Supreme Court allows partial appeal against lower court's dismissal of moral damages claim based on tortious conduct.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a final judgment dismissing a claim for moral damages. The appellant argued that the lower court incorrectly evaluated evidence regarding the defendants' illegal electrical connection causing harm. The court found the lower court's assessment of evidence flawed and contrary to the principle of free evaluation of evidence, necessitating a re-examination of the case facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 534, 535, 540 of the Civil Code; Article 561, 580, 577 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may overturn a lower court's decision if the evaluation of evidence is erroneous or arbitrary, requiring the case to be remanded for further examination by a different judge.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1587 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1587/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Θ. Λ. του Κ., κατοίκου Αχαρνών Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φαίδρα Παύλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χήρας Δ. Ε., κατοίκου Αχαρνών Αττικής, 2) Ν. Ε. του Δ., κατοίκου Νίκαιας Αττικής, οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Παναγιώτη Γεωργόπουλου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/6/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 944/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4422/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/6/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 11.06.2020 και με ειδ. αριθ. κατάθ.439/29.06.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 4422/31.07.2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553,556, 558,564 παρ.1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ και 74 παρ.1 Ν.4690/2020).
Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά τα άρθρα 534 και 535 ΑΚ ο πωλητής ευθύνεται αν, κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, το πράγμα έχει πραγματικά ελαττώματα που αναιρούν ή μειώνουν ουσιωδώς την αξία ή την χρησιμότητά του ή δεν έχει τις συμφωνημένες ιδιότητες, ενώ κατά το άρθρο 540 ΑΚ στις περιπτώσεις ευθύνης του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ή για έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας, ο αγοραστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει χωρίς επιβάρυνσή του τη διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν μια τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες, να μειώσει το τίμημα ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός αν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα.
Ως πραγματικό ελάττωμα, κατά τη διάταξη αυτή, νοείται η προς το χειρότερο παρέκκλιση του πράγματος από την ομαλή αυτού κατάσταση, που οφείλεται κατά κανόνα στον ατελή τρόπο κατασκευής και που έχει ως συνέπεια αρνητική επίπτωση στην αξία του πράγματος ή στη χρησιμότητα αυτού, ενόψει των συνομολογηθέντων με τη σύμβαση της πωλήσεως(ΑΠ 1544/2008).
Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 543 ΑΚ, αν κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή λείπει η συνομολογημένη ιδιότητα του πράγματος, ο αγοραστής δικαιούται, αντί για τα δικαιώματα του άρθρου 540 ΑΚ, να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης ή σωρευτικά με τα δικαιώματα αυτά να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία, που δεν καλύπτεται από την άσκησή τους.
Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση παροχής ελαττωματικού πράγματος, η οποία οφείλεται σε πταίσμα του πωλητή. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β` , 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, όπως, ιδίως, επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, όταν ο υπαίτιος δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε έχει υποχρέωση να λάβει κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε τρίτους από την κατάσταση αυτή.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά, συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρ. 298 ΑΚ), ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1398/2015).Μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής είναι μεν πράξη παράνομη, δεν συνιστά όμως και αδικοπραξία, κατά την έννοια των άρθρων 914 επ.
ΑΚ. Είναι δυνατό, ωστόσο, μια ζημιογόνα ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Αυτό συμβαίνει όταν η ενέργεια αυτή καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημιά σε άλλον.
Η ύπαρξη, επομένως, νομικού ή πραγματικού ελαττώματος δεν ιδρύει από μόνη της ευθύνη από αδικοπραξία κατά την έννοια των αμέσως παραπάνω αναφερομένων διατάξεων, αφού, χωρίς τη συμβατική σχέση, δεν αποτελεί πράξη παράνομη. Η ευθύνη από την αδικοπραξία θα κριθεί κατά τους γενικούς περί αδικοπραξιών όρους.
Επομένως, όταν δολίως αποσιωπάται η ύπαρξη του νομικού ή πραγματικού ελαττώματος, τότε συντρέχουν πρόσθετα πραγματικά στοιχεία, τα οποία, μαζί με τη συμβατική παράβαση, συνθέτουν το πραγματικό αδικοπραξίας, με τη μορφή της αστικής απάτης. Όταν, όμως, το πταίσμα που επέφερε τη ζημία ταυτίζεται κατά το πραγματικό αυτού περιεχόμενο προς την παραβίαση της σύμβασης και τη δημιουργία της παρανομίας δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί αδικοπραξίας(ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 587/2020, ΑΠ 212/ 2000).Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 του Ν.1512/1985, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 19 του άρθρου 3 του Ν.2242/1994, "Απαγορεύεται η σύνδεση κτισμάτων και εγκαταστάσεων για τις οποίες απαιτείται οικοδομική άδεια, με κάθε είδους δίκτυα...
παροχής ηλεκτρικού ρεύματος..., αν δεν προσκομιστεί στους αρμόδιους φορείς αντίγραφο της οικοδομικής άδειας επικυρωμένο από την αρχή που τη χορήγησε". Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργούνται, ο μεν πρώτος, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας και εφόσον αυτά αφορούν στην εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, όχι όμως και στην εκτίμηση των αποδείξεων προς εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της από 12-6-2015 αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας κατά των αντιδίκων της εναγομένων και ήδη πρώτης και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικού εγγράφου, προκύπτει ότι η ενάγουσα εκθέτει τα εξής: Ότι δυνάμει του με αριθμό 12.505/29-6-2010 πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Κούλας Εμμ.
Καράκη, το οποίο νόμιμα έχει μεταγραφεί, οι τότε εναγόμενοι Δ. Έ.(που έχει ήδη αποβιώσει)και οι νόμιμοι κληρονόμοι του Α. σύζυγος Δ. Ε. και Ν. Έ. του Δ.(ήδη πρώτη και δεύτερος των αναιρεσιβλήτων) της μεταβίβασαν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή την ειδικότερα περιγραφόμενη στην αγωγή οριζόντια ιδιοκτησία και συγκεκριμένα ένα διαμέρισμα του δευτέρου πάνω από την πυλωτή ορόφου, οικοδομής που βρίσκεται στο Δήμο Αχαρνών Αττικής επί της οδού Κυκλάδων αρ.3.
Ότι την οριζόντια αυτή ιδιοκτησία οι πωλητές υποσχέθηκαν να της την μεταβιβάσουν με όλα τα παραρτήματα και παρακολουθήματά της, χωρίς πραγματικά ελαττώματα. Ότι εκ των υστέρων και συγκεκριμένα κατά τις εργασίες ανακαίνισης του διαμερίσματος το Σεπτέμβριο του 2010 διαπίστωσε την ύπαρξη ελαττωμάτων και συγκεκριμένα έπεσαν σοβάδες από την οροφή του διαμερίσματος, γεγονός που οφειλόταν σε οξείδωση του οπλισμού της πλάκας της οικοδομής.
Ότι οι εναγόμενοι συμφώνησαν να προβούν σε μόνωση της ταράτσας της οικοδομής, προκειμένου να προστατευτεί η πλάκα από την υγρασία, καλύπτοντας ποσοστό 60% του κόστους της μόνωσης ενώ την τότε ενάγουσα(και ήδη αναιρεσείουσα) θα βάρυνε ποσοστό 40% του κόστους. Ότι η μόνωση ολοκληρώθηκε από τεχνίτη της επιλογής των εναγομένων, πλην όμως το Δεκέμβριο του 2012 τα προβλήματα με την υγρασία συνέχιζαν να υπάρχουν, διότι το τελείωμα της μόνωσης στην ταράτσα δεν είχε γίνει σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές και τους κανόνες της επιστήμης, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ρωγμών, που επέτρεψαν την εισροή νερού κάτω από τη μόνωση.
Ότι εξαιτίας της αδιαφορίας και της αδράνειας των εναγομένων υποχρεώθηκε να αποκαταστήσει τα πραγματικά ελαττώματα του ακινήτου της και δη τόσο τα επιχρίσματα στην οροφή, όσο και τη μόνωση στην ταράτσα, με δική της οικονομική επιβάρυνση. Ότι οι δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε, και όπως αυτές ειδικότερα εξειδικεύονται στην αγωγή, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 6.858,79 ευρώ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ποσό 123 ευρώ για επιδόσεις εξωδίκων οχλήσεων προς τους αντιδίκους της, δυνάμει του υπ'αριθμ.67/18-1-2015 τιμολογίου του δικαστικού επιμελητή Ευάγγελου Νίκα, έτερο ποσό, επίσης, 123 ευρώ, ομοίως, για επιδόσεις εξωδίκων οχλήσεων προς τους αντιδίκους της, δυνάμει του υπ'αριθμ.93/7-5-2015 τιμολογίου της δικαστικής επιμελήτριας Μαρίας Χαρίτου, ποσό 10,70 ευρώ για εκτύπωση φωτογραφιών των επιδίκων χώρων, καθώς και ποσό 52,10 ευρώ, για φωτογραφίες, φωτοτυπίες και εν γένει έξοδα σχετικά με τα επίδικα θέματα, δυνάμει νομίμων αποδείξεων.
Ότι οι εναγόμενοι την εξαπάτησαν, διότι, μολονότι γνώριζαν, της απέκρυψαν το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο έφερε τα αναφερόμενα ως άνω πραγματικά ελαττώματα, τα οποία αν γνώριζε η ίδια, δεν θα προέβαινε στην αγορά του. Ότι, επιπλέον, της απέκρυψαν και το γεγονός ότι στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος του ως άνω διαμερίσματός της, είχαν παρανόμως συνδεθεί από τους εναγόμενους και οι κοινόχρηστοι χώροι της πολυκατοικίας, γεγονός που διαπίστωσε τον Ιούνιο του 2013, και ότι εξαιτίας της παρανομίας τους αυτής υπέστη την αναφερόμενη στην αγωγή θετική ζημία, καθόσον επί τρία και πλέον έτη, εν αγνοία της, πλήρωνε εξ ολοκλήρου τις κοινόχρηστες δαπάνες ηλεκτροδότησης ολόκληρης της οικοδομής, καθώς και τις δαπάνες ηλεκτροδότησης χώρων που οι εναγόμενοι είχαν την αποκλειστική χρήση, όπως της αποθήκης, του γκαράζ κ.λ.π.
Ότι, ειδικότερα, μεταξύ άλλων, για την αιτία αυτή δαπάνησε το συνολικό ποσό των 229,15 ευρώ, που αναλύεται στο επιμέρους ποσό των 129,15 ευρώ για έλεγχο παράνομης ηλεκτροδότησης και έκδοση σχετικού πιστοποιητικού από ιδιώτη ηλεκτρολόγο, κατόπιν υποδείξεως προς αυτήν της αρμόδιας υπηρεσίας της ΔΕΔΔΗΕ, καθώς και στο ποσό των 100 ευρώ για καταβολή παραβόλου αυτοψίας, στην οποία υποχρεώθηκε, από την Περιφέρεια Αττικής-Περιφερειακή Ενότητα Ανατολικής Αττικής Δ/νση Ανάπτυξης, για την παράνομη ηλεκτροδότηση των κοινοχρήστων χώρων από την ηλεκτρική παροχή της ιδιοκτησίας της.
Ότι εξαιτίας της προαναφερόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων έχει κλονιστεί σοβαρά η σωματική και ψυχική της υγεία, με συνέπεια να έχει υποστεί ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση ύψους 50.000 ευρώ, πλέον του ποσού των 50 ευρώ, που έχει ήδη εισαχθεί ως πολιτική αγωγή ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων κατά των εναγομένων.
Με το ιστορικό αυτό ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να υποχρεωθούν να της καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον καθένας εξ αυτών, το συνολικό ποσό των 57.087,94 (6.858,79 + 229,15 + 50.000) ευρώ, εντόκως, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την ημεροχρονολογία τέλεσης της αδικοπραξίας, ήτοι της ημεροχρονολογίας μεταβίβασης της οριζόντιας ιδιοκτησίας με τα ελαττώματα, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 944/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε μεν ως μη νόμιμα τα αιτούμενα ως άνω επί μέρους κονδύλια: α)των 123 ευρώ για επιδόσεις εξωδίκων οχλήσεων προς τους αντιδίκους της, δυνάμει του υπ'αριθμ.67/18-1-2015 τιμολογίου του δικαστικού επιμελητή Ευάγγελου Νίκα, β)των 123 ευρώ για επιδόσεις εξωδίκων οχλήσεων προς τους αντιδίκους της, δυνάμει του υπ'αριθμ.93/7-5-2015 τιμολογίου της δικαστικής επιμελήτριας Μαρίας Χαρίτου, γ) των 10,70 ευρώ για εκτύπωση φωτογραφιών των επίδικων χώρων, δ)των 52,10 ευρώ, για φωτογραφίες, φωτοτυπίες και εν γένει έξοδα σχετικά με τα επίδικα θέματα, καθώς και ε) των 229,15 ευρώ για έξοδα εκ της παράνομης ηλεκτροδότησης, επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι αυτά δεν αφορούσαν δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προς αποκατάσταση πραγματικών ελαττωμάτων, αλλά αφορούσαν τη δικαστική επιδίωξη της απαίτησής της και την προετοιμασία της δικαστικής διένεξης, που δεν αποκαθίστανται ως αποζημίωση, ενώ κατά τα λοιπά, κρίθηκε νόμιμη η αγωγή, αλλά απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, επειδή το Δικαστήριο δέχθηκε ότι τα πραγματικά ελαττώματα που παρουσιάστηκαν στην επίδικη οικοδομή το Σεπτέμβριο του 2010, δεν υπήρχαν κατά το χρόνο μετάβασης του κινδύνου από τους πωλητές εναγόμενους στην αγοράστρια ενάγουσα, ούτε ανάγονταν σε υπαιτιότητά τους, αλλά οφείλονταν αποκλειστικά σε υπαιτιότητα της ίδιας της αγοράστριας ενάγουσας και στην τεχνική μέθοδο που εκείνη ακολούθησε για τη διάτρηση της πλάκας, προκειμένου να τοποθετηθεί καπνοδόχος.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, παραπονούμενη, με τους αντίστοιχους, κατά τη σύνοψη, λόγους της, αφενός, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, λόγω της απόρριψης, των αιτηθέντων ως άνω κονδυλίων, που κρίθηκαν ως μη νόμιμα, αλλά και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, λόγω της κατ' ουσίαν απόρριψης της αγωγής της, κατά το τμήμα της που είχε κριθεί νόμιμο.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, στη συνέχεια, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 4422/2019 απόφασής του, κρίνοντας ως μη νόμιμα τα προαναφερθέντα αγωγικά κονδύλια, ως και πρωτοδίκως, δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση στο σύνολό της, δεχόμενη περαιτέρω, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, και τα ακόλουθα: "...Δυνάμει του υπ' αρ. 12.505/29-6-2010 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Κούλας Εμ.
Καράκη νομίμως μεταγεγραμμένου η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) αγόρασε από τους εναγομένους και συγκεκριμένα από τον τρίτο(και ήδη δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Ν. Έ. του Δ.) κατά την ψιλή κυριότητα και από τους δύο πρώτους(ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Α. σύζ. Δ. Ε. και τον ήδη αποβιώσαντα και μη διάδικο στην παρούσα δίκη, Δ.
Έ. του Ν., στη θέση του οποίου έχουν ήδη υπεισέλθει ως μοναδικοί κληρονόμοι του αμφότεροι οι ήδη ως άνω αναιρεσίβλητοι), κατά την επικαρπία, την Β1 οριζόντια ιδιοκτησία-διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου διώροφης οικοδομής, με την αναλογία της στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη διώροφης οικοδομής, που βρίσκεται στο Δήμο Αχαρνών Αττικής, στη θέση "Λυκότρυπα", επί της οδού Κυκλάδων αρ.3.
Πριν την αγοραπωλησία και την υπογραφή του σχετικού συμβολαίου η ενάγουσα επισκέφθηκε το άνω διαμέρισμα με τους αδελφούς της, που είναι οικοδόμοι, προκειμένου να ελέγξει την ποιότητα της κατασκευής της οικοδομής, δεδομένου ότι επρόκειτο για οικοδομή του 1990, αλλά και του διαμερίσματος και καθώς βρήκε αυτό της απολύτου αρεσκείας της, προχώρησε στην υπογραφή του άνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου.
Μετά την αγορά έκανε εργασίες ανακαίνισης του διαμερίσματος, όπως αλλαγή πλακιδίων, τοποθέτηση τζακιού κλπ στο διαμέρισμα, ενώ τέτοιο δεν υπήρχε μέχρι τότε. Περί τα μέσα του μηνός Σεπτεμβρίου 2010 και κατά τη διάρκεια των άνω εργασιών, τμήματα του σοβά οροφής αποκολλήθηκαν από την πλάκα, με αποτέλεσμα να αποκαλυφθεί ο οπλισμός της πλάκας, ο οποίος ήταν διαβρωμένος.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην ταράτσα δεν υπήρχε μόνωση, γεγονός που γνώριζε η ενάγουσα κατά την κατάρτιση της σύμβασης πώλησης και δεν της το απέκρυψαν οι εναγόμενοι. Άλλωστε, το είχαν διαπιστώσει και τ' αδέλφια της ενάγουσας που είναι οικοδόμοι και έχουν ειδικές γνώσεις προς τούτο, κατά την εξέταση της οικοδομής, πριν την υπογραφή του συμβολαίου...
Γι' αυτό έγινε και μείωση του τιμήματος από τους πωλητές... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ένα χρόνο μετά την διάτρηση της πλάκας οροφής και την τοποθέτηση της καμινάδας (που έγινε το Σεπτέμβριο του 2010) έγινε η μόνωση της ταράτσας. Σύμφωνα με την από 6.12.2012 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού, Βασιλείου Μακρή στον οποίο η ενάγουσα απευθύνθηκε στις αρχές Δεκεμβρίου 2012 και έκανε αυτοψία στο διαμέρισμα, διαπιστώθηκε η ύπαρξη φουσκώματος του σοβά στο ταβάνι σε διάφορα σημεία, τα οποία απέδωσε στη διάβρωση του οπλισμού της πλάκας ελλείψει της απαιτούμενης επικάλυψης, ενώ στην ταράτσα της οικοδομής διαπιστώθηκαν κακοτεχνίες στην κατασκευή της μόνωσης που είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ρωγμών στην επαφή του ασφαλτόπανου με το τοιχίο, με συνέπεια να υπάρχει κίνδυνος εισροής υδάτων στα κατώτερα στρώματα της μόνωσης.
Ωστόσο, τόσο η ως άνω τεχνική έκθεση όσο και οι από 5.1.2013,7.5.2014 τεχνικές εκθέσεις του ίδιου ως άνω μηχανικού... αλλά και η από 22.9.2014 τεχνική έκθεση του μηχανικού Α. Κ. δεν αποδίδουν την αιτία της διάβρωσης του οπλισμού της πλάκας σε ελαττωματική κατασκευή, αλλά αναφέρουν γενικώς ότι η διάβρωση του οπλισμού της πλάκας οφείλεται στο ότι δεν έχει την απαιτούμενη επικάλυψη, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό, και ότι η μόνωση(που έγινε κατά τα ανωτέρω, μετά την παράδοση του διαμερίσματος στην ενάγουσα)δεν έγινε σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης.
Εξάλλου, όπως αποδείχτηκε, για την τοποθέτηση του τζακιού η ενάγουσα απευθύνθηκε στο μηχανικό Δημοσθένη Γιαννακόπουλο, ο οποίος έδωσε οδηγίες για την κατασκευή του τζακιού και ειδικότερα για τη διάτρηση της πλάκας, συνέστησε αυτή να πραγματοποιηθεί με αδιατάρακτη κοπή. Όμως, στην από 27.7.2015 τεχνική έκθεσή του...
αναφέρει ότι η καμινάδα έχει κατασκευαστεί σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης και με τα υλικά, που είχαν υποδειχθεί, δεν αναφέρει όμως για τον τρόπο διάτρησης της πλάκας, ήτοι αν αυτή έγινε πράγματι με αδιατάρακτη κοπή ή αν χρησιμοποιήθηκε για τη διάτρηση κρουστικό εργαλείο, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι.
Με βάση τα ανωτέρω, δεν αποδείχτηκε ότι το πωλούμενο διαμέρισμα κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στην ενάγουσα είχε κακοτεχνίες ή κρυμμένα πραγματικά ελαττώματα, καθόσον η έλλειψη μόνωσης στην ταράτσα δεν της απεκρύβη από τους πωλητές, δεν αποδείχτηκε δε, ότι αυτή ήταν η αιτία της διάβρωσης και συνακόλουθα της αποκόλλησης των σοβάδων.
Εξάλλου, εάν υπήρχαν κακοτεχνίες κατά τον χρόνο της μεταβίβασης του ακινήτου και μετάθεσης του κινδύνου στην ενάγουσα... θα είχαν εντοπιστεί από την τελευταία κατά τον ενδελεχή έλεγχο, που πραγματοποίησε πριν την αγορά του διαμερίσματος και μάλιστα συνοδευόμενη από τους αδελφούς της, οι οποίοι ως τεχνίτες της οικοδομής θα εντόπιζαν τα φουσκώματα στο ταβάνι, έστω κι αν το διαμέρισμα ήταν φρεσκοβαμμένο.
Αντίθετα, αποδείχτηκε ότι οφείλονται σε υπαιτιότητα της ενάγουσας και στον τεχνικώς ακατάλληλο τρόπο που επελέγη για τη διάτρηση της πλάκας, που είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ρωγμών λόγω των κραδασμών που επέτρεψαν τη διάβρωση του οπλισμού και στη συνέχεια, στο ότι η μόνωση έγινε ένα χρόνο μετά και όχι σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης, με αποτέλεσμα να εγκλωβίζεται η υγρασία στο εσωτερικό της πλάκας και να δημιουργούνται φουσκώματα...
Περαιτέρω η τοποθέτηση της μόνωσης είναι γεγονός μεταγενέστερο της μετάβασης του κινδύνου από τους πωλητές-εναγομένους στην αγοράστρια-ενάγουσα και της παράδοσης του πωληθέντος, κι επομένως δεν γεννάται ευθύνη στο πρόσωπο των εναγομένων προς αποκατάσταση των ζημιών, που οφείλονται σε αυτήν. Άρα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία που αντικαθίσταται από την παρούσα, δεν έσφαλε.
Τα αντίθετα συνεπώς υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεση είναι ουσία αβάσιμα και απορριπτέα όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της...". Έτσι, το Εφετείο, στη συνέχεια, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 944/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η αναιρεσείουσα, με τους από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτο και τέταρτο αναιρετικούς λόγους, αιτιάται ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμα τα προαναφερόμενα επί μέρους κονδύλια της αγωγής της: α)των 123 ευρώ για επιδόσεις εξωδίκων οχλήσεων προς τους αντιδίκους της, δυνάμει του υπ'αριθμ.67/18-1-2015 τιμολογίου του δικαστικού επιμελητή Ευάγγελου Νίκα, β)των 123 ευρώ για επιδόσεις εξωδίκων οχλήσεων προς τους αντιδίκους της, δυνάμει του υπ'αριθμ.93/7-5-2015 τιμολογίου της δικαστικής επιμελήτριας Μαρίας Χαρίτου, γ) των 10,70 ευρώ για εκτύπωση φωτογραφιών των επίδικων χώρων, δ)των 52,10 ευρώ, για φωτογραφίες, φωτοτυπίες και εν γένει έξοδα σχετικά με τα επίδικα θέματα, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298,914 ΑΚ και, επιπλέον, όσον αφορά το επί μέρους κονδύλιο των 229,15 ευρώ του κεφαλαίου της αγωγής της, που φέρεται ότι ζημιώθηκε για την οικονομική επιβάρυνσή της με τα έξοδα εκ της παράνομης ηλεκτροδότησης με αποκλειστική υπαιτιότητα των αντιδίκων της αναιρεσιβλήτων, πλέον των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, παραβίασε ευθέως και την ουσιαστική ειδική διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 του προμνησθέντος Ν. 1512/1985, τους οποίους κανόνες κακώς και εσφαλμένως δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους.
Και ο μεν πέμπτος λόγος, που αναφέρεται στην απόρριψη των υπό στοιχεία α' έως και δ' επί μέρους κονδυλίων της αγωγής είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, πράγματι, οι επικαλούμενες αυτές δαπάνες, στις οποίες φέρεται ότι υπεβλήθη η αναιρεσείουσα, δεν αποτελούν ζημία προερχόμενη από αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων εξ αιτίας απόκρυψης από αυτήν , εν γνώσει τους και με πρόθεση εξαπάτησής της, της ύπαρξης των επικαλούμενων ελαττωμάτων κατά την αγοραπωλησία του επιδίκου διαμερίσματος και σε δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε προς αποκατάστασή τους, αλλά δαπάνες προς απόκτηση αποδεικτικών μέσων για τη δικαστική επιδίωξη της απαίτησής της και για την προετοιμασία της δικαστικής της διένεξης με τους αντιδίκους της αναιρεσίβλητους, που δεν αποκαθίστανται ως αποζημίωση παρά μόνο στα πλαίσια της αποδοτέας δικαστικής δαπάνης.
Επομένως ως προς τα προαναφερόμενα αγωγικά κονδύλια δεν είχαν εφαρμογή οι επικαλούμενες ως άνω διατάξεις των άρθρων 298 και 914 επ. ΑΚ περί αποζημίωσης εξ αδικοπραξίας και ορθώς δεν εφαρμόστηκαν από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του. Όσον αφορά, όμως, τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για την απόρριψη ως μη νόμιμου και του επί μέρους κονδυλίου των 229,15 ευρώ, εκ του σωρευόμενου κεφαλαίου της αγωγής της, για την αποκατάσταση μέρους της ζημίας της που φέρεται ότι υπέστη από την αποδιδόμενη στους αναιρεσίβλητους παράνομη και υπαίτια αδικοπρακτική συμπεριφορά τους, ως προς την ηλεκτροδότηση των κοινόχρηστων χώρων της επίδικης οικοδομής από την δική της παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, εν αγνοία της, επί τριετία, και χωρίς νόμιμη άδεια της αρμόδιας αρχής, ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, καθόσον το κονδύλιο τούτο έχει νόμιμη θεμελίωση στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297,298, 914 επ.
ΑΚ και 9 παρ.1 του Ν.1512/1985, που συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και ήταν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμοστέες, πλην όμως δεν εφαρμόστηκαν από το Εφετείο, που προέβη, έτσι, σε ευθεία παραβίασή τους με τη μη εφαρμογή τους. Περαιτέρω με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά το σωρευόμενο κεφάλαιο της αγωγής για αποζημίωση και καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης της αναιρεσείουσας, εξ αιτίας της επικαλούμενης παράνομης απόκρυψης από αυτήν, εν γνώσει των αναιρεσιβλήτων και με πρόθεση εξαπάτησής της, της ύπαρξης των επικαλούμενων ελαττωμάτων κατά την αγοραπωλησία του επιδίκου διαμερίσματος, την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 534 έως 540, 298,914,919 και 932 ΑΚ, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών.
Ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος, και τούτο διότι με τις προαναφερθείσες παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, τις οποίες δεν εφάρμοσε και δεν επιδίκασε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση στη φερόμενη ως παθούσα αναιρεσείουσα, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν δικαιολογούν ενδοσυμβατική, αλλ' ούτε και εξωσυμβατική ευθύνη στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων προς αποκατάσταση των επικαλούμενων ζημιών της αναιρεσείουσας.
Αντίθετα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε με πλήρη σαφήνεια στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το πωληθέν επίδικο διαμέρισμα, κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στην αγοράστρια αναιρεσείουσα, δεν είχε κακοτεχνίες ή κρυμμένα πραγματικά ελαττώματα, η εμφανισθείσα δε μετά την αγορά του ακινήτου διάβρωση του οπλισμού της πλάκας του δεν οφείλονταν σε ελαττωματική κατασκευή της, αλλά σε υπαιτιότητα της ίδιας της αγοράστριας(αναιρεσείουσας), η οποία, με τεχνικώς ακατάλληλο τρόπο προέβη στη διάτρηση της πλάκας οροφής για την τοποθέτηση καμινάδας τζακιού.
Κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, ο ίδιος ως άνω λόγος, καθό μέρος με αυτόν, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 9γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.
Ως αίτηση νοείται αυτοτελές αίτημα που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, δηλαδή στο αίτημα ή στη βάση αγωγής, ανταγωγής, παρέμβασης ή ενδίκου μέσου, και όχι οποιαδήποτε αίτηση που υποβάλλεται από τους διαδίκους, ενώ οι διαδικαστικές αιτήσεις μπορούν να ιδρύσουν τον παρόντα λόγο μόνο όταν είναι υποχρεωτικές για το δικαστήριο της ουσίας και όχι όταν αυτές υπόκεινται στην κυριαρχική του εξουσία (ΑΠ 709/2008).
Αν το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί αιτήματος, χωρίς να διαλάβει οτιδήποτε στο σκεπτικό ή στο διατακτικό του το αίτημα τούτο θεωρείται ότι σιωπηρά απορρίφθηκε. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 355 και 368 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη αναιρετικώς ελεγχόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της διεξαγωγής των αποδεικτικών αυτών μέσων.
Έτσι η απόρριψη του σχετικού αιτήματος του διαδίκου δεν δημιουργεί τον από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως(ΑΠ 1062/2007). Αλλ' ούτε μπορεί να ιδρυθεί και ο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για τη μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας του ισχυρισμού του διαδίκου, για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή επανάληψης ή συμπλήρωσής της, επειδή πρόκειται για επουσιώδη ισχυρισμό και συνεπώς δεν αποτελεί "πράγμα", έστω και αν η μη λήψη του υπόψη από το πρωτόδικο δικαστήριο προτείνεται ως λόγος έφεσης(ΑΠ 552/2009, ΑΠ 1493/2003).
Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 9, άλλως αρ.8, του ΚΠολΔ, για το λόγο ότι, το Εφετείο, άφησε αδίκαστο αίτημα της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας για διεξαγωγή τεχνικής πραγματογνωμοσύνης στο επίδικο ακίνητο, για το οποίο υπέβαλε και σχετικό λόγο έφεσης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος(ΑΠ 1062/2007).
Περαιτέρω, όμως, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστο το αυτοτελές αίτημά της δικαστικής προστασίας, που είχε σωρεύσει στο εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής της, το οποίο αντιπαρήλθε σιγή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επανέφερε δε και στο Εφετείο με τον πέμπτο λόγο της έφεσής της, και αναφερόταν στο κεφάλαιο της αγωγής για την παράνομη ηλεκτροδότηση των κοινοχρήστων χώρων της οικοδομής από την παροχή που ανήκε στο διαμέρισμά της, εν αγνοία της, με αποκλειστική υπαιτιότητα των αναιρεσιβλήτων, ισχυριζόμενη ότι με την αδικοπρακτική τους αυτή συμπεριφορά, διατηρηθείσα επί τριετία, προξένησαν σε βάρος της, εκτός της αναφερόμενης θετικής οικονομικής ζημίας της, και ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας ζητούσε την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης θεμελιώνει την εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Σημειώνεται, επίσης, ότι η αναιρετική εμβέλεια του λόγου τούτου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση για το ίδιο σωρευόμενο κεφάλαιο της αγωγής, της παράνομης ηλεκτροδότησης, και η αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθμού 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ (για μη λήψη πράγματος προταθέντος, που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και δη για παράλειψη του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου να αποφανθεί επί του ίδιου ως άνω αγωγικού αιτήματος, θεμελιούμενου επί του προαναφερόμενου σωρευόμενου κεφαλαίου της ένδικης αγωγής για την παράνομη ηλεκτροδότηση).
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008).
Ειδικότερα, για τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες κατά τα άρθρα 421 επ. ΚΠολΔ αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται μνεία στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της κάθε μιας από αυτές, πλην του ότι γι` αυτές τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Όσον αφορά, όμως, τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον βέβαια, δεν λήφθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη.
Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης (ΑΠ 1633/2009,ΑΠ 227/2008, ΑΠ 338/2007). Τέλος, για το ορισμένο της προβολής του λόγου της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, ως και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 18/2021,ΑΠ 92/2020, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 688/2016, ΑΠ 2261/2014) και επιπλέον να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 204/2017, 1185/2010, ΑΠ 1855/2006).Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον από τον αριθμό 11 γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ έκτο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη της:
α)την προσκομισθείσα με επίκληση ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας από 27.07.2015 τεχνική έκθεση του μηχανικού Δημοσθένη Γιαννακόπουλου, μετά της από 12.04.2017 διευκρινιστικής τεχνικής έκθεσης του ίδιου ως άνω μηχανικού β)την κατάθεση του μάρτυρός της απόδειξης αδελφού της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και γ) τις με αριθμούς 6626/2014, 6627/2014, 7948/2016, 7949/2016 και 7950/2016 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, και τα οποία έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις και μαρτυρία αν είχε λάβει υπόψη του το Εφετείο, θα κατέληγε σε αντίθετο πόρισμα, επειδή από το περιεχόμενό τους προέκυπτε η ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού της ισχυρισμού περί ύπαρξης κεκρυμμένων πραγματικών ελαττωμάτων στο επίδικο διαμέρισμα, που υπήρχαν και προ του χρόνου καταρτίσεως της συμβάσεως αγοραπωλησίας της εν λόγω επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου ρητά στο προοίμιο του σκεπτικού (4ο φύλλο) μνημονεύονται κατά το είδος τους όλα τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν πρωτοδίκως και οι καταθέσεις των οποίων περιέχονται στα προσκομιζόμενα με επίκληση και ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση υπ' αριθ. 944/2017 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι υπ' αριθμ. 7948,7949,7950/30.11.2016 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και λήφθηκαν νομότυπα, καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν, μετά νόμιμης επίκλησης, χωρίς, ωστόσο, να γίνεται ειδική μνεία των ως άνω υπ' αριθμ. 6626/2014, 6627/2014 ενόρκων βεβαιώσεων, οι οποίες έχουν ληφθεί στα πλαίσια συναφούς ποινικής διαδικασίας που εκκρεμούσε μεταξύ των διαδίκων και πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής και προσκομίστηκαν με επίκληση κατά τη συζήτησή της, χωρίς να έχουν ληφθεί για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό και με τις αντίστοιχες παραδοχές της απόφασης, ότι α)ως προς την από 27.07.2015 τεχνική έκθεση του μηχανικού Δημοσθένη Γιαννακόπουλου ρητά αναφέρονται (5ο φύλλο προσβαλλομένης απόφασης) επί λέξει τα εξής: "...Εξάλλου, όπως αποδείχτηκε, για την τοποθέτηση του τζακιού η ενάγουσα απευθύνθηκε στο μηχανικό Δημοσθένη Γιαννακόπουλο, ο οποίος έδωσε οδηγίες για την κατασκευή του τζακιού και ειδικότερα για τη διάτρηση της πλάκας, συνέστησε αυτή να πραγματοποιηθεί με αδιατάρακτη κοπή.
Όμως, στην από 27.7.2015 τεχνική έκθεσή του, που συνέταξε κατόπιν αυτοψίας στο διαμέρισμα, αναφέρει ότι η καμινάδα έχει κατασκευαστεί σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης και με υλικά, που είχαν υποδειχθεί, δεν αναφέρει όμως για τον τρόπο διάτρησης της πλάκας, ήτοι αν αυτή έγινε πράγματι με αδιατάρακτη κοπή ή αν χρησιμοποιήθηκε για τη διάτρηση κρουστικό εργαλείο, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι...", ενώ σημειώνεται ότι ως προς την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα από12.04.2017 διευκρινιστική τεχνική έκθεση του ίδιου ως άνω μηχανικού, δεν γίνεται μνεία αυτής στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων προτάσεών της της δευτεροβάθμιας δίκης, δεν εγένετο επίκληση αυτής, αλλ' ούτε και συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο των αναφερομένων και προσκομισθέντων εγγράφων της στο Εφετείο β) ως προς την επικαλούμενη κατάθεση του μάρτυρός της απόδειξης αδελφού της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ρητά αναφέρονται (οπίσθια σελίδα 4ου φύλλου προσβαλλομένης απόφασης) επί λέξει τα εξής: "...Το γεγονός αυτό(της ανυπαρξίας μόνωσης)το κατέθεσε και ο αδελφός της ενάγουσας, Χαρίλαος Λιακόπουλος που εξετάσθηκε ως μάρτυρας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο..." και γ) ως προς τις υπ' αριθμ. 6626/ 16.10.2014 και 6627/16.10.2014 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της Α.
Τ. και Μ. Μ., αντίστοιχα, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες έχουν ληφθεί προς υποστήριξη της από 15.10.2014 μήνυσης της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων, πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής της, και των οποίων δεν γίνεται ειδική μνεία στην προσβαλλομένη απόφαση, αλλά έχουν συνεκτιμηθεί ως απλά έγγραφα, καθώς και τις ρητά μνημονευόμενες υπ' αριθμ. 7948,7949,7950/30.11.2016 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της, που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και λήφθηκαν νομότυπα, στα πλαίσια της παρούσας δίκης, προκύπτει αναμφίβολα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις, και τα ως άνω έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις και την επικαλούμενη κατάθεση του μάρτυρός της, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος και την απόρριψη των περί του αντιθέτου σχετικών αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, όσον αφορά το κεφάλαιο της αγωγής, που υπεισήλθε στην κατ' ουσίαν έρευνά του, και που αφορά την ένδικη αξίωσή της για καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης της, εξ αιτίας της επικαλούμενης παράνομης απόκρυψης από αυτήν, εν γνώσει των αναιρεσιβλήτων και με πρόθεση εξαπάτησής της, της ύπαρξης των επικαλούμενων ελαττωμάτων κατά την αγοραπωλησία της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας, χωρίς να είναι αναγκαίο να κάνει ειδική μνεία ή να προβαίνει σε χωριστή αξιολόγηση του κάθε αποδεικτικού μέσου και καθενός εγγράφου.
Η άποψη της αναιρεσείουσας ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων ως άνω αποδεικτικών εγγράφων, ενόρκων βεβαιώσεων και της αναφερόμενης μαρτυρικής κατάθεσης θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Συνακόλουθα πρέπει, κατά παραδοχή των πρώτου και τέταρτου λόγων της αίτησης αναίρεσης, να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4422/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, και δη κατά το μέρος αυτής, που αφορά την αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, της αναιρεσείουσας που στηρίζεται στο σωρευόμενο κεφάλαιο της αγωγής της και θεμελιώνεται στην αδικοπρακτική ευθύνη των αναιρεσιβλήτων, εξαιτίας της παράνομης ηλεκτροδότησης των κοινοχρήστων χώρων της οικοδομής από την παροχή που ανήκε στο διαμέρισμά της, εν αγνοία της και με αποκλειστική υπαιτιότητα των αντιδίκων της.
Να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο, όμως, από δικαστή άλλο, από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ) και, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρ.495 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι να πληρώσουν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176,183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4422/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μόνο κατά το μέρος της, που αφορά το κεφάλαιο της αγωγής εκ της αποζημίωσης της αναιρεσείουσας ένεκα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσίβλητων για την παράνομη ηλεκτροδότηση, καθώς και της αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης αυτής, λόγω της ηθικής της βλάβης εκ της ανωτέρω αιτίας, όπως αναφέρεται ειδικότερα στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, πλην αυτού, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.
Καταδικάζει τους ως άνω αναιρεσίβλητους να πληρώσουν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία καθορίζει, συνολικά, στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2022 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ