Legislator Case Law & Legislation
1588/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling non-notification of expert replacement caused no legal prejudice.

Case Number 1588/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a court-appointed expert witness. The appellants argued that the failure to notify them of the expert's replacement violated procedural rights and caused irreparable harm. The court rejected this claim, holding that the lower court correctly found no legal prejudice from the non-notification and that such errors are not reviewable on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 159(3), 270, 375, 561(1) of the Code of Civil Procedure; The failure to notify parties of a court-appointed expert's replacement does not constitute a ground for annulment if no legal prejudice is proven, as appellate courts review only established prejudice rather than procedural irregularities alone.

Keywords

AI generated
non-notification of expert legal prejudice requirement annulment of expert report procedural defect review appellate jurisdiction limits court-appointed expert substitution of witness

Cited Legislation

AI generated
Article 159(3) of the Code of Civil Procedure
Article 270 of the Code of Civil Procedure
Article 375 of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 40/1986
Supreme Court Case 16/1990
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1588 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1588/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: Χ1 και Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Νικολάου.

Των αναιρεσιβλήτων: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Μελισσηνό Ψ2 και Ψ3, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-9-2001 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 4/2006 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-3-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 27-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις ..... και ....., αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ναυπλίου ..., προκύπτει ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτή (της 7-5-2008) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο δεύτερο και την τρίτη από τους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για παράστασή τους στο ακροατήριο, κατά τη διάταξη του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 676 § 2 Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η υπόθεση παρά την απουσία των δύο τελευταίων αναιρεσιβλήτων.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ. ΑΠ 40/1986, Ολ. ΑΠ 16/1990). Η κρινόμενη, επομένως, αίτηση αναίρεσης, καθόσον απευθύνεται και κατά της 4/2004 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, επί της κατά της οποίας έφεσης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, 4/2006, οριστική απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, ενόψει του ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.

ΑΠ 32/1996). Οι συναφείς, επομένως, πρώτος και δεύτερος, αντίστοιχα, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 800 ΑΚ, 480 παρ. 1 και 2 και 486 παρ. 1 εδ. α' και 2, με τον πρώτο και 480 παρ. 1 και 486 παρ. 1 εδ.

α' ΚΠολΔ, αντίστοιχα, με το δεύτερο, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, εφόσον δεν εκτίθενται σ' αυτούς ούτε εν σπέρματι οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό κατά το νομικό μέρος των εφαρμοστέων ουσιαστικών κανόνων.

Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 800 ΑΚ η διανομή γίνεται αυτουσίως, αν το αντικείμενο ή τα αντικείμενα που πρόκειται να διανεμηθούν είναι δυνατόν χωρίς μείωση της αξίας να διαιρεθούν σε μέρη ομοειδή ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 480 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο αποφασίζει την αυτούσια διανομή, αν δεν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, δίχως να μειώνεται η αξία του.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 481 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να διατάξει απόδειξη αν κρίνει ότι η αυτούσια διανομή είναι προδήλως δυνατή, αδύνατη ή ασύμφορη, συνάγεται ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αδυνάτου ή ασυμφόρου της αυτούσιας διανομής ή αντίθετα περί του δυνατού αυτής είναι κρίση περί πραγματικών γεγονότων και γι' αυτό αναιρετικά ανέλεγκτη, εκτός αν συντρέχει περίπτωση παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας ή έλλειψης νόμιμης βάσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 480 παρ. 3 ΚΠολΔ "αν ορισμένοι κοινωνοί ζήτησαν να λάβουν κοινή μερίδα, η μερίδα αυτή λογίζεται ως ενιαία. Στο μέρος που περιέρχεται σ' αυτούς με την αυτούσια διανομή απαιτείται κοινωνία κατά το λόγο των μεριδίων τους", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, αν τα μέρη που σχηματίστηκαν κατά τα άρθρα 480 ή 480 Α' είναι άνισα, η αυτούσια διανομή γίνεται με επιδίκασή τους στους συγκυρίους ή στις ομάδες εκείνων που ζήτησαν κοινή μερίδα, κατά το λόγο των μερίδων τους.

Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι επί δίκης διανομής κοινού για να αποφασίσει το δικαστήριο την αυτούσια διανομή ώστε μερικοί από τους κοινωνούς να λάβουν κοινή μερίδα, πρέπει να ζητηθεί από τους κοινωνούς αυτούς παρόμοια επιδίκαση. Περαιτέρω, στα μέσα επίθεσης και άμυνας που μνημονεύονται στη διάταξη του άρθρου 269 ΚΠολΔ, περιλαμβάνονται οι ισχυρισμοί κάθε φύσης, οι οποίοι κατατείνουν στην ανατροπή της αγωγής ή των ενστάσεων, στην παρακώλυση του δικαιώματος που προβάλλεται με αυτές ή και τον περιορισμό για τον αντίδικο συνεπειών αυτών, είτε υπό τη μορφή ένστασης ή αντένστασης προβάλλονται, είτε περιβάλλονται τη μορφή αιτήματος, το οποίο δεν έχει αυτοτελή υπόσταση, με την έννοια ότι δεν θεμελιώνεται σε ιδιαίτερη ανταξίωση αυτού που το προβάλλει κατά της αγωγής.

Με την παραπάνω έννοια και το προβλεπόμενο από το άρθρο 480 παρ. 3 ΚΠολΔ αίτημα, που μπορεί να προβληθεί από κάποιον ή κάποιους κοινωνούς στη δίκη διανομής, αποτελεί μέσο άμυνας των κοινωνών που το ζητούν, καθόσον αποσκοπεί στον περιορισμό των επιβλαβών γι' αυτούς (κατά την αντίληψή τους) συνεπειών, που θα προέλθουν από τη λύση της κοινωνίας με την περί διανομής αγωγή.

Συνεπώς, το εν λόγω αίτημα υπόκειται στον περιορισμό που θεσπίζει η διάταξη του άρθρου 269 ΚΠολΔ, όσον αφορά το χρόνο της παραδεκτής προβολής του, εφόσον μπορεί να προβληθεί και σε μεταγενέστερη της πρώτης συζήτηση με τη συνδρομή μόνο των προϋποθέσεων της μεταγενέστερης αυτής προβολής που ρητά ορίζονται στην παρ. 2 του πιο πάνω άρθρου.

Ενόψει, όμως, του ότι το αίτημα αυτό δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (προϋπόθεση που δεν ταυτίζεται με την ευχέρεια του δικαστηρίου να αποφασίσει και χωρίς αίτημα την αμέσως παραπάνω αυτούσια διανομή) μόνη η διαπίστωση του δικαστηρίου από τις αποδείξεις της συνδρομής των προϋποθέσεων που δικαιολογούν τη διανομή αυτή, δεν αίρει τον κατά το άρθρο 269 παρ. 2 χρονικό περιορισμό της παραδεκτής προβολής του.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά τα κρίσιμα σημεία της, τα ακόλουθα: "Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο έφεσης, οι εναγόμενοι - από τους οποίους οι δεύτερος και τρίτος εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες - ισχυρίστηκαν ότι κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο προέβη, όπως προτάθηκε από τον πραγματογνώμονα, στη διαίρεση των επίδικων επίκοινων ακινήτων σε δύο μέρη και επιδίκασε το ένα στον ενάγοντα και το άλλο σε ενιαία μερίδα σε αυτούς, αντί κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, να προβεί στη διαίρεση των διανεμητέων ακινήτων σε τέσσερα (4) ίσα κατ' αξία μέρη, ώστε να κριθεί στη συνέχεια το εφικτό και συμφέρον ή μη της αυτούσιας διανομής και το ισάξιο των σχηματιζόμενων μερών και στη συνέχεια αυτοί (εναγόμενοι) να λάβουν τρεις κλήρους από τα "σχηματιζόμενα ακίνητα".

Όμως, όπως αποδεικνύεται από τις πρωτόδικες προτάσεις τους, οι εναγόμενοι ρητώς και σαφώς υπέβαλαν το αίτημα, σε περίπτωση παραδοχής της αγωγής του αντιδίκου τους, να λάβουν κοινή μερίδα από καθένα από τα διανεμητέα ακίνητα, ώστε να παραμείνουν συγκύριοι αυτής κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος, γεγονός το οποίο, και αποδέχθηκε με την εκκαλούμενη απόφασή του το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, αφού έκρινε ότι είναι δυνατή, κατά τον από τον πραγματογνώμονα υποδειχθέντα ορθό τρόπο, η αυτούσια διανομή των επίδικων κοινών ακινήτων, χωρίς μείωση της αξίας τους και χωρίς να απαιτείται η καταβολή αντισταθμιστικού ποσού, με το χωρισμό τους σε δύο άνισες μερίδες, που αντιστοιχούν η μία στο 1/4, αξίας 320.651,53 ευρώ και η άλλη στα 3/4 , αξίας 961.954,60 ευρώ, της από 1.282.606,13 ευρώ συνολικής αξίας τους, διέταξε την αυτούσια διανομή τους, με την περιέλευση στο μεν ενάγοντα της πρώτης των μερίδων αυτών, στους δε εναγομένους της δεύτερης αυτών ως κοινής μερίδας.

Επομένως, τα αντίθετα, που υποστηρίζουν με το σχετικό λόγο των κρινόμενων εφέσεων τους οι εναγόμενοι, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα. Σημειωτέον, ότι οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους της κατ' έφεσης δίκης το πρώτο δηλώνουν, ότι παραιτούνται του πιο άνω αιτήματός τους να λάβουν κοινή μερίδα από το διανεμητέα ακίνητα.

Η κατά τον τρόπο αυτό όμως γενομένη παραίτηση από το εν λόγω αίτημά τους είναι μη νόμιμη και δεν επάγεται έννομα αποτελέσματα, προδήλως δε γίνεται μόνο για επιστήριξη του πιο πάνω λόγου έφεσης και με σκοπό την παρέλκυση της δίκης". Ακολούθως, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε τις συναφείς εφέσεις των εναγομένων.

Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας σιωπηρά ως απαράδεκτο το υποβαλλόμενο με την έφεση των αναιρεσειόντων και τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αίτημα διαίρεσης των διανεμητέων ακινήτων σε τέσσερα (4) ίσα κατ' αξίαν μέρη, ώστε να κριθεί στη συνέχεια το εφικτό ή μη της αυτούσιας διανομής καθώς και το ισάξιο των σχηματιζόμενων μερών και σε καταφατική περίπτωση, ο μεν ενάγων (αναιρεσείων) να λάβει έναν κλήρο, οι λοιποί δε εναγόμενοι τρεις (3) κλήρους από τα σχηματιζόμενα ακίνητα, χωρίς την επίκληση συνδρομής κάποιας από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 269 παρ. 2 ΚΠολΔ περιπτώσεις παραδεκτής προβολής του και επιλέγοντας περαιτέρω τον τρόπο αυτούσιας διανομής που προμνημονεύθηκε, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών πλημμελειών επί του αμέσως πιο πάνω ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του τρόπου της αυτούσιας διανομής που αυτό επέλεξε, ενώ ο συναφής προς τον αμέσως παραπάνω τέταρτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 480 παρ. 3 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.

ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν τα τελευταία διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης. Πράγματα, επίσης, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.

ΑΠ 11/1996). Ο λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ. ΑΠ 12/1991). Ο πέμπτος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον πέμπτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο αυτοί έπλητταν την εκκαλούμενη απόφαση, γιατί έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Α, η οποία κατατέθηκε εκπρόθεσμα στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου από τον ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τον πιο πάνω λόγο έφεσης και τον απέρριψε ως νόμω αβάσιμο.

Ο φερόμενος στον ίδιο λόγο αναίρεσης άλλος ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, που προτάθηκε με τον προμνημονευόμενο λόγο έφεσης, αλλά δεν λήφθηκε υπόψη, ότι δηλαδή η επίμαχη έκθεση πραγματογνωμοσύνης κατατέθηκε με την εκπρόθεσμη, από 12 Νοεμβρίου 2003, προσθήκη - αντίκρουση των πρωτόδικων προτάσεων του πρώτου αναιρεσιβλήτου, δεν είναι πράγμα, με την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά επιχείρημα που κατέτεινε στην ενίσχυση του πιο πάνω λόγου έφεσης και το οποίο, και για την περίπτωση ακόμη που αγνοήθηκε, δεν μπορεί να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης, έστω και αν διατυπώθηκε υπό τη μορφή λόγου έφεσης.

Ο ερευνώμενος, ακολούθως, λόγος αναίρεσης, κατά το παραπάνω μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Η διάταξη του άρθρου 151 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία η παρέλευση νόμιμης ή δικαστικής προστασίας συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα να επιχειρηθεί η πράξη για την οποία είχε οριστεί η προθεσμία, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά, έχει εφαρμογή, ως εκ του σαφούς περιεχομένου της προκύπτει, επί προθεσμίας που έχει ταχθεί προς επιχείρηση πράξης από το διάδικο.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 159 ΚΠολΔ, η παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής ενέργειας συνεπάγεται ακυρότητα, την οποία απαγγέλλει το δικαστήριο, 1) αν την τήρηση της διάταξης απαιτεί ρητά ο νόμος με την ποινή της ακυρότητας, 2) αν για την παράβαση αυτή επιτρέπεται αναίρεση ή αναψηλάφηση, 3) σε κάθε άλλη περίπτωση, αν ο δικαστής κρίνει ότι η παράβαση προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.

Περαιτέρω από τις περί πραγματογνωμοσύνης διατάξεις των άρθρων 368-392 ΚΠολΔ και ειδικότερα από εκείνη του άρθρου 383 δεν προκύπτει ότι η προθεσμία που τάσσεται από το δικαστήριο για την υποβολή από τον πραγματογνώμονα της έγγραφης γνωμοδότησής του, είναι ανατρεπτική, με συνέπεια η σύνταξη και η κατάθεσή της να επιφέρουν ακυρότητα αυτής, αν έγιναν μετά την πάροδο της εν λόγω προθεσμίας.

Ο αναιρετικός, τέλος, λόγος του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικής διάταξης (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, μολονότι έλαβε υπόψη τον προμνημονευόμενο δεύτερο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, δεν κήρυξε έκπτωση από το δικαίωμα της κατάθεσης της από 12 Νοεμβρίου 2003 προσθήκης των προτάσεων και αξιολόγησης της πραγματογνωμοσύνης του πρώτου αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το άρθρο 151 ΚΠολΔ, αλλιώς απαράδεκτο, αλλιώς ακυρότητα αυτής και μάλιστα ανεξάρτητα από δικονομική βλάβη, ενόψει του ότι η αμέσως πιο πάνω προσθήκη κατατέθηκε εκπρόθεσμα στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πολύ μετά την πάροδο του δεκαημέρου από τη λήξη της προθεσμίας που καθορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 4 και 6 ΚΠολΔ και, συνακόλουθα, απαράδεκτα.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενόψει του ότι η εκπρόθεσμη κατάθεση της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, όπως έχει ήδη ειπωθεί, δεν συνεπάγεται, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 151 και 159 ΚΠολΔ, την ακυρότητά της και, ακολούθως, την ακυρότητα και το απαράδεκτο της εκπρόθεσμα, επίσης, κατατιθέμενης προσθήκης αξιολόγησης της γνωμοδότησης του πραγματογνώμονα.

Οι συναφείς προς τον αμέσως παραπάνω αναιρετικό λόγο πέμπτος, κατά το δεύτερο μέρος του και έβδομος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους γίνεται επίκληση της από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν κήρυξε την ακυρότητα αλλιώς το απαράδεκτο της από 30.10.2003 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Α, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 31.10.2003, δηλαδή, εκπρόθεσμα, αφού από την ημερομηνία όρκισης του εν λόγω πραγματογνώμονα (22.4.2003) και μέχρι την αμέσως πιο πάνω ημερομηνία είχε ήδη παρέλθει η προθεσμία των πενήντα (50) ημερών που είχε οριστεί για την κατάθεση της γνωμοδότησής του, η οποία έληξε στις 13 Ιουλίου 2003, παραβιάζοντας, έτσι, τις διατάξεις των παρ. 4, 5, 6 και 7 του άρθρου 270 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύουν, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, όπως έχει ήδη εκτεθεί, η προθεσμία κατάθεσης της έγγραφης γνωμοδότησης του πραγματογνώμονα δεν είναι ανατρεπτική, νόμιμα δε η τελευταία λαμβάνεται υπόψη ως αποδεικτικό μέσο από το δικαστήριο της ουσίας.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 375 ΚΠολΔ, αντίγραφο της απόφασης που διορίζει ή αντικαθιστά πραγματογνώμονες κοινοποιείται μόλις δημοσιευθεί στους διαδίκους και τους πραγματογνώμονες με επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου ή του δικαστή που την έχει εκδώσει. Η παράλειψη της κοινοποίησης της πιο πάνω απόφασης δεν είναι με ποινή ακυρότητας της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης.

Η ακυρότητα αυτή επέρχεται μόνο με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ. Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι δεν προκλήθηκε βλάβη από την παράβαση της πιο πάνω διάταξης στο διάδικο που την πρότεινε, δεν ελέγχεται αναιρετικά, ως αναγομένη σε εκτίμηση πραγμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τον έβδομο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν κήρυξε την ακυρότητα, αλλιώς το απαράδεκτο της επίμαχης έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, εξαιτίας της μη γνωστοποίησης σ' αυτούς της αντικατάστασης του πραγματογνώμονα, που υλοποιήθηκε με την 388/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, η οποία δεν τους επιδόθηκε, με άμεσο επακόλουθο τη μη δυνατότητά τους να ορίσουν εκ νέου τεχνικούς συμβούλους, κατ' εφαρμογή των άρθρων 391 και 392 ΚΠολΔ, να καταθέσουν παραδεκτή και εμπρόθεσμη προσθήκη μέσα στην οκταήμερη προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 270 παρ. 6 ΚΠολΔ και να υποβάλουν ένσταση εξαίρεσης του πραγματογνώμονα λόγω της πρόδηλης μεροληψίας του υπέρ του αρχικού αντιδίκου τους, του οποίου αγνοούσαν την ταυτότητα, έτσι δε να υποστούν αυτοί αφόρητη δικονομική βλάβη, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ, δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ερεύνησε το δεύτερο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, κατά το ταυτόσημο προς το αμέσως παραπάνω περιεχόμενό του και τον απέρριψε ως αβάσιμο, δεχόμενο ότι οι αναιρεσείοντες δεν υπέστησαν οποιαδήποτε δικονομική βλάβη από τη μη κοινοποίηση σ' αυτούς της 388/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου που προπαρατέθηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-3-2006 αίτηση για αναίρεση της 4/2006 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παρόντος αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2008.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2008.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ