Supreme Court partially allows appeal on partial victory costs but dismisses fourth ground for lack of prior proposal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Court of Appeal's decision regarding public naval education staff salaries. The Court found the lower court erred in applying cost-sharing rules, as a partial victory by the state required full offset of legal expenses against the partial loss of the employee. However, the Court rejected the fourth appeal ground as inadmissible because the specific claim regarding the offset of holiday allowances and unused funds was not formally proposed to the Court of Appeal during the substantive proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1) of the Code of Civil Procedure; Article 22(1) of Law 3693/1957; Article 559(14) of the Code of Civil Procedure: When a party wins partially and the opposing party loses partially, the legal costs must be fully offset between the parties; an appeal ground based on a violation of this rule is admissible only if the specific claim was formally proposed to the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1588 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Συζήτηση αιτήσεως ερήμην αναιρεσίβλητου ( άρθρ 576 παρ 1 του ΚΠΟλΔ). Αρχή ισότητας στην αμοιβή εργασίας ( άρθρ 4 και 22 παρ 1β του Συντ ).Εκπαιδευτικοί Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης. Αποδοχές. Υπολογισμός επιδομάτων εορτών. Δικαστικά έξοδα Δημοσίου. Υποχρεωτικός συμψηφισμός επι μερικής νίκης και ήττας. Στοιχεία για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ 14 του Κ.Πολ.Δ.
Αριθμός 1588/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εδρεύει στην .... Εκπροσωπήθηκε από τον Παντελή Παπαδάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά.
Εκδόθηκε η 60/2006 προδικαστική και η 1027/2007 οριστική αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου και η 716/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-3-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 17-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δευτέρου και τρίτου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρ. 576 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σε αποφατική δε περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Εν προκειμένω, από το προσκομιζόμενο με επίκληση ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως προκύπτει ότι η συζήτηση αυτής επισπεύδεται με επιμέλεια του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου Ευάγγελου Χλούπη (βλ. την από 10-9-2009 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., καθώς και το σχετικό με την παροχή πληρεξουσιότητας στον άνω δικηγόρο ... ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σωτηρίας Μητσούλα). Επομένως, εφόσον ο αναιρεσίβλητος, που επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242§2 του ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως, κατά τη συζήτηση, πρέπει το Δικαστήριο, κατ' άρθρ. 576§2 του ίδιου κώδικα, να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου.
Επειδή, από τις διατάξεις των αρθρ.4 παρ.1 και 22 παρ.1β του Συντάγματος, η δεύτερη των οποίων αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της θεσπιζόμενης από την πρώτη αρχή της ισότητας και εφαρμόζεται επί μισθωτών απασχολουμένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, επιβάλλεται στον νομοθέτη η θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διακρίσεως, εφόσον παρέχουν την ίδια ποιοτική και ποσοτική εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (ΑΠ (Ολ) 13/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Μεταξύ του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και του Δ/ντή Ναυτικής Εκπαιδεύσεως, που ενεργούσε κατ' εντολή του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, ο πρώτος προσλήφθηκε από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως ειδικό επιστημονικό προσωπικό-Κλάδος Α' (διοικητικός-επιτελικός), με την υποχρέωση όμως, σύμφωνα με το αρθρ.3 της σχετικής σύμβασης, αν του ζητηθεί, να διδάσκει μαθήματα της ειδικότητάς του σε σχολές και κέντρα επιμόρφωσης.
Από την 1-9-1988 ο αναιρεσίβλητος με την 21091/7-98 Διαταγή ΥΕΝ/ΔΔ1 αποσπάσθηκε στο ΚΕΣΕΝ Ραδιοτηλεγραφητών για να προσφέρει εκπαιδευτικό έργο και έκτοτε παρείχε αποκλειστικά και με πλήρες ωράριο τα καθήκοντα του καθηγητή και μόνο και όχι εκείνα του επιτελικού της Ναυτικής Εκπαίδευσης, για τα οποία είχε προσληφθεί.
Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος εργάζεται ακολουθώντας τα εκπαιδευτικά προγράμματα και τον ισχύοντα Κανονισμό του ΚΕΣΕΝ ΡΗ/ΡΕ. Είναι κάτοχος πτυχίου αναλυτή-προγραμματιστή Η/Υ του Πανεπιστημίου Στοκχόλμης Σουηδίας, το οποίο αναγνωρίσθηκε την 11-12-1984 από το Συμβούλιο Ισοτιμιών του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ως ισότιμο με αυτά που απονέμονται από τις Ελληνικές Ανώτερες Τεχνικές Επαγγελματικές Σχολές Ειδικότητας Τεχνολόγου Αναλυτών Προγραμματιστών Η/Υ.
Επίσης, κατέχει δίπλωμα Ραδιοτηλεγραφητή Β' τάξης Ε.Ν και είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Εκπαιδευτικών Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης (ΠΕΕΔΝΕ). Τα μαθήματα τα οποία διδάσκει σχετίζονται με το αντικείμενο των σπουδών του αλλά αν και απασχολείται στο ΚΕΣΕΝ υπό τις ίδιες συνθήκες και όρους με τους υπόλοιπους εργαζομένους σε αυτό εκπαιδευτικούς, το αναιρεσείον τον αμείβει με τον κατώτερο μισθό των υπαλλήλων διοικητικού-επιτελικού τομέα και όχι με τον μισθό των εκπαιδευτικών της Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης.
Το γεγονός αυτό, είπε το Εφετείο, συνιστά παράβαση της αρχής της ισότητας των εργαζομένων, η οποία απορρέει από τις διατάξεις των αρθρ.648, 288 του ΑΚ, 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντ. και 119 της Συνθήκης της Ε.Ε. και ακολούθως, εφαρμόζοντας τις οικείες κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ΣΣΕ και ΔΑ που διέπουν τους όρους αμοιβής και εργασίας των εκπαιδευτικών της δευτεροβάθμιας ναυτικής εκπαίδευσης, επιδίκασε τις οφειλόμενες αντίστοιχες αποδοχές.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου δη εκείνη του αρθρ.4 παρ.1 του Συντ. και ο από το αρθρ.559 αρ.1 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επειδή, στο αρθρ.2 της από 10-10-2002 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας Εκπαιδευτικών Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης", που υπεγράφη μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της "Πανελλήνιας Ένωσης Εκπαιδευτικών Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης (ΠΕΕΔΝΕ)" ορίζεται ότι οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές των υπαγομένων στο αρθρ.1 της παρούσας εκπαιδευτικών της Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου αποτελούνται από τον βασικό μισθό, το επίδομα διδακτικής προετοιμασίας και εξωδιδακτικής απασχόλησης, την πάγια μηνιαία αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και το ειδικό επίδομα ναυτικής εκπαίδευσης.
Κατά το αρθρ.3 της ίδιας ΣΣΕ "πέραν των ανωτέρω χορηγούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.2470/1997 τα εξής επιδόματα: α....β. Επίδομα εορτών Χριστουγέννων-Πάσχα και αδείας". Κατά δε το αρθρ.2 της από 10-12-2003 ΔΑ ως βάση υπολογισμού για την αύξηση των τακτικών μηνιαίων αποδοχών λαμβάνονται υπόψη μεταξύ άλλων, ο βασικός μισθός και το ειδικό επίδομα ναυτικής εκπαίδευσης.
Στο αρθρ.9 του Ν.2470/1997, που ίσχυσε μέχρι 31-12-2003 ορίζεται ότι: "1. Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων ορίζεται ίσο με τον μηνιαίο βασικό μισθό του μισθολογικού κλιμακίου που έχει κάθε φορά ο υπάλληλος μετά του επιδόματος χρόνου προϋπηρεσίας και του επιδόματος εξομάλυνσης ..... 2.Το επίδομα εορτών Πάσχα ορίζεται ίσο προς το ήμισυ των μηνιαίων ποσών του βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου που έχει κάθε φορά ο υπάλληλος και των επιδομάτων χρόνου υπηρεσίας και εξομάλυνσης.... 3.Το επίδομα αδείας ορίζεται ίσο προς το ήμισυ των μηνιαίων ποσών του βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου που έχει κάθε φορά ο υπάλληλος και των επιδομάτων χρόνου υπηρεσίας και εξομάλυνσης ..".
Επίσης, στο αρθρ.9 του Ν.3205/2003, που ισχύει από 1-1-2004 ορίζεται ότι "1. Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων ορίζεται ίσο με το μηνιαίο βασικό μισθό του μισθολογικού κλιμακίου που έχει κάθε φορά ο υπάλληλος....2.Το επίδομα εορτών Πάσχα ορίζεται ίσο προς το ήμισυ του μηνιαίου βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου που έχει κάθε φορά ο υπάλληλος.... 3.Το επίδομα αδείας ορίζεται ίσο προς το ήμισυ του μηνιαίου βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου που έχει κάθε φορά ο υπάλληλος..." Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο υπολογισμός των επιδομάτων εορτών και αδείας των εκπαιδευτικών της Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Ν.2470/1997 και 3205/2003 που προαναφέρθηκαν, δηλαδή ως βάση τίθεται ο μηνιαίος βασικός μισθός του μισθολογικού κλιμακίου που έχει κάθε φορά ο υπάλληλος, προσαυξανόμενος μόνο με τα αναφερόμενα στις διατάξεις αυτές επιδόματα, και όχι οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του υπαλλήλου.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι το ειδικό επίδομα ναυτικής εκπαίδευσης που χορηγείται στους εκπαιδευτικούς της Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης, σύμφωνα με τις οικείες ΣΣΕ, που ίσχυαν κατά το επίδικό χρονικό διάστημα, συνυπολογίζεται και στα επιδόματα εορτών και αδείας, αφού συμπεριλαμβάνεται στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές.
Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της ΣΣΕ και της ΔΑ που προαναφέρθηκαν και των αρθρ.9 του Ν.2470/1997 και ..., σύμφωνα με τις οποίες για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών και αδείας λαμβάνεται υπόψη ο βασικός μισθός, προσαυξανόμενος κατά τα αναφερόμενα στα άρθρα αυτά για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών και αδείας λοιπά επιδόματα, στα οποία δεν περιλαμβάνεται και το επίδομα ναυτικής εκπαίδευσης, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι το επίδομα αυτό υπολογίζεται για την αύξηση των τακτικών μηνιαίων αποδοχών, αφού τα επιδόματα εορτών και αδείας δεν υπολογίζονται με βάση γενικώς τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές του υπαλλήλου.
Το ότι στις ίδιες ΣΣΕ και ΔΑ προβλέπεται ότι αποδοχές ανώτερες στο σύνολό τους από αυτές που καθορίζονται με τις εν λόγω ΣΣΕ και ΔΑ ή ευνοϊκότεροι όροι εργασίας που προβλέπονται σε νόμους, διατάγματα κ.λπ. δεν θίγονται, δεν σχετίζεται με το ζήτημα του υπολογισμού των επιδομάτων εορτών και αδείας, που ρυθμίζονται ειδικά με τα αρθρ.3 της από 10-10-2002 ΣΣΕ και 9 του Ν.2470/1997 και ....
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από το αρθρ.559 αρ.1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η παραπάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Επειδή από τις διατάξεις του αρθρ.22 παρ.1β του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το αρθρ.52 παρ.18 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, στις δίκες με το Δημόσιο τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται ενόλων και όταν κάθε διάδικος κατά ένα μέρος νικήσει και κατά ένα μέρος ηττηθεί.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο 12965,45 ευρώ αντί του αιτηθέντος με την αγωγή ποσού των 18499,38 ευρώ και του επιδικασθέντος πρωτοδίκως ποσού των 16879,38 ευρώ, καταδίκασε δε αυτόν σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας ποσού 450 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του αρθρ. 22 παρ.1 του Ν.3693/1957, αφού η μερική ήττα του αναιρεσιβλήτου και αντίστοιχη μερική νίκη του Ελληνικού Δημοσίου επέβαλαν τον ολικό συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων. Επομένως, ο από το αρθρ.559 αρ.1 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η παραπάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Επειδή για να δημιουργηθεί ο από το αρθρ.559 αρ.14 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας ο σχετικός ισχυρισμός και να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε, εφόσον ο σχετικός λόγος αναιρέσεως δεν περιλαμβάνεται σε εκείνους που αναφέρονται στο αρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων πρότεινε στο δικαστήριο της ουσίας τον παραπάνω ισχυρισμό ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση της παρ.2 του αρθρ.562 του ΚΠολΔ (ΑΠ (Ολ) 16/2000, 43/1990). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, κατ'ορθή υπαγωγή από το αρθρ.559 αρ.14 του ΚπολΔ(όχι δε και από τον αριθ. 16 του ίδιου άρθρου, όπως με το αναιρετήριο προβάλλεται), διότι το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση περί συμψηφισμού των απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου με εκείνες του αναιρεσείοντος από την καταβολή αφενός επιδόματος κινήτρου απόδοσης των ετών 2002 και 2003 και από 1-1-2004 έως 30-9-2004 και αφετέρου ειδικού επιδόματος από τα αδιάθετα υπόλοιπα του Ειδικού Λογαριασμού Εσόδων από τα θαλάσσια μεταφορικά μέσα ΥΕΝ των ετών 2002 και 2003 με την αιτιολογία ότι η ένσταση αυτή είχε απορριφθεί με δύναμη δεδικασμένου από την 716/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται αν ο ισχυρισμός που τον στηρίζει προτάθηκε νόμιμα στο Εφετείο κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Επειδή, κατ' ακολουθίαν, πρέπει, κατά παραδοχή των πιο πάνω δευτέρου και τρίτου λόγων αναιρέσεως που κρίθηκαν βάσιμοι, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές (αρθρ. 580§3 του ΚΠολΔ) και να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη, κατ' άρθρ. 22§1β του Ν.3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος των 716/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ