Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment in civil case where defendant failed to appear.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Kerkira Court of Appeal. The appellant, represented by counsel, argued for the reversal of the lower court's decision, while the respondent, who was legally summoned, failed to appear at the hearing without declaring an intention to be absent. The court ruled that the appeal grounds were inadmissible because the first-instance proceedings were conducted under a simplified procedure without a preliminary ruling on evidence, and the respondent's absence did not invalidate the trial process.
Legislator headnote
AI generatedArticles 573 §1, 242 §2, 576 §2, 559 §1, 559 §8, 559 §10 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may proceed with the hearing despite the respondent's absence, and appeal grounds regarding the application of substantive law or failure to consider facts are inadmissible in simplified first-instance proceedings where no preliminary ruling on evidence was issued.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1587 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1587/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Β. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδάμ Στεφανάδη.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Μαρτίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:221/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 126/2008 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 20 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμό 55/23.7.2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας Θ. Κ., αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με τις υπ' αυτή έκθεση καταθέσεως δικογράφου και πράξη ορισμού της αναφερομένης στην αρχή δικασίμου, με κλήση προς παράσταση κατ' αυτή για τη συζήτησή της, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο. Κατά την δικάσιμο όμως αυτή, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό, ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 573§1 και 242§2 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του, ως εάν ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με το άρθρο 576§2 ΚΠολΔ.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.
ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1186/2009, ΑΠ 1126/2009). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 12/2009).
Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικοί (άρ. 173 και 200 ΑΚ) και ειδικοί, όταν ο νόμος αποδίδει ορισμένη έννοια σε σιωπηρή δήλωση βουλήσεως, σε έλλειψη δηλώσεως βουλήσεως ως προς κάποιο σημεί ή σε περίπτωση αμφιβολίας. Παραβιάζονται δε οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων, καθώς και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, με την ερμηνεία όμως που έδωσε παραβίασε τους κανόνες αυτούς (ΑΠ 1728/2008, ΑΠ 1703/2008, ΑΠ 1076/2008, ΑΠ 1183/2007).
Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.
ΑΠ 30/1997, Ολομ. ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/2008, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι ο εναγόμενος διατηρεί, στη ... επιχείρηση πλυντηρίων ρούχων. Προκειμένου να προβεί στην αγορά και εγκατάσταση του αναγκαίου μηχανολογικού εξοπλισμού για την επεξεργασία και ανακύκλωση των αποβλήτων νερών της επιχείρησής του, ήλθε το Φεβρουάριο του 2003 για πρώτη φορά σε επαφή με τον τρίτο, εξεταζόμενο μάρτυρα χημικό μηχανικό Γ.
Ι., ο οποίος για τον σκοπό αυτό του συνέστησε τον ενάγοντα ηλεκτρολόγο-μηχανολόγο, ο οποίος διατηρεί στο ... επιχείρηση πώλησης του σχετικού μηχανολογικού εξοπλισμού. Έτσι ο ενάγων στις 2-4-2003 συνέταξε και απέστειλε στον εναγόμενο δια του προαναφερόμενου Ι. τη με την ίδια ημεροχρονολογία και προσκομιζόμενη στη δικογραφία έγγραφη προσφορά συνολικού ποσού 45.000 ευρώ, την οποία ο εναγόμενος αποδέχθηκε και στην οποία γίνεται αναφορά του πωλούμενου μηχανολογικού εξοπλισμού και ρητή μνεία ότι στο ως άνω ποσό περιλαμβάνεται η δαπάνη μεταφοράς των μηχανημάτων υλικών, καθώς και η δαπάνη εγκατάστασης του έργου.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, μεταξύ των διαδίκων τον Απρίλιο του 2003 καταρτίσθηκε σύμβαση με την οποία ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση αφ' ενός της πώλησης των μηχανημάτων και του απαιτούμενου εξοπλισμού για την επεξεργασία των αποβλήτων της επιχείρησης του εναγομένου, αφ' ετέρου να εγκαταστήσει τον πωλούμενο μηχανολογικό εξοπλισμό στην επιχείρηση του εναγομένου.
Το συμφωνηθέν για τις παραπάνω αιτίες ποσό ανήλθε σ' αυτό των 45.000 ευρώ. Για την εγκατάσταση των μηχανημάτων ο ενάγων δεν είχε, όπως ο ίδιος συνομολογεί, ειδικές προς τούτο γνώσεις. Για το λόγο αυτό και προκειμένου να εκτελέσει τη συμβατική του υποχρέωση ανέθεσε αυτή στο χημικό μηχανικό Γ. Ι.. Έτσι ο ενάγων απέστειλε τον αναγκαίο μηχανολογικό εξοπλισμό και ο Γ.
Ι.ς εγκατέστησε αυτόν στην επιχείρηση του εναγομένου, ο οποίος παρέλαβε ολοκληρωμένο, το έργο το Φθινόπωρο του ίδιου έτους. Ο εναγόμενος για την εξόφληση της οφειλής του από την ανωτέρω σύμβαση και επειδή τόσο τα πωληθέντα μηχανήματα όσο και η δαπάνη εγκατάστασής τους υπερτιμολογήθηκε γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε ούτε από το μάρτυρα του ενάγοντος, κατέβαλε στον ενάγοντα τα παρακάτω ποσά και ειδικότερα: 1) Στις 18-4-2003 το ποσό των 8.000 ευρώ, 2) Στις 13-5-2003 δυο επιταγές της τράπεζας EUROBANK ποσών αντιστοίχως 8.500 και 1.500 ευρώ για τις οποίες ο ίδιος συνομολογεί ότι πληρώθηκε, 3) Στις 5-6-2003 το ποσό των 2.695,40 ευρώ, 4) Στις 15-6-2003 το ποσό των 4.304,60 ευρώ, 5) Στις 2-7-2003 την με αρ. ...
επιταγή της Γενικής Τράπεζας ποσού 6.143,08 ευρώ την οποία ο ίδιος συνομολογεί ότι πληρώθηκε, 6) Στις 9-7-2003 το ποσό των 10.000 ευρώ, 7)Στις 25-7-2003 το ποσό των 12.000 ευρώ, 8)Στις 18-12-2003 το ποσό των 5.200 ευρώ και συνολικά το ποσό των 58.343,80 ευρώ. Από τις παραπάνω καταβολές ο ενάγων συνομολογεί ότι έλαβε μέσω του προαναφερθέντος Γ.
Ι. το ποσό των 24.171 ευρώ. Τα υπόλοιπα ποσά, τα οποία ο ενάγων αρνείται, καταβλήθηκαν και πάλι στον Γ. Ι. για λογαριασμό του ενάγοντος όπως επί λέξει αναφέρεται στο σώμα των σχετικών με τα αντίστοιχα αυτά ποσά των προσκομιζόμενων από τον εναγόμενο αποδείξεων πληρωμής. Στην τελευταία μάλιστα απόδειξη που φέρει ημεροχρονολογία 18-12-2003 αναγράφεται η ένδειξη "η συμφωνία μας εξοφλείται".
Με τις καταβολές αυτές ο εναγόμενος εξοφλούσε στον Γ. Ι. κάθε φορά και αντίστοιχο μέρος της οφειλής του, αφού ο ενάγων είχε επιτρέψει σ' αυτόν (Ι.) ο οποίος και εγκατέστησε το μηχανολογικό εξοπλισμό να δέχεται την καταβολή χρηματικών ποσών από τον εναγόμενο έναντι της οφειλής του τελευταίου προς αυτόν.
Συνεπώς ο Ι.ς ήταν εντολοδόχος του ενάγοντα, του οποίου τις υποθέσεις σχετικά με τις εγκαταστάσεις μηχανημάτων διεκπεραίωνε και άρα ήταν επιτετραμμένος απ' αυτόν να δέχεται καταβολές χρημάτων από οφειλέτες, με σκοπό την εξόφληση, όπως εδώ. Τούτο το γνώριζε ο εναγόμενος και καταβάλλοντος στον Γ. Ι. τμηματικώς την προς τον ενάγοντα οφειλή του σύμφωνα και με την προεκτεθείσα νομική σκέψη συννόμως κατέβαλε, επιφέροντας αντιστοίχως απόσβεση του χρέους του.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου εξάγεται α)από την ομολογία του ενάγοντος, ότι μέσω του Ι. έλαβε από τον εναγόμενο τόσο μετρητά όσο και τις υπό στοιχεία 2 και 5 ως άνω επιταγές τις οποίες και πληρώθηκε β)από το προσκομιζόμενο στη δικογραφία με ημεροχρονολογία 9-11-2004 έγγραφο του τρίτου Ν. Σ., στον οποίο ο ενάγων παρήγγειλε μέρος του πωληθέντος στον εναγόμενο μηχανολογικού εξοπλισμού, το οποίο ακολούθως και στα πλαίσια της σύμβασης, παρέδωσε στον εναγόμενο, στο οποίο (έγγραφο) ο Σ.
βεβαιώνει τον εναγόμενο ότι τα τιμολόγια που εξέδωσε σχετικά με τα μηχανήματα αυτά ποσού 17.464 ευρώ διακανονίστηκαν για λογαριασμό του ενάγοντος από τον Γ. Ι., γ)από την κατάθεση πρωτόδικα και τώρα στο Εφετείο, του ίδιου του Ι. με βάση την οποία ο ίδιος ενεργούσε κατ' εντολή του ενάγοντος σχετικά με την επίδικη σύμβαση, γεγονός που είχε καταστεί γνωστό στον εναγόμενο, δοθέντος μάλιστα ότι όπως και προειπώθηκε ήταν το πρόσωπο στον οποίο ο ενάγων ανέθεσε την εγκατάσταση του πωληθέντος μηχανολογικού εξοπλισμού, υποχρέωση άλλωστε την οποία είχε με τη σύμβαση αναλάβει.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω το συνολικό, ως άνω, καταβληθέν από τον εναγόμενο ποσό υπερβαίνει το συμφωνηθέν τίμημα των μηχανημάτων και της αμοιβής εγκατάστασης αυτών. Συνακόλουθα η οφειλή του εναγομένου έχει αποσβεστεί. Η εκκαλούμενη απόφαση που έκανε δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή, απορρίπτοντας σιωπηρά την προβληθείσα πρωτόδικα και τώρα στο Εφετείο νόμιμη ένσταση εξόφλησης του εναγομένου, η οποία αποδείχθηκε ως και κατ' ουσία βάσιμη, έσφαλε.
Κατά παραδοχή και του σχετικού για το ζήτημα αυτό λόγου εφέσεως, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε την αγωγή. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε τους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως οι πρώτος και πέμπτος, εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.
Επειδή ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή θεωρούνται ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως κ.λ.π., όχι δε και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1731/2008, ΑΠ 701/2008). Η πρακτική σημασία του λόγου αυτού αναιρέσεως μειώθηκε μετά τον περιορισμό της προδικαστικής αποφάσεως με τους Ν. 2207/1994 και 2479/1997, αφού για την ίδρυσή του πρέπει το δικαστήριο να ήταν υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση (Ολομ. ΑΠ 12/1991).
Συνεπώς ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται στις διαδικασίες των μονομελών πρωτοδικείων (ΑΠ 1248/2006, ΑΠ 235/2004, ΑΠ 418/57, ΑΠ 555/93). Στην προκειμένη περίπτωση η υπόθεση δικάσθηκε σε πρώτο βαθμό από το Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας, κατά τη διαδικασία του άρθρου 270 § 7 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικ. από το άρθρο 12 του Ν. 2915/2001, δηλαδή η οριστική απόφαση εκδόθηκε με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι είχαν προσκομίσει και τις αποδείξεις που διεξήχθησαν στο ακροατήριο. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν δεν έχει εκδοθεί προδικαστική απόφαση, διότι με την προδικαστική απόφαση γίνεται η κατανομή του βάρους αποδείξεως. Στην προκειμένη περίπτωση δεν εκδόθηκε προδικαστική απόφαση, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως προηγούμενη σκέψη.
Συνεπώς ο τέταρτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο, με βάση τα πορίσματα των αποδείξεων, εξειδικεύσει τον τρόπο της αποσβέσεως της ενοχής με καταβολή και ειδικώτερα αν αναφέρει συγκεκριμένο πρόσωπο με το οποίο εισέπραξε αντί του δανειστή και για λογαριασμό αυτού. Επομένως ο δεύτερος, εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.9.2008 αίτηση του Γ. Δ. Β., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 126/2008 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ