Legislator Case Law & Legislation
1587/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, upholding lower court's evidence evaluation.

Case Number 1587/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Second Instance Court's decision. The appellant argued that the lower court formed its finding of fact without sufficient evidence regarding specific contracts. The court rejected this claim, noting that the lower court explicitly listed all evidence used and that factual evaluation is not subject to appellate review under Article 561 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was declared inadmissible and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 561 par. 1, 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court does not review the factual evaluation or assessment of evidence by the court of first instance, and an appeal based on the absence of proof for facts already established by the lower court is inadmissible.

Keywords

AI generated
cassation appeal factual evaluation evidence assessment inadmissible appeal Code of Civil Procedure appellate review legal costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 561 par. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 par. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 76/2013
Appeal partially allowed; appeal against second defendant dismissed; appeal against first defendant allowed with remand.
AP 1115/2012
Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, rejecting argument that evidence assessment violated substantive law.
AP 1/2008
Appeal dismissed; court upheld lower court ruling on simple readiness to work not requiring overtime pay.
AP 2031/2007
Supreme Court dismisses appeal against insurance company verdict on liability for car accident damages.
AP 1339/2007
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing failure to raise evidence issues at the Court of Appeal.
AP 1238/2007
Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of broker fee claim due to contract formation.
AP 712/2023
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing lack of prior argumentation and invalidity of appeal reasons.
AP 210/2022
Supreme Court dismisses appeal against final judgment for lack of legal basis citation and insufficient reasoning.
AP 532/2018
Supreme Court dismisses appeal against appellate court judgment for lack of legal basis and insufficient reasoning.
AP 2040/2013
Supreme Court dismisses appeal on evidence assessment regarding seatbelt non-use in traffic accident case.
AP 1179/2013
Supreme Court dismisses appeal on ownership transfer and adverse possession grounds, upholding lower court's evidence evaluation.
AP 1072/2012
Supreme Court dismisses appeal on abuse of right grounds regarding partial property claim exceeding good faith limits.
AP 273/2011
Supreme Court dismisses appeal on paternity recognition, upholding lower court's DNA evidence and witness testimony.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1587 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1587/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ιωάννη Αποστολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Κ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Σοφιαλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Δ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθανασία - Θεοφανία Τσιτούνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2020 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/ΜΙ-ΑΚ/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 2327/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-2-2023 αίτησή του και τους από 21-10-2024 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι, με την από 5-10-2020 (υπ' αριθ. 537/ΜΙ-ΑΚ/14-10-2020 έκθεσης κατάθεσης) ένδικη ανακοπή ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων ζήτησε για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, που αφορούν την ένδικη απαίτηση (2ος και 3ος λόγοι) και την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου (4ος και 5ος) την ακύρωση της από 3-2-2020 επιταγής προς πληρωμή, συνταχθείσας κάτωθεν του αντιγράφου του υπ' αριθ. 20/2020 πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθ. .../2020 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που εκδόθηκε βάσει της υπ' αριθ. ...

επιταγής της τράπεζας Πειραιώς, ποσού 50.000 ευρώ, δυνάμει της οποίας (διαταγής πληρωμής) αυτός (ανακόπτων) επιτάσσεται να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο (καθου η ανακοπή) α)για κεφάλαιο ποσό 50.000 ευρώ β) νόμιμους τόκους, από 10-1-2020 μέχρι την 3-2-2020, ποσό 247,61 ευρώ γ) για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ποσό 990 ευρώ και δ) για λοιπά δικαστικά έξοδα (τέλος απογράφου, αντίγραφο απογράφου, σύνταξη επιταγής, επίδοση και σχετική νομική συμβουλή) ποσό 1.086,51 ευρώ και συνολικά το ποσό 52.324,12 ευρώ, καθώς και κάθε άλλης πράξης της σχετικής διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπεύδεται από τον καθου η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητο, βάσει της ως άνω διαταγής πληρωμής.

Επί της ως άνω ανακοπής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 72/ΜΙ-ΑΚ/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη). Επίσης, επί της ασκηθείσας από τον αναιρεσείοντα (ανακόπτοντα) εφέσεως κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης εκδόθηκε η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 2327/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκε προς εκδίκαση η εν λόγω υπόθεση, θεωρήθηκε η ανακοπή ως μη ασκηθείσα ως προς τον πρώτο λόγο αυτής (λόγω σχετικής παραίτησης του ανακόπτοντος) και απορρίφθηκε κατά τα λοιπά η ένδικη ανακοπή.

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, νομοτύπως και εμπροθέσμως, ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση επιδόθηκε στις 13-1-2023 (όπως επικαλείται ο ίδιος ο αναιρεσείων στο δικόγραφό της) και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 19-5-2022 (βλ. την υπ' αριθ. 24/9-2-2023 έκθεση κατάθεσης), επίσης, καταβλήθηκε το αντίστοιχο παράβολο (άρθρα 20, 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Επισημαίνεται ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν εφαρμόζεται η προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1β' του ΚΠολΔ κατά την οποία "Σε περίπτωση εκτέλεσης που στηρίζεται σε δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση μόνο έφεσης", ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 8-12-2022, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 59 του ν. 4842/2021 με το οποίο τροποποιήθηκε η ως άνω διάταξη (που εφαρμόζεται για τις αποφάσεις που δημοσιεύονται μετά την 1-1-2022, κατ' άρθρο 116 παρ. 6 εδ.

β' του ν. 4842/2021). Επίσης, παραδεκτώς ασκήθηκαν και οι από 21-10-2024 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 22-10-2024 (υπ' αριθ. 161/22-10-2024 έκθεσης κατάθεσης) και επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 22-10-2024 (βλ. την υπ' αριθ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα στο Πρωτοδικείο Βέροιας Β.

Κ.), δηλαδή τριάντα (30) πλήρεις ημέρες πριν την ως άνω ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στις 25-11-2024, αφού αφορά τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 ΚΠολΔ). Επομένως η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, συνεκδικαζόμενοι, πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Ι. Κατά το άρθρο 623 του ΚΠολΔ, μπορεί κατά τη διαδικασία των διατάξεων των άρθρων 624 έως 636 του ίδιου κώδικα να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον πρόκειται για ιδιωτικού δικαίου διαφορά και η απαίτηση, καθώς και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ή με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία εκδόθηκε μετά από ομολογία ή αποδοχή της αίτησης του οφειλέτη.

Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 626, 630 και 631 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η διαταγή πληρωμής, αποτελεί μόνον τίτλο εκτελεστό και δεν είναι δικαστική απόφαση με τη στενή έννοια, αλλά πράξη του δικαστή (οιονεί απόφαση), ως εκ τούτου δεν είναι αναγκαίο να έχει πλήρες αιτιολογικό για να είναι έγκυρη.

Ειδικότερα, η διαταγή πληρωμής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα άλλα στοιχεία που προβλέπονται στις περιπτώσεις α', β', γ' , ε', στ' και ζ' του άρθρου 630 του ΚΠολΔ, την αιτία της πληρωμής, δηλαδή να προσδιορίζεται σ' αυτήν η σχέση από την οποία απορρέει η απαίτηση των χρημάτων, για την οποία ζητείται η έκδοσή της, έστω και συνοπτικά, αρκεί να μη δημιουργείται αμφιβολία από ολόκληρο το περιεχόμενό της ως προς την αιτία της πληρωμής.

Ωστόσο, δεν είναι αναγκαίο να περιγράφονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντίστοιχη αιτία (ΑΠ 674/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 330/2012, ΑΠ 15/2007). Ακόμη, κατά τις ως άνω διατάξεις, για την εγκυρότητα της διαταγής πληρωμής, η οποία αφορά απαίτηση που θεμελιώνεται σε τραπεζική επιταγή, πρέπει να αναφέρει και το πρόσθετο στοιχείο ότι η επιταγή εμφανίσθηκε κατά νόμο (άρθρο 40 του ν. 5960/1933) προς πληρωμή στον πληρωτή της και ότι συντάχθηκε η σχετική για τη μη πληρωμή βεβαίωση.

Περαιτέρω, για το κύρος της διαταγής πληρωμής που εκδίδεται βάσει τραπεζικής επιταγής δεν απαιτείται να αναγράφεται είτε στην υποβαλλόμενη αίτηση είτε στη διαταγή πληρωμής ότι το ποσό για το οποίο ζητείται η έκδοση της τελευταίας δεν έχει καταβληθεί (ή εξακολουθεί να οφείλεται) κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως, αφού τυχόν εξόφληση του εν λόγω ποσού μπορεί να επιφέρει, μετά από ανακοπή, της ακύρωσης της παρά τούτο εκδοθείσας διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1095/2005). Τα προαναφερθέντα ισχύουν και όταν την έκδοση της διαταγής πληρωμής ζητεί αυτός που πλήρωσε την επιταγή στον τελευταίο νόμιμο κομιστή της, οπότε, όμως, η πληρωμή και επομένως και η απαίτηση αποδεικνύονται εγγράφως από το τεκμήριο που κατά το άρθρο 424 εδ. β' του ΑΚ υπάρχει, λόγω της απόδοσης της επιταγής στον αιτούντα (εξ αναγωγής κομιστή της επιταγής) και της κατοχής του αξιόγραφου τούτου από αυτόν, κατά το χρόνο της έκδοσης της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 774/2004).

Κατά συνέπεια και ενόψει των όσων εκτέθηκαν, στην τελευταία αυτή περίπτωση ο αιτών την έκδοση διαταγής πληρωμής, εξ αναγωγής κομιστής της επιταγής, δεν απαιτείται να επικαλεσθεί και να προσκομίσει, προς απόδειξη της χρηματικής του απαίτησης και του ποσού αυτής και για το έγκυρο επομένως της υπέρ αυτού εκδιδομένης διαταγής πληρωμής, πέρα από το σώμα του εν λόγω τίτλου και εξοφλητική απόδειξη του ποσού της επιταγής (εξοφλημένο λογαριασμό), αφού υπέρ αυτού λειτουργεί, κατά τα προαναφερθέντα το τεκμήριο του άρθρου 424 εδ.

β' του ΑΚ, ενώ επιπρόσθετα η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" κτήση εκ μέρους του τελευταίου εξοφλημένου λογαριασμού από τον εισπράξαντα το ποσό της επιταγής νόμιμο κομιστή αυτής, καθιερώνεται από την ως άνω διάταξη (όπως άλλωστε συμβαίνει και με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 50 παρ. 1 του ν. 5325/1932 "περί συναλλαγματικής"), όχι ως υποχρέωση, αλλά ως δυνατότητα μόνο του πληρώσαντος την επιταγή, η μη χρήση της οποίας εκ μέρους τούτου δεν επηρεάζει σε τίποτα την άσκηση των παρεχομένων σ' αυτόν από το νόμο δικαιωμάτων, ούτε βέβαια αναιρεί την ιδιότητα αυτού ως εξ αναγωγής κομιστή της επιταγής.

Κατά λογική αναγκαιότητα λοιπόν, δεν απαιτείται ούτε η μνημόνευση στην εκδιδόμενη διαταγή πληρωμής της εκ μέρους του πληρώσαντος την επιταγή κτήσης, επίκλησης και προσκομιδής εξοφλημένου λογαριασμού, αφού αυτή δεν συνιστά, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, αναγκαίο κατά νόμο περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής (προσδιοριστικό της αιτίας πληρωμής στοιχείο), αλλά ούτε και απαιτείται για την έγγραφη απόδειξη της ασκούμενης από τον πληρώσαντα της επιταγή αξίωσης (ΑΠ 1012/2018).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 904 εδ. ε', 915, 916, 918 παρ. 4 και 921 παρ. 4 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι εκτελεστός τίτλος, εκτός των άλλων, είναι και η διαταγή πληρωμής αρκεί η απαίτηση να είναι "εκκαθαρισμένη" και "βέβαιη". Εκκαθαρισμένη δε είναι η απαίτηση όταν από τον εκτελεστό τίτλο προκύπτει το ποσό και το ποιόν της οφειλόμενης παροχής, βέβαιη δε όταν δεν τελεί υπό αναβλητική αίρεση, όρο ή προθεσμία (ΑΠ 959/2019).

Επίσης, στους λόγους της ανακοπής κατ' άρθρον 933 του ΚΠολΔ, που αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, όταν αυτός είναι διαταγή πληρωμής, μπορεί να περιλαμβάνεται και η μη νόμιμη έκδοση αυτής.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο ... αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ιδίου κώδικα, προκύπτει ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη και ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τρόπο των διαδικαστικών πράξεων, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ΟλΑΠ 25/2008, ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 1346/2022, 674/2020, ΑΠ 623/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο (κατά το πρώτο σκέλος του υπό στοιχεία IV Β' αρ. 1, 2 και 3) της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια, κατ' άρθρο 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ (κατά τη σχετική εκτίμηση και όχι από τον αριθ. 1, που αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης), ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εσφαλμένως, δέχθηκε ως νόμιμη την αίτηση για την έκδοση της εν λόγω διαταγής πληρωμής (υπ' αριθ. .../2020) και απορρίφθηκε ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος της ένδικης ανακοπής του και ο αντίστοιχος λόγος της εφέσεως του, με τον οποίο υποστηρίζει ότι απαραδέκτως εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, γιατί αυτή είναι αόριστη ως προς τη νομιμοποίηση του αναιρεσίβλητου (καθου η ανακοπή) και ως προς τη νομική βάση της σχετικής αξίωσης.

Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) της εν λόγω διαταγής πληρωμής προκύπτει ότι αυτή περιέχει όλα τα κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις αναγκαία στοιχεία και ιδίως αυτά που αφορούν τη σχετική αιτία της πληρωμής. Ειδικότερα, στην ως άνω διαταγή πληρωμής αναφέρεται η έκδοση της υπ' αριθ. ...

επιταγής της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", από τον αναιρεσείοντα (σε χρέωση του υπ' αριθ. ... λογαριασμού του) σε διαταγή του αναιρεσίβλητου (καθου η ανακοπή), ποσού 50.000 ευρώ, με ημερομηνία 9 Ιανουαρίου 2020, η οποία (επιταγή) αν και εμφανίσθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς πληρωμή, στις 9-1-2020, δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων και η μη πληρωμή αυτή βεβαιώθηκε με την από 9-1-2020 βεβαίωση της ως άνω πληρώτριας τράπεζας στην οπίσθια όψη της επιταγής, καθώς και ότι ο αναιρεσίβλητος έλαβε από την προαναφερθείσα τράπεζα εκ νέου αυτήν (επιταγή), έτσι, κατέστη νόμιμος κομιστής της εξ αναγωγής.

Επιπροσθέτως, στην προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2327/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ο σχετικός λόγος της εφέσεως, με τον οποίο είχαν επαναφερθεί οι ως άνω λόγοι της ένδικης ανακοπής, διαλαμβάνονται σχετικώς τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση ο ανακόπτων ισχυρίσθηκε με τον 4° και 5° λόγο της ανακοπής του ότι τόσο η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής όσο και η ίδια η διαταγή πληρωμής πάσχουν από αοριστία και ως τούτου η τελευταία είναι ακυρωτέα διότι δεν αναφέρονται σ αυτές ο πραγματικός χρόνος έκδοσης της ένδικης επιταγής, που κατά τον ανακόπτοντα δεν είναι η 9.1.2020 ως αναγράφεται στην επιταγή, στην ένδικη αίτηση και στην διαταγή πληρωμής καθώς και ο χρόνος παράδοσης απ' αυτόν που είναι ο εκδότης της επιταγής της τελευταίας στον κομιστή αυτής, καθ ου η ανακοπή ( 4ος λόγος) καθώς και ο λόγος που ο καθ ου - νόμιμος κομιστής της επιταγής εξ αναγωγής από την τελευταία κομίστρια αυτής εξ οπισθογραφήσεως, Τράπεζα Πειραιώς, ως αναγράφεται στους ως άνω λόγους της ανακοπής, κατέβαλε το ποσό της επιταγής των 50.000 ευρώ στην τελευταία για να λάβει πίσω το σώμα της επιταγής ( 5ος λόγος) .

Οι λόγοι, όμως, αυτοί της ανακοπής είναι απορριπτέοι ως μη νόμιμοι διότι, σύμφωνα και με την προαναφερόμενη μείζονα σκέψη για την πληρότητα της αιτήσεως εκδόσεως διαταγής πληρωμής όσο και της τελευταίας δεν απαιτείται να αναφέρονται αφ ενός μεν ο χρόνος της πραγματικής έκδοσης και παράδοσης της ένδικης επιταγής από τον εκδότη αυτής στον κομιστή της αφ ετέρου δε η έκθεση του συνόλου των γενεσιουργών της απαιτήσεως περιστατικών, ήτοι η αιτία για την οποία μεταβιβάσθηκε η επιταγή στον αιτούντα - καθ ου η ανακοπή, τελευταίο κομιστή της επιταγής αλλά αρκεί η έκθεση τόσων πραγματικών περιστατικών που εξατομικεύουν την απαίτηση από την άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γενέσεώς της και δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης οφειλής εκείνου, κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση, που ουδόλως εν προκειμένω (πλην των αναφερομένων στους ως άνω λόγους του στοιχείων) αμφισβητείται από τον ανακόπτοντα ότι δεν συμπεριλαμβάνονταν τόσο στην αίτηση όσο και στη διαταγή πληρωμής".

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις (υπό στοιχείο Ι), δεν ήταν αναγκαίο στην εν λόγω διαταγή πληρωμής να αναφέρονται περισσότερα από τα ως άνω περιλαμβανόμενα σ' αυτήν στοιχεία και συγκεκριμένα για τη σχετική χρηματική απαίτηση, η οποία απορρέει από την ως άνω τραπεζική επιταγή, ούτε για τη νομιμοποίηση του αναιρεσίβλητου, ενόψει της ως άνω αναφοράς περί της ιδιότητας του τελευταίου ως νόμιμου κομιστή της επιταγής, το σώμα της οποίας προσκόμισε με την αντίστοιχη αίτησή του για την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Επίσης, τα προεκτεθέντα ισχύουν, αντιστοίχως, και για το περιεχόμενο της σχετικής αίτησης για την έκδοση της εν λόγω διαταγής πληρωμής, ανεξαρτήτως του ότι δεν προσκομίζεται στο Δικαστήριο τούτο αντίγραφο της αίτησης αυτής (ούτε της ως άνω τραπεζικής επιταγής) για την έρευνα του σχετικού λόγου αναιρέσεως. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η εν λόγω διαταγή πληρωμής αποτελεί έγκυρο εκτελεστό τίτλο, αφού εκδόθηκε νομίμως, δεν κήρυξε ακυρότητα παρά το νόμο αναφορικά με το αναγκαίο περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής και δεν υπέπεσε στην από το αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, όπως προβάλλει οι αναιρεσείων με τον ανωτέρω λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "καλή πίστη" θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενέργειας, δηλαδή η στην κοινωνική συμβίωση επιβαλλόμενη ευθύτητα και εντιμότητα, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου (ΑΠ 1658/2017, ΑΠ 123/2017).

Η αναφορά στην εν λόγω διάταξη των αξιολογικών κριτηρίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών, του κοινωνικού και του οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, είναι διαζευκτική, οπότε η άσκηση του δικαιώματος είναι απαγορευμένη, εφόσον αντικειμενικά υπερβαίνει προφανώς, έστω και ένα από τα προπαρατιθέμενα αξιολογικά κριτήρια.

Προφανής υπέρβαση, είναι η έντονη αποδοκιμασία εντός των γενικών πλαισίων των κοινωνικοοικονομικών δεδομένων, σε σχέση με την ορθολογιστική συμπεριφορά σε ορισμένο τόπο και χρόνο. Η υπέρβαση αυτή είναι προφανής, όταν η συμπεριφορά του ενάγοντος απέναντι στον εναγόμενο υπήρξε τέτοια, ώστε να δημιουργήσει στον τελευταίο την πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το ένδικο δικαίωμα, η ικανοποίηση του οποίου θα ήταν γι' αυτόν (εναγόμενο) ιδιαίτερα επαχθής στα συμφέροντά του.

Επίσης, η υπέρβαση αυτή είναι προφανής και όταν η ικανοποίηση του προβαλλόμενου από τον ενάγοντα δικαιώματος προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας, σε σχέση με το όφελος που θα αποκομίσει ο δικαιούχος (ΑΠ 1052/2021) ή όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και ως προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως, που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 881/2019).

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.

Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΑΠ 46/2024, ΑΠ 1433/2022, ΑΠ 1052/2021, ΑΠ 514/2021, ΑΠ 409/2000).

Τέλος, για την πληρότητα της ένστασης από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 281 του ΑΚ απαιτείται να προβάλλονται σαφώς όλα τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος και συγχρόνως να γίνεται επίκληση και της προκύπτουσας από τα περιστατικά αυτά κατάχρησης, καθώς και να διατυπώνεται αίτημα για την απόρριψη της αγωγής για την αιτία αυτή (ΟλΑΠ 472/1983, ΑΠ 65/2005). Ως εκ τούτου, η περίπτωση της κατάχρησης δικαιώματος δεν λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο, ακόμα και αν τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν έχουν προταθεί από τους διαδίκους.

Περαιτέρω, η ανακοπή του άρθρου 933 του ΚΠολΔ περιλαμβάνεται στις ανακοπές του άρθρου 583 επ. του ίδιου Κώδικα και επομένως εφαρμόζονται σ' αυτήν οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 585 παρ. 2 του ΚΠολΔ, κατά το οποίο οι λόγοι ανακοπής πρέπει να προταθούν μόνο με το κύριο δικόγραφο της ανακοπής ή με πρόσθετο δικόγραφο, που πρέπει να κατατεθεί στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται η ανακοπή και να κοινοποιηθεί στον αντίδικο, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.

Νέοι λόγοι, που δεν προτείνονται κατ' αυτόν τον τρόπο, είναι απαράδεκτοι (ΑΠ 659/2005, ΑΠ 490/2004) και δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με το δικόγραφο της εφέσεως εναντίον αποφάσεως που απέρριψε την ανακοπή (ΑΠ 1390/2006). Επίσης, ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 585 παρ. 2 εδ. β' του ΚΠολΔ, σχετικά με τους νέους λόγους της ανακοπής, επαναλήφθηκε στο άρθρο 933 παρ. 1 εδ.

τελευταίο του ίδιου Κώδικα (όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου ογδόου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), το οποίο αφορά την ανακοπή κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων (ανακόπτων) προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια, κατ' άρθρο 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εσφαλμένως απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό του και τον αντίστοιχο λόγο της εφέσεως του περί της αντίθεσης στις διατάξεις του άρθρου 281 του ΑΚ της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η εν λόγω διαταγή πληρωμής, δυνάμει της οποίας διενεργείται εις βάρος του η προσβληθείσα με την ένδικη ανακοπή του διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, με την αιτιολογία ότι προβάλλεται σχετικός νέος λόγος ανακοπής, που δεν περιλαμβάνεται στο δικόγραφο αυτής.

Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) της ένδικης ανακοπής προκύπτει ότι δεν περιέχεται σ' αυτή επίκληση περί του ότι η επιδίωξη ικανοποίησης της ως άνω απαίτησης από τον αναιρεσίβλητο (καθου η ανακοπή) με την έκδοση της εν λόγω διαταγής πληρωμής και της επίσπευσης σχετικής διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος του αναιρεσείοντος (ανακόπτοντος) υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του αντίστοιχου δικαιώματος, ούτε προσδιορίζονται, συγκεκριμένως, τα περιστατικά βάσει των οποίων θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί τυχόν καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος αυτού, κατά την προεκετεθείσα (υπό στοιχείο ΙΙ) έννοια.

Επίσης, μόνη η επίκληση στην ένδικη ανακοπή ορισμένων πραγματικών περιστατικών, όπως το ότι η συμπλήρωση από τον αναιρεσίβλητο (καθου η ανακοπή) της ως άνω τραπεζικής επιταγή, που αφορούσε τρίτο πρόσωπο ("επιταγή ευκολίας"), έγινε δεκαεπτά έτη μετά την παράδοση στον τελευταίο αυτής, χωρίς τη συναίνεσή του, από τα οποία θα μπορούσε να συναχθεί κακόπιστη συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου, δεν αρκεί για την παραδεκτή προβολή του σχετικού λόγο ανακοπής, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε (υπό στοιχείο ΙΙ), απαιτούνται επιπλέον στοιχεία, βάσει των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος να εξέρχεται των ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ, καθώς και αντίστοιχο αίτημα.

Ως εκ τούτου, ο ως άνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί της εφαρμογής του άρθρου 281 του ΑΚ συνιστά νέο λόγο της ανακοπής, όμως, σύμφωνα με τις προεκετεθείσες σκέψεις (υπό στοιχείο ΙΙ) ο νέος αυτός λόγος ανακοπής είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού προβλήθηκε για πρώτη φορά με το δικόγραφο της εφέσεως εναντίον πρωτόδικης αποφάσεως, που απέρριψε την ανακοπή.

Επίσης, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται σχετικώς τα ακόλουθα:

"Στην προκειμένη περίπτωση ο εκκαλών-ανακόπτων ισχυρίζεται με την ένδικη έφεσή του, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου, ότι η επιχειρούμενη σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση με την επίδοση της προσβαλλόμενης από 3.2.2020 επιταγής προς πληρωμή, με τη συμπλήρωση από τον καθ ου η ανακοπή της επίμαχης τραπεζικής επιταγής 17 χρόνια μετά την παράδοση στον τελευταίο αυτής, η συμπλήρωσή της απ' αυτόν χωρίς τη συναίνεσή του και η έκδοση από τον καθ ου η ανακοπή βάσει της εν λόγω επιταγής της ως άνω διαταγής πληρωμής, που χρησιμοποιείται ως εκτελεστός τίτλος εναντίον του, αποτελούν ενέργειες που υπερβαίνουν προφανώς τα όρια που επιβάλλουν οι αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, όπως και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, δηλαδή ενέργειες παράνομες και ανίσχυρες κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.

Από την επισκόπηση της ένδικης ανακοπής, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν συμπεριλαμβάνεται στο δικόγραφό της. Ως εκ τούτου ο τελευταίος (ισχυρισμός) που επιχειρείται από τον ανακόπτοντα να στηριχθεί στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενόψει της προαναφερόμενης μείζονας σκέψης της παρούσας, τυγχάνει απαράδεκτος καθόσον με αυτόν προβάλλεται ισχυρισμός (λόγος ανακοπής) που δεν είχε προταθεί με το δικόγραφο της ανακοπής επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη, με αποτέλεσμα η καθυστερημένη προβολή του στο δεύτερο βαθμό να αδυνατεί να αποτελέσει αντικείμενο της έκκλητης δίκης και να καθιστά αυτόν απαράδεκτο και ως εκ τούτου απορριπτέο".

Επομένως, το Εφετείο, περιλαμβάνοντας την ως άνω αιτιολογία στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ορθή εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, απέρριψε ως απαράδεκτο τον ως άνω ισχυρισμό και λόγο της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, κατά συνέπεια οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που προβάλλονται με το ως άνω λόγο της αίτησης αναίρεσης, από το με αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμες.

ΙΙΙ. Η ενοχή από την επιταγή είναι αναιτιώδης, με την έννοια ότι η αιτία, η οποία έδωσε αφορμή στην έκδοσή της, δεν αποτελεί, κατ' αρχήν, προϋπόθεση του κύρους της. Όμως, ο οφειλέτης από επιταγή και ειδικά ο εκδότης μπορεί, όπως σε κάθε περίπτωση αναιτιώδους δικαιοπραξίας, να αποκαλύψει και επικαλεσθεί την αιτιώδη σχέση (υποκείμενη αιτία), η οποία τον συνδέει με το λήπτη που ενασκεί την απαίτηση από την επιταγή, αντιτάσσοντας εναντίον του την ένσταση ότι δεν υπάρχει αιτία για την έκδοσή της με την ευρεία έννοια, δηλαδή είτε διότι η αιτία είναι παράνομη ή ανήθικη, είτε διότι αυτή έληξε ή δεν επακολούθησε ή δεν υπήρχε καθόλου αιτία από την αρχή κατά την έκδοση της επιταγής, καθώς και το τυχόν ελάττωμα της αιτιώδους σχέσεως, οπότε, εάν αποδειχθεί η ένσταση αυτή, καθίσταται ανενεργός η αξίωση από την επιταγή (ΑΠ 896/2006).

Τέτοια ένσταση είναι και ο ισχυρισμός ότι η επιταγή είναι ευκολίας. Το περιεχόμενο της ένστασης αυτής είναι ότι ουδεμία έννομη σχέση υπήρξε μεταξύ του εκδότη και του λήπτη της επιταγής, που να δικαιολογεί την έκδοσή της, ενώ κατά την πρόθεση αμφοτέρων η έκδοση της επιταγής δεν επρόκειτο να δημιουργήσει πράγματι νομικό δεσμό μεταξύ των προσώπων αυτών, διότι ο σκοπός, στον οποίο απέβλεψαν, ήταν η απόκτηση (από το λήπτη) δυνατότητας πίστωσης έναντι τρίτων προσώπων.

Υπό την έννοια αυτή υπάρχει έκδοση επιταγής ευκολίας (δηλαδή επιταγής χωρίς την ύπαρξη ορισμένης έννομης σχέσης ή οικονομικού αντισταθμίσματος), όταν εκδίδεται απλώς και μόνο για την εξυπηρέτηση του λήπτη της επιταγής (ή και άλλου περαιτέρω κατόχου αυτής λ.χ. του πρώτου κομιστή), έτσι ώστε να φανεί αυτός ως φερέγγυος για να δανειστεί το ποσό της επιταγής από τρίτον, χωρίς να υπάρχει μεταξύ των μερών οποιαδήποτε έννομη σχέση και αιτία που δικαιολογεί την παράδοση της επιταγής (ΑΠ 735/2011, ΑΠ 1846/2007).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 2 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", σαφώς προκύπτει ότι η επιταγή είναι έγκυρη όταν περιέχει: (1) την ονομασία "επιταγή" μέσα στο κείμενο, (2) την εντολή περί πληρωμής ορισμένου ποσού, (3) το όνομα εκείνου που πρέπει να πληρώσει (πληρωτής), (4) τη σημείωση του τόπου πληρωμής, (5) τη σημείωση της χρονολογίας και του ποσού εκδόσεως της επιταγής, (6) την υπογραφή αυτού που εκδίδει την επιταγή (εκδότης).

Η επιταγή είναι αυστηρά τυπικό έγγραφο και γι' αυτό, αν λείπει ένα από τα ως άνω τυπικά στοιχεία, τα οποία δεν είναι από αυτά που ο νόμος (άρθρο 2 ν. 5960/1939) καθορίζει ότι μπορούν να λείπουν (τόπος πληρωμής, περισσότεροι τόποι πληρωμής, τόπος εκδόσεως) δεν ισχύει ως επιταγή, δηλαδή η επιταγή είναι άκυρη. Ο ανωτέρω ν. 5960/1933 δεν αναγνωρίζει ρητώς την λευκή επιταγή, πλην όμως από το άρθρο 13 αυτού, σύμφωνα με το οποίο, εάν επιταγή ατελής κατά την έκδοση συμπληρώθηκε εναντίον αυτών που συμφωνήθηκαν, η μη τήρηση των συμφωνιών αυτών δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του κομιστή, εκτός αν αυτός απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη ή αν κατά την κτήση της διέπραξε βαρύ πταίσμα, συνάγεται ότι μπορεί να υπάρξει ηθελημένη έλλειψη ενός ή περισσοτέρων στοιχείων της επιταγής, όπως συνήθως της χρονολογίας εκδόσεώς της και να τεθεί αυτή σε κυκλοφορία, εφόσον φέρει απλή υπογραφή του εκδότη, με την πρόθεση να δημιουργηθεί (θεληματικά) ατελής επιταγή, η οποία όμως μπορεί να συμπληρωθεί με βάση την συμφωνία που έγινε με τον λήπτη.

Η μη τήρηση της συμφωνίας συμπλήρωσης της λευκής επιταγής, που μπορεί να είναι και σιωπηρή, τεκμαιρόμενη μάλιστα σε περίπτωση που αφέθηκε σε αυτήν (επιταγή) συγκεκριμένο κενό προφανώς με σκοπό μεταγενέστερης συμπλήρωσής της, δεν αποτελεί πλαστογράφηση αυτής. Τέτοια υπάρχει, αν συμπληρωθεί ατελής επιταγή, για την οποία δεν υπάρχει συμφωνία για τη συμπλήρωσή της (ΑΠ 34/2021 ΑΠ 963/2019, ΑΠ 907/2018, ΑΠ 738/2006).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 19, 40, 44, 46 και 47 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" προκύπτει ότι τελευταίος νόμιμος κομιστής οπισθογραφήσιμης επιταγής είναι αυτός που με αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων κατέχει τον τίτλο κατά το χρόνο της βεβαίωσης της μη πληρωμής. Ο κομιστής αυτός μπορεί να στραφεί κατά των άλλων προσώπων που ευθύνονται από την επιταγή για την πληρωμή της (λοιπών υπογραφέων της) και να ζητήσει, εκτός των άλλων, και το ποσό της επιταγής. Το ίδιο δικαίωμα έχει και κάθε υπογραφέας της επιταγής ο οποίος την πλήρωσε. Αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση της ως άνω αξίωσης αναγωγής προς απόδοση συνιστά η, εκ μέρους του υπογραφέα της επιταγής και εξ αναγωγής υπόχρεου αυτής, πληρωμή του ποσού της προς το νόμιμο κομιστή της, χωρίς τη συνδρομή της οποίας ο υπογραφέας της επιταγής δεν έχει την παραπάνω αξίωση και δεν νομιμοποιείται να στραφεί αναγωγικά κατά των προηγουμένων αυτού υπογραφέων της επιταγής, ζητώντας το ποσό που πλήρωσε, αφού η εν λόγω αξίωση βρίσκει έρεισμα στην ιδιότητα του πληρώσαντος ως εξ αναγωγής υπόχρεου από την επιταγή, αλλά και στο γεγονός της, με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, πληρωμής του ποσού της τελευταίας (ΑΠ 1435/2003).

Επίσης ο πληρώσας την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος μπορεί, αφενός μεν να απαιτήσει κατά την πληρωμή της την προς αυτόν παράδοση του εν λόγω τίτλου μαζί με το διαμαρτυρικό ή την ισοδύναμη βεβαίωση και εξοφλημένο λογαριασμό, αφετέρου δε, και χωρίς να είναι υποχρεωμένος να τηρήσει τη σειρά τους, να εναγάγει ατομικά ή ομαδικά τους προγενέστερους τούτου υπόχρεους (προηγούμενους υπογράφεις της επιταγής), ζητώντας από αυτούς ολόκληρο το ποσό που ο ίδιος πλήρωσε, με τους νόμιμους τόκους από την ημέρα της εκ μέρους του καταβολής, και τα σχετικά έξοδα.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 34 εδ. α' του ν. 5960/1933 "Ο πληρωτής πληρώνων την επιταγή δύναται ν' απαιτήσει όπως του εγχειρισθεί αυτή εξοφλημένη υπό του κομιστού", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "Πας υπόχρεως, κατά του οποίου, ασκείται ανάγωγη ... δύναται να απαίτηση κατά την πληρωμήν την προς αυτόν παράδοσιν της επιταγής".

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 424 εδ. α του ΑΚ "Ο οφειλέτης καταβάλλοντας έχει το δικαίωμα να απαιτήσει, έγγραφη εξοφλητική απόδειξη και, αν εξοφλήσει ολοσχερώς, απόδοση του χρεωστικού εγγράφου", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 424 εδ. β' του ΑΚ "Από την απόδοση του χρεωστικού εγγράφου τεκμαίρεται η εξόφληση του χρέους".

Από την τελευταία αυτή διάταξη (424 εδ. β' του ΑΚ) καθιερώνεται νόμιμο, γνήσιο, δικονομικό και μαχητό τεκμήριο για το πραγματικό γεγονός, ότι έγινε ολοσχερής καταβολή του χρέους. Χρεωστικό έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου αυτού είναι το έγγραφο που φέρει την υπογραφή του οφειλέτη ή του δικαιοπαρόχου του, με το οποίο αποδεικνύεται η ύπαρξη του χρέους, αδιάφορα αν τούτο συντάχτηκε μόνο προς απόδειξη του χρέους ή και προς σύσταση αυτού, όπως π.χ.

είναι το γραμμάτιο εις διαταγήν, η συναλλαγματική και η τραπεζική επιταγή. Για την ύπαρξη του προαναφερόμενου τεκμηρίου αρκεί η απόδοση του χρεωστικού εγγράφου στον οφειλέτη από το δανειστή και η, κατά το χρόνο απόδοσής του, συνδρομή της ικανότητας για δικαιοπραξία στα πρόσωπα αυτά. Επομένως η παράδοση της επιταγής από το νόμιμο κομιστή της σε άλλο υπόχρεο από αυτή πρόσωπο, παράγει το τεκμήριο της, καταβολής του ποσού της από αυτόν που την κατείχε σε εκείνον που του την παρέδωσε (ΑΠ 774/2004).

Κατά συνέπεια για την απόδειξη καταβολής του ποσού της επιταγής αρκεί η επίκληση και προσκομιδή του σώματος αυτής από την κατοχή του οποίου τεκμαίρεται η πληρωμή της. Υποχρέωση προσκομιδής εξοφλητικής απόδειξης, επί πλέον, της προσκομιδής του σώματος της επιταγής, θα είχε νόημα μόνο σε περίπτωση που ο πληρώσας την επιταγή ισχυριζόταν ότι είχε καταβάλει ποσό πέραν του αναγραφομένου στον πιστωτικό τίτλο (π.χ.

τόκους, έξοδα κλπ.) και το ποσό αυτό το διεκδικούσε. Τούτο διότι είναι λογικό το ανωτέρω τεκμήριο να μην καλύπτει ποσό πέραν του αναφερόμενου στο σώμα της επιταγής και γι' αυτό τον λόγο ο αιτών το επιπλέον ποσό οφείλει να αποδείξει την καταβολή του με εξοφλητική απόδειξη.

Εξάλλου ως πληρωμή της επιταγής νοείται η, με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, εξόφληση του ποσού της, αλλά και αυτή ακόμη η από χαριστική αιτία περιέλευση της επιταγής στον "πληρώσαντα". Στην ύπαρξη δε του προαναφερομένου τεκμηρίου, όταν πρόκειται για συναλλαγματική ή επιταγή, δεν ασκεί επιρροή το αν έγινε ή όχι η προβλεπόμενη από τα άρθρα 50 παρ. 2 του ν. 5325/1932 "περί συναλλαγματικής" ή 47 παρ. 2 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" διαγραφή οπισθογραφήσεων. Και τούτο, επειδή τα άρθρα αυτά παρέχουν στον πληρώσαντα τη συναλλαγματική ή την επιταγή απλώς δυνατότητα και δεν καθιερώνουν υποχρέωση. Επομένως, η μη χρησιμοποίηση από τον τελευταίο της δυνατότητας αυτής δεν εμποδίζει την άσκηση των δικαιωμάτων του εναντίον των απέναντι αυτού υπόχρεων από τον τίτλο, ούτε κατά συνέπεια αναιρεί την ιδιότητα του πληρώσαντος, ως εξ αναγωγής κομιστή της επιταγής (ΑΠ 1012/2018).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 4/2005).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ειδικότερα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Επίσης, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ακόμη, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον ανωτέρω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 18/2018, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 633/2024, ΑΠ 446/2024).

Στην προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον το σχετικό αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...Μεταξύ του ανακόπτοντος και του καθ ου η ανακοπή υπήρχε αρχικά φιλική σχέση από το έτος 2000, η οποία εξελίχθηκε σε σχέση συνεργασίας, όταν ο καθ ου η ανακοπή άρχισε να εργάζεται ως υπεύθυνος στην επιχείρηση που διατηρούσε ο ανακόπτων στο ιδιόκτητο κατάστημά του, ευρισκόμενο στη Νάουσα, επί της συμβολής των οδών ....

Με το από 1-11-2003 δε ιδιωτικό συμφωνητικό ο καθ ου η ανακοπή μίσθωσε το εν λόγω κατάστημα, ιδιοκτησίας του ανακόπτοντος στις 1-12-2003 και συμφωνήθηκε μεταξύ τους η μεταβίβαση της επιχείρησης του ανακόπτοντος στον καθ ου η ανακοπή, ενώ από τις 24.1.2012, μετά τη σύσταση από τον τελευταίο ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Δ.

Κ.-Κ. Ν. ΟΕ", το εν λόγω μίσθιο μισθώθηκε από την ως άνω εταιρία για 8 έτη, αρχόμενη η μίσθωση στις 24.1.2012 και λήγουσα στις 31.12.2020. Από τη συνεκτίμηση, επίσης, του ίδιου ως άνω αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκε ότι ο ανακόπτων διατηρούσε, έναντι προμηθευτών και φορέων του δημοσίου (εφορία, ασφαλιστικά ταμεία) μεγάλες οφειλές, οι οποίες υπερέβαιναν το ποσό των 50.000 ευρώ και εξ αυτού του λόγου ήταν τυπικά και ουσιαστικά αδύνατη η μεταβίβαση της αδείας της επιχείρησης στον καθ ου η ανακοπή.

Προς αντιμετώπιση, λοιπόν, των χρεών και προκειμένου να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση της επιχείρησης, συμφωνήθηκε η δανειοδότηση του ανακόπτοντος από τον καθ ου η ανακοπή, η δε απαίτηση του τελευταίου εξασφαλίσθηκε διά της λήψεως από αυτόν μιας επιταγής και δη της υπ' αριθμ. ..., της Τράπεζας Πειραιώς, η οποία υπεγράφη στη θέση του εκδότη από τον ανακόπτοντα, συμπληρώθηκε από τον ίδιο ως προς το ποσό, ενώ ως προς τα υπόλοιπα τυπικά στοιχεία της παρέμεινε λευκή.

Συμφωνήθηκε, επίσης, μεταξύ των διαδίκων, η εντός συντόμου χρονικού διαστήματος εξόφληση του δανείου, χωρίς, ωστόσο, να προσδιοριστεί συγκεκριμένη ημερομηνία αποπληρωμής, μετά δε την παρέλευση μηνών, ο καθ ου η ανακοπή άρχισε να υπενθυμίζει στον ανακόπτοντα την υποχρέωσή του, χωρίς εκείνος να δίνει κάποια συγκεκριμένη απάντηση, επικαλούμενος οικονομική αδυναμία.

Οι συζητήσεις συνεχίστηκαν επί μακράν και τελικά κατέληξαν στο ότι ο ανακόπτων όφειλε να επιστρέφει το δάνειο κατά τον χρόνο που θα εκδήλωνε ως εκμισθωτής τη βούλησή του να του παραδοθεί το ως άνω μίσθιο ακίνητο. Επί πολλά έτη συνεχίσθηκε η λειτουργία του καταστήματος, αναμένοντας ο καθ ου η ανακοπή καλόπιστα να λάβει τα οφειλόμενα χρήματα, όμως την 30-9-2019 ο ανακόπτων κοινοποίησε στην συσταθείσα από τον καθ ου ως άνω ομόρρυθμη εταιρία εξώδικη διαμαρτυρία με πρόσκληση - δήλωση - καταγγελία, με την οποία ζητούσε από τη μισθώτρια εταιρία να αποχωρήσει από το μίσθιο, καταγγέλλοντας ταυτόχρονα τη μεταξύ τους υφιστάμενη μισθωτική σχέση, την οποία, σημειωτέον, η εταιρία ήθελε να συνεχίσει.

Μέσα στο κλίμα αυτό ο καθ ου η ανακοπή αντιλαμβανόμενος πλέον ότι ο ανακόπτων δεν είχε καμία πρόθεση να τηρήσει την υποχρέωσή του, του επέδωσε την υπ' αριθμ. 8-12-2019 εξώδικη δήλωση, που κοινοποιήθηκε στον ανακόπτοντα στις 11.12.2019, ζητώντας την απόδοση του ποσού της επιταγής. Ακολούθησαν οι από 23-12-2019 και 10-1-2020 εξώδικες απαντήσεις - διαμαρτυρίες του ανακόπτοντος, στις οποίες για πρώτη φορά άρχισε να αρνείται την οφειλή του και την ύπαρξη της ως άνω ρητής συμφωνίας αναφορικά με την επιταγή, κατηγορώντας αυτόν ( καθ ου η ανακοπή) ως εκβιαστή, ζητώντας του να του παραδώσει, ως χαρακτηριστικά αναφέρει επί λέξει στο τελευταίο ως άνω εξώδικο "την όποια τραπεζική επιταγή ισχυρίζεται ότι έχει ο εξ υμών Κ.

Δ.". Μετά τα ανωτέρω, ο καθ ου η ανακοπή πεισθείς πλέον ότι ο ανακόπτων δεν πρόκειται οικεία βουλήσει να του αποδώσει τα χρήματα, συμπλήρωσε ο ίδιος την ημερομηνία επιταγής, θέτοντας επί του σώματος αυτής, αυτή της 9-1-2020 και ως τόπο έκδοσης την πόλη της Νάουσας και προχώρησε στην εμφάνισή της, την ίδια ως άνω ημέρα, στην τελευταία κομίστρια και πληρώτρια Τράπεζα Πειραιώς.

Εντούτοις, όμως, αυτή δεν πληρώθηκε, λόγω έλλειψης επαρκών διαθεσίμων κεφαλαίων, όπως διαπιστώθηκε από το ηλεκτρονικό κέντρο της ως άνω Τράπεζας (κατάστημα Νάουσας). Η μη πληρωμή λόγω έλλειψης υπολοίπου βεβαιώθηκε με την από 9.1.2020 βεβαίωση της ως άνω Τράπεζας στην οπίσθια όψη της επιταγής. Την ίδια ημέρα της σφράγισης της επιταγής ο καθ ου η ανακοπή κατέβαλε στην τελευταία ως άνω κομίστρια "Τράπεζα Πειραιώς" την ονομαστική αξία της επιταγής, ήτοι το ποσό των 50.000 ευρώ και έτσι έλαβε πίσω το σώμα της επιταγής και κατέστη νόμιμος αυτής κομιστής εξ αναγωγής, επικαλούμενος δε τα ως άνω πραγματικά περιστατικά υπέβαλε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας την ίδιας χρονολογίας αίτηση του για έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος του ανακόπτοντος.

Ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, κάνοντας δεκτή την ως άνω αίτηση εξέδωσε σε βάρος του ανακόπτοντος την με αριθμό ....2020 διαταγή πληρωμής. Ακριβές δε αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο του τελευταίου με αριθμό 20/2020 με την κάτωθι αυτού από 3.2.2020 επιταγή προς εκτέλεση επέδωσε στον ανακόπτοντα στις 5.2.2020.

Σύμφωνα με την τελευταία ο ανακόπτων επιτάσσεται να καταβάλει στον καθ ου η ανακοπή, κατά τα προαναφερόμενα α) για κεφάλαιο 50.000 ευρώ β) νόμιμους τόκους από 10.1.2020 μέχρι την 3.2.2020, ποσού 247,61 ευρώ γ) για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, ποσό 990 ευρώ δ) για τέλος απογράφου, απόγραφο, αντίγραφο, σύνταξη επιταγής, επίδοση και νομική συμβουλή, 1.086,51 ευρώ και συνολικά ποσό 52.324,12 ευρώ.

Αμέσως μετά την κοινοποίηση στον ανακόπτοντα της ως άνω επιταγής προς εκτέλεση ο ανακόπτων κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βέροιας την από 12.2.2020 έγκλησή του, την οποία ενεχείρησε σε αυτόν στις 13.2.2020, στην οποία αναφερόμενος στην ως άνω διαταγή πληρωμής που εξέδωσε ο καθ ου η ανακοπή σε βάρος του, ισχυρίσθηκε ότι ο τελευταίος τέλεσε σε βάρος του τα αδικήματα της α) πλαστογραφίας με χρήση και β) απάτης επί Δικαστηρίω.

Ειδικότερα ισχυρίσθηκε όσα αναφέρει στον 2° και 3° λόγο της κρινόμενης ανακοπής, ήτοι ότι η ως άνω επιταγή ήταν επιταγή ευκολίας, που είχε παραδώσει αυτός στον καθ ου η ανακοπή το έτος 2003, προκειμένου να εξυπηρετήσει κάποιο φίλο του καθ ου η ανακοπή που χρειαζόταν μία επιταγή προς αντικατάσταση άλλης για το ποσό των 5.000 ευρώ περίπου και ως εκ τούτου ουδέν οφείλει στον καθ ου η ανακοπή ( 2ος λόγος) και ότι η ανωτέρω επιταγή βάσει της οποίας εξέδωσε ο καθ ου η ανακοπή σε βάρος του την ως άνω διαταγή πληρωμής, με αφορμή την οποία επισπεύδεται η σε βάρος του εκτέλεση με την επίδοση σ αυτόν επιταγής προς πληρωμή είναι πλαστή, διότι παραδόθηκε από τον ανακόπτοντα στον καθ ου η ανακοπή το έτος 2003 λευκή, φέροντας μόνο την υπογραφή του στη θέση του εκδότη και ουδέν άλλο στοιχείο συμπλήρωσε κατά την έκδοσή της, η συμπλήρωση δε αυτής από τον καθ ου η ανακοπή έλαβε χώρα ελλείψει οποιοσδήποτε σχετικής συμφωνίας τους ( 3ος λόγος).

Οι ως άνω λόγοι της ανακοπής που είναι νόμιμοι, ενόψει των προαναφερομένων στις υπό στοιχ. IV και V αντίστοιχα μείζονες σκέψεις της παρούσας, πρέπει να απορριφθούν, ενόψει των ως άνω αποδειχθέντων, ως ουσία αβάσιμοι. Σημειωτέον ότι α) στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξέτασης που διενεργήθηκε μετά την υποβολή από τον ανακόπτοντα της προαναφερόμενης μήνυσης διατάχθηκε η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης η δε διορισθείσα πραγματογνώμονας Ν.

Ν., ειδική δικαστική γραφολόγος, απεφάνθη, χωρίς καμία αμφισβήτηση, ότι πέραν της υπογραφής του ανακόπτοντος στην επίδικη ως άνω επιταγή, την οποία, εξάλλου, παραδέχεται και ο ίδιος, οι τεθείσες υπογραφές τόσο στη θέση του λήπτη όσο και στη θέση ολογράφως του ποσού της επιταγής ανήκουν στον ίδιο τον ανακόποντα και έχουν τεθεί από τον ίδιο, παρά τους περί του αντιθέτου ως άνω ισχυρισμούς του β) η προαναφερόμενη μήνυσή του απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την με αριθμό Β21/18 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημ/κων Βέροιας και κατόπιν προσφυγής που άσκησε ο ανακόπτων κατά της τελευταίας απορρίφθηκε εκ νέου κατ' ουσίαν και με την με αριθμό 47/2021 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης β) σε κανένα από τα προαναφερόμενα εξώδικα που απέστειλε ο ανακόπτων στον καθ ου η ανακοπή και στην ομόρρυθμη εταιρία που αυτός συμμετέχει ανέφερε ο ανακόπτων για την έκδοση από αυτόν της επίδικης επιταγής ως επιταγή ευκολίας, που εξέδωσε αυτός δήθεν το 2003, που μετά βεβαιότητας θα αναφερόταν, ζητώντας την επιστροφή της, αν πράγματι ήταν αληθινά τα ως άνω υποστηριζόμενα από αυτόν στους ως άνω λόγους ανακοπής του, που για πρώτη φορά προέβαλε σ αυτήν και στη κατατεθείσα ως άνω μήνυση σε βάρος του ανακόπτοντος, μετά την επίδοση σ αυτόν του πρώτου απογράφου εκτελεστού της ως άνω διαταγής πληρωμής με την από 3.2.2020 επιταγή προς εκτέλεση που επιδόθηκε σ αυτόν από τον καθ ου η ανακοπή, κατά τα ανωτέρω, στις 5.2.2020".

Ακολούθως το Εφετείο, με την ως άνω αιτιολογία, η οποία αφορά τους σχετικούς λόγους της ένδικης ανακοπής του ήδη αναιρεσείοντος, απέρριψε την τελευταία.

Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και με όσα ανωτέρω δέχθηκε ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2, 19, 34, 40, 44, 46, 47 του ν. 5960/1933 και 424 του ΑΚ, δοθέντος ότι, βάσει των ως άνω ανελέγκτως δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών, αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος (καθου η ανακοπή) είναι νόμιμος κομιστής της ανωτέρω τραπεζικής επιταγής, βάσει της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω διαταγή πληρωμής, δυνάμει της οποίας επισπεύδεται η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος του αναιρεσείοντος, που προσβλήθηκε με την ένδικη ανακοπή.

Ειδικότερα, αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι, στις 9-1-2020, ο αναιρεσίβλητος εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα (ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ), την υπ' αριθ. ... επιταγή, η οποία έφερε την υπογραφή του αναιρεσείοντος ως εκδότη, την ίδια ως άνω ημερομηνία (9-1-2020), τόπο έκδοσης την πόλη της Νάουσας, ποσό 50.000 ευρώ, πλην όμως, αυτή δεν πληρώθηκε, λόγω έλλειψης επαρκών διαθεσίμων κεφαλαίων, και η μη πληρωμή της βεβαιώθηκε με την από 9-1-2020 βεβαίωση της ως άνω τράπεζας στην οπίσθια όψη της επιταγής.

Επίσης, ότι, την ίδια ως άνω ημέρα, ο αναιρεσίβλητος, αφού έλαβε το σώμα της ανωτέρω επιταγής από την προαναφερθείσα τράπεζα, υπέβαλε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας την από 9-1-2020 αίτησή του για έκδοση διαταγής πληρωμής, προσκομίζοντας την τραπεζική επιταγή αυτή, η οποία (αίτηση) έγινε δεκτή και εκδόθηκε η εν λόγω υπ' αριθ. .../21-1-2020 διαταγή πληρωμής.

Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις, η ως άνω απόδοση της επιταγής στον αναιρεσίβλητο από την πληρώτρια τράπεζα και η κατοχή του αξιογράφου τούτου από αυτόν, κατά το χρόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής, καθιστά τον τελευταίο δικαιούχο της σχετικής χρηματικής απαίτησης, ενώ, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνονται στο δεύτερο σκέλος του έβδομου λόγου της αίτησης αναίρεσης (υπό στοιχείο IV αρ. 4 και 5) είναι αβάσιμοι.

Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα της σχετικής χρηματικής απαίτησης του αναιρεσίβλητου (καθου η ανακοπή), σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Ειδικότερα, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται όλα τα αναγκαία περιστατικά, που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές, ως άνω, αποδεικτικό της πόρισμα και ειδικότερα ότι η ανωτέρω τραπεζική επιταγή εκδόθηκε από τον αναιρεσείοντα (ανακόπτοντα) για την εξασφάλιση της ικανοποίησης απαίτησης του αναιρεσίβλητου (καθου η ανακοπή) κατ' αυτού (ανακόπτοντα) από σύμβαση ισόποσου (50.000 ευρώ) δανείου, που είχε συναφθεί μεταξύ τους ενώ, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, και ιδίως περί του χαρακτήρα της επιταγής ως "ευκολίας", που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Συγκεκριμένα, αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι, την 1-12-2003, με το από 1-11-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, ο αναιρεσίβλητος μίσθωσε το ευρισκόμενο στη Νάουσα (επί της συμβολής των οδών ...) κατάστημα, ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος, στο οποίο ο τελευταίος διατηρούσε επιχείρηση (καφετέρια), της οποίας συμφωνήθηκε μεταξύ τους η μεταβίβαση στον αναιρεσίβλητο, ενώ, από τις 24-1-2012, μετά τη σύσταση από τον τελευταίο ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Δ.

Κ. -Κ. Ν. ΟΕ", το εν λόγω μίσθιο μισθώθηκε από την ως άνω εταιρία για χρονικό διάστημα οκτώ ετών (από 24-1-2012 έως 31-12-2020). Επίσης ότι, ενόψει της ύπαρξης οφειλών του αναιρεσείοντος προς τρίτους (προμηθευτές και δημόσιους φορείς), που υπερέβαιναν το ποσό των 50.000 ευρώ, ήταν τυπικά και ουσιαστικά αδύνατη η μεταβίβαση της αδείας της ως άνω επιχείρησης στον αναιρεσίβλητο, έτσι, για να επιτευχθεί η μεταβίβαση αυτή καταρτίσθηκε η προαναφερθείσα σύμβαση δανείου και εκδόθηκε η ανωτέρω τραπεζική, η οποία υπεγράφη στη θέση του εκδότη από τον αναιρεσείοντα, συμπληρώθηκε από τον ίδιο ως προς το ποσό, ενώ ως προς τα υπόλοιπα τυπικά στοιχεία της παρέμεινε λευκή, και συμφωνήθηκε, μεταξύ των διαδίκων, η εντός συντόμου χρονικού διαστήματος εξόφληση του δανείου, χωρίς, ωστόσο, να προσδιοριστεί συγκεκριμένη ημερομηνία αποπληρωμής.

Ακόμη ότι ο αναιρεσίβλητος με την από 8-12-2019 εξώδικη δήλωσή του, που κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα (ανακόπτοντα) στις 11-12-2019, ζήτησε την απόδοση του ποσού της ανωτέρω επιταγής, όμως, ο αναιρεσείων με τις από 23-12-2019 και 10-1-2020 εξώδικες απαντήσεις - διαμαρτυρίες του, για πρώτη φορά, αρνήθηκε την οφειλή του και την ύπαρξη της ως άνω ρητής συμφωνίας αναφορικά με την επιταγή, κατόπιν αυτών, ο αναιρεσίβλητος, συμπλήρωσε ο ίδιος την ημερομηνία της επιταγής, θέτοντας επί του σώματος αυτής, την ημερομηνία 9-1- 2020 και ως τόπο έκδοσης την πόλη της Νάουσας και προχώρησε στην εμφάνισή της προς πληρωμή, και ενόψει του ότι αυτή δεν πληρώθηκε, αιτήθηκε την έκδοση της εν λόγω διαταγής πληρωμής, ως νόμιμος κομιστής της ως άνω επιταγής, όπως προαναφέρθηκε.

Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις, υφίσταται νόμιμη αιτία για την έκδοση της ανωτέρω επιταγής, δηλαδή η εξασφάλιση της απαίτησης του αναιρεσίβλητου (καθου η ανακοπή) κατά του αναιρεσείοντος (ανακόπτοντος) από την ως άνω σύμβαση δανείου, κατά τη σχετική συμφωνία των διαδίκων. Μάλιστα, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων αρνήθηκε την απόδοση του ποσού του δανείου αυτού (50.000 ευρώ), ο αναιρεσίβλητος, με σκοπό την ικανοποίηση της απαίτησης αυτής, αφού συμπλήρωσε τα λοιπά στοιχεία της ανωτέρω επιταγής, επιδίωξε δικαστικώς την είσπραξη του ως άνω ποσού δια της αποκτήσεως σχετικού εκτελεστού τίτλου, δηλαδή της εν λόγω διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε βάσει της ανωτέρω επιταγής.

Τέλος, δεν ήταν αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, η παράθεση και άλλων αιτιολογιών. Επομένως, οι ως άνω λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αντιστοίχως, με τους οποίους ο αναιρεσείων, αφενός μεν προβάλλει αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, αφετέρου δε προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι.

Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και έλλειψη νόμιμης βάσης, που είναι διάσπαρτες στους άνω λόγους της αίτησης αναίρεσης, πλήττουν, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, καθόσον αναφέρονται στην από το Εφετείο εκτίμηση των σχετικών αποδείξεων, κατά συνέπεια προβάλλονται απαραδέκτως.

ΙV. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της.

Τέλος, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1284/2023, ΑΠ 684/2019, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 526/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του περιστατικά ("πράγματα") που αφορούν τις ως άνω συμβάσεις δανείου και μεταβίβασης της επιχείρησης του αναιρεσείοντος, καθώς και τις ως άνω συμφωνίες των διαδίκων σχετικώς με την ανωτέρω τραπεζική επιταγή, χωρίς προταθούν από τον αναιρεσίβλητο τέτοιοι ισχυρισμοί, αντιστοίχως.

Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά αιτιολογημένη άρνηση και επιχειρήματα του αναιρεσίβλητου, που τείνουν στη μη αποδοχή των λόγων της ένδικης ανακοπής περί του ότι η τραπεζική επιταγή είχε το χαρακτήρα "ευκολίας", δηλαδή είχε εκδοθεί προς εξυπηρέτηση τρίτου προσώπου, και όχι για κάποια άλλη αιτία (2ος λόγος της ανακοπής) και του ότι η επιταγή αυτή είχε εκδοθεί λευκή, φέροντας μόνον την υπογραφή του αναιρεσείοντος στη θέση του εκδότη (και όχι το ποσό της), χωρίς να υφίσταται συμφωνία για τη συμπλήρωσή της (3ος λόγος της ανακοπής).

Σε κάθε περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 19-10-2022 προτάσεων, που κατέθεσε ο αναιρεσίβλητος ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο τελευταίος επικαλέσθηκε την ως άνω αιτία εκδόσεως της ανωτέρω τραπεζικής επιταγής, δηλαδή την εξασφάλιση της απαίτησής του από την προαναφερθείσα σύμβαση δανείου και τη σχετική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για τη συμπλήρωση των λοιπών στοιχείων της επιταγής αυτής.

Κατά συνέπεια ο ως άνω αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος. Εξάλλου, το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

V. Ο από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. α' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, της λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, ιδρύεται όταν λαμβάνεται υπόψη αποδεικτικό μέσο άλλο από εκείνα που καθορίζονται στα άρθρα 339 και 340 παρ. 1 του ΚΠολΔ, είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, καθώς και όταν η χρήση του νόμιμου αποδεικτικού μέσου δεν είναι επιτρεπτή στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω της φύσεως της υποθέσεως, ενόψει και των περιορισμών των άρθρων 393 - 394 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1298/1990) ή προβλέπεται απόδειξη μόνο με συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (ΟλΑΠ 8/1987). Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 218/2020, ΑΠ 374/2019, ΑΠ 1510/2011, ΑΠ 315/2008, ΑΠ 263/1989).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ' άρθρο 116 παρ. 2 εδ. β' του ως άνω νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 686/2021). Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημοσίας τάξεως, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως, αφού στην έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτο στον Άρειο Πάγο εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 93/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 393 παρ. 1 του ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου δευτέρου του άρθρου 1 του ν. 4335/2025) "Δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες συμβάσεις ή συλλογικές πράξεις, καθώς και πρόσθετα σύμφωνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας που έχει συνταχθεί εγγράφως όταν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, έστω και αν δεν είναι αντίθετα προς το περιεχόμενο του εγγράφου"

Κατ` εξαίρεση και σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 394 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ, η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται, πλην των άλλων περιπτώσεων και σε κάθε περίπτωση, αν υπήρχε φυσική ή ηθική αδυναμία να αποκτηθεί έγγραφο. Ηθική αδυναμία αποκτήσεως εγγράφου υπάρχει όταν τα μέρη κατά τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως συνδέονταν με τόσο στενό δεσμό, ώστε σύμφωνα με τις κρατούσες κοινωνικές και συναλλακτικές αντιλήψεις, η αξίωση συντάξεως εγγράφου να εμφανίζεται ως ανοίκεια δυσπιστία.

Όταν δηλαδή κατά το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας, για λόγους ηθικής τάξης ή και ψυχολογικούς ακόμη, η αξίωση σύνταξης εγγράφου, υπό τις ιδιάζουσες αυτές σχέσεις ή καταστάσεις, θα υποδήλωνε έλλειψη εμπιστοσύνης με συνέπεια τον κλονισμό των σχέσεων των μερών, και ενδεχομένως τη ματαίωση της δικαιοπραξίας.

Ο δεσμός αυτός, μπορεί να είναι στενή συγγένεια, συναδελφική συνεργασία, στενή μακροχρόνια φιλία, μνηστεία, ερωτικός ή στενός φιλικός δεσμός κλπ. Η απόδειξη για το γεγονός από το οποίο μπορεί να προκύψει ηθική αδυναμία, το οποίο (γεγονός) επικαλείται ο υπόχρεος σε απόδειξη, εφόσον αμφισβητηθεί, γίνεται και με μάρτυρες.

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, εφόσον βεβαιώνει την ύπαρξη ηθικής αδυναμίας για την απόκτηση έγγραφης απόδειξης, αποτελεί κρίση περί πραγμάτων του δικαστηρίου της ουσίας που είναι ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 του ΚΠολΔ από τον Άρειο Πάγο και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω δικονομικών διατάξεων (ΑΠ 60/2024, ΑΠ 1402/2008, ΑΠ 1004/2005).

Επίσης, κατά διάταξη του άρθρου 394 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠολΔ η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση, αν από την φύση της δικαιοπραξίας ή τις ειδικές συνθήκες υπό τις οποίες έγινε και ιδίως αν πρόκειται για εμπορικές συναλλαγές, δικαιολογείται η απόδειξη με μάρτυρες (ΑΠ 82/2023, ΑΠ 1161/2020, ΑΠ 1722/2014).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του ΚΠολΔ σαφώς συνάγεται ότι, όταν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες, είναι δεκτά και τα δικαστικά τεκμήρια, τα οποία το δικαστήριο δύναται να συναγάγει και από καταθέσεις είτε των διαδίκων είτε των τρίτων, που λήφθηκαν κατά την ποινική διαδικασία (ΑΠ 1696/2022, ΑΠ 389/1977, ΑΠ 58/1993). Μάλιστα, για την ταυτότητα του ως άνω λόγου, το ίδιο ισχύει και για τα λοιπά έγγραφα της ποινικής διαδικασίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο (υπό στοιχείο Γ'), από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, όχι μόνον προς άμεση απόδειξη, αλλά και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και ιδίως την υπ' αριθ. 47/2021 διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης, για την απόδειξη συναφθέντων μεταξύ αυτού (αναιρεσείοντος) και του αναιρεσίβλητου συμβάσεων δανείου και μεταβίβασης επιχείρησης, καθώς και συναφών περαιτέρω συμφωνιών, η αξία του αντικειμένου των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 393 παρ. 1 και 395 του ΚΠολΔ.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις (υπό στοιχείο V), είναι προεχόντως απαράδεκτος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, διότι ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι προέβαλε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας νόμιμα τον περιλαμβανόμενο στο συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ισχυρισμό. Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος είχε προσκομίσει, με επίκληση, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (βλ.

σελ. 8 των από 19-10-2022 προτάσεων του) αντίγραφο της υπ' αριθ. 47/2021 διάταξης του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατόπιν προσφυγής του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. Β12/2018 διάταξης του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Βέροιας, με τις οποίες, μετά τη διενέργεια σχετικής προκαταρτικής εξέτασης, απορρίφθηκε η από 12-2-2020 έγκληση του αναιρεσείοντος, με την οποία ο τελευταίος, αναφερόμενος στην ως άνω τραπεζική επιταγή και διαταγή πληρωμής, ισχυρίσθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος τέλεσε σε βάρος του τις αξιόποινες πράξεις της α)πλαστογραφίας με χρήση και β) απάτης στο Δικαστήριο.

Ωστόσο, από την παραδεκτή επισκόπηση των από 20-10-2022 έγγραφων προτάσεων και της από 24-10-2022 προσθήκης - αντίκρουσης, που κατέθεσε στο Εφετείο ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι αυτός δεν προέβαλε κάποιο ισχυρισμό προκειμένου να μην ληφθούν υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο οι ανωτέρω Εισαγγελικές διατάξεις, που αποτελούν έγγραφα της σχετικής ποινικής προδικασίας, μάλιστα, προέβη και στο σχολιασμό αυτών (βλ.

σελ. 7 της από 24-10-2022 προσθήκης - αντίκρουσης). Ο ίδιος, όμως, λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, στην προσβαλλομένη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι μεταξύ του αναιρεσείοντος και του αναιρεσίβλητου, υπήρχε φιλική σχέση από το έτος 2000, η οποία εξελίχθηκε σε σχέση συνεργασίας, όταν ο τελευταίος άρχισε να εργάζεται ως υπεύθυνος στην επιχείρηση που διατηρούσε ο αναιρεσείων στο ιδιόκτητο κατάστημά του, ευρισκόμενο στη Νάουσα, επί της συμβολής των οδών ....

Επίσης, το ίδιο ως άνω Δικαστήριο δέχθηκε ότι, κατά την εκμίσθωση του ανωτέρου καταστήματος στον αναιρεσίβλητο (την 1-11-2003), η μεταβίβαση της αδείας της σχετικής επιχείρησης στον τελευταίο ήταν τυπικά και ουσιαστικά αδύνατη, γιατί ο αναιρεσείων διατηρούσε, έναντι προμηθευτών και φορέων του δημοσίου (εφορία, ασφαλιστικά ταμεία) μεγάλες οφειλές, οι οποίες υπερέβαιναν το ποσό των 50.000 ευρώ και εξ αυτού του λόγου και προκειμένου να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση της επιχείρησης αυτής, συμφωνήθηκε η δανειοδότηση του αναιρεσείοντος από τον αναιρεσίβλητο και η αντίστοιχη απαίτηση του τελευταίου εξασφαλίσθηκε διά της ανωτέρω τραπεζικής επιταγής.

Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δικαιολογείται, κατά το άρθρο 394 παρ. 1 περ. β' και δ' του ΚΠολΔ, η χρήση του αποδεικτικού μέσου των μαρτύρων για την απόδειξη των ως άνω συμβάσεων και των συναφών συμφωνιών αυτών, έστω κι αν το αντικείμενο τους υπερέβαινε το ανωτέρω ποσό, αφενός, λόγω της μεταξύ των διαδίκων ύπαρξης στενής φιλικής σχέσης και της συνακόλουθης ηθικής αδυναμίας να αποκτηθεί έγγραφο, το οποίο θα αποδείκνυε τις ως άνω συμβάσεις δανείου και μεταβίβασης της επιχείρησης, καθώς και το περιεχόμενο αυτών και αφετέρου, λόγω της φύσης της ως άνω δικαιοπραξίας και των ειδικών συνθηκών υπό τις οποίες έγινε, που αφορά την ως άνω αδυναμία μεταβίβασης της αδείας της σχετικής επιχείρησης.

Συνεπώς, το Εφετείο, εκτιμώντας με τα λοιπά αποδεικτικά και τις ανωτέρω Εισαγγελικές διατάξεις, που περιλαμβάνονται στα έγγραφα της σχετικής ποινικής προδικασίας, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων επί των αποδεικτέων θεμάτων για τα οποία, κατά τα ως άνω, επιτρεπόντουσαν και οι μάρτυρες, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από το νόμο, συνακόλουθα, ο ως άνω λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. α' του ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί.

VΙ. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008).

Ωστόσο, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 765/2014).

Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1047/2018, 569/2017, ΑΠ 967/2015).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος και άρα, παραδεκτός ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου, το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, παρά το νόμο, αποδεικτικό μέσο, να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του και να καθορίζεται το περιεχόμενο του, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί αν αυτό είναι κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ισχυρισμού (ΑΠ 180/2017, 566/2017, 721/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της ένδικης αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα έγγραφα που προσκομίσθηκαν και ειδικότερα: α) την από 12-2-2020 βεβαίωση της "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", η οποία εκδόθηκε σε απάντηση του από 11-2-2020 αιτήματος του, η οποία αφορά τη χορήγηση του "μπλόκ" επιταγών, που περιλαμβάνεται η ως άνω επιταγή, η κίνηση του σχετικού λογαριασμού και η εμφάνιση της επιταγής, καθώς και έλλειψη οπισθογράφησης λόγω ενεχύρου προς την πληρώτρια τράπεζα επί της επιταγής αυτής, β) τις από 8-10-2019 και 24-5-2020 εξώδικες δηλώσεις της μισθώτριας εταιρίας με την επωνυμία "Δ.

Κ. - Κ. Ν. Ο.Ε." προς αυτόν (αναιρεσείοντα) και γ) το από 26-5-2020 "πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής κλειδιών μισθίου καταστήματος", το οποίο αφορά κατάστημα της ιδιοκτησίας του, ευρισκόμενο στη Νάουσα, που είχε εκμισθώσει, την 1-11-2003, στον αναιρεσίβλητο και στη συνέχεια, στις 24.1.2012, στην προαναφερθείσα μισθώτρια εταιρία.

Ωστόσο, ο ανωτέρω λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση, που παραδεκτά επισκοπείται κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αναφορά περί του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συνήγαγε τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά "... απ όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ δε των τελευταίων περιλαμβάνεται και η με αριθμό ....2022 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Νάουσας, Π.

Δ. Π., των επιμελεία εξετασθέντων του εκκαλούντος, μαρτύρων του, Ε. Π. του Σ., θυγατέρας του και Ι. Μ. του Π., λογιστή του εκκαλούντος, που λήφθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, ύστερα από νομότυπη κλήτευση του εφεσιβλήτου να παραστεί σ αυτή, στα πλαίσια έτερης μεταξύ των διαδίκων δίκης (βλ. για το ότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις συνιστούν δικαστικά τεκμήρια, ΑΠ 99/2010, ΑΠ 1049/2009, δημοσιευμένες στη Νόμος), χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004.723) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, τα οποία λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο αυτεπάγγελτα και χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά περιστατικά: ...", καθώς και από το όλο περιεχόμενο και την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, συνάγεται αναμφίβολα και καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία (έγγραφα), τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.

Επισημαίνεται ότι τα προαναφερθέντα έγγραφα αφορούν αφενός στοιχεία της ως άνω τραπεζικής επιταγής, τα οποία, όμως, προκύπτουν από το σώμα της ίδιας της επιταγής και αφετέρου τη συναφθείσα σύμβαση μίσθωσης για τη χρήση του προαναφερθέντος καταστήματος της ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος, η οποία, κατά τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου, δεν συνδέεται με την επίδικη απαίτηση του αναιρεσίβλητου.

Εξάλλου, το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.

γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι, κατά τα ως άνω, απορριπτέος ως αβάσιμος.

VΙΙ. Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για διαγνωστικό λάθος, αλλά για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει, όμως, από τον αναιρετικό έλεγχο.

Ακόμη, παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης. Σ' αυτή την περίπτωση, προϋπόθεση για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης, είναι να μπορούσαν οι κρίσιμες περικοπές που παραλείφθηκαν να οδηγήσουν σε διαφορετικό διατακτικό από εκείνο στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, χωρίς να λάβει αυτές υπόψη (ΑΠ 662/2021, ΑΠ 2236/2009).

Για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάστηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί, έτσι, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1182/2021, AΠ 1167/2019, ΑΠ 1348/2017).

Τέλος, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως: α)το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 287/2018, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και τον υπό στοιχεία Β' αρ. 8 πρόσθετο λόγο, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια, κατ' άρθρο 559 αριθμό 20 του ΚΠολΔ, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερομένων εγγράφων. Ειδικότερα, με τον ως άνω λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων εκθέτει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 1-11-2003 και 24-1-2012 ιδιωτικών συμφωνητικών μισθώσεως και της από 30-9-2019 εξώδικης δήλωσης του προς την εταιρία με την επωνυμία "Δ. Κ. - Κ. Ν. Ο.Ε.", καθώς και ότι παρέλειψε να αναγνώσει κρίσιμο μέρος των από 23-12-2019 και 10-1-2020 εξώδικων δηλώσεων του προς τον αναιρεσίβλητο και την προαναφερθείσα εταιρία, αντιστοίχως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σκέψη (υπό στοιχείο VΙ), είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται στην αίτηση αναίρεσης το πλήρες κείμενο των επικαλουμένων εγγράφων, αλλά απλώς αναφέρεται περιληπτικά το κατά την κρίση του αναιρεσειόντος περιεχόμενο αυτών, με συνέπεια να μην μπορεί να διαγνωσθεί, σε σύγκριση με την εκτίμηση αυτών από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αν το τελευταίο οδηγήθηκε σε διαγνωστικό σφάλμα.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος, ενόψει του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα ως άνω αναφερθέντα έγγραφα, αλλά συνεκτίμησε απλώς αυτά με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό τους, σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές του Εφετείου, νόμιμη αιτία για την έκδοση της ανωτέρω επιταγής, ήταν η εξασφάλιση της απαίτησης του αναιρεσίβλητου (καθου η ανακοπή) κατά του αναιρεσείοντος (ανακόπτοντος) από την ως άνω σύμβαση δανείου, κατά τη σχετική συμφωνία των διαδίκων, και η οποία (αιτία) δεν συνδέεται με τη σύμβαση μίσθωσης, που αφορά τα ως άνω αναφερθέντα έγγραφα (τα από 1-11-2003 και 24-1-2012 ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως και την από 30-9-2019 εξώδικη δήλωση του αναιρεσείοντος).

Επίσης, κατά τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου, η συμπλήρωση των στοιχείων της ανωτέρω επιταγής από τον αναιρεσίβλητο, δηλαδή μόνον της ημερομηνίας (9-1-2020) και του τόπου έκδοσης (Νάουσα), έγινε μετά την άρνηση του αναιρεσείοντος να αποδώσει το ποσό του ως άνω δανείου (50.000 ευρώ), το οποίο και δια μέσου της επιταγής αυτής, ο τελευταίος είχε υποσχεθεί να καταβάλει, έτσι, ο αναιρεσίβλητος με τη συμπλήρωση της (επιταγής) δεν παραβίασε τη σχετική συμφωνία των διαδίκων.

Τέλος, κατά τα λοιπά, με το λόγο αυτό προβάλλονται κατά της προσβαλλομένης απόφασης παράπονα για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία, όμως, δεν μπορούν να θεμελιώσουν τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

VIII. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη". Ο όρος "πράγματα" στην παρούσα περίπτωση είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, νοούνται, δηλαδή, ως πράγματα οι ουσιώδεις και γι' αυτό ασκούντες επίδραση στην έκβαση της δίκης νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελειωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ (ΑΠ 1046/2013, ΑΠ 247/202, ΑΠ 1209/2010). Ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικά το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 76/2013, ΑΠ 1115/2012, ΑΠ 1/2008, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 1339/2007, ΑΠ 1238/2007). Για τη βασιμότητα του παρόντος λόγου δηλαδή, θα πρέπει το δικαστήριο να δεχθεί πράγματα χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 712/2023, ΑΠ 210/2022, ΑΠ 532/2018, ΑΠ 2040/2013, ΑΠ 1179/2013, ΑΠ 1072/2012, ΑΠ 273/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου την πλημμέλεια ότι οδηγήθηκε στο σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς την κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων των ως άνω συμβάσεων μεταβίβασης της επιχείρησης του αναιρεσείοντος και δανείου, καθώς και των λοιπών συναφών συμφωνιών τους, που κατά τους ισχυρισμούς του, είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη. Ωστόσο, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στην αρχή της ελάσσονος πρότασης, αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε το πόρισμά του, κατά το είδος τους, δηλαδή τα έγγραφα προς άμεση απόδειξη και για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ("... για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως όλα ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς ...") και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, όπως προεκτέθηκε (υπό στοιχείο VI).

Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, καθώς και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (που δεν κατέθεσε προτάσεις), κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 7-2-2023 αίτηση αναίρεσης και τους από 21-10-2024 πρόσθετους λόγους αυτής του Σ. Π. κατά της υπ' αριθ. 2327/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση και τους πρόσθετους λόγους.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ