1587/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/2/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 216/2013 του Εφετείου ....
Legislator headnote
AI generated1587/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 5/1/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αντωνίου Ζευγώλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1587 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1587/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." με τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ο. Τ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιχσάν Αχμέτ Κεχαγιά και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Χ. Ν. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ε. Ν. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/2/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 216/2013 του Εφετείου ....
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/7/2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 5/1/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αντωνίου Ζευγώλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά την διαδικασία του άρθρου 681 Δ’ ΚΠολΔ, εκδοθείσα 216/2013 απόφαση του Εφετείου .... Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και στην ουσία η από 25-10-2010 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της 85/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει την από 1-3-2010 αγωγή για χρηματική ικανοποίηση της αναιρεσίβλητης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από αδικοπραξία (προσβολή της προσωπικότητάς της) που τέλεσαν σε βάρος της οι τελευταίοι (εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες), τους οποίους αφ’ ενός μεν υποχρέωσε να καταβάλουν στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εις ολόκληρον έκαστος και με προσωπική του κράτηση ο δεύτερος αυτών, το ποσό των 60.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο, αφετέρου δε αναγνώρισε ότι αυτοί είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν στην τελευταία το ποσό των 60.000 ευρώ, ενώ περαιτέρω διέταξε την δημοσίευση περίληψής της στην εφημερίδα ιδιοκτησίας της πρώτης αυτών (εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων).
Ακολούθως το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλουν στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εις ολόκληρον έκαστος και με προσωπική του κράτηση ο δεύτερος αυτών, το ποσό των 30.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο, περαιτέρω δε διέταξε την δημοσίευση περίληψής της στην εφημερίδα ιδιοκτησίας της πρώτης αυτών (εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων).
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 14 παρ.1 του Συντάγματος, καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, ενώ, κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, ο τύπος είναι ελεύθερος, η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται. Επίσης, κατά το άρθρο 10 παρ.1 της ΕΣΔΑ (κυρ.
ν.δ. 53/1974) "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων". Το δικαίωμα, όμως, αυτό υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 της ΕΣΔΑ (και 19 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα - κυρ.
ν. 2462/1997), σε περιορισμούς και κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων. Εξάλλου, κατά το άρθρο μόνο παρ. 1 του ν. 1178/1981 "Περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων", ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκε υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 του ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 του ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 του ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στο συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου.
Στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παρ. 4 του ν. 2243/1994, η κατά το άρθρο 932 του ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγούμενη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφόσον αυτές τελέσθηκαν δια του τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των αναφερόμενων κατά περίπτωση ποσών.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς, ότι αναφέρονται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, φυσικού ή νομικού προσώπου, και όχι στον συντάκτη του επιλήψιμου δημοσιεύματος ή τον εκδότη του εντύπου (αν αυτός δεν ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη) ή τον διευθυντή συντάξεως. Ο συντάκτης (του επιλήψιμου δημοσιεύματος), ο εκδότης (αν δεν είναι και ιδιοκτήτης του εντύπου) ή ο διευθυντής συντάξεως ευθύνονται προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης που έχει προκληθεί από επιλήψιμο δημοσίευμα, κατά τις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 του ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361 - 363 ΠΚ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το άρθρο 59 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει (τον υπαίτιο) σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Προστατεύεται έτσι με τα παραπάνω άρθρα η προσωπικότητα και κατ’ επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας.
Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του.
Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρου 281 ΑΚ και 25§3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρο 57 παρ. 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής, ως παράνομης, είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.
Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ, που μπορεί να περιέχονται και σε δημοσίευμα εφημερίδας, αφού η κατοχυρωμένη με το άρθρο 14 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος ελευθεροτυπία υπόκειται στους περιορισμούς του νόμου, με τους οποίους επιδιώκεται όχι η παρεμπόδιση της ελευθεροτυπίας, αλλά η προστασία των ατόμων από την καταχρηστική άσκησή της (άρθρο 25 παρ. 3 Συντ.).
Όριο προς αυτή την κατεύθυνση αποτελούν ακριβώς τα άρθρα 361-363 ΠΚ και, επομένως, με πρόσχημα την ελευθεροτυπία δεν επιτρέπεται η προσβολή της προσωπικότητας με δημοσιεύματα εξυβριστικά ή δυσφημιστικά για το άτομο. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμισης.
Ως γεγονός κατά τις παραπάνω διατάξεις νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως ακόμη και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 361 του ΠΚ.
Ισχυρισμό δε του γεγονότος συνιστά κάθε σχετική μ’ αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου. Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ’ αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.
Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.
Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ’ αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου.
Τέτοια είναι και η περίπτωση της προσβολής που γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον (άρθρο 367 παρ. 1γ ΠΚ), το οποίο ως νομική έννοια ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο. Δικαιολογημένο ενδιαφέρον, που πηγάζει από την συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου (άρθρο 14 παρ. 1-2 του Συντάγματος σχετικό και το άρθρο 10 παρ. 1 εδ.
α’ και β’ της ΕΣΔΑ), έχουν και τα πρόσωπα που συνδέονται με τη λειτουργία του, για τη δημοσίευση και προβολή - δημοσιοποίηση ειδήσεων και σχολίων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο. Γι’ αυτό μπορούν να δημοσιευθούν ειδήσεις και σχόλια για τη σχετική πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού και με οξεία ακόμη κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς.
Όμως, ο άδικος χαρακτήρας του δημοσιεύματος, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως του άρθρου 363 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη της απλής δυσφήμησης, προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, που υπάρχει, όταν ο τρόπος εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς δεν ήταν κατ’ αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την προστασία δικαιώματος ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του, αλλά εν γνώσει του επιλέχθηκε και χρησιμοποιήθηκε για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του άλλου, δηλαδή όταν υπάρχει υπέρβαση του αντικειμενικά αναγκαίου μέτρου για την προστασία του δικαιώματος ή του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του.
Τέτοιος τρόπος για την απόδειξη του σκοπού εξύβρισης συντρέχει, ιδίως, όταν αυτός δεν είναι αντικειμενικά αναγκαίος για την απόδοση της σκέψεως εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος παρά ταύτα χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτόν για να προσβάλλει την τιμή του άλλου (ΑΠ 1897/2006, 1573/2005).
Το ζήτημα εάν οι εκδηλώσεις, που προαναφέρθηκαν, ήταν πρόσφορες και αναγκαίες αντικειμενικά για τη διαφύλαξη του δικαιώματος του εναγομένου και περί του κατά πόσον οι εκδηλώσεις αυτές υπερέβησαν τελικά το αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη του ίδιου δικαιώματος, αποτελεί νομική έννοια υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1030/2009).
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, που αίρει κατά το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμισής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 257/2017).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των προπαρατεθεισών Συνταγματικών διατάξεων, αυτών της ΕΣΔΑ και των κοινών νόμων, ουδόλως συνάγεται, ότι αποκλείεται ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου ή του συντάκτη δημοσιεύματος προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, σε περίπτωση που σε δημοσίευμα ή τηλεοπτική εκπομπή παραλείπονται να αναφερθούν τα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα, και από την αντίστοιχη παράλειψη προξενείται η προσβολή της υπόληψης άλλου (ΑΠ 6/2004).
Ο δημοσιογράφος οφείλει να εξακριβώνει, πριν από τη δημοσίευση, την αλήθεια των όλων δυσφημιστικών γεγονότων, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί, σε αντίθετη περίπτωση, ότι η παράδοση σε δημόσια ανυποληψία του δυσφημούμενου προσώπου τελεί σε αναλογία με την κοινωνική αποστολή του τύπου για ενημέρωση του κοινού, ή ότι αποτελεί αυτή το επιβεβλημένο μέσον άσκησης του έργου της ενημέρωσης, εάν δε συντρέχει τέτοια περίπτωση, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του δημοσιογράφου δεν αίρεται (ΑΠ 179/2011, ΑΠ 576/2006).
Εξ άλλου, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει, ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, ή την ψυχική οδύνη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, ή την ψυχική οδύνη που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου", εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η καθιερώνουσα την αρχή της αναλογικότητας διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντάς την, ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή.
Αποτελεί δε η αρχή της αναλογικότητας την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του είναι απαγορευμένη.
Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται οι σχετικές κρίσεις, ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 730/2017).
Εξ ετέρου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει, ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε (κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω) τα εξής: "Η ενάγουσα είναι δασκάλα της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και από το σχολικό έτος 2004-2005 υπηρετεί στο μειονοτικό δημοτικό σχολείο ... του Νομού Έβρου. Μάλιστα, λόγω του διορισμού της στο προαναφερόμενο σχολείο και της χαρακτηριστικής επιθυμίας της να αναπτύξει στενούς δεσμούς και σχέσεις με τους μαθητές της και τις οικογένειές τους, αποφάσισε μαζί με το σύζυγό της να εγκατασταθούν οικογενειακά και μόνιμα στο ανωτέρω χωριό, σε οίκημα που παραχωρείται από την Ελληνική Πολιτεία στους ελληνόφωνους εκεί τοποθετημένους δασκάλους, απόφαση που ενισχύθηκε από το γεγονός ότι με βάση την κείμενη νομοθεσία και ειδικότερα τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 19 του Ν.2341/1995, οι εκπαιδευτικοί που υπηρετούν σε μειονοτικά σχολεία είναι υποχρεωμένοι να παραμένουν κατά τις εργάσιμες ημέρες στην έδρα του σχολείου.
Εξαρχής η ενάγουσα επέδειξε ζήλο και αφοσίωση στη διαπαιδαγώγηση και στη διδασκαλία των Ελλήνων Μουσουλμάνων κατά το θρήσκευμα, μαθητών της, διδάσκοντάς τους την ελληνική γλώσσα, ιστορία και πολιτισμό, ενώ διέθετε συχνά τον ελεύθερο χρόνο της προκειμένου να παραδώσει απογευματινά μαθήματα ενισχυτικής διδασκαλίας, αλλά και σε ενήλικες συγχωριανές της Ελληνίδες Μουσουλμάνες, που δεν γνώριζαν την ελληνική γλώσσα.
Επιπλέον, ενθάρρυνε τη θρησκευτική τους συνείδηση και ελευθερία προς τούτο δε μάλιστα είχε αναρτήσει στις μαθητικές αίθουσες φράσεις από το Κοράνι ενώ, πρωτοστάτησε και στην έκδοση της σχολικής εφημερίδας με τον τίτλο "...", η οποία τον Ιούνιο του 2008 είχε ως θέμα τα δικαιώματα των παιδιών και ως περιεχόμενο εκθέσεις, φράσεις και ποιήματα μαθητών του προαναφερόμενού μειονοτικού σχολείου αλλά και ακροτελεύτιο κείμενο της ίδιας στο οποίο γίνεται σαφής αναφορά στο δικαίωμα κάθε ανθρώπου να απολαμβάνει ισονομίας και ισοπολιτείας ανεξαρτήτως θρησκείας και γλώσσας.
Η προπεριγραφείσα συμπεριφορά της ενάγουσας είχε ως αποτέλεσμα να αναστρέψει το αρχικά καθολικά δύσπιστο και καχύποπτο κλίμα που αντιμετώπισε με την άφιξή της από τους κατοίκους της περιοχής, που οφειλόταν κατά το μάλλον στη διαφορετικότητα της θρησκείας και στην επιλογή της να διαμείνει στην έδρα της οργανικής της θέσης και να καταστήσει σταδιακά την ίδια πρόσωπο αγαπητό και προσφιλές σε μεγάλη μερίδα των συγχωριανών της ιδίως όμως των μαθητών της.
Το σχολικό έτος 2009-2010 ανατέθηκε στην ενάγουσα η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στους μαθητές της Α’ και της Β’ τάξης του ίδιου μειονοτικού σχολείου και στις 7 Δεκεμβρίου 2009, όπως συνηθιζόταν στα πλαίσια του συστήματος της βιωματικής διδασκαλίας που η ίδια ακολουθούσε, ζήτησε από τους μαθητές της να διατυπώσουν λέξεις που ήδη γνωρίζουν και οι οποίες αρχίζουν από το γράμμα Θήτα.
Οι τελευταίοι ανέφεραν τις λέξεις "Θάλασσα", "Θησαυρός", "Θεός" και "Θρανίο" και ακολούθως η ενάγουσα τους ανέθεσε την ίδια ημέρα ως εργασία να αντιγράψουν τις ανωτέρω, γνωστές σ’ αυτούς, λέξεις, στο τετράδιο αντιγραφής που ο καθένας απ’ αυτούς τηρούσε. Μάλιστα, προς τούτο η ενάγουσα έθεσε σε καθένα από τα τετράδια αντιγραφής των συνολικά πέντε μαθητών της τη σημείωση "Εργασία:
Να αντιγράψεις τις λέξεις: η θάλασσα, ο Θεός, ο θησαυρός, το θρανίο", γεγονός που δεν καταλείπει καμία αμφιβολία για το προαναφερόμενο ακριβές περιεχόμενο της εργασίας που τους ανέθεσε. Εν τούτοις, την 31 Δεκεμβρίου 2009 και στο υπ’ ... φύλλο της εβδομαδιαίας εφημερίδας με το διακριτικό τίτλο "... ", η οποία ανήκει στην ιδιοκτησία της πρώτης των εναγομένων (πρώτης αναιρεσείουσας) ομορρύθμου εταιρείας της οποίας εκδότης, γενικός διευθυντής, συντάκτης και δημοσιογράφος είναι ο δεύτερος των εναγομένων (δεύτερος αναιρεσείων), δημοσιεύθηκε άρθρο του τελευταίου, το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια.
Ειδικότερα, στην πρώτη σελίδα δημοσιεύθηκε γραμμένη στην τουρκική γλώσσα με έντονα γράμματα μαύρου χρώματος η φράση "Η Χ. Ν. ξανά Ζήτησε από τα παιδιά να φτιάξουν την ζωγραφιά του Αλλάχ (Θεού)" και κάτω από αυτήν το κείμενο, επίσης γραμμένο στην τουρκική γλώσσα, συνοδευόμενο από φωτογραφία της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), το οποίο μεταφρασμένο νομίμως από την τουρκική στην ελληνική γλώσσα, αυτολεξεί έχει ως εξής: "Στο δημοτικό μειονοτικό σχολείο του ...
που υπάγεται στην πόλη της ..., ανέκυψε το καινούργιο επίτευγμα της Χριστιανής δασκάλας, Χ. Ν.. Η Χ. Ν. ανέθεσε στους μαθητές να κάνουν ως εργασία για το σπίτι την ζωγραφιά του Αλλάχ (Θεού). Απέναντι σε αυτήν την ανοησία, η οποία θα έκανε τον καθένα να αναφωνήσει "είναι δυνατόν;", οι μαθητές συγχύστηκαν και έδειξαν την άσκηση στις μαμάδες και στους μπαμπάδες τους.
Οι μαμάδες και οι μπαμπάδες επίσης συγχύστηκαν ενόψει αυτού του ερωτήματος, άρχισαν να προσπαθούν να σκέφτονται τι να έκαναν και πως θα έδιναν μία απάντηση στα παιδιά. Εννοείται πως τα παιδιά δεν μπορούσαν να κάνουν την άσκηση αυτή. Τα παιδιά καταλήφθηκαν από πανικό ενόψει αυτού του αιτήματος και η πλειοψηφία αυτών πήγε στο σχολείο κλαίγοντας", με παραπομπή στην 12η σελίδα αυτής.
Στην σελίδα αυτή φιλοξενήθηκε ολόκληρο το επίμαχο δημοσίευμα με τον ίδιο τίτλο "Η Χ. Ν. ξανά Ζήτησε από τα παιδιά να φτιάξουν την ζωγραφιά του Αλλάχ (Θεού)". Το δημοσίευμα αυτό, ήταν δίστηλο, δεξιά της πρώτης στήλης του οποίου και πάνω από τη δεύτερη (στήλη), δημοσιεύθηκε φωτογραφία της ενάγουσας. Το επίμαχο άρθρο μεταφρασμένο νομίμως στην ελληνική γλώσσα αυτολεξεί έχει ως εξής: "Στο δημοτικό μειονοτικό σχολείο του ...
που υπάγεται στην πόλη της ..., ανέκυψε το καινούργιο επίτευγμα της Χριστιανής δασκάλας, Χ. Ν.. Η Χ. Ν. ανέθεσε στους μαθητές να κάνουν ως εργασία για το σπίτι την ζωγραφιά του Αλλάχ (Θεού). Απέναντι σε αυτήν την ανοησία, η οποία θα έκανε τον καθένα να αναφωνήσει "είναι δυνατόν;", οι μαθητές συγχύστηκαν και έδειξαν την άσκηση στις μαμάδες και στους μπαμπάδες τους.
Οι μαμάδες και οι μπαμπάδες επίσης συγχύστηκαν ενόψει αυτού του ερωτήματος, άρχισαν να προσπαθούν να σκέφτονται τι να έκαναν και πως θα έδιναν μία απάντηση στα παιδιά. Εννοείται πως τα παιδιά δεν μπορούσαν να κάνουν την άσκηση αυτή. Τα παιδιά καταλήφθηκαν από πανικό ενόψει αυτού του αιτήματος και η πλειοψηφία αυτών πήγε στο σχολείο κλαίγοντας.
Πως θα αντιμετώπιζε η Ν. τους μαθητές οι οποίοι δεν μπορούσαν να κάνουν τις ασκήσεις τους, δεν μπορούσαμε να το ξέρουμε. Ωστόσο, γνωρίζουμε ένα γεγονός ότι στην θρησκεία μας δεν γίνεται να υπάρχει ζωγραφιά, του Αλλάχ (Θεού). Μήπως η Ν. προσπαθεί να κάνει τα παιδιά που ασπάζονται την ισλαμική θρησκεία να έχουν αμφιβολίες;
Η Ν. αντιλήφθηκε άραγε την ψυχολογική ζημιά που έκανε στους μαθητές; Η Ν. ίσως δεν μπορεί να αντιληφθεί όλα αυτά, αλλά το Υπουργείο Παιδείας της χώρας αυτής δεν ακούει όλα αυτά που έχουν γίνει; Εάν τα έχει ακούσει, γιατί κρατάει ακόμα την δασκάλα αυτή στο χωριό αυτό; Στο χωριό ... η δασκάλα, η οποία έχει προκαλέσει προβλήματα επί προβλημάτων, προκάλεσε ένα πολύ δυσάρεστο γεγονός.
Αυτή η τελευταία ανοησία, ήταν η σταγόνα που έκανε ήδη το ποτήρι να ξεχειλίσει. Ας δούμε μετά από αυτά τι σχέδια έχει. Το γεγονός αυτό λέγεται "εμπαιγμός στα θρησκευτικά συναισθήματα". Μία τέτοια δασκάλα, συνεχίζει να ασκεί τα διδασκαλικά της καθήκοντα. Οι αρμόδιοι πρέπει να της πουν: "ΣΤΟΠ". Η Ν. έθιξε με πολλαπλό τρόπο τα συναισθήματα των ομοεθνών μας του χωριού ....
Προφανώς, αυτή η φανατική γυναίκα, θέλει πάλι να προξενήσει αναταραχές". Το άρθρο αυτό δεν υπογράφεται από τον δεύτερο εναγόμενο, πλην όμως ο ίδιος δεν αμφισβητεί ότι είναι ο συντάκτης του και επομένως σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο τελευταίος αρνείται όλους τους λοιπούς ισχυρισμούς της ενάγουσας, συνάγεται κατ’ άρθρο 261 ΚΠολΔ ομολογία αυτού ότι είναι ο συντάκτης του ως άνω δημοσιεύματος.
Με το ανωτέρω άρθρο δημοσιεύεται, ως πραγματικό περιστατικό και είδηση, ότι η ενάγουσα ανέθεσε στους μαθητές της, οι οποίοι είναι άπαντες μουσουλμάνοι το θρήσκευμα, να ζωγραφίσουν την εικόνα του Αλλάχ, παρά το ότι η απεικόνιση αυτού δεν επιτρέπεται στη μουσουλμανική θρησκεία. Ωστόσο, αναφορικά με το γεγονός αυτό, αποδείχθηκε πλήρως ότι είναι ψευδές, καθόσον προέκυψε ότι η ενάγουσα ανέθεσε στους μαθητές της, αποκλειστικά και μόνο, να αντιγράψουν στα τετράδια αντιγραφής τους τις λέξεις "Θάλασσα", "Θησαυρός", "Θεός" και "Θρανίο" και σε καμιά περίπτωση δε ζήτησε από αυτούς να ζωγραφίσουν τον Αλλάχ.
Τούτο αποδείχθηκε από τη σαφή κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης Ε. Τ., που εξετάσθηκε νόμιμα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και η κατάθεσή της περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης, η οποία είναι συνάδελφος της ενάγουσας, υπηρετούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο στο ίδιο μειονοτικό σχολείο και, μεταξύ άλλων, είχε αναλάβει να διδάσκει το μάθημα της μελέτης στους μαθητές της πρώτης δημοτικού.
Το συγκεκριμένο μάθημα συνδεόταν στενά μ’ εκείνο της ελληνικής γλώσσας, που διδασκόταν από την ενάγουσα, καθώς κατά τη διάρκειά του εκτελούνταν οι ασκήσεις που είχαν προηγουμένως ανατεθεί κατά το μάθημα της ελληνικής γλώσσας. Για το λόγο αυτό μάλιστα η ενάγουσα, πέρα από το ότι σημείωνε σε κάθε τετράδιο μαθητή τις εργασίες που έπρεπε να εκτελεστούν την επόμενη φορά, παραλλήλως ενημέρωνε και την ανωτέρω μάρτυρα για το περιεχόμενο των ασκήσεων που είχε αναθέσει στους μαθητές της προκειμένου η τελευταία να γνωρίζει το αντικείμενο της διδασκαλίας του μαθήματος του δικού της τομέα ευθύνης και να το διαμορφώνει ανάλογα σε κάθε επιμέρους μάθημα.
Εξάλλου, από την επισκόπηση ιδίως των μετ’ επίκληση προσκομιζομένων αποσπασμάτων των τετραδίων αντιγραφής των μαθητών της ενάγουσας, αποδείχθηκε ότι κανένας, εκ των συνολικά πέντε μαθητών της, δεν ζωγράφισε τις προαναφερόμενες λέξεις των οποίων η αντιγραφή τους ανατέθηκε ως εργασία κατά την 7η Δεκεμβρίου 2009, πλην μίας μαθήτριας, της Μ.
Κ., η οποία ζωγράφισε απεικονίσεις των λέξεων "θησαυρός" και "θρανίο" και όχι των λέξεων "θάλασσα" και "θεός". Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η συγκεκριμένη μαθήτρια δεν ζωγράφισε το Θεό, παρά το ότι είχε δήθεν ανατεθεί και σ’ αυτήν η σχετική εργασία από την ενάγουσα, επειδή βρέθηκε σε αμηχανία και σύγχυση οφειλόμενη στο γεγονός ότι η απεικόνιση του Θεού δεν επιτρέπεται στη μουσουλμανική θρησκεία, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ενώ δεν εξηγεί και την παράλληλη παράλειψη της ίδιας μαθήτριας να ζωγραφίσει τη θάλασσα, αντιγραφή της οποίας επίσης είχε ανατεθεί την ίδια ημέρα από την ενάγουσα.
Η περί του αντιθέτου κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης Κ. Μ., που εξετάσθηκε επίσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και η κατάθεσή του περιέχεται στα ταυτάριθμά με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης, δεν κρίνεται πειστική καθόσον δεν στηρίζεται σε ιδία αντίληψη αυτού και δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένη πηγή πληροφόρησής του αλλά, στηρίζεται σε φήμες και γενικά σχόλια, φήμες και διαδόσεις.
Ομοίως, μη πειστικές κρίνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις των Κ. Α. του Χ. και Κ. Ι. του Μ., σύμφωνα με τις οποίες, ο μεν πρώτος ως … και αποδέκτης της δήλωσης του πατέρα της ανωτέρω μαθήτριας, Κ. Α., ο δε δεύτερος ως αυτήκοος μάρτυρας αυτής (της δήλωσης), άκουσαν αυτόν να διατυπώνει τον προβληματισμό του σχετικά με το γεγονός της ανάθεσης από την ενάγουσα στη θυγατέρα του της εργασίας της απεικόνισης του Θεού στο τετράδιό της, καθόσον αν ήθελε υποτεθεί ότι έλαβε χώρα το προαναφερόμενο γεγονός θα είχε προσέλθει ως μάρτυρας στην παρούσα δίκη ή θα είχε δώσει ένορκη βεβαίωση ο ίδιος ή ο πατέρας της εν λόγω μαθήτριας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη και του γεγονότος ότι αυτός, σύμφωνα με τις συγκεκριμένες ένορκες καταθέσεις, οι οποίες σημειωτέον είναι σχεδόν πανομοιότυπες, ήταν τόσο αγανακτισμένος από το γεγονός που δήθεν έλαβε χώρα ώστε αποφάσισε να επιλέξει άλλο σχολείο και να επιβαρύνεται πλέον καθημερινά με τη μεταφορά των παιδιών του, σε αυτό αν και το τελευταίο βρίσκεται σε πολύ πιο μακρυνή απόσταση από την οικία του σε σχέση με εκείνο του ....
Η αναλήθεια του ανωτέρω γεγονότος αποδεικνύεται επιπλέον, αφενός από το χωρίς ημεροχρονολογία έγγραφο του Τ. Χ., Προέδρου της σχολικής Εφορίας του Δημοτικού Σχολείου του ..., η γνησιότητα του οποίου δεν αμφισβητήθηκε, όπου αυτός ρητά αναφέρει πως, μετά τις σχετικές δημοσιεύσεις στον τύπο, ερεύνησε το ζήτημα και δεν βρήκε οποιοδήποτε πρόσωπο που να επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η ενάγουσα ανέθεσε ως εργασία στους μαθητές της να ζωγραφίσουν τον Αλλάχ και αφετέρου, από ομοίου περιεχομένου πόρισμα της έρευνα που διενήργησαν, κατ’ εντολή του Υπουργείου Παιδείας, ο Συντονιστής των Μειονοτικών Δημοτικών Σχολείων ...
Ν. Π. με τον Προϊστάμενο του 1ου Γραφείου Μειονοτικών Σχολείων Κ. Τ.. Οι βεβαιώσεις των προαναφερόμενών προσώπων, περί της αναλήθειας του συγκεκριμένου περιστατικού κρίνονται ιδιαίτερα αξιόπιστες καθόσον το μεν προερχόμενο από πρόσωπα θεσμικά υπεύθυνα για την ομαλή λειτουργία των μειονοτικών σχολείων έχουν την απαιτούμενη εμπειρία στη διερεύνηση των τυχόν προβλημάτων που ανακύπτουν, το δε αποδίδουν το αποτέλεσμα της διερεύνησης του περιστατικού σε χρόνο ανύποπτο και εγγύτερο στο συμβάν και όχι όψιμα, μετά δηλαδή την έναρξη της δικαστικής διένεξης της υπόθεσης.
Η παράθεση στο κρίσιμο δημοσίευμα των προαναφερόμενων ψευδών γεγονότων οφείλεται σε δόλο του δεύτερου εναγομένου, ο οποίος δεν προέβη σε ενδελεχή και επισταμένη έρευνα των περιστατικών που περιέλαβε στο άρθρο του παρά παρουσίασε ως πραγματικά γεγονότα περιστατικά που ποτέ δεν συνέβησαν παραλείποντας υπαιτίως να διασταυρώσει τις πληροφορίες που είχαν περιέλθει σε γνώση του, παραπληροφορώντας με τον τρόπο αυτό το αναγνωστικό κοινό της συγκεκριμένης εφημερίδας και, κυρίως, θίγοντας την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας.
Ειδικότερα, με το άρθρο του ωθούνται σαφώς οι αναγνώστες της εφημερίδας να σχηματίσουν την εντύπωση ως προς την ενάγουσα ότι πρόκειται για ένα πρόσωπο εμπαθές, ασεβές, θρησκόληπτο, προσκολλημένο στις θρησκευτικές του πεποιθήσεις και ικανό να προσβάλει το θρησκευτικό αίσθημα ετερόθρησκων μικρών παιδιών και μαθητών της, που ως εκ της ηλικίας και της προαναφερόμενης ιδιότητάς τους τελούν σε ιδιαίτερα ευάλωτη και ευαίσθητη ψυχολογία και θέση, προκειμένου να προβάλει αλλά και να επιβάλει τις δικές της θρησκευτικές πεποιθήσεις.
Τα ανωτέρω δε τα έπραξε τελώντας σε δόλο καθόσον δεν επεχείρησε, πριν τη δημοσίευση του συγκεκριμένου άρθρου, να διασταυρώσει τις πληροφορίες του και να ελέγξει τη βασιμότητά τους δεδομένου ότι παρέλειψε να κάνει το αυτονόητο, να ενεργήσει δηλαδή ως σοβαρός και υπεύθυνος δημοσιογράφος και να ζητήσει την άποψη της ενάγουσας αναφορικά με τα όσα της καταμαρτυρεί αλλά και την άποψη των συναδέλφων της οι οποίοι, ενόψει του ότι συναντούν τους μαθητές καθημερινά, θα μπορούσαν να έχουν ιδία αντίληψη για τα γεγονότα.
Ο δεύτερος εναγόμενος δηλαδή δεν ενήργησε όπως θα έκανε ένας μέσος συνετός δημοσιογράφος που έχει αντιληφθεί τη σοβαρότητα της αποστολής του, δηλαδή την υποχρέωσή του να παρέχει σφαιρική και αντικειμενική πληροφόρηση στο κοινό, αλλά, αντιθέτως, ενήργησε κατά τρόπο που υποδήλωνε την επιθυμία του να δικαιωθεί το αρνητικό κλίμα που είχε διαμορφωθεί από μερικούς από τους κατοίκους του ...
σε βάρος της ενάγουσας κυρίως λόγω της διαφορετικότητας της θρησκείας της, υιοθετώντας αβίαστα φήμες και διαδόσεις που εξυπηρετούσαν αυτήν την σκοπιμότητα. Η ανωτέρω ενέργεια πληροί τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης και επομένως, δεν χωρεί έναντι αυτής η ένσταση που προέβαλαν οι εναγόμενοι ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναλαμβάνουν με σχετικό λόγο έφεσης, σύμφωνα με την οποία το ως άνω επίμαχο δημοσίευμα αιτιολογείται απόλυτα από την ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος πληροφόρησης και ενημέρωσης της κοινής γνώμης (άρ. 367 παρ. 1 περ.
γ’ ΠΚ), δεκτής καθισταμένης της αντένστασης που υπέβαλε καθ’ υποφορά με την αγωγή της η ενάγουσα ότι δεν συντρέχει τέτοιος λόγος άρσεως του αδίκου διότι η δυσφήμισή της ήταν συκοφαντική και σε κάθε περίπτωση από το δημοσίευμα προκύπτει σκοπός εξυβρίσεώς της. Επιπλέον, πέραν των ανωτέρω, εκ του τρόπου διατύπωσης του επιλήψιμου δημοσιεύματος και ιδίως από τη χρησιμοποίηση των προαναφερθέντων για την ενάγουσα εκφράσεων, όπως "ανοησία", που "έχει προβλήματα επί προβλημάτων", που θέλει "πάλι" να προξενήσει αναταραχές "φανατική γυναίκα" αναφερόμενες στο χαρακτήρα της και στον τρόπο, που ασκεί το επάγγελμά της, σαφώς και προκύπτει σκοπός εξύβρισης, αφού οι ανωτέρω φράσεις ενέχουν έντονη αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας της ενάγουσας και εκδηλώνουν την καταφρονητική πρόθεση του δεύτερου εναγομένου προς αυτήν.
Περαιτέρω, ο ανωτέρω τρόπος δεν ήταν ο ενδεδειγμένος δημοσιογραφικά, για να διατυπώσει τις αποδοκιμαστικές σκέψεις του για τη στάση της ενάγουσας, ασκώντας το δημοσιογραφικό του καθήκον προς ενημέρωση του κοινού και άσκηση ελέγχου και οξείας, αλλά θεμιτής κριτικής. Εάν υπήρχε η πρόθεση πληροφόρησης της κοινής γνώμης, το καταγγελτικό ύφος του δημοσιεύματος θα υποστηριζόταν από ειδικότερες επαληθεύσιμες πληροφορίες, οι οποίες θα το καθιστούσαν αξιόπιστο.
Συνεπώς, με βάση όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα, υπήρξε ενσυνείδητη υπέρβαση των ορίων του δημοσιογραφικού δικαιώματος, κατά την κοινή κρίση του ορθώς σκεπτόμενου ανθρώπου και με άμεσο στόχο ειδικά την προσβολή της τιμής της ενάγουσας, αδιαφόρου όντως του κινήτρου, που ώθησε τους εναγόμενους στην ενέργεια αυτή.
Με βάση, λοιπόν, όλα όσα πιο πάνω αποδείχθηκαν, το επίδικο δημοσίευμα, που είναι συκοφαντικό για την ενάγουσα (άρθρο 363 ΠΚ) προσέβαλε την προσωπικότητα και τιμή αυτής παράνομα και υπαίτια. Ο δεύτερος εναγόμενος ευθύνεται, ως συντάκτης του δημοσιεύματος αυτού, ομοίως δε και η πρώτη των εναγομένων, της οποίας η ευθύνη ως ιδιοκτήτριας του εντύπου, για την προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας είναι αντικειμενική.
Σύμφωνα, λοιπόν, με όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν, από την ως άνω αδικαιοπραξία των εναγομένων προκλήθηκε στην ενάγουσα ηθική βλάβη, η οποία χρήζει αποκατάστασης απ’ αυτούς, δηλαδή από την εταιρία, που είναι κυρία της εφημερίδας και από το συντάκτη του επίδικου δημοσιεύματος.
Λαμβανομένων δε υπόψη των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας και ιδίως της βαρύτητας της απαξίας της πράξης που της αποδόθηκε με το κρίσιμο δημοσίευμα αναφορικά με το ψευδές γεγονός της εκ μέρους της ανάθεσης της απεικόνισης του Αλλάχ, το οποίο από μόνο του θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή και τη σωματική της ακεραιότητα, του πταίσματος του δεύτερου εναγομένου, της ευρείας δημοσιότητας που έλαβε η ανωτέρω και αναφερόμενη στην ενάγουσα ψευδής πληροφόρηση, δεδομένου ότι το κρίσιμο άρθρο διαβάστηκε από το ευρισκόμενο στη … τουρκόφωνο αναγνωστικό κοινό της εφημερίδας, αλλά και από το πανελλήνιο στο οποίο αναμεταδόθηκε η είδηση μέσω άλλων έντυπων και ηλεκτρονικών μέσων μαζικής ενημέρωσης, των δυσμενών επιπτώσεων που είχαν τα κρίσιμα δημοσιεύματα στην επαγγελματική και κοινωνική ζωή της ενάγουσας, δεδομένου ότι η τελευταία αφενός υποβλήθηκε σε έλεγχο από τους προϊσταμένους της, οι οποίοι το πληροφορήθηκαν και διενήργησαν σχετική έρευνα και αφετέρου υποχρεώθηκε από την ένταση και το αρνητικό κλίμα που δημιουργήθηκε να ζητήσει τη μετάθεσή της και να μεταβάλει τον τόπο της κατοικίας της αλλά και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών και συγκεκριμένα της ενάγουσας, ως εκπαιδευτικού με προβεβλημένο διδασκαλικό έργο, καθώς στις 13-3-2010 βραβεύτηκε από το Υπουργείο Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων για την παρουσίαση του έργου της εφημερίδας "..." με το βραβείο "...", το Νοέμβριο του 2008 από την Ελληνική Επιτροπή της UNICEF σε συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας για τη συμμετοχή της στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα "τα παιδιά γράφουν και ζωγραφίζουν τα Δικαιώματά τους" με το 2ο βραβείο, τον Ιούλιο του 2008 από το εργαστήριο "Βιοφυσικό Περιβάλλον:
Νευροεπιστήμες και Μάθηση" του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών με το βραβείο "ΣΟΦΙΗΣ" και, στις 8-5-2008 από το Ίδρυμα "..." με τιμητική διάκριση, ενώ και στις 29-2-2008 διοργανώθηκε προς τιμήν της από την Ένωση Επιστημόνων Γυναικών ειδική εκδήλωση με θέμα "...", όπου και βραβεύτηκε για το παιδαγωγικό της έργο, της δε πρώτης εναγομένης ως ιδιοκτήτριας της τουρκόφωνης εβδομαδιαίας εφημερίδας "...", που εκδίδεται στη … και διανέμεται και δωρεάν στους μουσουλμάνους κατοίκους της ...
και του δεύτερου εναγομένου ως εκδότη, γενικού διευθυντή, γνωστού και πετυχημένου στους κόλπους της μειονότητας συντάκτη και δημοσιογράφου, ληφθείσης ήδη υπόψη της αρχής της αναλογικότητας από το νομοθέτη στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, που την εξειδίκευσε, το δικαστήριο κρίνει.... ότι δίκαιη και εύλογη χρηματική ικανοποίηση, που πρέπει να επιδικαστεί υπέρ της ενάγουσας για την αποκατάσταση της ανωτέρω ηθικής βλάβης, που υπέστη και είναι απότοκος της επίδικης αδικοπραξίας, είναι το χρηματικό ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η επίδικη συμπεριφορά των εναγομένων χαρακτηρίζεται από αδικοπρακτική ενότητα.
Συνεπώς, έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι υπό τις ανωτέρω ιδιότητές τους να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, σε αυτήν το χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ νομιμοτόκως.... η δε εκκαλουμένη που επεδίκασε στην ενάγουσα νομιμοτόκως το ποσό των 120.000 ευρώ για την παραπάνω αιτία, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων ως προς αυτό, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης των εναγομένων".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μόνο όμως κατά το μεγαλύτερο ποσό που επεδίκασε στην ενάγουσα προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη αυτή από την αδικοπραξία των εναγομένων, υποχρέωσε τους τελευταίους (κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω) να καταβάλουν στην ενάγουσα νομιμοτόκως, εις ολόκληρον καθένας, το ποσό των 30.000 ευρώ.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 71, 914, 920, 926, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 362, 363 και 367 του ΠΚ, καθώς και εκείνες του άρθρου μόνου παρ.1 και 2 του ν.1178 της 14/16-7-1981, όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παρ.4 ν.2243/1994, ως και τα άρθρα 5, 13, 14 παρ.1 και 2, 20, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 6, 10 παρ. 1,14 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ, 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου αυτής.
Τούτο ειδικότερα, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης με συμπεριφορά συνιστώσα συκοφαντική δυσφήμηση τελεσθείσα διά του τύπου, και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής της και την απόρριψη της ένστασης των αναιρεσειόντων από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1γ’ ΠΚ, αντίστοιχα δε την παραδοχή της αντένστασης της αναιρεσίβλητης από την διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, λόγω της συνιστώσας συκοφαντική δυσφήμιση συμπεριφοράς του δεύτερου αναιρεσείοντος, προσβλητικής της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης και σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με την ως άνω επάλληλη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης, το ως άνω δυσφημιστικό δημοσίευμα σε βάρος της αναιρεσίβλητης έγινε με σκοπό εξύβρισης και κατά τρόπο που υπερέβαινε το αναγκαίο μέτρο του δημοσιογραφικού καθήκοντος προς ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού, περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεώς του αναιρεσείοντος δημοσιογράφου, σύμφωνα με όσα ειδικότερα αναφέρονται στην αρχή της παρούσης σκέψης.
Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω διαλαμβανόμενες στο αποδεικτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης παραδοχές της προκύπτει, ότι αυτή έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 71, 914, 920, 932 ΑΚ και 361, 362, 363 και 367 ΠΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικότερα, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δικαιολογούν το άνω αποδεικτικό πόρισμα, δέχεται το Εφετείο: 1) ότι το άνω δημοσίευμα που συντάχθηκε από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο και καταχωρήθηκε στην εβδομαδιαία εφημερίδα της ιδιοκτησίας της πρώτης εξ αυτών και διελάμβανε συγκεκριμένα, ότι η ενάγουσα ανέθεσε στους μαθητές της, οι οποίοι είναι άπαντες μουσουλμάνοι το θρήσκευμα, να ζωγραφίσουν την εικόνα του Αλλάχ παρά το ότι η απεικόνιση αυτού δεν επιτρέπεται στη μουσουλμανική θρησκεία, ως πραγματικό περιστατικό (γεγονός) και είδηση, ήταν ψευδές, καθόσον προέκυψε ότι η ενάγουσα ανέθεσε στους μαθητές της, αποκλειστικά και μόνο, να αντιγράψουν στα τετράδια αντιγραφής τους τις λέξεις "Θάλασσα", "Θησαυρός", "Θεός" και "Θρανίο" και σε καμιά περίπτωση δε ζήτησε από αυτούς να ζωγραφίσουν τον Αλλάχ, 2) ότι η παράθεση στο κρίσιμο δημοσίευμα των προαναφερόμενων ψευδών γεγονότων οφείλεται σε δόλο του δεύτερου εναγομένου, ο οποίος δε προέβη σε ενδελεχή και επισταμένη έρευνα των περιστατικών που περιέλαβε στο άρθρο του παρά παρουσίασε, ως πραγματικά γεγονότα, περιστατικά που ποτέ δεν συνέβησαν παραλείποντας υπαιτίως να διασταυρώσει τις πληροφορίες που είχαν περιέλθει σε γνώση του, παραπληροφορώντας με τον τρόπο αυτό το αναγνωστικό κοινό της συγκεκριμένης εφημερίδας και, κυρίως, θίγοντας την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας, καθόσον με το άρθρο του ωθούσε σαφώς τους αναγνώστες της εφημερίδας να σχηματίσουν την εντύπωση, ως προς την ενάγουσα, ότι πρόκειται για ένα πρόσωπο εμπαθές, ασεβές, θρησκόληπτο, προσκολλημένο στις θρησκευτικές του πεποιθήσεις και ικανό να προσβάλει το θρησκευτικό αίσθημα ετερόθρησκων μικρών παιδιών και μαθητών της, που ως εκ της ηλικίας και της προαναφερόμενης ιδιότητάς τους τελούν σε ιδιαίτερα ευάλωτη και ευαίσθητη ψυχολογία και θέση, προκειμένου να προβάλει αλλά και να επιβάλει τις δικές της θρησκευτικές πεποιθήσεις, 3) ότι τα ανωτέρω έπραξε ο αναιρεσίβλητος συντάκτης του δημοσιεύματος τελώντας σε δόλο καθόσον δεν επεχείρησε, πριν τη δημοσίευση του συγκεκριμένου άρθρου, να διασταυρώσει τις πληροφορίες του και να ελέγξει τη βασιμότητά τους, δεδομένου ότι παρέλειψε να κάνει το αυτονόητο, να ενεργήσει δηλαδή ως σοβαρός και υπεύθυνος δημοσιογράφος και να ζητήσει την άποψη της ενάγουσας αναφορικά με τα όσα της καταμαρτυρεί αλλά και την άποψη των συναδέλφων της οι οποίοι, ενόψει του ότι συναντούν τους μαθητές καθημερινά, θα μπορούσαν να έχουν ιδία αντίληψη για τα γεγονότα, δηλαδή δεν ενήργησε όπως θα έκανε ένας μέσος συνετός δημοσιογράφος που έχει αντιληφθεί τη σοβαρότητα της αποστολής του, δηλαδή την υποχρέωσή του να παρέχει σφαιρική και αντικειμενική πληροφόρηση στο κοινό, αλλά, αντιθέτως, ενήργησε κατά τρόπο που υποδήλωνε την επιθυμία του να δικαιωθεί το αρνητικό κλίμα που είχε διαμορφωθεί από μερικούς από τους κατοίκους του ...
σε βάρος της ενάγουσας κυρίως λόγω της διαφορετικότητας της θρησκείας της, υιοθετώντας αβίαστα φήμες και διαδόσεις που εξυπηρετούσαν αυτήν την σκοπιμότητα, η ανωτέρω δε ενέργειά του πληροί τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης και επομένως, δεν χωρεί έναντι αυτής η ένσταση που προέβαλαν οι εναγόμενοι ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναλαμβάνουν με σχετικό λόγο έφεσης, σύμφωνα με την οποία το ως άνω επίμαχο δημοσίευμα αιτιολογείται απόλυτα από την ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος πληροφόρησης και ενημέρωσης της κοινής γνώμης (άρθρ. 367 παρ. 1 περ.
γ’ ΠΚ), κατά παραδοχή της αντένστασης που υπέβαλε καθ’ υποφορά με την αγωγή της η ενάγουσα ότι δεν συντρέχει τέτοιος λόγος άρσεως του αδίκου διότι η δυσφήμισή της ήταν συκοφαντική και σε κάθε περίπτωση από το δημοσίευμα προκύπτει σκοπός εξυβρίσεώς της και 4) ότι, εφόσον το ως άνω δημοσίευμα που είναι συκοφαντικό για την ενάγουσα (άρθρο 363 ΠΚ) και προσβάλλει την προσωπικότητα και τιμή αυτής παράνομα και υπαίτια, ο δεύτερος εναγόμενος ευθύνεται, ως συντάκτης του δημοσιεύματος αυτού, ομοίως δε και η πρώτη των εναγομένων της οποίας η ευθύνη ως ιδιοκτήτριας του εντύπου για την προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας είναι αντικειμενική, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της τελευταίας, ώστε να δικαιούται αυτή ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, μετά την συνεκτίμηση των κατ’ άρθρο 932 ΑΚ στοιχείων που αναφέρει, το ποσό των 30.000 ευρώ.
Εξάλλου, αν και οι προηγηθείσες αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της αναφορικά με την απόρριψη της από το άρθρο 367 παρ. 1 περ. γ’ του ΠΚ ένσταση των αναιρεσειόντων, ώστε ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να καθίσταται αλυσιτελής, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δέχεται το Εφετείο, ότι η ένσταση αυτή ήταν απορριπτέα και για τον λόγο ότι τα περιεχόμενα στο άνω δημοσίευμα δυσφημιστικά γεγονότα σε βάρος της αναιρεσίβλητης έγιναν από τον αναιρεσείοντα δημοσιογράφο με σκοπό εξύβρισης αυτής, προς τούτο δε αρκούσαν οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ότι εκ του τρόπου διατύπωσης του επιλήψιμου δημοσιεύματος και ιδίως από τη χρησιμοποίηση των προαναφερθέντων για την ενάγουσα εκφράσεων, όπως "ανοησία", που "έχει προβλήματα επί προβλημάτων", που θέλει "πάλι" να προξενήσει αναταραχές "φανατική γυναίκα" αναφερόμενες στο χαρακτήρα της και στον τρόπο, που ασκεί το επάγγελμά της, σαφώς και προκύπτει σκοπός εξύβρισης, αφού οι ανωτέρω φράσεις ενέχουν έντονη αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας της ενάγουσας και εκδηλώνουν την καταφρονητική πρόθεση του δεύτερου εναγομένου προς αυτήν, ενώ ο ανωτέρω τρόπος δεν ήταν ο ενδεδειγμένος δημοσιογραφικά για να διατυπώσει τις αποδοκιμαστικές σκέψεις του για τη στάση της ενάγουσας, ασκώντας το δημοσιογραφικό του καθήκον προς ενημέρωση του κοινού και άσκηση ελέγχου και οξείας, αλλά θεμιτής κριτικής, εφόσον δε υπήρχε η πρόθεση πληροφόρησης της κοινής γνώμης, το καταγγελτικό ύφος του δημοσιεύματος θα υποστηριζόταν από ειδικότερες επαληθεύσιμες πληροφορίες, οι οποίες θα το καθιστούσαν αξιόπιστο, σε τρόπον ώστε να υφίσταται ενσυνείδητη υπέρβαση των ορίων του δημοσιογραφικού δικαιώματος, κατά την κοινή κρίση του ορθώς σκεπτόμενου ανθρώπου και με άμεσο στόχο ειδικά την προσβολή της τιμής της ενάγουσας, αδιαφόρου όντως του κινήτρου, που ώθησε τους εναγόμενους στην ενέργεια αυτή.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και τέταρτο, κατά το οικείο μέρος τους, λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Επίσης, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το άλλο μέρος του, με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση, οι από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, αφού δεν παραθέτει στην αναιρεσιβαλλομένη στοιχεία του αποδεικτικού υλικού που να δικαιολογούν την επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση στο ύψος των 30.000 ευρώ, ως συνάρτηση της οικονομικής κατάστασης των μερών και ιδιαίτερα αυτής των αναιρεσειόντων, είναι αβάσιμος.
Τούτο, διότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της κρίσης του προς προσδιορισμό του ότι η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη που δικαιολογεί την επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση στο ανωτέρω ποσό, έλαβε υπόψη τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας και ιδίως την βαρύτητα της απαξίας της πράξης που της αποδόθηκε με το κρίσιμο δημοσίευμα αναφορικά με το ψευδές γεγονός της εκ μέρους της ανάθεσης της απεικόνισης του Αλλάχ, το οποίο από μόνο του θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή και τη σωματική της ακεραιότητα, το πταίσμα του δεύτερου εναγομένου, την ευρεία δημοσιότητα που έλαβε η ανωτέρω και αναφερόμενη στην ενάγουσα ψευδής πληροφόρηση, δεδομένου ότι το κρίσιμο άρθρο διαβάστηκε από το ευρισκόμενο στη Θράκη τουρκόφωνο αναγνωστικό κοινό της εφημερίδας, αλλά και από το πανελλήνιο στο οποίο αναμεταδόθηκε η είδηση μέσω άλλων έντυπων και ηλεκτρονικών μέσων μαζικής ενημέρωσης, τις δυσμενείς επιπτώσεις που είχαν τα κρίσιμα δημοσιεύματα στην επαγγελματική και κοινωνική ζωή της ενάγουσας, δεδομένου ότι η τελευταία αφενός υποβλήθηκε σε έλεγχο από τους προϊσταμένους της, οι οποίοι το πληροφορήθηκαν και διενήργησαν σχετική έρευνα και αφετέρου υποχρεώθηκε από την ένταση και το αρνητικό κλίμα που δημιουργήθηκε να ζητήσει τη μετάθεσή της και να μεταβάλει τον τόπο της κατοικίας της, αλλά και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών και συγκεκριμένα της ενάγουσας, ως εκπαιδευτικού με προβεβλημένο διδασκαλικό έργο, καθώς στις 13-3-2010 βραβεύτηκε από το Υπουργείο Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων για την παρουσίαση του έργου της εφημερίδας "..." με το βραβείο "...", το Νοέμβριο του 2008 από την Ελληνική Επιτροπή της UNICEF σε συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας για τη συμμετοχή της στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα "τα παιδιά γράφουν και ζωγραφίζουν τα Δικαιώματά τους" με το 2ο βραβείο, τον Ιούλιο του 2008 από το εργαστήριο "Βιοφυσικό Περιβάλλον:
Νευροεπιστήμες και Μάθηση" του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών με το βραβείο "ΣΟΦΙΗΣ" και, στις 8-5-2008 από το Ίδρυμα "..." με τιμητική διάκριση, ενώ και στις 29-2-2008 διοργανώθηκε προς τιμήν της από την Ένωση Επιστημόνων Γυναικών ειδική εκδήλωση με θέμα "...", όπου και βραβεύτηκε για το παιδαγωγικό της έργο, της δε πρώτης εναγομένης, ως ιδιοκτήτριας της τουρκόφωνης εβδομαδιαίας εφημερίδας "...", που εκδίδεται στη … και διανέμεται και δωρεάν στους μουσουλμάνους κατοίκους της ...
και του δεύτερου εναγομένου, ως εκδότη, γενικού διευθυντή, γνωστού και πετυχημένου στους κόλπους της μειονότητας συντάκτη και δημοσιογράφου. Με την κρίση του δε αυτή κατά τον προσδιορισμό του ύψους της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης στο συγκεκριμένο τόπο και χρόνο και αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Εντεύθεν, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 5 παρ. 1 και 5, 21 παρ. 3 και 6 και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος.
Τέλος, οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναίρεσης (πρώτος και τέταρτος), κατά τις σ’ αυτούς περιλαμβανόμενες αιτιάσεις προς στοιχειοθέτηση της πλημμέλειας από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ως άνω κρίσιμα ζητήματα, είναι απαράδεκτοι, ενώ κατά τα προεκτιθέμενα, ως προς τα παραπάνω ζητήματα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων στο αναιρετήριο επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ’ ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (ΟλΑΠ 3/1997).
Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τη αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους νομίμως προβληθέντες ισχυρισμούς τους και συγκεκριμένα ότι "ο δεύτερος εξ αυτών συνέταξε τα επίμαχα άρθρα χωρίς να αποδεχθεί την απόδειξη εκ μέρους τους περί της αναλήθειας αυτού, ή τουλάχιστον δεν έκανε δεκτές τις παραπάνω αναφερόμενες ενστάσεις τους (από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ και 281 ΑΚ), και κακώς, αναιτιολόγητα και ερμηνεύοντας το αποδεικτικό υλικό αντίθετα στους δικονομικούς και τους παραδεδεγμένους στη νομική επιστήμη κανόνες ερμηνείας δέχθηκε όσα δέχθηκε αφού πράγματι σε κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αναφέρεται και ούτε η απόφαση βασίζεται σε κάποιο από αυτά".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με τους άνω ισχυρισμούς αιτιάσεις αποτελούν άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών και επιχειρήματα των αναιρεσειόντων αναφορικά με τις αποδείξεις που προσκόμισαν προς ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών και προς απόδειξη των άνω ενστάσεών τους, καθώς και νομική επιχειρηματολογία, ως προς την ερμηνεία νομικών και δικονομικών διατάξεων από το δικαστήριο της ουσίας, τα οποία όμως δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την προεκτεθείσα έννοια, ενώ, ως προς τη μη λήψη υπόψη των ανωτέρω ενστάσεών τους, είναι αβάσιμος, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι ενστάσεις αυτές ρητώς λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν, ως μη νόμιμες ή ουσιαστικά αβάσιμες.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο χωρίς απόδειξη, οδηγήθηκε στον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς το κρίσιμο ζήτημα ότι η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) ανέθεσε στους μαθητές της ως εργασία την αντιγραφή στα τετράδιά τους (εκτός των άλλων) και της λέξεως "Θεός", ενώ η αλήθεια ήταν ότι ανέθεσε σ’ αυτούς να ζωγραφίσουν (εκτός των άλλων) και τον Θεό (Αλλάχ), και συνεπώς το δημοσίευμα από τον δεύτερο στην εφημερίδα της πρώτης εξ αυτών, στην οποία περιείχετο το τελευταίο αυτό πραγματικό γεγονός ήταν αναληθές και ότι ο συντάκτης του με δόλο προέβη στην άνω αναληθή δημοσίευση.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, μνημονεύονται σ’ αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα κλπ) βάσει των οποίων το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τα παραπάνω κρίσιμο ζήτημα. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. α’ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στοιχειοθετείται και όταν το αποδεικτικό μέσο περιλαμβάνεται μεν στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, όπως οι κατ’ άρθρο 671 παρ. 1 εδ. γ’ ΚΠολΔ ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, οι οποίες όμως εφόσον αφορούν την υπόθεση που δικάζεται, δεν επιτρέπεται η χρήση τους, αν δεν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.11(α) ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης σε βάρος τους, τις .../5-5-2010 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου ...
Ε. Κ., για τις οποίες κλητεύθηκαν μεν να παραστούν κατά την ένορκη εξέταση των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας), στις 5-5-2010 και ώρα 13 μ.μ. και στο γραφείο της Συμβολαιογράφου Αλεξανδρουπόλεως Ε. Κ., που βρίσκεται στην Αλεξανδρούπολη του νομού Έβρου και επί της οδού ..., "ενώπιον της ως άνω Συμβολαιογράφου Σουφλίου", σε τρόπον ώστε να μη υπάρχει νομότυπη κλήτευσή τους αφού δεν προσδιορίζεται σαφώς ο τόπος κλήτευσής τους, καθόσον ενώ καλούνται να παραστούν στην άνω διεύθυνση στην Αλεξανδρούπολη, η ως άνω Συμβολαιογράφος φέρεται ως συμβολαιογράφος Σουφλίου.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον, νομίμως λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών οι παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, αφού, όπως βεβαιώνεται και γίνεται δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός μεν έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή αυτών από την αναιρεσίβλητη ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αφετέρου δε αυτές λήφθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αναιρεσειόντων, προ 24 ωρών, κατά τα άρθρα 671 παρ. 1-3 και 681Δ παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες .../3-5-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ξάνθης Δ.
Κ., βάσει των οποίων επιδόθηκαν στους αναιρεσείοντες οι από 3-5-2010 κλήσεις της αναιρεσίβλητης στις οποίες ορίζονται για το νομότυπο της κλήτευσής αυτών για τη σύνταξη των άνω ενόρκων βεβαιώσεων, το ονοματεπώνυμο της συμβολαιογράφου (Ε. Κ.), η ιδιότητα αυτής (συμβολαιογράφος), ο τόπος όπου βρίσκεται το γραφείο της (Αλεξανδρούπολη, Νομού Έβρου και επί της οδού ...) και ο χρόνος της εξέτασης και ειδικότερα η ημέρα (5-5-2010) και ώρα (13.00), η αναγραφόμενη δε στις κλήσεις φράση "ενώπιον της ως άνω Συμβολαιογράφου Σουφλίου", συνιστά πρόδηλη παραδρομή του συντάκτη αυτών, η οποία, αφού είχε προηγηθεί η αναγραφή των προαναφερόμενών στοιχείων, δεν δικαιολογούσε την πρόκληση στους καλούμενους σύγχυσης του τόπου εξέτασης των μαρτύρων που να μην τους επιτρέπει την παράστασή τους κατά την εξέταση αυτών, πέραν του ότι, δεν μπορεί να γίνει λόγος για δικονομική βλάβη των αναιρεσειόντων, που να επάγεται ακυρότητα, αφού οι τελευταίοι δεν επικαλέσθηκαν και δεν απέδειξαν ότι κατά την ανωτέρω ημέρα (5-5-2010) και ώρα (13.00 μ.μ.) εμφανίσθηκαν στη συμβολαιογράφο στην Αλεξανδρούπολη που αναφέρεται στην κλήση, πλην όμως αυτή δεν ανευρέθη στην ως άνω διεύθυνση (Αλεξανδρούπολη, .... ...) και κατά τον παραπάνω χρόνο δεν έλαβε χώρα η εξέταση των μαρτύρων, για την οποία η κλήση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι’ αυτό καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (ΚΠολΔ 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, διότι η εκτίμηση αυτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Επομένως, ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Εφετείο έδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία στις καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας, από εκείνες των καταθέσεων των μαρτύρων των εναγομένων, ως προς την απόδειξη του γεγονότος αν η ενάγουσα ανέθεσε στους μαθητές της ως εργασία την αντιγραφή στα τετράδιά τους (εκτός των άλλων) και της λέξεως "Θεός", ή ανέθεσε σ’ αυτούς να ζωγραφίσουν (εκτός των άλλων) και τον Θεό (Αλλάχ), είναι απαράδεκτος, εφόσον επρόκειτο για ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.13 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως, δεν ιδρύεται, όταν δεν έχει εκδοθεί προδικαστική απόφαση, γιατί η κατανομή του βάρους αποδείξεως γίνεται με την προδικαστική απόφαση (ΑΠ 344/2007). Στην προκειμένη περίπτωση δεν εκδόθηκε προδικαστική απόφαση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώπιον του οποίου η συζήτηση της υποθέσεως ήταν προφορική και οι διάδικοι προσκόμισαν, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά τους μέσα, με βάση τα οποία, αλλά και τις αποδείξεις που διεξήχθησαν στο ακροατήριο, το δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του, σύμφωνα με τα άρθρα 671 παρ.1 έως 3 και 681Δ παρ. 1 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ.13 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος. Εν όψει όλων των προαναφερομένων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέβαλαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του Ν. 4055/2012). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζονται, ενόψει του ότι η τελευταία, ως συγγενής εξ αίματος (αδελφή) του πληρεξουσίου δικηγόρου μετά του οποίου παρέστη, δεν υποχρεούται σε προείσπραξη δικηγορικής αμοιβής (άρθρα 82 παρ. 1 και 2 του ν. 4194/2013-ΑΠ 622/2012) στο ποσό των 2.500 ευρώ (ΚΠολΔ 176, 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-7-2014 αίτηση των α) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ με τον διακριτικό τίτλο "..." και β) Ο. Τ. του Σ., για αναίρεση της 216/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου