1587/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/7/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 881/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1771/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/7/2016 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1587/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1587 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1587/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αντωνόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημητριο Χαλκιαδάκη και Κωνσταντίνο Γάτσιο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/7/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 881/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1771/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/7/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 1771/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων. Το Εφετείο με την απόφαση αυτή έκανε δεκτή την από 7-10-2014 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρείουσας κατά της υπ' αριθ. 881/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί ερήμην της και είχε δεχτεί την από 9-7-2010 αγωγή της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης κατ' αυτής, εξαφάνισε την απόφαση αυτή, δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχτηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 26.573,00€ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η νομική ανεπάρκεια των αναφερομένων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ή ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).
Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 480/2010, ΑΠ 1452/2007, ΑΠ 963/2006).
Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποιοτική ή ποσοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται, πρέπει να γίνεται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση. Περαιτέρω, ο τόκος οφείλεται μεν παρεπομένως επί πλέον της οφειλής του κεφαλαίου, αποτελεί όμως αυθύπαρκτη απαίτηση και μπορεί να ζητηθεί με αυτοτελή κυρία αγωγή (ΑΠ 942/2002).
Ενόψει δε της διάταξης του άρθρου 293 εδ. γ' ΑΚ, που ορίζει ότι το ποσοστό του νόμιμου τόκου ή του τόκου υπερημερίας προσδιορίζεται, όπως ορίζει ο νόμος, δεν καθίσταται αόριστη η αγωγή με αίτημα επιδίκασης τόκων υπερημερίας ορισμένου ποσού κεφαλαίου και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ακόμη και αν οι τόκοι δεν προσδιορίζονται κατά ποσοστό και ποσό, αφού μπορούν ευχερώς να εξευρεθούν με βάση το ποσό του μη καταβληθέντος κεφαλαίου, τη χρονική περίοδο εκτοκισμού και το επιτόκιο υπερημερίας που ορίζει ο νόμος (AΠ 793/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη εξέθετε, όπως δέχτηκε και το Εφετείο, ότι δυνάμει σύμβασης, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της εναγομένης, αυτή ανέλαβε την εκτέλεση του περιγραφομένου στην αγωγή έργου, έναντι αμοιβής, ότι αυτή εκτέλεσε και παρέδωσε το έργο και για την είσπραξη της αμοιβής της, συνολικού ποσού 260.885,76€, εξέδωσε τα ακόλουθα τιμολόγια α) το υπ' αριθ. ...-11-2006, συνολικού ποσού 57.801,33€, πληρωτέο με διακανονισμό στις 29-1-2007, β) το υπ' αριθ. .../30-11-2006, συνολικού ποσού 79.886,63€, πληρωτέο με διακανονισμό στις 28-2-2007, γ) το υπ' αριθ. ...30-11-2006, συνολικού ποσού 9.272,34€, πληρωτέο με διακανονισμό στις 28-2-2007, δ) το υπ' αριθ. .../29-12-2006, συνολικού ποσού 3.808,00€, πληρωτέο με διακανονισμό στις 28-1-2007, ε) το υπ' αριθ. ...29-12-2006, συνολικού ποσού 46.579,08€, πληρωτέο με διακανονισμό στις 27-2-2007, στ) το υπ' αριθ. .../28-2-2007, συνολικού ποσού 13.090,00€, πληρωτέο με διακανονισμό στις 30-3-2007, ζ) το υπ' αριθ. ...-5-2007, συνολικού ποσού 1.904,00€, πληρωτέο με διακανονισμό στις 30-6-2007, η) το υπ' αριθ. ...-7-2007, συνολικού ποσού 30.827,38€, πληρωτέο με διακανονισμό στις 14-9-2007, θ) το υπ' αριθ. .../26-7-2007, συνολικού ποσού 476,00€, πληρωτέο με διακανονισμό στις 25-8-2007, ι) το υπ' αριθ. .../17-12-2007, συνολικού ποσού 7.988,66€, πληρωτέο με διακανονισμό στις 16-3-2008 και ια) το υπ' αριθ. ...17-12-2007, συνολικού ποσού 9.272,34€, πληρωτέο με διακανονισμό στις 16-3-2008, ότι η εναγομένη ουδέν ποσό κατέβαλε κατά τις συμφωνημένες, κατά τα παραπάνω, ημερομηνίες καταβολής, αλλά κατέβαλε στις 18-1-2008 το ποσό των 50.000,00€, στις 25-1-2008 το ποσό των 50.000,00€, στις 25-2-2008 το ποσό των 40.000,00€, στις 25-3-2008 το ποσό των 40.000,00€, στις 25-4-2008 το ποσό των 20.000,00€ και στις 8-10-2008 το ποσό των ...€, ότι εξαιτίας της υπερημερίας της εναγομένης ως προς την καταβολή της αμοιβής της, κατά τις συμφωνημένες ημερομηνίες, οφείλεται σ' αυτή τόκος υπερημερίας, ο οποίος με βάση τα ποσά του κεφαλαίου, που καθυστέρησε η εναγομένη, τις χρονικές περιόδους υπερημερίας και το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, ανέρχεται στο ποσό των 26.573€, για το οποίο εξέδωσε το υπ' αριθ. ...2008 τιμολόγιο και ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό αυτό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή ήταν ορισμένη, εφόσον περιείχε όλα τα απαιτούμενα για τη νομική θεμελίωσή της στις προαναφερόμενες διατάξεις στοιχεία και πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα περιείχε τα ποσά του κεφαλαίου, που καθυστέρησε η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη και τις χρονικές περιόδους υπερημερίας και συνεπώς εκτοκισμού, αφού αναφερόταν πότε έπρεπε να καταβληθούν τα επιμέρους ποσά της αμοιβής και πότε τελικά καταβλήθηκαν, το ύψος δε του επιτοκίου υπερημερίας δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται, καθόσον αυτό το ορίζει ο νόμος και η εξεύρεση του οφειλομένου ποσού τόκων ήταν με βάση τα παραπάνω στοιχεία ζήτημα μαθηματικών υπολογισμών.
Κατ' ακολουθίαν, το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αιτιάται η αναιρεσείουσα, ότι το Εφετείο απέρριψε τον προβληθέντα πρωτοδίκως και με λόγο έφεσης επαναφερόμενο ισχυρισμό της περί αοριστίας της αγωγής, για το λόγο ότι στο δικόγραφο της δεν προσδιορίζεται το ποσό του κεφαλαίου, που δεν καταβλήθηκε εμπροθέσμως, το χρονικό διάστημα της υπερημερίας, δηλαδή αυτό που μεσολάβησε από τη δήλη ημέρα πληρωμής μέχρι την πραγματική ημερομηνία καταβολής και το ύψος του επιτοκίου με το οποίο υπολογίστηκαν οι τόκοι, είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 185, 189, 192 και 193 ΑΚ συνάγεται ότι η σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής. Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση. Αντίστοιχα, η αποδοχή της πρότασης για τη σύναψη σύμβασης, πρέπει να είναι σύμφωνη με το περιεχόμενο της πρότασης, χωρίς επιφύλαξη ή τροποποίηση, να ακολουθεί την πρόταση και να περιέλθει σ` αυτόν που πρότεινε, με αφετηρία το χρόνο της πρότασης, μέσα στην προθεσμία που τάχθηκε με αυτή ή, αν δεν τάχθηκε προθεσμία, έως τη στιγμή που, κατά τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, απαιτείται και συνακόλουθα υποχρεούται να αναμένει αυτός που πρότεινε.
Η σιωπή εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η πρόταση δεν αποτελεί αποδοχή ούτε αποποίηση. Μόνο κατ` εξαίρεση μπορεί ερμηνευτικώς να δοθεί σ` αυτή δικαιοπρακτικός χαρακτήρας με βάση την ακολουθούμενη από τα μέρη πρακτική (ΑΠ 1982/2017, ΑΠ 884/2013, ΑΠ 1110/2013). Εξάλλου, από τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 421 ΑΚ, κατά τον οποίο, "αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει το δανειστή, αναλάβει απέναντι του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο ", προκύπτει ότι η παράδοση τραπεζικής επιταγής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, αν δεν προκύπτει σαφώς το αντίθετο, δεν θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής, αλλά χάριν καταβολής.
Ο οφειλέτης με την έκδοση της επιταγής και την παράδοσή της στο δανειστή υπόσχεται ότι θα εκπληρώσει την αρχική υποχρέωσή του με την εκπλήρωση της νέας, με τη γένεση δηλαδή της ενοχής από την επιταγή δημιουργείται μόνον εναλλακτικός τρόπος πληρωμής. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον διασώζεται η εκ της αρχικής ενοχής υποχρέωση του οφειλέτη, ο δανειστής έχει παραλλήλως δύο απαιτήσεις, μία από την παλαιά και μία από τη νέα ενοχή (ΑΠ 1960/2017, ΑΠ 1399/2015, ΑΠ 279/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/06, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός, που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε τον προταθέντα από την τότε εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρισμό, προς αντίκρουση της εναντίον της αγωγής της αναιρεσίβλητης περί καταβολής τόκων επί του κεφαλαίου της αμοιβής της, λόγω υπερημερίας της ως προς την εξόφλησή της, περί τροποποίησης της μεταξύ τους σύμβασης ως προς το χρόνο καταβολής της αμοιβής, δεχθέν τα ακόλουθα : "Δυνάμει του από 24-11-2006 εγγράφου ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων εταιρειών η ενάγουσα ανέλαβε να εκτελέσει το έργο της εγκατάστασης και υλοποίησης των υποσυστημάτων ..., σύμφωνα με τις λειτουργικές απαιτήσεις του τελικού πελάτη της εναγομένης ...
SA, όπως αναλυτικά περιγράφονται στο ως άνω συμφωνητικό και τα σχετικά παραρτήματα αυτού αντί συνολικής αμοιβής ποσού 2... ευρώ στην οποία περιλαμβάνονταν και τα έξοδα διαμονής των εργαζομένων της εργολάβου στην ευρισκόμενη εκτός Αθηνών έδρα εκτέλεσης του έργου. Μεταξύ των συμβατικών υποχρεώσεων και δικαιωμάτων που απέρρεαν από το ανωτέρω συμφωνητικό στον όρο 8 αυτού περιγράφονταν αναλυτικά οι συμφωνημένοι για την υλοποίηση του έργου οικονομικοί όροι που αφορούσαν στο ποσό αμοιβής της ενάγουσας για κάθε επί μέρους εργασία, στο χρόνο και στον τρόπο καταβολής της και η πίστωση που θα δίδονταν με την έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών με ημερομηνία έκδοσης 60 ή 90 ημέρες -αναλόγως του είδους των επί μέρους εργασιών- μετά την έκδοση από την ενάγουσα του κάθε τιμολογίου , ενώ τα έξοδα διαμονής θα καταβάλλονταν 30 ημέρες μετά από την ημερομηνία έκδοσης του σχετικού τιμολογίου της.
Στο πλαίσιο της ανωτέρω συμφωνίας εκδόθηκαν από την ενάγουσα εταιρεία τα ακόλουθα τιμολόγια σε έκαστο εκ των οποίων αναγράφονταν το είδος της κάθε μιας εργασίας, ο χρόνος έναρξης και εκπλήρωσης αυτής, το ύψος της οφειλόμενης αμοιβής και ο χρόνος πληρωμής στην καθορισθείσα ημέρα μετά την έκδοση του κάθε τιμολογίου, καθώς και το οφειλόμενο ποσό που αντιστοιχούσε στην καταβολή των εξόδων των υπαλλήλων και ο χρόνος πληρωμής αυτών ομοίως στην καθορισθείσα μετά την έκδοση του για την ανωτέρω αιτία τιμολογίου ημέρα.
Ακολούθως και σε συνέχεια του ανωτέρω συμφωνητικού η ενάγουσα εξέδωσε τα ακόλουθα τιμολόγια 1) υπ' αρ ....11.2006 με περιγραφή "υπηρεσίες υλοποίησης υποσυστημάτων ... υπηρεσίες ανάλυσης και σχεδιασμού υποσυστημάτων ..., συνολικού ποσού 57.801,33 ευρώ, πληρωτέο με επιταγή έκδοσης της εναγομένης εις διαταγήν ενάγουσας με ημεροχρονολογία 29.1.2007, 2) υπ' αρ .../30.11.2006 με την αναφερόμενη σ' αυτή περιγραφή εργασιών, συνολικού ποσού 79.886,63 ευρώ, πληρωτέο με επιταγή έκδοσης της εναγομένης εις διαταγήν ενάγουσας με ημεροχρονολογία 28.2.2007, 3) υπ αρ ...30.11.2006 με περιγραφή "ετήσια συντήρηση λογισμικού", συνολικού ποσού 9.272,34 ευρώ, πληρωτέο με επιταγή έκδοσης της εναγομένης εις διαταγήν ενάγουσας με ημεροχρονολογία 28.2.2007, 4) υπ' αρ .../29.12.2006 με περιγραφή "διανυκτερεύσεις εκτός Αθηνών για το έργο", συνολικού ποσού 3.808 ευρώ πληρωτέο με μεταχρονολογημένη επιταγή έκδοσης της εναγομένης εις διαταγήν ενάγουσας με ημεροχρονολογία 28.1.2007, 5) υπ' αρ .../29.12.2006 με περιγραφή "υπηρεσίες υλοποίησης υποσυστημάτων και προετοιμασίας παραγωγικής λειτουργίας" συνολικού ποσού 46.579,08 ευρώ, πληρωτέο με επιταγή έκδοσης της εναγομένης εις διαταγήν ενάγουσας με ημεροχρονολογία 28.1.2007, 6) υπ' αρ ....2.2007 με περιγραφή "διανυκτερεύσεις εκτός Αθηνών από 1.1.2007 έως 27.2.2007" συνολικού ποσού 13.090 ευρώ, πληρωτέο με μεταχρονολογημένη επιταγή έκδοσης της εναγομένης εις διαταγήν ενάγουσας με ημεροχρονολογία 30.3.2007, 7) υπ' αρ ....5.2007 με περιγραφή "διανυκτερεύσεις εκτός Αθηνών από 28.2.2007 έως 31.5.2007" συνολικού ποσού 1.904 ευρώ, πληρωτέο με μεταχρονολογημένη επιταγή έκδοσης της εναγομένης εις διαταγήν ενάγουσας με ημεροχρονολογία 30.6.2007, 8) υπ' αρ ....7.2007 με περιγραφή "υπηρεσίες υλοποίησης και υποστήριξης παραγωγικής λειτουργίας υποσυστημάτων" συνολικού ποσού 30.827,38 ευρώ, πληρωτέο με μεταχρονολογημένη επιταγή έκδοσης της εναγομένης εις διαταγήν ενάγουσας με ημεροχρονολογία 14.9.2007. 9) υπ' αρ Η 2751/26.7.2007 με περιγραφή "διανυκτερεύσεις εκτός Αθηνών από 1.6.2007 έως 25.7.2007" συνολικού ποσού 476 ευρώ, πληρωτέο με μεταχρονολογημένη επιταγή έκδοσης της εναγομένης εις διαταγήν ενάγουσας με ημεροχρονολογία 25.8.2007, 10) υπ' αρ .../17.12.2007 με περιγραφή "συντήρηση υπηρεσιών υλοποίησης από 1.12.2007 έως 30.11.2008" συνολικού ποσού 7.988,66 ευρώ, πληρωτέο με μεταχρονολογημένη επιταγή έκδοσης της εναγομένης εις διαταγήν ενάγουσας με ημεροχρονολογία 16.3.2008 και 11) υπ'αρ ...17.12.2007 με περιγραφή "ετήσια συντήρηση από 1.12.2007 έως 30.11.2008" συνολικού ποσού 9.272,34 ευρώ, πληρωτέο με μεταχρονολογημένη επιταγή έκδοσης της εναγομένης εις διαταγήν ενάγουσας με ημεροχρονολογία 16.3.2008.
Το ανωτέρω συνολικό οφειλόμενο ποσό αμοιβής από 2... ευρώ, όπως τα διάδικα μέρη συνομολογούν, δεν κατεβλήθη από την εναγομένη στην κατά τον όρο 8 του εγγράφου ιδιωτικού συμφωνητικού οριζόμενη σε έκαστο εκ των ανωτέρω τιμολογίων δήλη ημέρα πληρωμής. Ακολούθως απεδείχθη ότι η εναγομένη εξέδωσε εις διαταγήν της ενάγουσας τις ακόλουθες έξι μεταχρονολογημένες επιταγές, τις οποίες παρέδωσε στην ενάγουσα α) … στ) ποσού ...
με ημερομηνία έκδοσης .... Κατά τις ημέρες έκδοσης εκάστης εκ των ανωτέρω επιταγών η ενάγουσα εμφάνισε τις ανωτέρω επιταγές στην πληρώτρια Τράπεζα και αυτές πληρώθηκαν, οπότε η εναγομένη κατέβαλε το συνολικό ποσό των 2..., που αντιστοιχούσε στο ποσό κεφαλαίου των προαναφερόμενων τιμολογίων ...Η εναγομένη αρνούμενη την υπό κρίση αγωγή επικαλείται ότι με την έκδοση των ανωτέρω επιταγών- το συνολικό ποσό των οποίων αντιστοιχεί στο οφειλόμενο προς την ενάγουσα συμφωνηθέν ποσό-, έλαβε χώρα μεταγενέστερη προφορική μετά της ενάγουσας συμφωνία για παράταση του χρόνου αποπληρωμής των εν λόγω τιμολογίων και ότι ως εκ τούτου δεν υπήρξε υπερημερία αυτής στην καταβολή του ποσού των τιμολογίων και υποχρέωση της για την καταβολή των αιτούμενων τόκων.
Μόνη, όμως, η παραλαβή από την ενάγουσα των ανωτέρω επιταγών και η πληρωμή αυτών σε μεταγενέστερο του συμφωνηθέντος χρόνου δεν αποδεικνύει προφορική τροποποίηση της από 24.11.2006 έγγραφης συμφωνίας των διαδίκων ως προς το χρόνο αποπληρωμής της αξίας του κάθε τιμολογίου και του συνόλου του οφειλόμενου ποσού ...
Αντιθέτως απεδείχθη ότι η εναγομένη μονομερώς και κατά παράβαση του όρου 8 της σύμβασης έργου προέβη στην εκπρόθεσμη καταβολή του ποσού των 2...€...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκανε δεκτή την από 7-10-2014 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρείουσας κατά της υπ' αριθ. 881/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί ερήμην της και είχε δεχτεί την από 9-7-2010 αγωγή της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης κατ' αυτής, με την οποία ζητούσε τόκους, εξαιτίας υπερημερίας της αναιρεσείουσας, ως προς την καταβολή, κατά τη συμφωνηθείσα δήλη ημέρα πληρωμής, του κάθε επί μέρους ποσού κεφαλαίου της αμοιβής της, εξαφάνισε την απόφαση αυτή, αναδίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση και αφού απέρριψε τον προταθέντα από την εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρισμό περί τροποποίησης της μεταξύ τους σύμβασης ως προς το χρόνο καταβολής της αμοιβής, δέχτηκε εκ νέου την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 26.573,00€ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, που δέχθηκε, δηλαδή, ότι δεν τροποποιήθηκε η μεταξύ των διαδίκων από 24.11.2006 έγγραφη συμφωνία ως προς το χρόνο πληρωμής της αξίας του κάθε τιμολογίου με μεταγενέστερη προφορική συμφωνία και ότι συνεπώς η αναιρεσείουσα κατέστη υπερήμερη και οφείλει τόκους υπερημερίας, δεχόμενο ειδικότερα, ότι μόνη η παραλαβή από την αναιρεσίβλητη των ανωτέρω επιταγών, που εξέδωσε η αναιρεσείουσα και η πληρωμή αυτών εκ μέρους αυτής σε μεταγενέστερο του συμφωνηθέντος χρόνου δεν αποδεικνύει προφορική τροποποίηση της σύμβασης ως προς το χρόνο πληρωμής της αξίας κάθε τιμολογίου και του συνόλου του οφειλομένου ποσού της αμοιβής της, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 185, 189, 192 και 193 ΑΚ.
Τούτο διότι, αν δεν προκύπτει σαφώς το αντίθετο, η έκδοση από τον οφειλέτη επιταγής και η παράδοσή της στο δανειστή γίνεται χάριν καταβολής της αρχικής οφειλής. Με τον τρόπο αυτό, ο οφειλέτης υπόσχεται, ότι θα εκπληρώσει την αρχική του υποχρέωση με την εκπλήρωση της νέας. Με τη γένεση δηλαδή της ενοχής από την επιταγή δημιουργείται μόνον εναλλακτικός τρόπος πληρωμής.
Επομένως ο δεύτερος λόγος, κατά τα σχετικά του σκέλη, από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τα σχετικά σκέλη του οποίου, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, επικαλούμενη ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το άνω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της τροποποίησης της σύμβασης με μεταγενέστερη προφορική συμφωνία ως προς το χρόνο πληρωμής της αξίας του κάθε τιμολογίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ειδικότερα, η παραδοχή της προσβαλλόμενης, ότι "... κατά τις ημέρες έκδοσης εκάστης εκ των ανωτέρω επιταγών η ενάγουσα εμφάνισε τις ανωτέρω επιταγές στην πληρώτρια τράπεζα και αυτές πληρώθηκαν, οπότε η εναγομένη κατέβαλε το συνολικό ποσό των 2...€, που αντιστοιχούσε στο ποσό του κεφαλαίου των προαναφερομένων τιμολογίων" δεν αντιφάσκει προς την παραδοχή "...η εναγομένη μονομερώς και κατά παράβαση του όρου 8 της σύμβασης έργου προέβη στην εκπρόθεσμη καταβολή του ποσού των 2...€", καθόσον με την τελευταία σε ταύτιση με την αμέσως προηγούμενη παραδοχή της, ότι μόνη η παραλαβή των επιταγών και η πληρωμή τους δεν αποδεικνύει προφορική τροποποίηση της μεταξύ τους έγγραφης συμφωνίας ως προς το χρόνο πληρωμής, καταλήγει ότι η αναιρεσείουσα μονομερώς, δηλαδή χωρίς συμφωνία και κατά παράβαση της σύμβασης προέβη στην εκπρόθεσμη καταβολή της αμοιβής, ενώ με την πρώτη επισημαίνει απλώς ότι τελικά οι επιταγές, που είχε εκδώσει η αναιρεσείουσα και είχε παραδώσει στην αναιρεσίβλητη πληρώθηκαν για να καταδείξει τη λήξη της υπερημερίας της αναιρεσείουσας και ουδόλως υποδηλώνει ότι με την είσπραξη των επιταγών εκ μέρους της αναιρεσίβλητης σε μεταγενέστερο της αρχικής συμφωνίας για την καταβολή της αμοιβής χρόνο, αυτή αποδέχτηκε σιωπηρά σχετική πρόταση αυτής και ότι έτσι καταρτίστηκε μεταξύ τους τροποποιητική σύμβαση ως προς το χρόνο πληρωμής της αμοιβής και τα ποσά των δόσεων, ώστε να έρχεται σε αντίθεση με την τελευταία.
Περαιτέρω, λόγοι αναίρεσης, που πλήττουν αιτιολογίες της απόφασης, που εκφέρονται εκ περισσού, αφού υπάρχει άλλη κύρια αιτιολογία, που στηρίζει το διατακτικό της απόφασης, που δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς με λόγο αναίρεσης, διότι οι κατ' αυτής λόγοι απορρίπτονται, είναι αλυσιτελείς (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 125/2017, ΑΠ 1008/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον ίδιο δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και με τα σχετικά σκέλη του, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις αιτιολογίες της, σύμφωνα με τις οποίες το Εφετείο, όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της επικληθείσας εκ μέρους της τροποποίησης της σύμβασης ως προς το χρόνο καταβολής της αμοιβής με προφορική συμφωνία και της εντεύθεν έλλειψης υπερημερίας της ως προς την καταβολή της αμοιβής, δέχτηκε και τα ακόλουθα: "Εξάλλου, κατά τον όρο 16 του ανωτέρω συμφωνητικού απαγορεύεται η προφορική τροποποίηση των όρων αυτού.
Έτι περαιτέρω η εναγομένη δεν προσδιορίζει το χρόνο, που έλαβε χώρα η επικαλούμενη από αυτήν προφορική συμφωνία τροποποίησης του χρόνου αποπληρωμής και αν αυτή καταρτίσθηκε με τα καταστατικά ή προβλεπόμενα από το νόμο όργανα της ενάγουσας εταιρείας ή τα εξουσιοδοτούμενα από αυτά πρόσωπα, τα οποία και μόνο δεσμεύουν δικαιοπρακτικά την εταιρεία...
Μόνη δε η κατά τον μάρτυρα της εναγομένης αναφορά στο πρόσωπο της υπαλλήλου του λογιστηρίου της εναγομένης (...) με την οποία φέρεται ότι συνήφθη η ανωτέρω συμφωνία, εφόσον αυτή δεν είχε εξουσία εκπροσώπησης της ενάγουσας και δικαιοπρακτικής δέσμευσης της κατά τις διατάξεις των άρθρων 67 και 70 ΑΚ, δεν οδηγεί στην κατάρτιση της εν λόγω επικαλούμενης από την εναγομένη τροποποιητικής των όρων της αρχικής μεταξύ των διαδίκων μερών σύμβασης και δη ως προς την παράταση του χρόνου καταβολής της οφειλόμενης αμοιβής.
Έτι δε περαιτέρω από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι το διοικητικό συμβούλιο της ενάγουσας μεταβίβασε τις εξουσίες του και στην ανωτέρω υπάλληλο της, σε τρόπο ώστε να ενεργεί αυτή ως εκπρόσωπος της εταιρίας και να μπορεί να υπογράφει συμφωνίες δεσμευτικές για την ενάγουσα εταιρία ή ότι σε κάθε περίπτωση το διοικητικό συμβούλιο της ενάγουσας ή ο άνω νόμιμος εκπρόσωπος της έλαβε απόφαση για τη σύναψη της επίμαχης συμφωνίας με την εναγομένη και ανέθεσε την εκτέλεση της στην κ. ....
Ακόμη και ο μάρτυρας της εναγομένης δεν ήταν σε θέση να καταθέσει για τέτοιου είδους οργανική υποκατάσταση της ανωτέρω. Κι αν όμως ήθελε θεωρηθεί ότι αυτή κατά την υπογραφή της επίμαχης συμφωνίας ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας εταιρίας, λόγω της άνω υπαλληλικής της σχέσης, δεν αποδείχθηκε ότι κατήρτισε αυτή την άνω σύμβαση εν γνώσει, κατ' εντολή ή κατ' ανοχή του διοικητικού συμβουλίου ή των υποκατάστατων οργάνων της εταιρίας, ούτε δε μπορούσε να δοθεί στους τρίτους και εν προκειμένω στην εναγομένη η εντύπωση ότι είχε ανατεθεί σ' αυτήν κύκλος εργασιών που περιλάμβανε και την εν λόγω επικαλούμενη από την εναγομένη συμφωνία παράτασης του χρέους".
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, διότι οι προσβαλλόμενες με τον παρόντα λόγο αιτιολογίες είναι πλεοναστικές και τέθηκαν προς άντληση επιχειρημάτων υπέρ της άνω κύριας αιτιολογίας, σύμφωνα με την οποία δεν αποδείχθηκε ότι καταρτίστηκε σύμβαση τροποποίησης του χρόνου καταβολής της αμοιβής της και έλλειψης συνεπώς της υπερημερίας της, η οποία, κατά τα άνω, δεν επλήγη επιτυχώς και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300,00) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 614/2016 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης στο Εφετείο Αθηνών και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της (αρθ. 176, 183, 189 και 191 ΚΠολΔ).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξέταση της αίτησης επαναφοράς προϋποθέτει την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την από 8-5-2017 κλήση-αίτησή της, περί ορισμού δικασίμου μετά τη ματαίωση της συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, την οποία κατέθεσε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, σωρεύει αίτηση με την οποία ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης με την αίτηση αναίρεσης απόφασης κατάσταση, ώστε να επιστραφεί σ' αυτή το συνολικό ποσό των 40.048,28€ με το νόμιμο τόκο από 14-7-2016, που κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη σε εκτέλεση της απόφασης αυτής.
Η αίτηση αυτή, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, αφού η εξέτασή της, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω, προϋποθέτει παραδοχή αυτής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-7-2016 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 1771/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300,00) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Απορρίπτει τη σωρευόμενη στην από 8-5-2016 κλήση-αίτηση της αναιρεσείουσας αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ