Supreme Court dismisses appeal on construction contract payment, ruling facts were proven and procedural errors unfounded.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding construction contract remuneration. The court found that the lower court correctly established facts based on witness testimonies and documents, rejecting the appellant's claim of procedural violations. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(10) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible when the lower court's factual findings are supported by evidence and the alleged procedural defects do not affect the outcome of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1587 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1587/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Σ. του Χ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Τσαβδαρίδη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. συζ. Χ. Σ., το γένος Β. Ψ., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριάκο Ξενάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-1992 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2055/1993 μη οριστική, 6077/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3932/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 8-6-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 22-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Εισάγεται προς κρίση αναίρεσης κατά απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η οποία αποφάνθηκε για επιδίκαση εργολαβικής αμοιβής στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα.
ΙΙ Ο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Στην υπό κρίση περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα ακόλουθα: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων....καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε μερικά των οποίων κατωτέρω γίνεται ειδική αναφορά, χωρίς να παραλείπεται η συνεκτίμηση κανενός αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
H εναγομένη...είναι συνιδιοκτήτρια κατά ποσοστό 285% ενός οικοπέδου... Με σύμβαση έργου που κατήρτισε με τον ενάγοντα, ο οποίος είναι εργολάβος οικοδομών, την 22-9-1988... η ενάγουσα ανέθεσε στον ενάγοντα και αυτός ανέλαβε την υποχρέωση ανέγερσης με δικά του υλικά, οικοδομής στο... οικόπεδο αποτελούμενης από ημιυπόγειο λεβητοστάσιο, ισόγειο πιλοτή και πρώτο πάνω από το ισόγειο - πιλοτή όροφο επιφανείας 120,18 τμ, την οποία οικοδομή προόριζε για κατοικία της.
Ως χρόνος παράδοσης του έργου αυτού, πλήρως αποπερατωμένο "με το κλειδί στο χέρι" όπως ρητά αναγράφεται στο ως άνω συμφωνητικό κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σε αυτό, ορίσθηκε η 31η Ιουλίου 1989. Κατά το...συμφωνητικό η εργολαβική αμοιβή του ενάγοντος ορίστηκε στο ποσό των 9.400.000 δραχμών και σ' αυτή περιλαμβανόταν εκτός από την αξία της αγοράς των υλικών και το κόστος διενέργειας των οικοδομικών εργασιών, οι ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του ΙΚΑ και των επικουρικών ταμείων ασφάλισης του εργοτεχνικού προσωπικού που θα απασχολούνταν στο έργο καθώς και οι δαπάνες έκδοσης της οικοδομικής άδειας, κατασκευής της θύρας εισόδου από αλουμίνιο στην πιλοτή, της δαπεδόστρωσης της εισόδου και της κατασκευής μίας κλίμακας.
Η προαναφερόμενη εργολαβική αμοιβή συμφωνήθηκε να καταβληθεί τμηματικά ως εξής: ποσό 3.000.000 δραχμών να δοθεί ως προκαταβολή, ποσό 3.00.000 δραχμών να δοθεί με τη λήξη των εργασιών και το υπόλοιπο ποσό των 3.400.000 δραχμών να καταβληθεί από την εναγομένη τμηματικά, σε 37 μηνιαίες δόσεις, με πρώτη δόση την 1-10-1989, με την αποδοχή από μέρους της ισάριθμων συναλλαγματικών εκδόσεως του ενάγοντος.
Την 29-11-1988 ο ενάγων υπέβαλε αίτηση για έκδοση οικοδομής άδειας...Επί της αιτήσεως του αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμόν .../17-4-1989 άδεια με βάση τη σχετική μελέτη που συνέταξε ο συνεργάτης του Ν. Μ. αρχιτέκτονας Ν. Μ.. Η καθυστέρηση στην έκδοση της οικοδομικής οφείλεται πρωτίστως, σε υπαιτιότητα του ενάγοντος, ο οποίος καθυστέρησε την υποβολή της σχετικής αίτησης και την πληρωμή των εισφορών υπέρ του TEE ΤΣΜΕΔΕ, Δήμου κλπ τις οποίες πλήρωσε το Μάρτιο του έτους 1989, όσο και την προκαταβολή φόρου αμοιβής μηχανικού (ΦΕΜ) την οποία, όπως προκύπτει από την ίδια την άδεια (2η σελίδα αυτής) κατέβαλε μόλις την 12-4-1989, και δευτερευόντως στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, οι υπάλληλοι της οποίας λόγω απεργίας δεν εργάζονταν κατά το από 16-12-1988 έως 17-1-1988 χρονικό διάστημα.
Για την καθυστέρηση της έκδοσης της οικοδομικής άδειας η εναγομένη δεν έφερε ευθύνη αφού είχαν καταβάλει στον ενάγοντα 500.000 δραχμές στις 22-9-1988 και 1.500.000 δραχμές στις 28-9-1988. Οι οικοδομικές εργασίες στο ως άνω οικόπεδο της εναγομένης άρχισαν περί τα μέσα Μαΐου 1989...Μετά την έναρξη των οικοδομικών εργασιών η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα 600.000 δραχμές την 17-5-1989, 250.000 δραχμές την 26-5-1989 και 250.000 δραχμές την 2-7-1989.
Με τις πιο πάνω καταβολές που ανέρχονται στο ποσό των 3.100.000 δραχμών η εναγομένη εκπλήρωσε τη συμβατική της υποχρέωση για προκαταβολή του ποσού των 3.000.000 δραχμών, για την καταβολή της οποίας δεν είχαν ορισθεί συγκεκριμένη ημερομηνία. Το Σεπτέμβριο του έτους 1989 έγιναν οι εργασίες τουβλοδομής στην κατοικία της εναγομένης στον πρώτο όροφο και από το μήνα Νοέμβριο έως και τον Ιανουάριο του 1990 έγιναν τα επιχρίσματα (σοφάδες)...Η εναγομένη η οποία ήθελε να εγκαταστήσει την οικογένεια της στη νεοανεγειρόμενη κατοικία όσο το δυνατό συντομότερα κατέβαλε στον ενάγοντα, χωρίς να έχει συμβατική υποχρέωση πριν από την περάτωση των εργασιών που αυτός είχε αναλάβει με το ως άνω συμφωνητικό, έναντι της αμοιβής του στις 25-7-1989 700.000 δραχμές, στις 24-8-1989 450.000 δραχμές στις 7-9-1989 200.000 δραχμές, στις 21-9-1989 350.000 δραχμές, στις 28-9-1989 200.000 δραχμές στις 4-10-1989 200.000 δραχμές και στις 1-11-1989 200.000 δραχμές.
Δηλαδή έως την τελευταία ως άνω ημερομηνία είχεν καταβάλει συνολικά στον ενάγοντα, έναντι της συμφωνηθείσης παραπάνω αμοιβής του με το ιδιωτικό συμφωνητικό, το ποσό των 5.400.000 δραχμών, όπως τούτο άλλωστε συνομολογείται από αυτόν με το ίδιο το δικόγραφο της αγωγής του. Στις 22-1-1990 και ενώ το έργο ήταν ημιτελές ο ενάγων επικαλούμενος οικονομική στενότητα και αδυναμία συνέχισης του έργου αξίωσε από την εναγομένη την καταβολή ποσού 1.250.000 δραχμών για να εξοφλήσει απαιτήσεις τρίτων...Στην αξίωση αυτή του ενάγοντος ο σύζυγος της εναγομένης Χ.
Σ. ανταποκρίθηκε για να προχωρήσουν οι εργασίες κατασκευής της οικοδομής και αποδείχθηκε 21 συναλλαγματικές ποσού 60.000 δραχμών η κάθε μία από τις 20 και 50.000 δραχμών η τελευταία, τις οποίες εξέδωσε ο ενάγων στις 22-1-1990 με ημερομηνία λήξεως το χρονικό διάστημα από 24-3-1990 έως 24-12-1990. Τις εν λόγω συναλλαγματικές ο ενάγων τις μεταβίβασε στο Σ.
Χ. έμπορο οικοδομικών υλικών, από τον οποίο προμηθευόταν τα απαραίτητα υλικά για τις εργολαβίες που αναλάμβανε. Οι συναλλαγματικές αυτές τελικά δεν πληρώθηκαν από το σύζυγο της εναγομένης στον πιο πάνω τελευταίο κομιστή. Μετά τον Ιανουάριο του έτους 1990 ο ενάγων αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα που είχαν επιπτώσεις στις εργολαβίες που είχε αναλάβει.
Στις 14-2-1991 εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 81/1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με την οποία μετά από δύο αιτήσεις δανειστών του ενάγοντος που είχαν κατατεθεί το 1990 και συγκεκριμένα του Ε. Κ. και της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤ. ΜΠΕΤΟΝ ΑΕ", οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, ο ενάγων κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης.
Με την ως άνω απόφαση ορίσθηκε ως χρόνος παύσης των πληρωμών του η 16-1-1990. Στην πτώχευση του ενάγοντος αναγγέλθηκαν για διάφορες απαιτήσεις τους και άλλοι δανειστές του. Πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής εκδόθηκε η 525/18-12-1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με την οποία κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της πτώχευσης του ενάγοντος λόγω έλλειψης πτωχευτικής περιουσίας για την εξακολούθηση των εργασιών της κηρύχθηκε ο ενάγων μη συγγνωστός.
Η μη πληρωμή από το σύζυγο της εναγομένης των συναλλαγματικών του αποδείχθηκε κατά τα παραπάνω κατά τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο του έτους 1990 οφείλονταν στο ότι ο ενάγων δεν προέβαινε στις απαραίτητες εργασίες προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων του από τη σύμβαση για την ολοκλήρωση του έργου που είχε αναλάβει και ούτε κατέβαλε στο ΙΚΑ τις αναληφθείσες επίσης από αυτόν με τη σύμβαση ασφαλιστικές εισφορές για τις εργασίες στις οποίες είχεν προβεί στην οικοδομή της εναγομένης.
Μάλιστα, λόγω του γεγονότος ότι ο ενάγων δεν τήρησε τη συμβατική του υποχρέωση να καταβάλει στο ΙΚΑ τις ασφαλιστικές εισφορές του εργατοτεχνικού προσωπικού που απασχόλησε στο επίδικο έργο, το ΙΚΑ, στις 29-1-1990, επέβαλε σε βάρος της εναγομένης ιδιοκτήτριας αναγκαστική κατάσχεση στην υπό κατασκευή ως άνω οικοδομή της για την ικανοποίηση της κατ' αυτής χρηματικής του απαίτησης από ασφαλιστικές εισφορές, η οποία τον πιο πάνω χρόνο ανερχόταν στο ποσό των 288.651 δραχμών.
Η εναγομένη η οποία ήταν υπεύθυνη έναντι του ΙΚΑ για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών αναγκάσθηκε προκειμένου να αποφύγει τον αναγκαστικό πλειστηριασμό του ακινήτου της να κάνει ρύθμιση των χρεών με το αρμόδιο υποκατάστημα του ΙΚΑ και τελικά για τη συμβατική υποχρέωση του ενάγοντος πληρωμής των ασφαλιστικών εισφορών του ΙΚΑ για το απασχοληθέν στην οικοδομή της εργατοτεχνικό προσωπικό, η εναγομένη κατέβαλε στο ΙΚΑ το συνολικό ποσό των 3.045.000 δραχμών και με την εξόφληση του ποσού αυτού ήρθη η επιβληθείσα κατάσχεση στην οικοδομή της εναγομένης...Μετά τον Ιανουάριο του έτους 1990 και την επιβληθείσα κατάσχεση στην οικοδομή της εναγομένης ο ενάγων εγκατέλειψε τη συνέχιση των εργασιών για την ολοκλήρωση της κατασκευής της οικοδομής της εναγομένης, μολονότι είχε λάβει σε μετρητά ποσό 2.400.000 δραχμών από την εναγομένη έναντι της αμοιβής του, ποσό το οποίο κατά τη σύμβαση εδικαιούτο να λάβει, συν το ποσό των 600.000 δραχμών με την αποπεράτωση του έργου και την παράδοση του στην εναγομένη με το κλειδί στο χέρι.
Ισχυρίζεται με την αγωγή του ότι παρέδωσε το έργο έτοιμο στην εναγομένη τον Απρίλιο του έτους 1990 και ότι η εναγομένη παρέλαβε αυτό ανεπιφύλακτα. Ο ισχυρισμός του αυτός είναι αβάσιμος και τούτο αποδεικνύεται πέραν των καταθέσεων των μαρτύρων της εναγομένης από την ίδια τη συμπεριφορά του ενάγοντος. Εάν είχεν παραδώσει το έργο έτοιμο προς κατοικία κατά τα συμφωνηθέντα και το παραλάμβανε η εναγομένη ανεπιφύλακτα τον Απρίλιο του έτους 1990 η τελευταία θα έπρεπε να του καταβάλει τότε το ποσό των 600.000 δραχμών που κατά τη σύμβαση ήταν υποχρεωμένη να του καταβάλει με το πέρας των εργασιών του κατασκευαστή της οικοδομής της και επιπλέον θα αποδεχόταν και τις συναλλαγματικές κατά τη σύμβαση, που είχαν οι διάδικοι υπογράψει, για το υπόλοιπο της αμοιβής του εκδόσεως του ενάγοντος.
Από τα παραπάνω δεν έγινε ούτε το ένα ούτε και το άλλο και επιπλέον ο ενάγων, ο οποίος τότε δεν είχε τεθεί σε κατάσταση πτώχευσης ακόμη, δεν αξίωσε τότε από την εναγομένη την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων πράγμα που αν αυτός είχεν ολοκληρώσει το έργο και παραλάβει η εναγομένη το συμφωνηθέν έργο θα είχε πράξει ενόψει και της αποδεδειγμένης ανάγκης που είχε για χρήματα την εποχή εκείνη.
Ακόμη αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, επειγόμενη να στεγάσει την οικογένεια της στην υπό ανέγερση κατοικία της και διαπιστώνοντας την αδυναμία του ενάγοντος να προβεί στην ολοκλήρωση των εργασιών όπως είχαν συμφωνήσει και την εγκατάλειψη του έργου, ανέλαβε η ίδια την αποπεράτωση της οικοδομής με αυτεπιστασία και κατέστησε αυτή κατάλληλη προς κατοικία τον Οκτώβριο του έτους 1990 χωρίς ωστόσο και τότε να την έχει αποπερατώσει πλήρως.
Ειδικότερα από τα έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων αυτής αποδεικνύεται ότι: α) Το μήνα Μάιο του έτους 1990 αγόρασε πλακάκια και είδη υγιεινής από την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ΠΡΟΒΙΑ ΟΕ", με την οποία είχε και ο ενάγων συνεργασία άλλες οικοδομές που ανήγειρε ως εργολάβος συνολκής αξίας 551.000 δραχμών, τα οποία τοποθέτησε στην οικοδομή της τον Ιούνιο του έτους 1990.
Για την καταβολή μέρους του ως άνω τιμήματος η εναγομένη αποδέχθηκε έξι (6) συναλλαγματικές, εκδόσεως της πωλήτριας εταιρείας ποσού 60.000 δραχμών η κάθε μία, λήξεως την 18-6-1990 η πρώτη και την ίδια ημερομηνία κάθε επόμενου μήνα οι επόμενες, τις οποίες και πλήρωσε εμπρόθεσμα, και την 13-2-1991 κατέβαλε σε μετρητά στην ως άνω εταιρεία 205.000 δραχμές και έτσι την ημερομηνία αυτή εξόφλησε ολοσχερώς την οφειλή της προς την εταιρεία "Προβιά ΟΕ",...β) Τα ντουλάπια της κουζίνας του διαμερίσματος τοποθετήθηκαν από το συνεργάτη του ενάγοντος Χ.
Μ., πλην όμως αυτός πληρώθηκε από την εναγομένη για την αμοιβή του για την κατασκευή και την τοποθέτηση τους αντί του ποσού των 400.000 δραχμών...γ)τα κουφώματα των τριών υπνοδωματίων και των δύο λουτρών και της θύρας εισόδου τα τοποθέτησε ο συνεργάτης του ενάγοντος Ι. Ξ., πλήρωσε όμως αυτόν η εναγομένη... δ) Τεχνίτης με τον οποίο ο ενάγων είχε συνεργασία τοποθέτησε στις πόρτες και τα παράθυρα κατ' εντολή του ενάγοντος τζάμια και επειδή ο ενάγων δεν πλήρωσε την αξία τους και την αμοιβή τοποθέτησης αυτών τα αφαίρεσε από την οικοδομή και τα επανατοποθέτησε αφού η εναγομένη κατέβαλε σ' αυτόν την αξία τους μαζί με το κόστος τοποθέτησης αυτών που ανήλθε συνολικά στο ποσό των 80.000 δραχμών, ε) Στις 23-5-1990 η εναγομένη κατέβαλε στον Χ.
Α. το ποσό των 200.000 δραχμών ως προκαταβολή για τις εργασίες αλουμινοκατασκευών στην οικοδομή της ενάγουσας...στ) Η εναγομένη στις 21-7-1990 αγόρασε μέρος του ηλεκτρολογικού υλικού από την εταιρεία με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΑΕ" αξίας 19.403 δραχμών...και κατέβαλε επιπλέον 60.000 δραχμές στον ηλεκτρολόγο Γ.
Π. για εργασίες και τα υλικά της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης, που πραγματοποίησε αυτός στο διαμέρισμα της...ζ) Στις 10-5-1990 αγόρασε από το Χ. Τ. χρώματα και άλλα υλικά για τον ελαιοχρωματισμό της οικίας της συνολικής αξίας 14.350 δραχμών....θ) Τον Οκτώβριο του έτους 1995 η εναγομένη αγόρασε τα υλικά σώματα καλοριφέρ, λέβητα, καυστήρα καμινάδα, θερμοστάτη, πίνακα λέβητα και όλα τα σχετικά εξαρτήματα και κατέβαλε για την αιτία αυτή το συνολικό ποσό των 906.214 δραχμών...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη για την ηλεκτροδότηση του διαμερίσματος της στο πρώτο όροφο της οικοδομής ζήτησε να γίνει η απαραίτητη αυτοψία από αρμόδιο υπάλληλο της πολεοδομίας Αιγάλεω.
Πράγματι, την 1-6-1990 πραγματοποιήθηκε σχετική αυτοψία από τον τεχνικό υπάλληλο Ά. Ξ. και αυτός διαπίστωσε την ημερομηνία αυτή μέχρι τον Α' όροφο έχει κατασκευασθεί σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια και ότι βρισκόταν στο στάδιο της αποπεράτωσης...Τέλος αποδείχθηκε ότι η οικοδομή της εναγομένης ηλεκτροδοτήθηκε για πρώτη φορά στις 30-10-1990, πράγμα το οποίο αποδεικνύει ότι μετά την ημερομηνία αυτή εγκαταστάθηκε η εναγομένη στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της οικοδομής...Οι προαναφερθείσες δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε η εναγομένη για να καταστήσει κατοικήσιμο τον πρώτο όροφο της οικοδομής, την κατασκευή της οποίας είχεν αναθέσει με το από 22-9-1988 ιδιωτικό συμφωνητικό στον ενάγοντα, είχεν υποχρέωση, κατά τη μεταξύ τους σύμβαση να τις καταβάλει ο ενάγων ώστε να παραδώσει σ' αυτήν το έργο έτοιμο προς κατοικία "με το κλειδί στο χέρι".
Οι δαπάνες αυτές αφορούν την εκτέλεση των συμφωνηθεισών με το από 22-9-1988 ιδιωτικό συμφωνητικό έργων και υποχρεώσεων για την πληρωμή των ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ του απασχοληθέντος εργατοτεχνικού προσωπικού για την κατασκευή του ανατεθέντος σε αυτόν έργου, την πληρωμή των εργατών και τεχνητών για την ολοκλήρωση των ως άνω εργασιών και αθροιζόμενες υπερβαίνουν κατά πολύ το υπόλοιπο της αμοιβής του ενάγοντος το οποίο, εφόσον βέβαια ολοκλήρωνε αυτός το έργο, όφειλε η εναγομένη να του καταβάλει ήτοι το ποσό των 4.000.000 δραχμών....Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων παρέδωσε πλήρως αποπερατωμένο το αναληφθέν με το από 22-9-1988 ιδιωτικό συμφωνητικό έργο στην εναγομένη τον Απρίλιο του έτους 1990 και ότι η εναγομένη παρέλαβε αυτό ανεπιφύλακτα ώστε να δικαιούτο το υπόλοιπο της αμοιβής του για την εκτέλεση του έργου....Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, βλέποντας ότι ο ενάγων δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις προς ολοκλήρωση του έργου, ότι ζητεί διαρκώς από αυτή χρήματα για τη συνέχιση των εργασιών, χωρίς η τελευταία να έχει τέτοια υποχρέωση από τη μεταξύ τους σύμβαση, τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία πολύ πριν την ολοκλήρωση του έργου είχεν καταβάλει σε αυτόν χρηματικό ποσό κατά 2.400.000 δραχμές μεγαλύτερο από αυτό που είχε συμβατική υποχρέωση, και ότι συνεπεία της αντισυμβατικής του συμπεριφοράς επεβλήθη σε βάρος της οικοδομής της αναγκαστική κατάσχεση από το ΙΚΑ, λόγω της μη εκπλήρωσης της συμβατικής του υποχρέωσης να καταβάλλει ο ενάγων τις ασφαλιστικές εισφορές στο ΙΚΑ για το απασχοληθέν στο έργο εργατοτεχνικό προσωπικό, κατάσχεση που έλαβε χώρα τέλη Ιανουαρίου του έτους 1990, ανέλαβε η ίδια με αυτεπιστασία την ολοκλήρωση του, καταβάλλοντας τις σχετικές δαπάνες για υλικά και αμοιβή εργατοτεχνικού προσωπικού και τις ασφαλιστικές εισφορές γι' αυτό στο ΙΚΑ.
Κατόπιν όλων των ως άνω δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων παρέδωσε το αναληφθέν προς εκτέλεση έργο πλήρως αποπερατωμένο, σύμφωνα με το ιδιωτικό συμφωνητικό που είχεν καταρτίσει με την εναγομένη το Σεπτέμβριο του έτους 1988, το Απρίλιο του έτους 1990, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, και ότι η εναγομένη παρέλαβε το έργο αυτό ανεπιφύλακτα, ώστε να δικαιούται το υπόλοιπο της αμοιβής του για την εκτέλεση του έργου και δεδομένου ότι κατά τη μεταξύ τους σύμβαση και τις διατάξεις των άρθρων 361 και 694 του ΑΚ ο ενάγων εργολάβος οφείλει πρώτος αυτός να εκπληρώσει την κύρια υποχρέωση του, να κατασκευάσει δηλαδή το έργο και κάθε άλλη υποχρέωση την οποία είχε αναλάβει και η οποία με βάση τη σύμβαση ανάγεται σε κύρια με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, που στην προκειμένη περίπτωση είναι αντίστοιχα η κατασκευή του έργου της οικοδομής έτοιμου με το κλειδί στο χέρι και η πληρωμή των ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ για το απασχοληθέν στα αναληφθέν έργο εργατοτεχνικό προσωπικό.
Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων δεν εκπλήρωσε τις ως άνω συμβατικές του υποχρεώσεις και ως εκ τούτου δεν δικαιούται το υπόλοιπο της αμοιβής του των 4.000.000 δραχμών για την εκτέλεση του κυρίου έργου ποσό που αξιώνει με την αγωγή του. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου τούτου στην οποία οδηγήθηκε από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού κατά τα προεκτεθέντα ενισχύεται και από την από 12-3-1991 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση με διαμαρτυρία και επιφύλαξη της εναγομένης που επιδόθηκε στον εκκαλούντα ενάγοντα στις 22-3-1991...με την οποία η εναγομένη αφού ανέφερε σε αυτόν ότι είναι υπερήμερος ως προς την εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου του έταξε προθεσμία εξήντα (60) ημέρες για τη συνέχιση του ημιτελώς έργου και την αποπεράτωση της οικοδομής δηλώνοντας σ' αυτόν ότι μετά την άπρακτη πάροδο της πιο πάνω προθεσμίας ότι καταγγέλλει τη μεταξύ τους σύμβαση.
Ακόμη αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μολονότι παρέλαβε ο ίδιος το ως άνω εξώδικο δεν συνέχισε την εκτέλεση του έργου (σημειώνεται ότι τότε δεν είχαν πληρωθεί οι ασφαλιστικές εισφορές στο ΙΚΑ για την οικοδομή ούτε είχαν τοποθετηθεί σε αυτή τα σώματα καλοριφέρ και τα λοιπά μηχανήματα (λέβητας καυστήρας) αλλ' ούτε και απάντησε στην εναγομένη για όσα η τελευταία ανέφερε σε αυτό.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του δέχθηκε τα ίδια αν και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, που συμπληρώνεται με αυτή της παρούσης, δεν έπραξε και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο ενάγων...κρίνονται αβάσιμα και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν. Τα άρθρα 688 - 690 του ΑΚ ρυθμίζουν τη μετά την αποπεράτωση του έργου ευθύνη του εργολάβου και ως εκ τούτου η ενάσκηση των αξιώσεων που πηγάζουν από αυτά προϋποθέτει έργο που εκτελέστηκε και παραδόθηκε ή προσφέρθηκε για παράδοση...Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων ισχυρίζεται...ότι εσφαλμένα το Δικαστήριο δεν εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις στην υπό κρίση υπόθεση.
Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι καθόσον στην ένδικη αγωγή του ο ενάγων ισχυριζόταν μεν ότι εκτέλεσε και παρέδωσε το συμφωνημένο έργο, το οποίο ενέκρινε η εναγομένη, πλην όμως αποδείχθηκε ότι δεν παραδόθηκε το έργο, ούτε και προσφέρθηκε για παράδοση, οπότε δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 688 - 690 ΑΚ τις οποίες επικαλείται ο ενάγων στην προκειμένη υπόθεση.
Με το δεύτερο λόγο της έφεσης ο ενάγων στρέφεται κατά την συνεκκαλουμένης με αριθμό 2054/1993 προδικαστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ισχυριζόμενος ότι κακώς έταξε αυτή σε βάρος του θέμα αποδείξεως για το κύριο έργο, εφόσον συνομολογούσε η εναγομένη το περιεχόμενο της από 22-9-1988 σύμβαση έργου και αρνιόταν μόνο την αποπεράτωση αυτού.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την ως άνω προδικαστική του απόφαση έταξε θέμα στον ενάγοντα για τα κρίσιμα γεγονότα , τα οποία αποτελούσαν μέρος της ιστορικής βάσης της αγωγής του λόγω της άρνησης της εναγομένης ότι ο ενάγων περάτωσε το έργο που είχαν συμφωνήσει και ότι αυτή παρέλαβε αυτό (έργο) και μάλιστα ανεπιφύλακτα".
Σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές: α)Το Εφετείο δέχεται ανέλεγκτα (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) πως ο ενάγων-αναιρεσείων εγκατέλειψε την συνέχιση των εργασιών και την ολοκλήρωση της κατασκευής της οικοδομής, β)δεν κατέβαλε τις ασφαλιστικές παροχές του προσωπικού που απασχόλησε στο έργο στο ΙΚΑ, ως είχε συμβατική υποχρέωση, γ)η αναιρεσίβλητη, ανέλαβε η ίδια την αποπεράτωση της οικοδομής, δ)το δικαστήριο της ουσίας απλά προς ενίσχυση της ουσιαστικής του κρίσης, αναφέρθηκε, επιπρόσθετα μαζί με την συνεκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων (...ενισχύεται και από την....), στην από 12-3-1991 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα, όπου γίνεται λόγος για "καταγγελία" της επίδικης σύμβασης.
Τούτο ουδόλως έχει την έννοια, πως στήριξε την κρίση του στην πιο πάνω "καταγγελία", εν όψει του συνόλου των αποδείξεων που έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, ούτε ότι εχώρησε σε ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 700 Α.Κ. Πρόδηλα δε, ουδόλως είχε υποχρέωση να εφαρμόσει την πιο πάνω διάταξη, σύμφωνα με τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές του και, παρά ταύτα, δεν το έπραξε.
Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, που προβάλλει τα αντίθετα, και θεωρεί πως το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθούν και τα ακόλουθα: από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 298, 330, 681, 688 και 690 ΑΚ, συνάγονται τα εξής: με την σύμβαση έργου, μεταξύ του εργολάβου και του εργοδότη (κυρίου του έργου), ο πρώτος αναλαμβάνει, έναντι συμφωνημένης αμοιβής, την υποχρέωση να εκτελέσει έργο, που μπορεί να είναι και οικοδομικό.
Σε περίπτωση δε, που, μετά την εκτέλεση του έργου, τούτο από υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) του εργολάβου, έχει πραγματικό ελάττωμα (που δεν το καθιστά κατά μόνιμο και οριστικό τρόπο εντελώς μορφολογικά διαφορετικό ή άχρηστο), γεννιέται για τον εργοδότη κατά του εργολάβου απαίτηση αποζημίωσης για κάθε είδους ζημία (θετική η αποθετική), που προέρχεται από την, εξαιτίας του, ελαττώματος πλημμελή εκτέλεση της σύμβασης από μέρους του εργολάβου και συνίσταται στην περιουσιακή διαφορά, η οποία ανακύπτει από την κατάσταση, η οποία δημιουργήθηκε απ'αυτή την πλημμελή εκτέλεση και από εκείνη που θα είχε δημιουργηθεί από την καθ'υπόθεση, απαλλαγμένη από το ελάττωμα εκτέλεσης της σύμβασης (ΑΠ 930/2004).
Από τις πιο πάνω διατάξεις, εκείνες των άρθρων 688 και 690 του ΑΚ που ρυθμίζουν την ευθύνη του εργολάβου μετά την αποπεράτωση του έργου και την παράδοσή του στον εργοδότη - κύριο του έργου, ούτε η εκ του άρθρου 690 του ΑΚ εναντίωση των αξιώσεων του εργοδότη για αποζημίωση του λόγω ελλείψεων του έργου, οφειλομένων σε υπαιτιότητα του εργολάβου, προϋποθέτει, ότι το έργο εκτελέστηκε και παραδόθηκε σ'αυτόν (ΑΠ 852/2003).
Τέλος δε παράδοση θεωρείται ότι έχει συντελεστεί εκ των πραγμάτων, και στην περίπτωση, που ο εργοδότης, χωρίς να επιδιώξει προηγουμένως την αναστροφή της σύμβασης κατ'άρθρο 689 παρ.1 του ΑΚ (όπως ίσχυε μέχρι την τροποποίησή του με το άρθρο 1 παρ.2 του Ν.3043/2002), ή χωρίς να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση κατ'άρθρο 686 εδ.β'του ΑΚ, ή να κηρύξει έκπτωτο τον εργολάβο, επικαλούμενος υπερημερία εκείνου, στο να του παραδώσει έγκαιρα το συμφωνημένο έργο απαλλαγμένο από ουσιώδεις ελλείψεις και ελαττώματα που το καθιστούν άχρηστο, εμμένοντας στην μετά του εργοδότη σύμβασή του, αποδέχτηκε οριστικά το έργο στη σφαίρα δράσης του, και μετά την τήρηση, αλυσιτελώς, των διατυπώσεων της διάταξης του άρθρου 688 του ΑΚ, για την εκ μέρους του εργολάβου επιδιόρθωση των ελλείψεων και ελαττωμάτων του έργου, οποιεσδήποτε και αν ήταν, προέβη, στη συνέχεια, ο ίδιος (ο εργοδότης) με συνεργεία της επιλογής του, σε επισκευή των ελλείψεων αυτών με δικές του δαπάνες, τις οποίες δικαιούται να απαιτήσει μαζί με τις οποιεσδήποτε υπόλοιπες αξιώσεις αποζημίωσης, οι οποίες συνδέονται με την ύπαρξη των ελαττωμάτων και ελλείψεων και για όσο χρόνο υφίσταντο μέχρι της άρσης τους με τον προαναφερθέντα τρόπο (ΑΠ 279/1972), όχι όμως να υπαναχωρήσει, πλέον, από τη σύμβαση ή να κηρύξει έκπτωτο τον εργολάβο (ΑΠ 40/2010).
Τα παραπάνω, άρα, έχουν εφαρμογή: 1)σε αγωγή του εργοδότη κατά του εργολάβου και την άσκηση των συναφών αξιώσεων του και όχι στην αντίθετη περίπτωση 2)όταν το έργο έχει ελλείψεις η ελαττώματα και όχι όταν δεν παραδόθηκε καθόλου ή είναι ημιτελές. Σε κάθε περίπτωση: α)το Εφετείο δέχτηκε: α)ότι ο ήδη αναιρεσείων δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις, β)δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 688-690 ΑΚ, εφόσον δεν απεδείχθη, ούτε ότι παραδόθηκε το έργο και ούτε καν προσφέρθηκε για παράδοση.
Τούτο δε, προφανώς, είναι διαφορετικό, κατά τα νομικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν, από την "εν τοις πράγμασι" παραλαβή ενός έργου, το οποίο, απλά, παρουσιάζει ελαττώματα και ελλείψεις, γ)άλλωστε, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), εκεί γίνεται λόγος (7ο φύλλο), για "ανεπιφύλακτη παραλαβή", για "προσήκουσα ανέγερση" της οικοδομής από μέρους του, και όχι για τα όσα, ήδη, διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο.
Άλλωστε, περί αυτών, σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές της, έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση. Άρα ορθά έκρινε και ως προς τις διατάξεις των άρθρων 681, 688, 689, 690 και 694 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης που προβάλλει τα αντίθετα και προσάπτει στην απόφασή του από το άρθρο 559 παρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει ν'απορριφθεί, ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Επιπρόσθετα, το Εφετείο, με τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές του, διέλαβε, αναμφίβολα, επαρκή, σαφή και ουδόλως αντιφατική αιτιολογία, η οποία στηρίζει πλήρως το διατακτικό του. Δεν αποτελεί σε ανεπαρκή αιτιολογία, το ότι: 1)δεν εξηγείται επαρκώς η με εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, εφ'οσον συναφώς ικανά και σαφή η πιο πάνω απόφαση, όπως παραπάνω, διέλαβε 2)το αν το ποσό της αναγκαστικής κατάσχεσης του ΙΚΑ, από 288.651 δρχ. ανήλθε στο τελικό ποσό των 3.045.000 δρχ. το οποίο και κατέβαλε η αναιρεσίβλητη είναι πραματικό γεγονός, και δεν αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας η μη αναφορά, αναλυτικά, στο αν αυτό αποτελείται από προσαυξήσεις ή πρόστιμα ή νέου καταλογισμούς, η αν οφείλεται σε υπαιτιότητα, και η μη αναφορά του χρόνου καταβολής του ποσού, γιατί, μετά την καταγγελία την 22-3-1991, αυτός δεν ευθύνεται. Άλλωστε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα ήδη αναφερθέντα ποιείται μνεία της μη αποπεράτωσης του έργου, κυρίως. Ο αναιρεσείων, χωρίς να παραπονείται για έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την μη τήρηση των συμβατικών του υποχρεώσεων και ως προς την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών, προβάλλει έλλειψη αιτιολογίας, απλά για την αύξηση του ποσού τούτων, ανακριβώς, ως ήδη σημειώθηκε. Κατά ταύτα και ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, ο οποίος υποστηρίζει την από το άρθρο 599 αρ.19 ΚΠολΔ πλημέλεια πρέπει ν'απορριφθεί, ως αβάσιμος.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, ιδρύεται αναιρετικός λόγος, όταν υπάρχει παραβίαση των διατάξεων σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Δηλαδή, μόνο προκειμένου περί αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχουν, από το νόμο, αποδεικτική δύναμη και όχι, ως προς εκείνα που το δικαστήριο αναφέρει (ΑΠ 1585/2006).
Πρέπει, δηλαδή, να καθορίζεται δεσμευτικά, από το νόμο, η δύναμη απόδειξης κάποιων αποδεικτικών μέσων και το δικαστήριο, να αποδώσει, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, στα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή και μικρότερη. Όχι όμως, όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα (αρθρ.340 ΚΠολΔ), τα αποδεικτικά μέσα, αποδίδει σ'αυτά, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε σχέση με άλλα αποδεικτικά μέσα, που έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη (ΑΠ 17/2003, ΑΠ 150/2003).
Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, εφ'οσον σε δημόσιο έγγραφο αναφέρονται γεγονότα, που βεβαιώνεται, ότι έγιναν από το συντάκτη του εγγράφου ή ενώπιον του, δημιουργείται γι'αυτά πλήρης απόδειξη (ΑΠ 547/2003, ΑΠ 996/2006, ΑΠ 11/2004, ΑΠ 1108/1991). Τέτοιο δημόσιο έγγραφο, είναι, πλήν άλλων, και η έκθεση αυτοψίας (ΑΠ 499/1997, ΑΠ 1394/1980).
Σύμφωνα με τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου: 1)στις 1.6.1990 έγινε αυτοψία στην επίδικη οικοδομή, από αρμόδιο τεχνικό υπάλληλο της Πολεοδομίας Αιγάλεω, ο οποίος διαπίστωσε, ότι η οικοδομή, ως προς τον Α' όροφο, είχε κατασκευασθεί σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια και βρισκόταν στο στάδιο της αποπεράτωσης.
Δηλαδή, πρόδηλα δεν είχε αποπερατωθεί. 2)στις 30.10.1990 η οικοδομή ηλεκτροδοτήθηκε και η αναιρεσίβλητη εγκαταστάθηκε στο ακίνητο 3)την αποπεράτωση της οικοδομής ανέλαβε η ίδια, έως τον Οκτώβριο του έτους 1990. Έτσι, το Εφετείο, ουδόλως αμφισβήτησε το πόρισμα της έκθεσης αυτοψίας ούτε, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, εφ' οσον και στην έκθεση αυτή γίνεται αναφορά, πως τον μήνα Ιούνιο του 1990 ο Α' όροφος της οικοδομής βρισκόταν στο "στάδιο της αποπεράτωσης", ενώ αντίθετα ο αναιρεσείων προβάλλει πως είχε αποπερατωθεί ήδη από τον Απρίλιο του 1990.
Άρα, και ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
V. Το αν η δήλωση της αναιρεσίβλητης στην προαναφερθείσα εξώδικη δήλωσή της προς τον αναιρεσείοντα αποτελούσε "καταγγελία" ή "υπαναχώρηση", όπως η τελευταία ενώπιον του Εφετείου διευκρίνισε, δεν αποτελεί γεγονός δεσμευτικό για το δικαστήριο, το οποίο, ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτηρισμό που αποδίδεται στα πραγματικά περιστατικά από το διάδικο. Τους συναφείς νομικούς κανόνες εφαρμόζει το δικαστήριο και δη αυτεπαγγέλτως, χωρίς την υπόδειξη των διαδίκων. (βλ. αντί πολλών Κ.Κεραμέας: Αστικό Δικονομικό Δίκαιο σελ.205). Άρα, παρά την ύπαρξη νομικού χαρακτηρισμού από την αναιρεσίβλητη, κατά αναφερόμενα στο αναιρετήριο, διαφορετικού, από εκείνο που ο διάδικος προσέδωσε σ' αυτά, τούτο δεν έχει την έννοια της αποδοχής μη προταθέντων πραγμάτων και ο από το άρθρο 559 αρ.8, πέμπτος αναιρετικός λόγος πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος.
VI. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχτηκε, πως: α)η από 12-3-1991 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση της αναιρεσίβλητης επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 22-3-1991 και β)ο αναιρεσείων είχε κηρυχθεί σε πτώχευση, με χρόνο παύσης των πληρωμών στις 16-1-1990, ενώ στις 18-2-1991 κηρύχτηκε η παύση των εργασιών της πτώχευσης. Το αν, ο αναιρεσείων ήταν σε πτώχευση, όταν του επιδόθηκε η πιο πάνω εξώδικη δήλωση, δεν μπορεί να έχει την έννοια, ότι αυτός ήταν, σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες, συναφώς, διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1 του Α.Ν.635/1937 και 637 του Εμπ.Ν. ανίκανος να παραλάβει το πιο πάνω δικόγραφο και να μην ενεργήσει εις απάντησή του. Ούτε αποκλείονταν η οιαδήποτε απάντηση σ'αυτό, με τις νόμιμες διαδικασίες, δηλαδή μέσω του αντιδίκου. Άλλωστε και μετά την παύση των εργασιών, ούτε, όπως δέχεται το δικαστήριο της ουσίας συνέχιση των εργασιών υπήρξε. Ουδόλως δε εκτίθεται πως το έγγραφο αυτό διαβιβάστηκε στον σύνδικο της πτώχευσης για τις δικές του νόμιμες ενέργειες, ούτε ότι υπήρξε απάντηση αναφορικά με την αδυναμία του αναιρεσείοντος για οιαδήποτε, περαιτέρω, ενέργεια. Άρα, και ο εκτός λόγος της αναίρεσης ο οποίος προβάλλει την παράβαση των πιο πάνω διατάξεων, δηλαδή την από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει ν'απορριφθεί, ως αβάσιμος.
VII. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, συντρέχει, όταν το δικαστήριο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Πριν δε τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.2 του Ν.2913/2001, που ισχύει, κατ'άρθρο 135 του Ν.2943/2001 από 1.1.2002, υπήρχε και η φράση "η δεν διέταξε απόδειξη γι'αυτά".
Δηλαδή ιδρύεται ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα για την προσκόμιση των οποίων δεν είχε διατάξεις αποδείξεις με προδικαστική απόφαση, πριν το άρθρο 341 ΚΠολΔ καταργηθεί με το άρθρο 14 παρ.1 του Ν.2913/2001 (ΑΠ 38/2005). Στην παρούσα περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει, πως η με αριθμό 2054/1993 μη οριστική (προδικαστική απόφαση) δεν έταξε θέμα, για το αν υπήρξε καταγγελία από μέρους της αναιρεσίβλητης αν είχε πληρώσει τις ασφαλιστικές εισφορές, αν είχαν τοποθετηθεί τα σώματα του καλοριφέρ, ο λέβητας και ο καυστήρας, ούτε για το αν είχε απαντήσει στο εξώδικο.
Όμως, συναφώς, σημειώνονται τα ακόλουθα: α)η πιο πάνω προδικαστική απόφαση, έκρινε επί αγωγών των διαδίκων β)τα θέματα που προαναφέρθηκαν περιλήφθηκαν στην αγωγή της αναιρεσίβλητης (βλ. 4ο φύλλο της πιο πάνω απόφασης), η οποία απορρίφθηκε, ως αόριστη. Άρα, ορθώς δεν τάχθηκαν θέματα απόδειξης, για αγωγή που απορρίφθηκε με οριστική διάταξη της απόφασης αυτής, γ)το ότι το Εφετείο, έκανε μνεία των περιστατικών αυτών, προφανώς το έπραξε, όχι με βάση την πιο πάνω απόφαση, αλλά, στο πλαίσιο της εκτίμησης των αποδείξεων, με βάση, την άρνηση πλέον, της ήδη αναιρεσίβλητης της αγωγής του αναιρεσείοντος.
δ)άλλωστε, ο τελευταίος επικαλείτο πλήρη και, σύμφωνα με τη σύμβαση παράδοσης του έργου και ανεπιφύλακτη παραλαβή, πράγμα για το οποίο τάχθηκε απόδειξη και έκρινε συναφώς το Εφετείο. Άρα και ο έβδομος λόγος της αναίρεσης, που προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει ν'απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Συνακόλουθα, πρέπει ν'απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-6-2011 αίτηση του Π. Σ. προς αναίρεση της με αριθμό 3932/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ