Supreme Court dismisses appeal for failure to state facts supporting the alleged substantive law violation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the Chania Court of Appeal's decision on forced expropriation compensation. The appellant argued the lower court violated substantive law by ignoring property characteristics affecting value, but the court found the appeal inadmissible. The court ruled that the appellant failed to clearly state the factual premises accepted by the lower court in its appeal brief, making the alleged violation of substantive law impossible to verify.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 557(3), 578 of the Code of Civil Procedure; Article 559(1) and (19) of the Code of Civil Procedure: An appeal alleging a direct violation of substantive law is inadmissible if the appeal brief fails to fully and clearly state the factual premises accepted by the court of first instance as the basis for its decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1588 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1588/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΑΛΝΤΕΜΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», που εδρεύει στο Λιμένα Χερσονήσου Ηρακλείου Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της ΄Αννα Τρυφωνίδου.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Χερσονήσου, που εδρεύει στο Δημοτικό Διαμέρισμα Λιμένος Χερσονήσου και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ασπετάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 844, 845, 846 και 847/2004 αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Κρήτης και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η 470/2005 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6 Οκτωβρίου 2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 7 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν.δ. της 17.7/16.8.1923, επιτρέπεται για λόγους υγιεινής, ασφαλείας, οικονομίας και αισθητικής η επιβολή οιωνδήποτε όρων κατά τις εν γένει εργασίες δόμησης και περιορισμών επί των οικοπέδων και των επ' αυτών ανεγειρόμενων και επισκευαζόμενων οικοδομών είτε στις πόλεις, κώμες κ.λ.π., είτε εκτός τούτων, οι οποίοι όροι και περιορισμοί καθορίζονται δια Β.
Δ/των κ.λ.π., κατά δε το άρθρο 24 του Ν. 1650/1986, όπως αυτός ίσχυε κατά τα έτη 1988-1991, οι ζώνες ανάπτυξης παραγωγικών δραστηριοτήτων που προορίζονται για τουριστικές η βιομηχανικές δραστηριότητες και βρίσκονται εκτός των ορίων γενικού πολεοδομικού σχεδίου, δύναται να πολεοδομούνται. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, καθορίζονται οι εισφορές σε γη και σε χρήμα που μπορεί να είναι διαφορετικές από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 8 και 9 του Ν. 1337/1983, οι λοιπές υποχρεώσεις των ιδιοκτητών, καθώς και οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία πολεοδόμησης των ζωνών αυτών και να ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.
Περαιτέρω, με τη διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 8 του από 6-10-1978 Π.Δ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του από 12-5-1984 Π.Δ., τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 του από 16-2-1985 Π.Δ. και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του από 20/28-1-1988 Π.Δ., ορίζεται ότι ανώτατο όριο εκμετάλλευσης για τις τουριστικές εγκαταστάσεις είναι τα 4000 τ.μ.
και ότι είναι δυνατή η υπέρβαση του ορίου αυτού των 4000 τ.μ. με την προϋπόθεση παραχώρησης πριν από την έκδοση της οικοδομικής άδειας με συμβολαιογραφική πράξη και χωρίς αποζημίωση στο δήμο η την κοινότητα στα διοικητικά όρια του οποίου ανήκει το γήπεδο, έκτασης ανάλογης με την επιπλέον των 4000 τ.μ. εκμετάλλευση και ειδικότερα: 1) για εκμετάλλευση έκτασης μεγαλύτερης των 4000 τ.μ.
και μέχρι 10.000 τ.μ, έκταση ίση με την επιπλέον του ανωτάτου ορίου εκμετάλλευση, 2) για εκμετάλλευση έκτασης μεγαλύτερης των 10.000 τ.μ. και μέχρι 17.500 τ.μ. για μεν την έκταση των 10.000 τ.μ., έκταση ίση με την καθοριζόμενη στην προηγούμενη περίπτωση, για δε τα επιπλέον αυτής τ.μ. έκταση ίση με την επιπλέον των 10.000 τ.μ, εκμετάλλευση, προσαυξημένη κατά το ήμισυ της επιπλέον αυτής, 3) για εκμετάλλευση έκτασης μεγαλύτερης των 17.500 τ.μ.
για μεν τα πρώτα 17.500 τ.μ. έκταση ίση με την καθοριζόμενη στην προηγούμενη περίπτωση, για δε την επιπλέον, έκταση ίση με το διπλάσιο της επιπλέον έκτασης των 17.500 τ.μ. εκμετάλλευσης, προσαυξημένη κατά το ήμισυ αυτής, δηλαδή των 17.500 τ.μ. εκμετάλλευσης. το τμήμα δε του γηπέδου που παραχωρείται, καθορίζεται στο σχέδιο της γενικής διάταξης, πρέπει δε αυτό να είναι σε θέση εύκολα προσπελάσιμη από κοινόχρηστο χώρο, οι δε χρήσεις γης της έκτασης αυτής ορίζονται μόνο οι συναφείς με τη συλλογική αναψυχή, όπως τουριστικά περίπτερα, αθλοπαιδειές, λουτρικές εγκαταστάσεις και άλλες μη οχλούσες την τουριστική εγκατάσταση χρήσεις κοινωνικού εξοπλισμού και κοινωνικής τεχνικής υποδομής, αποκλειομένων των χώρων των κάθε λειτουργικής μορφής ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων και οργανωμένης κατασκήνωσης (κάμπινγκ).
Περαιτέρω κατά την παράγραφο 8 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου προς τη Νομαρχία, η κατά την προηγούμενη παράγραφο υποχρέωση παραχώρησης τμήματος του γηπέδου είναι δυνατόν να μετατραπεί σε υποχρέωση καταβολής προς τον οικείο δήμο η κοινότητα χρηματικού ποσού. Η τιμή μονάδας στην περίπτωση αυτή ορίζεται σύμφωνα με τις περί απαλλοτριώσεων διατάξεις.
Στη συνέχεια με την ως άνω διάταξη ορίζεται ότι η αναστροφή της παραχώρησης της έκτασης αυτής και η μετατροπή της αντίστοιχης υποχρέωσης σε χρηματική, είναι δυνατή οποτεδήποτε, ακόμη και μετά την αποπεράτωση της τουριστικής εγκατάστασης, εφόσον συντρέχουν οι ίδιες προϋποθέσεις, μετά από σχετική αίτηση του ενδιαφερομένου και έκδοση απόφασης του Νομάρχη μετά από τήρηση της παραπάνω αναφερομένης διαδικασίας.
Στην περίπτωση αυτή η τιμή μονάδας υπολογίζεται ως ανωτέρω αλλά με βάση την αξία της έκτασης κατά το χρόνο της αναστροφής. Τέλος δε με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του από 30-6-1991 Π.Δ, επαναλαμβάνονται τα παραπάνω και ορίζεται στη συνέχεια ότι «η κατά την παρ. 7 του άρθρου 1 του από 201-1988 Π.Δ υποχρέωση παραχώρησης τμήματος γηπέδου είναι δυνατόν να μετατραπεί σε υποχρέωση καταβολής προς τον οικείο ΟΤΑ του αναλόγου χρηματικού ποσού, εξευρισκόμενου επί τη βάσει τιμής μονάδας αποζημιώσεως που ορίζεται σύμφωνα με τις περί απαλλoτριώσεων διατάξεις.
Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι αναφερόμενες ρυθμίσεις των άνω κανονιστικών διαταγμάτων, η έκδοση των οποίων έλαβε χώρα στο πλαίσιο της ευρείας πλην ειδικής και ορισμένης εξουσιοδότησης που παρέχεται από τις αναφερθείσες διατάξεις του ν.δ. της 17.7/16.8.1923 και του ν. 1650/1986 και επομένως σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος, εντάσσονται στην έννοια των όρων και περιορισμών δομήσεως, στοχεύοντας όσον αφορά μεταξύ άλλων, την περιοχή, στην οποία αναφέρεται η κρινόμενη υπόθεση, στην δια του αποκλεισμού δημιουργίας μικρών μονάδων και της αποθαρρύνσεως της κατατμήσεως των μεγάλων γηπέδων, αναβάθμιση του τομέα τουρισμού σ΄ αυτή.
Η δια αυτών επιβαλλόμενη παραχώρηση στο δήμο ή την κοινότητα, στα διοικητικά όρια των οποίων ανήκει το γήπεδο, στο οποίο πρόκειται να εγκατασταθεί η τουριστική επιχείρηση, ανάλογης με το μέγεθος της τουριστικής εκμετάλλευσης έκτασης αυτού, χωρίς αποζημίωση, δεν προσκρούει στις προστατευτικές της ιδιοκτησίας διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974.
Και τούτο γιατί τόσον από τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος, όσο και από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρ. Προσθ. Πρωτ. της ΕΣΔΑ, δεν αποκλείεται με διάταξη νόμου η θέσπιση γενικών και αντικειμενικών περιορισμών της ιδιοκτησίας χωρίς υποχρέωση αποζημίωσης προς εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος, εφόσον αυτοί δεν θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, αναιρώντας ή αποδυναμώνοντάς το σε μεγάλο βαθμό (Ολ.
Α.Π. 896/1985, 19/2002). Εξάλλου οι εν λόγω περιορισμοί δόμησης δεν είναι ανεπίτρεπτοι εκ του ότι το άρθρο 24 του Ν. 1650/1986 προϋποθέτει για την επιβολή τους τον χαρακτηρισμό με π.δ. των σχετικών περιοχών ως ζωνών ανάπτυξης παραγωγικών δραστηριοτήτων. Και τούτο γιατί, το Π.Δ. της 30-6-1991 που παραπέμπει στις διατάξεις του Π.Δ.
της 20/28.1.1988, για τις οποίες θεσπίσθηκαν οι άνω περιορισμοί απαριθμώντας στο άρθρο 1 αυτού τις περιοχές για την εφαρμογή των περιορισμών αυτών, ουσιαστικά τις χαρακτηρίζει ως ζώνες ανάπτυξης παραγωγικών δραστηριοτήτων. Περαιτέρω η ως άνω επιβαλλόμενη υπoxρέωση παραχώρηση μέρους του επί του οποίου η τουριστική εγκατάσταση γηπέδου, για συγκεκριμένες χρήσεις αυτού, ή η κατ' επιλογή και αίτηση του ενδιαφερόμενου μετατροπή της υποχρέωσης αυτής σε υποχρέωση καταβολής χρηματικού ποσού προς τον οικείο δήμο ή κοινότητα, το οποίο κατά την παρ. 8 εδ. 5 του άνω Π.Δ.
διατίθεται υποχρεωτικά για τις ανάγκες καθαριότητας, φωτισμού, για τη δημιουργία έργων κοινωνικής-τεχνικής υποδομής η κοινωνικού εξοπλισμού, καθώς και για έργα τουριστικής ανάπτυξης της περιοχής, έχει προδήλως χαρακτήρα ανταποδοτικής ωφέλειας ή τέλους, αφού δια των χρήσεων που επιβάλλονται στο παραχωρούμενο τμήμα του γηπέδου ή των έργων που πρέπει να εκτελεσθούν με το κατά μετατροπή της βασικής υποχρέωσης καταβαλλόμενο ποσό, ωφελείται πρωτίστως η τουριστική επιχείρηση και οι πολίτες στους οποίους παρέχει τις υπηρεσίες της και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μορφή συγκεκαλυμμένης φορολογίας, ώστε η επιβολή της να προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 78 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος.
Περαιτέρω, ο καθορισμός με το Π.Δ. της 23.6./30.6.1991, για συγκεκριμένες περιοχές μεταξύ των οποίων και της Χερσονήσου Ηρακλείου του κατωτάτου ορίου αρτιότητας των γηπέδων για τουριστική εγκατάσταση, σε είκοσι στρέμματα που στοχεύει, όπως σημειώθηκε, στην αποφυγή κατάτμησης των μεγάλων γηπέδων και στη δημιουργία μεγάλων τουριστικών επιχειρήσεων, δεν παραβιάζει κάποια αναλογία ώστε να θίγεται η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος), ούτε επιβάλλει στο νομοθέτη, ενόψει της εκ του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος υποχρεώσεως του να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, να θεσπίσει ότι η παραχώρηση γης η χρηματικού ποσού στην περίπτωση αυτή πρέπει να γεννάται όταν η εκμετάλλευση υπερβεί τα 20.000 τ.μ.
Αντίθετα μία τέτοια ρύθμιση ως εμφανώς ευνοϊκή για τις μεγάλες τουριστικές επιχειρήσεις θα παραβίαζε την άνω συνταγματική αρχή σε βάρος των ομοειδών επιχειρήσεων σε παρακείμενες της Χερσονήσου περιοχές, οι οποίες παρότι ασκούσες την ίδια επενδυτική δραστηριότητα, θα επιβαρύνονταν περισσότερο. Τέλος με την άνω ρύθμιση δεν παραβιάζεται η άνω συνταγματική αρχή της ισότητας εκ του ότι με τις διατάξεις του άρθρου 163, 165 και 170 του Π.Δ.
από 14.7/27.7.1999 προβλέπεται αντιστοίχως για γεωργοκτηνοτροφικά κτήρια, βιομηχανικές εγκαταστάσεις και εμπορικές αποθήκες όριο αρτιότητας των γηπέδων, 4.000 τ.μ. Και τούτο γιατί η παραβίαση της άνω αρχής επέρχεται, όπως σημειώθηκε στην περίπτωση που ο νομοθέτης εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, όχι δε και όταν ρυθμίζει πράγματα διαφορετικά.
Ενόψει όλων των ανωτέρω, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε ως μη νόμιμους τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας: «1) περί αντισυνταγματικότητας των ως άνω διατάξεων που επιβάλλουν την υποχρέωση παραχώρησης εδαφικής έκτασης στον οικείο ΟΤΑ στα διοικητικά όρια του οποίου βρίσκονται οι επίδικες εκτάσεις αναιρεσείουσας ή της, κατά μετατροπή της υποχρέωσης αυτής, υποχρέωσης καταβολής χρηματικού ποσού στον εν λόγω ΟΤΑ, 2) ότι σε κάθε περίπτωση οι ρυθμίσεις αυτές κείνται πέραν των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης, δυνάμει της οποίας εκδόθηκαν τα ανωτέρω Π.Δ., 3) ότι η ως άνω υποχρέωση παραχώρησης εδαφικής εκτάσεως ή η μετατροπή της υποχρέωσης αυτής σε υποχρέωση καταβολής χρηματικού ποσού, συνιστά συγκεκαλυμμένη μορφή φορολογίας κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 78 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος και επικουρικά 4) ότι η ρύθμιση του από 23-6/30-6-1991 Π.Δ.
με το οποίο επιβλήθηκαν για τη Χερσόνησο Ηρακλείου ειδικοί περιορισμοί αρτιότητας των γηπέδων για τουριστικές εγκαταστάσεις με τον καθορισμό κατώτατου ορίού αρτιότητας σε είκοσι στρέμματα, υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο και την επιβαλλόμενη αναλογία, παραβιάζει δε την αρχή της ισότητας και αποτελεί ανεπίτρεπτη στέρηση της ιδιοκτησίας», εφάρμοσε, σωστά και δεν παραβίασε τις συνταγματικές και λοιπές διατάξεις που ανωτέρω αναφέρθηκαν, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης κατά το μέρος που δι΄ αυτών προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Εξάλλου οι εξ αυτών δεύτερος, τρίτος και τέταρτoς λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδουν στην προσβαλόμενη απόφαση και πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι αφού το Εφετείο απέρριψε τους άνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμους και δεν εισήλθε στην κατ' ουσίαν έρευνα αυτών.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 557 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν η αγωγή ή άλλη αίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη η αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία η εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.), δεν αρκεί να αναφέρεται στο αναιρετήριο η κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος έννοια της φερόμενης ως παραβιασθείσας ουσιαστικού δικαίου διάταξης και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος αλλά πρέπει επιπλέον' να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο η μη της αγωγής ή της αίτησης.
Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα η όχι του διατακτικού της απόφασης (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.) το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε ν' αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο (επικουρικό) λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι με τα ποσά που καθόρισε ως αξία των ακινήτων, τα οποία κατά μετατροπή πρέπει να πληρώσει η αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο, δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα μειωτικά της αξίας των ακινήτων χαρακτηριστικά και έτσι παραβίασε τις διατάξεις που εφάρμοσε, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 13, 14, 15, 17, 18 και 19 του ν. 2882/2001 και πλημμελώς αιτιολόγησε την κρίση της στερώντας την από την αναγκαία νόμιμη βάση και έτσι υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι κατ' αμφότερες τις θεμελιώσεις του αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού στο αναιρετήριο δεν εκτίθενται καθόλου οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν.δ. της 17.7/16.8.1923, επιτρέπεται για λόγους υγιεινής, ασφαλείας, οικονομίας και αισθητικής η επιβολή
Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν΄ απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.10.2005 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία «ΑΛΝΤΕΜΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» για αναίρεση της 470/2005 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Σεπτεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ