Legislator Case Law & Legislation
1587/2010 AI generated

1587/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1587/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Οι όροι του Κανονισμού Εργασίας, που έχει ισχύ νόμου, αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας του μισθωτού. Κανονισμός ΕΤΕ. μεταβολή ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης με τροποποίση κανονισμού. Επί διαδοχής ΣΣΕ μπορεί να μεταβληθούν και επί το δυσμενέστερον οι όροι εργασίας ( διαδοχή τάξεων ) Πότε απαγορεύεται. ΠΔ 15/1994, υποχρέωση του εργοδότη για ενημέρωση των εργαζομένων σχετικά με τους όρους εργασίας του. Φύση της ενημέρωσης αυτής. Παραβίαση ερμηνευτικών κανόνων δ/ξεων. ( ΚΠολ 559 αρ1). Πότε ιδρύονται οι αναιρετικοί λόγοι από τους αρ 20,8 και9γ΄του άρθρου 559. Απόρριψη ισχυρισμού εκ του πράγματος.

Legislator headnote

AI generated

1587/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού εργασίας καλύπτει όλους τους απασχολούμενους στην επιχείρηση ή εκμετάλλευση για την οποία κάθε φορά πρόκειται. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 26 του Οργανισμού της Υπηρεσίας της " Εθνικής Τράπεζας τη Ελλάδος Α.Ε." , που καταρτίσθηκε από το διοικητικό συμβούλιο αυτής και κυρώθηκε με το β.δ.

Keywords

AI generated
cancellation of securities voluntary withdrawal revocation of the composition agreement termination date opt-out clause termination agreement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1587 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Οι όροι του Κανονισμού Εργασίας, που έχει ισχύ νόμου, αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας του μισθωτού. Κανονισμός ΕΤΕ. μεταβολή ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης με τροποποίση κανονισμού. Επί διαδοχής ΣΣΕ μπορεί να μεταβληθούν και επί το δυσμενέστερον οι όροι εργασίας ( διαδοχή τάξεων ) Πότε απαγορεύεται. ΠΔ 15/1994, υποχρέωση του εργοδότη για ενημέρωση των εργαζομένων σχετικά με τους όρους εργασίας του. Φύση της ενημέρωσης αυτής. Παραβίαση ερμηνευτικών κανόνων δ/ξεων. ( ΚΠολ 559 αρ1). Πότε ιδρύονται οι αναιρετικοί λόγοι από τους αρ 20,8 και9γ΄του άρθρου 559. Απόρριψη ισχυρισμού εκ του πράγματος.

Αριθμός 1587/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ν. Τ. του Κ., και 2)Π. Γ. του Δ. Παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τριβουρέα.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σάκαλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 1857/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 3597/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-11-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 17-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 ν. 3789/1957 και 12 παρ. 4 ν. 1767/1988, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2224/1994, συνάγεται ότι οι όροι του με ισχύ νόμου εφαρμοζόμενου κανονισμού εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και, συνεπώς, η σύμβαση εργασίας μισθωτού ο οποίος προσχωρεί σε τέτοιο κανονισμό περιέχει κάθε όρο που προβλέπεται στον τελευταίο (ΟλΑΠ 42/2002).

Το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού εργασίας καλύπτει όλους τους απασχολούμενους στην επιχείρηση ή εκμετάλλευση για την οποία κάθε φορά πρόκειται. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 26 του Οργανισμού της Υπηρεσίας της " Εθνικής Τράπεζας τη Ελλάδος Α.Ε." , που καταρτίσθηκε από το διοικητικό συμβούλιο αυτής και κυρώθηκε με το β.δ.

της 17/26.9.1953, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 του ν.δ. 2510/1953, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α 267/26.9.1953) και έχει ισχύ νόμου, η μετά του προσωπικού της Τράπεζας σύμβαση εργασίας λύεται, εκτός από άλλους αναφερόμενους σε αυτό λόγους, και 1) δια του θανάτου του υπαλλήλου, 2) δια καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά τα υπό της εργατικής νομοθεσίας οριζόμενα, σε κάθε δε περίπτωση με την συμπλήρωση των κάτωθι οριζομένων ορίων ηλικίας α) του 62ου έτους για τους Διευθυντές, Υποδιευθυντές, Συμπράττοντας Υποδιευθυντές και Τμηματάρχες, β)...

γ)... δ)... . Σύμφωνα με το άρθρο 33 του ισχύοντος από 12-3-2001 νέου Κανονισμού Εργασίας της ως άνω Τράπεζας, ο οποίος καταρτίσθηκε κατά τις διατάξεις του Ν. 1876/1990, με την από 9-3-2001 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που συνήφθη μεταξύ των νόμιμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας και της συνδικαλιστικής οργανώσεως του προσωπικού του Συλλόγου Υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος, κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας με αριθμό 5| 12-3-2001 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (αρθρ. 2 παρ. 6, 7 παρ. 1 και 8 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), η σύμβαση εργασίας με το προσωπικό της Τράπεζας λύεται με τον θάνατο του υπαλλήλου, την έγγραφη παραίτηση του, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας και με καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο, σε κάθε περίπτωση δε η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας.

Επακολούθησε όμως η από 5-6-2002 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που καταρτίσθηκε μεταξύ της άνω Τράπεζας και του Συλλόγου Υπαλλήλων της Ε.Τ.Ε. και κατατέθηκε στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας στις 7-6-2002 με αριθμό 12/7-6-2002, με την οποία τροποποιήθηκε το ανωτέρω άρθρο 33 του νέου Κανονισμού, στο οποίο, σχετικά με τη λύση της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων της Τράπεζας, ορίζεται πλέον ότι "Σε κάθε περίπτωση η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας και 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας.

Σε περίπτωση κατά την οποία ο καταλαμβανόμενος από το όριο ηλικίας των 58 ετών δεν συμπληρώνει 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας, τότε η σύμβαση δεν λύνεται και παρατείνεται μέχρι τη συμπλήρωση 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας, με ανώτατο χρονικό όριο στην περίπτωση αυτή τη συμπλήρωση από τον υπάλληλο του 62ου έτους της ηλικίας του.".

Περαιτέρω, από το σύνολο των διατάξεων του Ν. 1876/1990 συνάγεται ότι, οι όροι εργασίας που ρυθμίζονται από ΣΣΕ, μπορούν να τροποποιηθούν με νεότερη ΣΣΕ, η οποία ρητά ή σιωπηρά αντικαθιστά προγενέστερη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται περί διαδοχής ΣΣΕ, όπου η νεότερη ΣΣΕ μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης ΣΣΕ τόσο υπέρ όσο και σε βάρος των εργαζομένων, καθόσον επί διαδοχής ΣΣΕ ισχύει η αρχή της διαδοχής τάξεων και δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, που προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, κατά την οποία οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους των ΣΣΕ είναι επικρατέστεροι εφόσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζομένους.

Μόνο εάν με την ατομική σύμβαση εργασίας συμφωνήθηκε ειδικά ότι οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ θα αποτελούν όρους της ατομικής αυτής συμβάσεως, ανεξαρτήτως του αν οι όροι αυτοί θα εξακολουθούν να έχουν κανονιστική ισχύ, τότε οι όροι αυτοί, εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό, δεν μπορούν να μεταβληθούν από νεότερη ΣΣΕ, η οποία περιέχει κανονιστικούς όρους δυσμενέστερους για το μισθωτό από εκείνους της καταργηθείσας ΣΣΕ.

Συνακόλουθα, οι ρυθμίσεις κανονισμών εργασίας, οι οποίοι ανήκουν στο δυνατό περιεχόμενο επιχειρησιακών ΣΣΕ (άρθρο 2 παρ. 6 ν. 1876/1990), μπορούν να συμπληρώνονται ή να συγκεκριμενοποιούνται με νεότερες ρυθμίσεις προερχόμενες από τις ίδιες ή και διαφορετικές πηγές. Αν πρόκειται για σχέση του κανονισμού με νεότερη ρύθμιση που προέρχεται από πηγή που ανήκει στην ίδια ιεραρχική βαθμίδα και ρυθμίζει διαφορετικά τα ίδια θέματα, τότε εφαρμόζεται η αρχή της διαδοχής των τάξεων, οπότε η νεότερη ρύθμιση διαδέχεται την παλαιότερη, ακόμη και αν είναι δυσμενέστερη εκείνης.

Τέλος, προς εναρμόνιση της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας με την οδηγία 91/553 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκδόθηκε το π.δ. 156/1994, με το οποίο επιβάλλεται σε κάθε εργοδότη η υποχρέωση να ενημερώνει τον εργαζόμενο σχετικά με τους όρους της σύμβασης ή της εργασιακής σχέσης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του ως άνω π.δ., η ενημέρωση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α) τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων, β) τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχείρησης ή τη διεύθυνση κατοικίας του εργοδότη, γ) τη θέση ή την ειδικότητα του εργαζομένου, τον βαθμό του, την κατηγορία της απασχόλησής του, καθώς και το αντικείμενο της εργασίας του, δ) την ημερομηνία της έναρξης της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας και τη διάρκεια αυτής, αν καταρτίζεται για ορισμένο χρόνο, ε) τη διάρκεια της αδείας με αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος, καθώς και τον τρόπο και χρόνο χορήγησης της, στ) το ύψος της αποζημίωσης που οφείλεται και τις προθεσμίες που πρέπει να τηρούν εργοδότης και εργαζόμενος, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, σε περίπτωση λύσεως της σύμβασης εργασίας με καταγγελία, ζ) τις πάσης φύσεως αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος και την περιοδικότητα καταβολής τους, η) τη διάρκεια της κανονικής ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης του εργαζομένου, θ) αναφορά της συλλογικής ρύθμισης που έχει εφαρμογή και καθορίζει τους ελάχιστους όρους αμοιβής του εργαζομένου.

Η πληροφόρηση για τα στοιχεία των περιπτώσεων ε', στ', ζ' και η' μπορεί να γίνεται και με παραπομπή στις ισχύουσες διατάξεις της Εργατικής Νομοθεσίας. Το παραπάνω π.δ. δεν έχει ως σκοπό να επιβάλλει στον εργοδότη οποιουδήποτε νέους όρους και συνθήκες εργασίας ή οποιαδήποτε μεταβολή των υφισταμένων, αλλά καθιερώνει απλά υποχρέωση του εργοδότη να ενημερώνει τον εργαζόμενο για τους ισχύοντες όρους και συνθήκες εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται είτε από τον νόμο είτε από την ατομική συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου.

Η υποχρέωση ενημέρωσης αφορά την ήδη υπάρχουσα νομική κατάσταση της σύμβασης ή της εργασιακής σχέσης και δεν δημιουργεί νέα κατάσταση ή νέα συμφωνία. Ενόψει αυτού, χωρίς την ύπαρξη ειδικής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, με την οποία να γίνεται ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης ΣΣΕ, μόνη η έγγραφη ενημέρωση του εργαζομένου, κατά τις διατάξεις του π.δ. 156/1994, για τις ισχύουσες κατά το χρόνο της ενημέρωσης συλλογικές ρυθμίσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ΣΣΕ που ενσωματώνει τον Οργανισμό Προσωπικού του εργοδότη, δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους της συγκεκριμένης ΣΣΕ και όρους της ατομικής σύμβασης του μισθωτού, αφού η ενημέρωση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόταση του εργοδότη για κατάρτιση συμβάσεως και συνεπώς δεν νοείται η κατάρτιση οιασδήποτε συμβάσεως με την από τους εργαζομένους αποδοχή της παραπάνω ενημέρωσης.

Με την εκτέλεση, δηλαδή, εκ μέρους του εργοδότη των όσων επιβάλλουν οι διατάξεις του π.δ. 156/1994, γίνεται απλώς ενημέρωση του εργαζομένου για τους ισχύοντες όρους , που διέπουν τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται ήδη από το νόμο και την ατομική σύμβαση, και δεν επέρχεται κάποια μεταβολή στη συγκεκριμένη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας από μόνη την ενέργεια αυτή, χωρίς να αποκλείεται με βάση της συγκεκριμένες περιστάσεις βούληση των μερών για ενσωμάτωση των όρων της συγκεκριμένης ΣΣΕ στην ατομική σύμβαση του εργαζομένου.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες προσλήφθηκαν από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία την 15-1-1965 και την 14-10-1963 αντίστοιχα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και υπηρέτησαν ως υπάλληλοι του Κλάδου Κυρίου Προσωπικού, τελικά δε προήχθησαν στον βαθμό του Διευθυντή ο πρώτος και Υποδιευθυντή ο δεύτερος και αποχώρησαν από την υπηρεσία την 1-1-2005.

Οι εργασιακές σχέσεις των αναιρεσειόντων ρυθμίζονταν αρχικά από τον Οργανισμό Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης και σύμφωνα με αυτόν οι αναιρεσείοντες θα αποχωρούσαν από την Υπηρεσία με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας των, δηλαδή την 1-1-2009. Ως εκ τούτου, εφόσον προβλεπόταν αυτοδίκαιη αποχώρηση από την υπηρεσία λόγω συμπληρώσεως του καθοριζόμενου ορίου ηλικίας, οι συμβάσεις τους ήταν ορισμένου χρόνου.

Οι αναιρεσείοντες επικαλούνται με την αγωγή τους ότι με την προσχώρησή τους στον Οργανισμό Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης ο προαναφερόμενος όρος περί αυτοδίκαιης λύσης των εργασιακών τους σχέσεων με την Τράπεζα με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας τους κατέστη και όρος της ατομικής τους σύμβασης εργασίας.

Ο παραπάνω Οργανισμός καταργήθηκε αναδρομικά από 12-3-2001, οπότε άρχισε να ισχύει ο νέος Κανονισμός Εργασίας του Προσωπικού της Τράπεζας, ο οποίος καταρτίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.1876/1990 με την από 9-3-2001 επιχειρησιακή ΣΣΕ, με το αρθρ. 33 του οποίου ορίσθηκε και πάλι ότι σε κάθε περίπτωση η λύση της συμβάσεως εργασίας του προσωπικού επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας.

Επακολούθησε όμως η από 5-6-2002 ΕΣΣΕ, με την οποία τροποποιήθηκε το άνω αρθρ.33 και με βάση τη νέα πλέον ρύθμιση η σύμβαση εργασίας των αναιρεσειόντων έληγε αυτοδικαίως την 1-1-2005, αφού τότε θα είχαν συμπληρώσει και οι δυό τους το 58ο έτος της ηλικίας τους (γεννήθηκαν το έτος 1946) και 39 έτη συντάξιμης υπηρεσίας ο καθένας.

Έτσι, η αναιρεσίβλητη με τα από 7-7-2004 και 15-7-2004 έγγραφά της, που κοινοποίησε αντιστοίχως στους αναιρεσείοντες κατά τις πιο πάνω ημερομηνίες, τους υπενθύμισε ότι οι συμβάσεις τους λήγουν την 1-1-2005, οπότε και αποχώρησαν. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, συνεχίζει το Εφετείο, η αποχώρηση των αναιρεσειόντων από την υπηρεσία τους λόγω λύσεως της σύμβασης εργασίας έγινε με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας τους και αφού είχαν ήδη συμπληρώσει 35 έτη υπηρεσίας ο καθένας, αφού εγκύρως με την από 5-6-2002 ΕΣΣΕ αντικαταστάθηκε το αρθρ.33 του (νέου) Κανονισμού εργασίας της αναιρεσίβλητης και μειώθηκε το προβλεπόμενο όριο ηλικίας για την αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως εργασίας των υπαλλήλων της από το 62ο έτος στο 58ο έτος.

Στην ένδικη περίπτωση, είπε το Εφετείο, δεν αποδείχθηκε ότι ο συγκεκριμένος κανονιστικός όρος του άρθρου 26 του προϊσχύσαντος Οργανισμού Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης ή του άρθρου 33 του νέου Κανονισμού που καταρτίσθηκε με την από 9-3-2001 ΕΣΣΕ, οι οποίοι όριζαν ως όριο της αυτοδίκαιης λύσης της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων της Τράπεζας το 62° έτος της ηλικίας τους, είχε καταστεί και όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων.

Έτσι, στις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από 27-8-1965 και 10-2-1964 έγγραφες συμβάσεις εργασίας των πρώτου και δεύτερου, αντιστοίχως, αυτών δεν περιέχεται ειδικώς η συμφωνία ότι το όριο ηλικίας από τη συμπλήρωση του οποίου λήγει αυτοδικαίως η σύμβαση εργασίας του υπαλλήλου είναι το 62° έτος, ούτε γίνεται σε αυτές ρητή παραπομπή στο άρθρο 26 του τότε ισχύοντος Οργανισμού της αναιρεσίβλητης που προέβλεπε ως όριο ηλικίας το 62° έτος.

Ούτε αποδείχθηκε ότι πριν ή μετά την κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων καταρτίσθηκε μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων άλλη ατομική, γραπτή ή προφορική σύμβαση για την ενσωμάτωση των κανονιστικών όρων του ως άνω Οργανισμού στην ατομική σύμβαση εργασίας των αναιρεσειόντων. Ισχυρίζονται περαιτέρω οι τελευταίοι ότι ο όρος του προϊσχύσαντος Οργανισμού περί αυτοδίκαιης λύσης της εργασιακής τους σχέσης με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας τους, κατέστη όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους, με την έγγραφη γνωστοποίηση σε αυτούς των ουσιωδών όρων των ατομικών συμβάσεων τους, σύμφωνα με το π.δ. 158/1994 και την αποδοχή εκ μέρους τους των πιο πάνω όρων, στους οποίους περιλαμβανόταν και η διάρκεια των ορισμένου χρόνου συμβάσεών τους, με τη ρητή παραπομπή στο άρθρο 26 του παραπάνω προϊσχύσαντος Οργανισμού.

Σύμφωνα όμως και με τη αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αν δεν υφίσταται αυτόματη ενσωμάτωση των όρων του Κανονισμού Εργασίας στην ατομική σύμβαση εργασίας ή αν δεν υφίσταται ειδική και ρητή συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού με την οποία να γίνεται ρητή παραπομπή σε συγκεκριμένο Κανονισμό Εργασίας ή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης ΣΣΕ, μόνη η έγγραφη ενημέρωση του εργαζομένου, κατά τις διατάξεις του π.δ. 156/1994, για τις ισχύουσες κατά τον χρόνο της ενημέρωσης ρυθμίσεις και η αποδοχή αυτών, δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους του ισχύοντος Κανονισμού Εργασίας ή συγκεκριμένης ΣΣΕ και όρους της ατομικής σύμβασης του μισθωτού.

Εξάλλου, συνεχίζει το Εφετείο, ούτε και ο όρος 33 του νέου Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης, που καταρτίσθηκε, όπως προαναφέρθηκε με την από 9-3-2001 ΕΣΣΕ, κατέστη όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων, αφού

οι κανονιστικές διατάξεις του καταρτισθέντος με Συλλογική Σύμβαση Κανονισμού δεν ενσωματώνονται εκ του νόμου σε αυτή αλλά επενεργούν, όπως προαναφέρθηκε, έξωθεν, έχοντας άμεση και αναγκαστική ισχύ επί των ατομικών συμβάσεων εργασίας, ενώ δεν αποδείχθηκε και η ύπαρξη σχετικής ειδικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων.

Ενόψει των ανωτέρω, λοιπόν, μετά την ως άνω αντικατάσταση του άρθρου 33 του Κανονισμού της αναιρεσίβλητης έπαυσε η ισχύς του σχετικού κανονιστικού όρου που καθόριζε ως όριο της αυτοδίκαιης λύσης της σύμβασης εργασίας των υπαλλήλων της Τράπεζας το 62° έτος της ηλικίας τους και επομένως, οι ατομικές συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων, εφόσον δεν είχε ειδικά συμφωνηθεί η λύση αυτών με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας τους, κατελήφθησαν πλέον από τη νέα ρύθμιση της από 5-8-2002 ΕΣΣΕ, με την οποία το ανωτέρω όριο μειώθηκε στο 58° έτος.

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε αποφανθεί ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρθρ.680 παρ.2 του ΑΚ, 7 παρ.2 του Ν.1876/1990, 3 του Π.Δ.156/1994 και 3 της Οδηγίας 91/533 ΕΟΚ, διέλαβε δε στην απόφαση του πλήρεις επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαία η ειδικότερη επισήμανση του γεγονότος ότι οι αναιρεσείοντες επέστρεφαν υπογεγραμμένα στην αναιρεσίβλητη τα έγγραφα γνωστοποίησης των ουσιωδών όρων, ούτε υπάρχει αντίφαση στην παραδοχή του Εφετείου ότι δεν καταρτίσθηκε ειδική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για την ισχύ του αρθρ.26 του Οργανισμού Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης στις συμβάσεις των αναιρεσειόντων και στην παραδοχή ότι οι τελευταίοι ισχυρίζονται ότι ο όρος περί αυτοδίκαιης λύσης των εργασιακών τους σχέσεων με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας τους κατέστη και όρος της ατομικής τους σύμβασης εργασίας με τη γνωστοποίηση σε αυτούς των εγγράφων περί των ουσιωδών όρων των ατομικών τους συμβάσεων, αφού όπως είχε προεκτεθεί, η εν λόγω ενημέρωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόταση του εργοδότη για κατάρτιση συμβάσεως και κατά συνέπεια δεν νοείται η κατάρτιση οποιασδήποτε συμβάσεως με την από τους εργαζομένους αποδοχή της πιο πάνω γνωστοποίησης.

Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως από το αρθρ.559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, κατά το αρθρ.559 αρ.1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών που περιέχονται στα αρθρ.173 και 200 του ΑΚ, όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των διακιοπρακτούτων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε μεταξύ άλλων ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο κανονιστικός όρος του αρθρ.26 του προϊσχύσαντος Κανονισμού Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης ή του άρθρ.33 του νέου Κανονισμού που καταρτίσθηκε με την από 9-3-2001 ΕΣΣΕ, που ορίζουν ως όριο της αυτοδίκαιης λύσης της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας το 62ο έτος της ηλικίας τους, είχε καταστεί και όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων.

Έτσι, στις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από 27-8-1965 και 10-2-1964 έγγραφες συμβάσεις εργασίας των πρώτου και δεύτερου αντιστοίχως των αναιρεσειόντων δεν περιέχεται ειδικώς η συμφωνία ότι το όριο ηλικίας από τη συμπλήρωση του οποίου λήγει αυτοδικαίως η σύμβαση εργασίας του υπαλλήλου είναι το 62ο έτος ούτε γίνεται σε αυτές παραπομπή στο αρθρ.26 του τότε ισχύοντος Οργανισμού της αναιρεσίβλητης, που πρόβλεπε ως όριο ηλικίας το 62ο έτος.

Ούτε αποδείχθηκε ότι πριν ή μετά την κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων καταρτίσθηκε μεταξύ των άνω συμβαλλομένων άλλη ατομική, γραπτή ή προφορική σύμβαση για την ενσωμάτωση των κανονιστικών όρων του Οργανισμού στην ατομική σύμβαση εργασίας των αναιρεσειόντων. Οι τελευταίοι, συνεχίζει το Εφετείο, ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ο όρος του προϊσχύσαντος Οργανισμού περί αυτοδίκαιης λύσης της εργασιακής τους σχέσης με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας τους, κατέστη όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους, σύμφωνα με το ΠΔ 156/1994 και την αποδοχή εκ μέρους τους των πιο πάνω όρων, στους οποίους περιλαμβανόταν και η διάρκεια των ορισμένου χρόνου συμβάσεών τους, με τη ρητή παραπομπή στο αρθρ.26 του πιο πάνω προϊσχύσαντος Οργανισμού.

Μόνη η έγγραφη ενημέρωση των εργαζομένων όμως κατά τις διατάξεις του ΠΔ 156/1994, για τους ισχύοντες κατά τον χρόνο της ενημέρωσης ρυθμίσεις και η αποδοχή αυτών από τους εργαζόμενους δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους του ισχύοντος Κανονισμού Εργασίας ή συγκεκριμένης ΣΣΕ και όρους της ατομικής σύμβασης του μισθωτού.

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας ως προς τη φύση του περιεχομένου των εγγράφων που η αναιρεσίβλητη απέστειλε στους αναιρεσείοντες, δεχόμενο ότι με αυτά γνωστοποιούσε στους εργαζομένους τους ουσιώδεις όρους των ατομικών τους συμβάσεων, όπως υποχρεούτο από τις διατάξεις του ΠΔ 156/1994 και ότι η εκ μέρους των τελευταίων αποδοχή των πιο πάνω όρων δεν συνιστούσε ειδική συμφωνία περί ενσωμάτωσης του συγκεκριμένου όρου του αρθρ.26 του Κανονισμού, ως προς την αυτοδίκαιη λύση της εργασιακής σχέσεως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας τους, στην ατομική σύμβαση εργασίας αυτών.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το αρθρ.559 αρ.1 του ΚΠολΔ, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στο Εφετείο πλημμέλεια της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά ο αυτός λόγος αναιρέσεως από το αρθρ.559 αρ.19 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες πλημμέλειες, με την επίφαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, γιατί δεν γίνεται αναφορά στο περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων, από το οποίο προέκυπτε ειδική συμφωνία των διαδίκων για την ισχύ συγκεκριμένου κανονιστικού όρου, ήτοι του άρθρου 26 του Οργανισμού εργασίας του αναιρεσιβλήτου, είτε συνιστούν επιχειρήματα είτε πλήττουν την ανελεγκτή περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Επειδή, παραμόρφωση εγγράφων που ιδρύει τον από τον αρ.20 του αρθρ.559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που προκύπτει από το περιεχόμενό του ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία ενός πραγματικού γεγονότος, δηλαδή όταν υπήρξε λανθασμένη "ανάγνωση" του κειμένου του εγγράφου ή παράλειψη αναγνώσεως κρίσιμων φράσεων αυτού.

Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση με την πιο πάνω έννοια όταν το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου καταλήγει, έστω και εσφαλμένα, σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπογεγραμμένων από τους αναιρεσείοντες εγγράφων με τα οποία η αναιρεσίβλητη τους είχε γνωστοποιήσει τους ουσιώδεις όρους εργασίας τους, καθόσον χαρακτήρισε αυτά ως απλά ενημερωτικά έγγραφα, χωρίς να παραθέσει ή να αναφέρει τα ουσιωδέστερα στοιχεία τους, όπως είναι η ημερομηνία σύνταξής τους, η αποστολή αυτών εις διπλούν και η υπογραφή τους από τους αναιρεσείοντες, κατ'επιλογή της αναιρεσίβλητης και ιδίως η ρητή και συγκεκριμένη παραπομπή στο αρθρ.26 του Οργανισμού Υπηρεσίας περί του ορίου ηλικίας για αυτοδίκαιη αποχώρηση από την υπηρεσία, έτσι δε κατέληξε στην απόρριψη της έφεσής τους και του βασικού αγωγικού ισχυρισμού τους περί υπάρξεως συμφωνίας των διαδίκων για την ισχύ του αρθρ.26 στην εργασιακή τους σχέση.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι η προβαλλόμενη παραμόρφωση αφορά το πόρισμα στο οποίο το Δικαστήριο μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου των εγγράφων κατέληξε και το οποίο κατά τους αναιρεσείοντες είναι εσφαλμένο και επομένως συνιστά αιτίαση που ανάγεται στην ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.

Επειδή, ο εκ του αρθρ.559 αρ.8 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο (ΑΠ (Ολ) 3/1997).

Δεν αποτελούν πράγματα αρνητικοί ισχυρισμοί ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ (Ολ) 25/2003). "Πράγμα" αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΑΠ (Ολ) 25/2003). Δεν ιδρύει όμως τον λόγο αυτό αναιρέσεως η παράλειψη του εφετείου να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο, αόριστο ή αλυσιτελή, αφού οι ισχυρισμοί αυτοί, μη ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι επουσιώδεις και δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια του αριθμού 8 (ΑΠ (Ολ) 40/1998).

Επίσης, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη τον ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ (Ολ) 12/1991), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση έχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό (ΑΠ (Ολ)11/1996). Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ.9γ του αρθρ.559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.

Δεν ιδρύεται όμως ο αναιρετικός αυτός λόγος αν το απορριφθέν σιωπηρά αίτημα κατά του πιο πάνω έννοια ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή μη νόμιμο ή αλυσιτελές.

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, ισχυρίσθηκαν με επικουρική βάση ότι η αναιρεσίβλητη προέβη στη μείωση του ορίου ηλικίας κατά κατάχρηση της ελευθερίας της για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας, αφού α)ο μόνος λόγος συνάψεως της από 5-6-2002 ΣΣΕ ήταν η ολοκλήρωση της μεθόδευσης της πρόωρης λύσης της συμβάσεως εργασίας των καταστρατηγώντας τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, β)η συγκεκριμένη ρύθμιση παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, καθόσον ελάχιστοι υπάλληλοι αποχώρησαν από την υπηρεσία, ενώ η αναιρεσίβλητη θα μπορούσε αν επιτύχει την απομάκρυνση περισσοτέρων με την εφαρμογή της εθελούσιας εξόδου, γ)η θέσπιση του 58ου έτους ως ορίου ηλικίας είναι πρόχειρη, μακροοικονομικά επιζήμια και οι εγγενείς αδυναμίες της ρύθμισης αυτής θα οδηγήσουν σύντομα στην αντικατάστασή της και δ)με την ως άνω ρύθμιση ματαιώνεται το νόμιμο δικαίωμα προσδοκίας που είχαν για συνταξιοδότηση με τη συμπλήρωση του 62ου έτους (την 1-1-2009), το οποίο θεμελιώνεται στις ατομικές συμβάσεις εργασίας των και το αρθρ.33 του Κανονισμού πριν από την παράνομη και καταχρηστική τροποποίησή του και απολαμβάνει της προστασίας που παρέχεται από τα αρθρ.17 του Συντ.

και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν (και) την επικουρική βάση της αγωγής και οι αναιρεσείοντες άσκησαν κατά της αποφάσεως αυτής έφεση. Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που έχουν εκτεθεί αναλυτικά παραπάνω, προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων χωρίς να παραβλέψει τον ισχυρισμό των τελευταίων (επικουρική βάση της αγωγής), που αποτελούσε και λόγο εφέσεως ότι η σύναψη της από 5-6-2002 ΣΣΕ εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ήταν καταχρηστική, αφού τον απέρριψε εκ του πράγματος, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.

Ειδικότερα, δέχθηκε ότι το προβλεπόμενο από το αρθρ.26 του Κανονισμού όριο λύσης της συμβάσεως εργασίας με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας των εργαζομένων δεν είχε καταστεί όρος των ατομικών τους συμβάσεων. Η κατάφαση της παραδοχής αυτής αποτελούσε το θεμέλιο της επικουρικής βάσης της αγωγής των, αφού οι επικαλούμενες αντίθετες προς τα κριτήρια του αρθρ.281 του ΑΚ ενέργειες της αναιρεσίβλητης δια της συνάψεως διαδοχικών ΣΣΕ κατά τα έτη 2001 και 2002 αποσκοπούσαν στην "εξουδετέρωση" του όρου αυτού.

Εφόσον όμως το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι δεν υπήρχε συμφωνημένος όρος στις ατομικές συμβάσεις εργασίας περί λύσεως της εργασιακής σχέσεως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας των αναιρεσειόντων, συνδυαζόμενα με της παραδοχές ότι η νεότερη ΣΣΕ τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης ακόμη και σε βάρος των εργαζομένων, τα υπόλοιπα περιστατικά περί καταστρατηγήσεως των διατάξεων του Ν.1876/1990, παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας και ματαίωσης νόμιμης προσδοκίας δικαιώματος, που απέβησαν σε βάρος ελάχιστων κυρίως ανώτατων και απολύτως επιτυχημένων στελεχών, όπως οι αναιρεσείοντες, αλυσιτελώς προβάλλονται, διότι δεν είναι ικανά στη συγκεκριμένη περίπτωση να θεμελιώσουν καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.

Επομένως, το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να λάβει υπόψη ισχυρισμό, με την έννοια του πράγματος που προαναφέρθηκε, ούτε παρέλειψε να αποφανθεί επί αγωγικού αιτήματος, που ορθώς απέρριψε, έστω και σιωπηρά, και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως περί πλημμελειών της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αρ.8 και 9 του αρθρ.559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-11-2008 αίτηση του Ν. Τ. και Π. Γ. για αναίρεση της 3597/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ