω ενστάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.

Τέλος, και όσον αφορά τον έβδομο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 599 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή, η αγωγή, επί της οποίας έκρινε η προσβαλλόμενη, δεν είναι νόμιμη και ότι η αναιρεσιβαλλόμενη "στερείται νόμιμης βάσης", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος στο σύνολο του, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται η ιστορική βάση της αγωγής, ούτε οι επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης (Ολομ.

ΑΠ 28/1998). Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, χωριστά, για τον καθένα ή ομάδα από αυτούς που εκπροσωπήθηκε από ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3.9.2007 αίτηση του Δήμου Σητείας περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 157/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, χωριστά, για τον καθένα ή ομάδα από αυτούς που εκπροσωπήθηκε από ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ