1587/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα), Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1587/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α’ του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996, "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1587 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1587/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα), Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Β. Θ. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Θεόδωρο Ζευκιλή για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1204, 1205/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου ...ς.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Οκτωβρίου 2014 αίτησή της αναιρέσεως και στους από 15 Ιουνίου 2015 προσθέτους λόγους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2014.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 20-10-2014 αίτηση της Β. Θ. του Μ., κατοίκου ... και οι επ’ αυτής πρόσθετοι λόγοι της ιδίας, κατατεθέντες αρμοδίως στις 12-6-2015, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1204-1205/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς.
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 εδ. α’ Π.Κ., "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Κατά δε την παρ. 2 εδ.
α’ του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996, "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της προβλεπόμενης από τη δεύτερη (σε συνδυασμό με την πρώτη) παράγραφο του άνω άρθρου κακουργηματικής υπεξαιρέσεως απαιτείται, αντικειμενικώς α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως νοείται στο αστικό δίκαιο, ανήκει σε άλλον, εκτός από το δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν ο τελευταίος ενσωματώνει αυτό στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου δικαιώματος που του παρέχει ο νόμος, ε) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, περί της οποίας, ως ζητήματος περί τα πράγματα, κρίνει ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας και στ) να συντρέχει επιπλέον στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά διαλαμβανόμενες στο ανωτέρω άρθρο καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου, του διαχειριστή ξένης περιουσίας κλπ.
Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση, ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεώς του στον ιδιοκτήτη. Ιδιοποίηση (στο ανωτέρω έγκλημα της υπεξαιρέσεως, το οποίο είναι στιγμιαίο) σημαίνει εξωτερίκευση ενεργείας ή παραλείψεως, η οποία εμφαίνει τη θέληση του υπαιτίου να ενσωματώσει το ξένο κινητό πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία, όπως με την άρνηση αποδόσεως τούτου στον ιδιοκτήμονα, χρόνος δε τελέσεως του άνω εγκλήματος, που κρίνεται αναιρετικώς ανελέγκτως, είναι, κατά τις διατάξεις του άρθρου 375 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 17 Π.Κ., ο χρόνος της τοιαύτης συμπεριφοράς, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο ο δράστης εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος.
Ενόψει των προεκτεθέντων, η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα με βάση την προπαρατεθείσα παρ. 2 εδ. α’ του άρθρου 375 Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 1 παρ. 9 Ν. 2408/1996, όταν το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο προβλεπόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου, που ενδιαφέρει εν προκειμένω.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 719 Α.Κ., ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων, τα οποία έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή αποκτά από την εκτέλεσή της και γι’ αυτό σε περίπτωση μη αποδόσεώς τους στον εντολέα διαπράττει το αδίκημα της υπεξαιρέσεως.
‘ Ετσι, περίπτωση ξένου κινητού πράγματος, η παράνομη ιδιοποίηση του οποίου συνιστά το εν λόγω αδίκημα, αποτελούν και τα χρήματα, που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου ή από τον κύριο τούτων για ορισμένο σκοπό, με την υποχρέωση να τα αποδώσει, όταν του ζητηθούν ή με την εντολή να τα παραδώσει σε τρίτο.
Ακόμη, εμπιστευμένο στον εντολοδόχο θεωρείται το πράγμα, όταν με τη θέληση του δικαιούχου παραδόθηκε στην κατοχή εκείνου (εντολοδόχου), υποχρεουμένου να το αποδώσει αυτούσιο ή να το χρησιμοποιήσει προς ορισμένο σκοπό. Όταν ο κακουργηματικός χαρακτήρας της υπεξαιρέσεως με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας βασίζεται αποκλειστικά στην ιδιότητα του δράστη ως "εντολοδόχου", ο νόμος, με την ισχύουσα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 9 Ν. 2408/1996, που καταλαμβάνει την υπό κρίση υπόθεση, ως εκ του χρόνου τελέσεως της επίδικης πράξεως (10-6-1999), αρκείται μόνο στην ιδιότητά του αυτή, στην οποία εμπεριέχεται η έννοια της εμπιστεύσεως, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να θεωρείται πάντοτε δράστης κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, σε αντίθεση με την (μη έχουσα εδώ εφαρμογή) προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 Π.Κ., η οποία για τη στοιχειοθέτηση του κακουργήματος αξίωνε και το επιπλέον στοιχείο της καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ Κ.Ποιν.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης ως άνω αποφάσεώς του, το Πενταμελές Εφετείο ...ς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: " ...
η κατηγορουμένη ενώ ήταν υπάλληλος του δικηγορικού γραφείου του Δ. στη ... έλαβε από τον πελάτη του γραφείου Ε. Κ. στις 2.4.1999 το ποσό των 3.000.000 δραχμών, καθώς και από τον δικηγόρο ... Δ. Β., έτερο πληρεξούσιο του Ε. Κ., το ποσό των 5.100.000 δραχμών , σταδιακά μέσα στον Απρίλιο του 1999, προερχόμενο από εξαργύρωση επιταγών της ...
προς τον εγκαλούντα, δηλαδή έλαβε συνολικά το ποσό των 8.100.000 δρχ. το οποίο είχε την εντολή από τον εγκαλούντα να το καταθέσει σε λογαριασμό καταθέσεων, που αυτός τηρούσε στην Ε.Τ.Ε. παρέβη την εντολή αυτή, δεν προέβη σε ουδεμία κατάθεση και την προαναφερόμενη ημερομηνία 10.6.1999, όταν κλήθηκε από τον εγκαλούντα να του παραδώσει το σχετικό βιβλιάριο με την κατάθεση του ποσού των 8.100.000 δραχμών, αρνήθηκε την παράδοση και επιστροφή του ποσού και έκτοτε εξηφανίσθη ενσωματώνοντας το στην περιουσία της παρανόμως, ήτοι χωρίς δικαίωμα και συναίνεση του εγκαλούντος.
Το αντικείμενο δε της υπεξαίρεσης, ως ανερχόμενο κατά το χρόνο της ιδιοποίησης στο ποσό των 8.100.000 δρχ, αντικειμενικώς κρινόμενο τυγχάνει ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Από όλα τα άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη ενεργούσε όταν έλαβε τα άνω ποσά ως εντολοδόχος του εγκαλούντος και συγκεκριμένα είχε από αυτόν την ρητή εντολή να τα καταθέσει σε λογαριασμό καταθέσεων, που αυτός τηρούσε στην Ε.Τ.Ε, επομένως σχέση εντολής τους συνέδεε, απορριπτομένων των ταναντία υποστηριζομένων με τους σχετικούς αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι κρίνονται απορριπτέοι.
Ακολούθως όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη της με το κατηγορητήριο σε αυτήν αποδιδομένης πράξεως της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσης αποφάσεως". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη της αξιόποινης πράξεως της (κακουργηματικής) υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο, για την οποία της επέβαλε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ την κατηγορουμένη ΕΝΟΧΗ του ότι:
Στη ... την 10.6.1999 Ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή της λόγω της ιδιότητας της ως εντολοδόχου, το αντικείμενο δε της υπεξαιρέσεως τυγχάνει ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ειδικότερα, ενώ ήταν υπάλληλος του δικηγορικού γραφείου του Δ. στη ... και έλαβε από τον πελάτη του γραφείου Ε.
Κ. στις 2.4.1999 το ποσό των 3.000.000 δραχμών, καθώς και από τον δικηγόρο ... Δ. Β., έτερο πληρεξούσιο του Ε. Κ., το ποσό των 5.100.000 δραχμών σταδιακά μέσα στον Απρίλιο του 1999, προερχόμενο από εξαργύρωση επιταγών της ... προς τον εγκαλούντα, δηλαδή έλαβε συνολικά το ποσό των 8.100.000 δρχ το οποίο είχε την εντολή από τον εγκαλούντα να το καταθέσει σε λογαριασμό καταθέσεων, που αυτός τηρούσε στην Ε.Τ.Ε., παρέβη την εντολή αυτή, δεν προέβη σε ουδεμία .κατάθεση και την προαναφερόμενη ημερομηνία 10.6.1999, όταν κλήθηκε από τον εγκαλούντα να του παραδώσει το σχετικό βιβλιάριο με την κατάθεση του ποσού των 8.100.000 δραχμών, αρνήθηκε την παράδοση και επιστροφή του ποσού και έκτοτε εξηφανίσθη ενσωματώνοντας το στην περιουσία της παρανόμως, ήτοι χωρίς δικαίωμα και τη συναίνεση του εγκαλούντος .
Το αντικείμενο δε της υπεξαίρεσης , ως ανερχόμενο κατά το χρόνο της ιδιοποίησης στο ποσό των 8.100.000 δρχ, αντικειμενικώς κρινόμενο τυγχάνει ιδιαίτερα μεγάλης αξίας".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, τα αποδεικτικά μέσα, από όπου συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1-2 Π.Κ., όπως η δεύτερη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1 παρ. 9 Ν. 2408/1996, καθώς και του άρθρου 17 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και ουδόλως παραβίασε.
Ειδικότερα, εκτίθεται ο τρόπος τελέσεως της ανωτέρω πράξεως κατά χρόνο, τόπο και λοιπές περιστάσεις και δη προσδιορίζεται με σαφήνεια ως χρόνος τελέσεως της πράξεως η 10-6-1999, οπότε, κατά τα γενόμενα δεκτά με τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εξωτερικεύθηκε η θέληση της αναιρεσείουσας περί παράνομης ιδιοποιήσεως του ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας υπεξαιρεθέντος από αυτήν χρηματικού ποσού, ύψους 8.100.000 δρχ., στοιχεία, τα οποία, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, κρίθηκαν ανελέγκτως αναιρετικώς.
Από την παραδοχή αυτή, ως προς το χρόνο τελέσεως της πράξεως, προκύπτει ότι το ουσιαστικό Δικαστήριο έκρινε ανελέγκτως, ότι από την αναιρεσείουσα διαπράχθηκε μία μόνο πράξη κακουργηματικής υπεξαιρέσεως και όχι ότι τελέσθηκε απλή πράξη υπεξαιρέσεως κατ’ εξακολούθηση (δια μερικοτέρων πράξεων), όπως αβάσιμα αιτιάται η αναιρεσείουσα.
Περαιτέρω, διαλαμβάνεται με πληρότητα, ότι η αναιρεσείουσα ενήργησε ως εντολοδόχος του παθόντος, δυνάμει σχέσεως εντολής, που τους συνέδεε και, ως εκ τούτου, εφόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, συνέτρεχε στο πρόσωπό της η ιδιότητα αυτή, σαφώς εννοείται, ότι ο παθών της είχε εμπιστευθεί το υπεξαιρεθέν χρηματικό ποσό προς τον αναφερόμενο σκοπό (προκειμένου να το καταθέσει σε λογαριασμό του στην Ε.Τ.Ε.), αφού, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, στην ιδιότητα του εντολοδόχου εμπεριέχεται η έννοια της εμπιστεύσεως.
Συνεπώς, ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος, ως προς όλα τα σκέλη του.
Οι λοιπές εμπεριεχόμενες στον πιο πάνω πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων αιτιάσεις, περί α) του χρόνου τελέσεως της πράξεως, β) της ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας του υπεξαιρεθέντος ποσού και γ) της ιδιότητας της αναιρεσείουσας ως εντολοδόχου, συνιστώσες αμφισβήτηση των εις βάρος αυτής (αναιρεσείουσας) ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, είναι απαράδεκτες, αφού με την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προαναφερθέντα λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., πρέπει να υπάρχει όχι μόνο για την περί της ενοχής δικαστική απόφαση, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία κρίση, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, ήτοι εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.
Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους (Ολ.Α.Π. 2/2005). Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, για την απόρριψη του οποίου απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, είναι και εκείνος, που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί, σύμφωνα με την παρ. 1 του αυτού άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα.
Ως ελαφρυντική περίσταση, κατά το ανωτέρω άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ., θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη σ’ αυτό υπό στοιχείο ε’ , ήτοι το ότι ο υπαίτιος "συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς, υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, πρέπει η συμπεριφορά του να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβιώσεως του δράστη, από τα οποία να προκύπτει σαφής ηθική μεταστροφή του χαρακτήρα του.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα ζήτησε, δια του εκπροσωπήσαντος αυτήν (κατ’ άρθρ. 340 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.) συνηγόρου, να της αναγνωριστεί το ελαφρυντικό της μετά την πράξη της καλής συμπεριφοράς επί μακρό χρόνο, από το άρθρ. 84 παρ. 2 στοιχ.
ε’ Π.Κ., για τη θεμελίωση του οποίου επικαλέστηκε κατά λέξη τα εξής: "Το αδίκημα φέρεται τελεσθέν τον Απρίλιο του 1999, έκτοτε δε έχουν παρέλθει δεκαπέντε έτη, ένα χρονικό διάστημα όχι απλά σχετικά μεγάλο αλλά ιδιαίτερα μακρύ, σε καθεστώς ελεύθερης διαβίωσης, χωρίς η κατηγορουμένη να υποπέσει σε άλλο αδίκημα, αλλά ούτε να έχει απασχολήσει τις αρχές.
Τούτο σε συνδυασμό, με την ιατρική βεβαίωση της κακοήθους νεοπλασίας λεμφαδένων του γιού της, και της καλής μετά τη διάγνωση πορείας της υγείας του, αποδεικνύει την πλήρη αφοσίωση στο παιδί της για την πορεία της υγείας του, και τις συνεχείς ιατρικές φροντίδες για την αποκατάσταση της υγείας του, με τακτικές επισκέψεις σε ιατρούς και νοσηλευτικά ιδρύματα, συμβάλλοντας ηθικά και οικονομικά στη στήριξη της οικογενείας της αλλά κυρίως στο πάσχον τέκνο της με αυταπάρνηση της ιδίας της προσωπικής της ζωής και υγείας συμβάλλουσα ψυχή τε και σώματι, στην ομαλή πορεία και αποκατάσταση της υγείας του παιδιού της.
Δεν προέκυψε δε από την ακροαματική διαδικασία περιστατικό αρνητικής συμπεριφοράς ώστε να ανατρέψει την θετική μεταστροφή της. Άλλωστε για την κατάφαση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ ε του Π.Κ., είναι παντελώς αδιάφορο, το ποινικό παρελθόν του κατηγορουμένου, το οποίο κιαν ακόμα εμφανίζει ποινικές καταδίκες αυτές αφορούν την συμπεριφορά του πριν από την πράξη και μάλιστα αποτελούν απόδειξη ενισχυτική της μεταστροφής του χαρακτήρα, σε θετική συμπεριφορά έναντι του κοινωνικού συνόλου, και του οικογενειακού της περιβάλλοντος.
Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω πρέπει να της αναγνωρισθεί, η ελαφρυντική περίσταση της παραγράφου 2 εδ. ε του άρθρου 84 Π.Κ., ότι δηλαδή κατηγορούμενη επί μακρόν σχετικό διάστημα μετά την πράξη, επέδειξε καλή συμπεριφορά και απέναντι στην οικογένειά της και απέναντι στο κοινωνικό σύνολο. Μολονότι, όμως, ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός προβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αφού περιέχει πραγματικά περιστατικά συνδεόμενα με την μετά την τέλεση της πράξεως, πλέον των δεκαπέντε (15) ετών, καλή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, κατά την προεκτεθείσα έννοια, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας με την απλή αναφορά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι "απορρίπτει αυτοτελείς ισχυρισμούς" χωρίς η εν λόγω απόφαση να διαλάβει οποιαδήποτε αιτιολογία περί αυτού.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος του κύριου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας για την αναγνώριση στο πρόσωπό της του ως άνω ελαφρυντικού, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς την απορριπτική του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού διάταξή της, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της για την επιβολή ποινής, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Ποιν.Δ.), προκειμένου να κρίνει για τη συνδρομή ή όχι της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ.
ε’ Π.Κ. και, αναλόγως προς την επ` αυτής παραδοχή του, να επιμετρήσει την αρμόζουσα ποινή. Μετά από αυτά, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου και τελευταίου λόγου του δικογράφου των προσθέτων περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω εκδόσεως της προαναφερόμενης απορριπτικής αποφάσεως του Δικαστηρίου της ουσίας επί του υποβληθέντος αιτήματος της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας για αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού χωρίς να δοθεί προηγουμένως ο λόγος στον Εισαγγελέα, αφού ο λόγος αυτός καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του δεκτού γενομένου μοναδικού λόγου του κύριου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, ενόψει του ότι τυχόν ευδοκίμηση αυτού (δεύτερου πρόσθετου λόγου) θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθ. 1204-1205/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και, συγκεκριμένα, ως προς την απορριπτική του αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, Β. Θ. του Μ., για αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. ε’ Π.Κ. διάταξή της και ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινής σ’ αυτήν.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρεθέν μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει, τους κατατεθέντες στις 12-6-2015 πρόσθετους λόγους της Β. Θ. του Μ. για αναίρεση της ως άνω αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ