Supreme Court allows appeal against lower court dismissal of parking space transfer invalidity claim under Greek law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Third Instance Court's dismissal of her claim to annul a property transfer. The appellant argued the transfer of 464 underground parking spaces to a third party violated mandatory relocation rules for parking spaces under Law 1221/1981. The Court found the lower court's reasoning flawed regarding the legality of transferring such spaces to a third party without prior replacement.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 70 of the Civil Procedure Code; Articles 174, 180 of the Civil Code; Article 1 of Law 1221/1981: The Supreme Court held that the transfer of underground parking spaces to a third party without prior replacement in a neighboring building violates mandatory provisions and constitutes an invalid transfer.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1587 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1587/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:
Ε. Π. του Χ. και της Α., κατοίκου … Θεσσαλονίκης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Ιεράς Μονής Φιλοθέου Αγ. Όρους, που εδρεύει στο Άγιο Όρος και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Κότσαλη και Παύλο Κίτσα και κατέθεσε προτάσεις,
2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΝ Α.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο «ΓΕΚΑ Α.Ε.» που εδρεύει στην Αθήνα, ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωσήφ Κτενίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15.09.2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33186/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2277/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13.11.2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης, κατά τα σημεία που ενδιαφέρουν την κρινόμενη υπόθεση, διαδικαστικής διαδρομής:
Η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα Ε. Π. με την απευθυνόμενη, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, από 15.09.2008 αγωγή της, ζήτησε να αναγνωρισθεί, για τον αναφερόμενο σ’ αυτή λόγο, η ακυρότητα του νομίμως μεταγραφέντος υπ’ αριθμ. 612/2005 συμβολαίου, δυνάμει του οποίου η δεύτερη εναγομένη ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ΑΕ μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, στην πρώτη εναγομένη ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Ιερά Μονή Φιλοθέου Αγίου Όρους τις περιγραφόμενες 464 υπόγειες θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 33186/2010 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που την απέρριψε ως νόμω αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε την από 20/9/2001 έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η 2277/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δικάζοντας την αγωγή, την απέρριψε ως απαράδεκτη για έλλειψη έννομου συμφέροντος της ενάγουσας-εκκαλούσας. Ήδη, κατά της απόφασης αυτής, η ενάγουσα άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα την υπό κρίση αναίρεση η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).
Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ.1, 5 και 13 του ν. 3741/1929 προκύπτει, ότι επί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους (οριζόντιας ιδιοκτησίας) δημιουργείται χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ' ανάλογη μερίδα, επί του εδάφους και επί των μερών της οικοδομής, που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών.
Οι ως άνω βασικές αρχές του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας προκύπτουν σαφώς από τις παραπάνω διατάξεις, οι οποίες όμως δεν προσδιορίζουν επαρκώς την έννοια του «ορόφου» και του «διαμερίσματος ορόφου». Από το πνεύμα, εντούτοις, των διατάξεων για την οροφοκτησία και, ιδίως, από το σκοπό τους, που, όπως προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση του ν. 3741/1929, είναι η ευχερέστερη κάλυψη των στεγαστικών αναγκών των πολιτών και η καθ' ύψος επέκταση των πόλεων, καθώς και από τα ερμηνευτικά πορίσματα εκ της κοινής πείρας και από τις σχετικές διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας (άρθρο 11 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού των ετών 1929, 1955 και 1973) συνάγεται, ότι όροφος ή διαμέρισμα ορόφου είναι το αναποχώριστο τμήμα της οικοδομής ή του ορόφου, μετά των συστατικών του και του εντός αυτού (κυβικού) χώρου, που περικλείεται τεχνικώς από κάτω, από τα πλάγια και από πάνω, με τοίχους ή άλλα οικοδομικά στοιχεία, ώστε να διαχωρίζεται σαφώς από τα λοιπά (διαιρετά ή αδιαίρετα) τμήματα της οικοδομής και να έχει αναχθεί σε συγκεκριμένο και ανεξάρτητο τμήμα αυτής, που είναι κατάλληλο προς χωριστή και αυτοτελή οικιστική εν γένει χρήση.
Μόνο οι όροφοι και τα διαμερίσματα ορόφων, με την παραπάνω έννοια, καθώς και τα εξομοιούμενα από το νόμο με ορόφους υπόγεια και δωμάτια κάτω από την στέγη (άρθρα 1002 εδ. β' ΑΚ και 1 παρ. 2 του ν. 3741/1929) μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο οριζόντιας ιδιοκτησίας. Η προεκτεθείσα έννοια των διατάξεων για την οροφοκτησία, δεν είναι αντίθετη, αλλά επιβεβαιώνεται ουσιαστικά από τις ειδικές ρυθμίσεις των ν. 960/1979 και 1221/1981 για τις θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων.
Πράγματι, οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 5 εδ. α' και β' του ν. 960/1979, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 του ν. 1221/1981, προβλέπουν, ότι προκειμένου για θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων, που βρίσκονται σε στεγασμένους χώρους κτιρίου, το οποίο έχει υπαχθεί στο σύστημα της διαιρεμένης ιδιοκτησίας, κάθε θέση σταθμεύσεως αποτελεί διαιρεμένη ιδιοκτησία, της οποίας επιτρέπεται η αυτοτελής μεταβίβαση και σε τρίτους, που δεν έχουν σχέση με το κτίριο.
Με τις διατάξεις αυτές, δηλαδή, αναγνωρίζεται χωριστή κυριότητα και επί των θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτων, που δεν είναι περίκλειστοι, αλλ' απλώς στεγασμένοι, κατ' εξαίρεση του κανόνα, ότι αντικείμενο διαιρεμένης ιδιοκτησίας αποτελούν μόνον οι κλειστοί χώροι ορόφων ή διαμερισμάτων (ΑΠ 566/2020, ΑΠ 1185/2014, ΑΠ 2115/2014, ΑΠ 943/2012).
Β. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 70 ΚΠολΔ και 174, 180 ΑΚ προκύπτει ότι και ο τρίτος που δεν είναι συμβαλλόμενος στη σύμβαση, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ άλλων, έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητάς της, όταν γι’ αυτό έχει έννομο συμφέρον, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, διάταξη νόμου του αποκλείει το δικαίωμα αυτό. Το έννομο δε συμφέρον του, το οποίο μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό, εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις, και γενικά υπάρχει, όταν από την κατάρτιση της άκυρης σύμβασης, υπάρχει αβεβαιότητα, ως προς ορισμένη έννομη σχέση του και κίνδυνος για τα συμφέροντά του, είτε άμεσος είτε επικείμενος, είτε εξαρτώμενος από τη συνδρομή και άλλου μέλλοντος περιστατικού, την αποτροπή του οποίου εξασφαλίζει η αιτούμενη αναγνώριση της ακυρότητας και σύμβασης.
Γ. Αγωγή της οποίας το αίτημα δεν αποτελεί έννομη σχέση ή συνέπεια του ισχύοντος δικαίου είναι νόμω αβάσιμη (μη νόμιμη) και απορρίπτεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Τέτοια μη νόμιμη αγωγή είναι και εκείνη στο δικόγραφο της οποίας ή στις προτάσεις του ενάγοντος περιέχονται περιστατικά τα οποία σύμφωνα με τον νόμο εμποδίζουν τη γέννηση της επικαλούμενης (αιτούμενης) έννομης συνέπειας (ΑΠ 221/2015).
Δ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Με τον λόγο αυτό ελέγχεται αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς, είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση. Το έννομο συμφέρον όπως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και συνακόλουθα η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για το αν συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές, ιδρύει τον προαναφερθέντα αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ(ΑΠ 39/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθετε στην ένδικη αγωγή τα ακόλουθα:
«|Ότι η δεύτερη εναγομένη ΑΕ, με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΝ ΑΕ», η οποία είχε στην κυριότητά της ένα οικόπεδο 4.211,82 τ.μ., που βρίσκεται στο 113 Ο.Τ. του δήμου Θεσσαλονίκης, και εκτείνεται από την οδό ... έως την οδό ..., προέβη στην εντός αυτού ανέγερση εμπορικού και επιχειρηματικού κέντρου, αποτελούμενο από 4 υπόγεια, ισόγειο, 8 ορόφους πάνω από το ισόγειο και δώμα και ότι υπήγαγε τη μέλλουσα να ανεγερθεί στο οικόπεδο αυτό πολυώροφη οικοδομή στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας , κατά τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1996 συμβολαίου (σύσταση οροφοκτησίας) του συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Στείρου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα.
Ότι μεταξύ των οριζόντιων ιδιοκτησιών που δημιουργήθηκαν, περιλαμβάνονται και οι ευρισκόμενες α) στο τέταρτο (Δ) υπόγειο εκατόν τριάντα (130) θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων, καθώς επίσης και οι ευρισκόμενες ομοίως στο αυτό υπόγειο τρεις (3) αποθήκες, β) στο τρίτο (Γ) υπόγειο εκατόν είκοσι επτά (127) θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων, καθώς επίσης και οι ευρισκόμενες ομοίως στο αυτό υπόγειο τέσσερις (4) αποθήκες, γ) στο δεύτερο (Β) υπόγειο εκατόν είκοσι επτά (127) θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων, καθώς επίσης και οι ευρισκόμενες ομοίως στο αυτό υπόγειο τρεις (3) αποθήκες και δ) στο πρώτο (Α) υπόγειο ογδόντα οκτώ (88) θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων, καθώς επίσης και οι ευρισκόμενες ομοίως στο αυτό υπόγειο δέκα (10) αποθήκες.
Ότι συνολικά στα προαναφερόμενα υπόγεια υπάρχουν 472 θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων, καθεμία από τις οποίες αποτελεί οριζόντια ιδιοκτησία, έχουσα εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου και των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής. Ότι όλες οι εν λόγω θέσεις σταθμεύσεως είχαν ήδη πριν την ανέγερση του κτιρίου τεθεί, σύμφωνα με το Ν. 1221/1981, προς εξυπηρέτηση του μέλλοντος να ανεγερθεί εμπορικού κέντρου, κατά τις επιταγές του άρθρου 1 του Ν. 1221/1981, δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης υπ’ αριθμ. .../1996 πράξης του συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Στείρου, η οποία αφορούσε σχετική δήλωση της δεύτερης εναγομένης, αποκλειστικής κυρίας του οικοπέδου, κατά το χρόνο υπογραφής της πράξεως αυτής.
Ότι στη συνέχεια, αν και οι εν λόγω θέσεις σταθμεύσεως, σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο της παραπάνω δηλώσεως της δεύτερης εναγομένης, τέθησαν προς εξυπηρέτηση του άνω εμπορικού και επιχειρηματικού κέντρου, η ανωτέρω εναγομένη εταιρεία, δυνάμει του υπ’ αριθμ. …/2005 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Τσίχλα, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, μεταβίβασε στην πρώτη εναγομένη Ιερά Μονή Φιλοθέου Αγίου Όρους τις τετρακόσιες εξήντα τέσσερις (464) από τις πιο πάνω θέσεις στάθμευσης, οι οποίες περιγράφονται στην αγωγή.
Ότι η μεταβίβαση των θέσεων αυτών στην πρώτη εναγομένη, η οποία τυγχάνει τρίτη, μη έχουσα σχέση με το κτίριο, πραγματοποιήθηκε χωρίς να προηγηθεί η αντικατάστασή τους, σε γειτονικό κτίριο, που να μην απέχει περισσότερο από 800 μ, όπως επιβάλλει, σε περίπτωση μεταβίβασης στεγασμένων θέσεων στάθμευσης, που αποτελούν οριζόντιες ιδιοκτησίες η διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 1221/1981, και ως εκ τούτου είναι άκυρη, αντιβαίνουσα στην απαγορευτική διάταξη του άνω άρθρου 1 του Ν. 1221/1981.
Περαιτέρω, εξέθετε ότι η ίδια είναι ιδιοκτήτρια των περιγραφόμενων αναλυτικά (στην αγωγή) χώρων του αυτού εμπορικού κέντρου και ως εκ τούτου θίγεται άμεσα από τη μεταβίβαση στην πρώτη εναγομένη των παραπάνω, αρχικώς τιθέμενων προς εξυπηρέτηση του κτιρίου, θέσεων στάθμευσης. Ζήτησε δε με βάση το ιστορικό αυτό, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της προαναφερόμενης μεταβίβασης, άλλως να κηρυχθεί τούτη|».
Έχοντας το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η ως άνω αγωγή είναι μη νόμιμη και, τούτο, διότι, σύμφωνα με όσα αναφέροντα στη μείζονα νομική σκέψη η αυτοτελής μεταβίβαση των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών, εν προκειμένω κλειστών θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων, είναι επιτρεπτή ακόμη και αν γίνεται προς τρίτο μη έχοντα σχέση με την οικοδομή, μη αντιβαίνουσα στις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 1221/1981.
Κατόπιν τούτου ο μοναδικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1α'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 68, 70 ΚΠολΔ, 174, 180 ΑΚ και1 του Ν. 1221/1981, είναι βάσιμος.
Συνεπώς, κατά παραδοχή του ανωτέρω βάσιμου αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα τούτο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει), να κρατηθεί δε η υπόθεση, που δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, στο δικαστήριο τούτο και να δικαστεί από αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, να απορριφθεί δε μετά ταύτα η έφεση της αναιρεσείουσας ως αβάσιμη κατ'ουσίαν και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της ως άνω εκκαλούσας. Επίσης, πρέπει να συμψηφιστούν εν όλω τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης, καθόσον η ερμηνεία των εφαρμοσθεισών διατάξεων ήταν ιδιαίτερως δυσχερής (άρθρ. 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2277/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, για την άσκηση της ως άνω αναιρέσεως, στην καταθέσασα αυτό.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση επί της υπ’ αριθ. κατάθ. 3045/2011 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθ. 33186/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει την έφεση.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου της έφεσης. Και Συμψηφίζει εν όλω τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ