Supreme Court allows appeal against first instance dismissal of unpaid wages due to employer delay.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a first-instance judgment dismissing claims for unpaid wages due to employer delay. The lower court rejected the claim because it found the quarry ceased operations on March 5, 2004, but failed to determine whether this cessation was due to the employer's fault or force majeure. The court ruled that the first-instance judgment contained contradictory reasoning regarding the employer's liability and the legal basis for the cessation of work, violating procedural rules. Consequently, the Supreme Court annulled the first-instance decision and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 656, 349, and 350 of the Civil Code; The employer is in delay when the employee offers work and the employer refuses or is unable to accept it without force majeure; a judgment is void if it contains contradictory reasoning regarding the cause of the employer's inability to accept work, preventing effective judicial review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1587 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1587/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)..., 2)...., 3)...., 4)...., 5)..., ατομικώς - προσωπικώς και ως εξ αδιαθέτου, κατά ποσοστό 1/3, κληρονόμου του κατά την 21-2-2007 αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου - αμφιθαλούς αδελφού του, ..., 6)...., ατομικώς - προσωπικώς και ως εξ αδιαθέτου, κατά ποσοστό 1/3, κληρονόμου του κατά την 21-2-2007 αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου - αμφιθαλούς αδελφού του, ..., 7)..., ατομικώς - προσωπικώς και ως εξ αδιαθέτου, κατά το ποσοστό 1/3, κληρονόμου του κατά την 21-2-2007 αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου - αμφιθαλούς αδελφού της, ... όλων κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Καραβίδα.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΙΘΩΝ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα, διατηρεί εργοτάξιο - λατομείο στο Αερινό Νομού Μαγνησίας (θέση Γκέκας) και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πρόδρομο Παναγιωτακόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου.
Εκδόθηκε η 42/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-9-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 14-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή της ένδικης αναίρεσης, κατά το σκεπτικό. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 656 ΑΚ,όταν ο εργοδότης είναι υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή όταν,για λόγους,που αφορούν σ' αυτόν και δεν οφείλονται σε ανωτέρα βία,αδυνατεί να δεχθεί την εργασία, ο μισθωτός δικαιούται να ζητήσει τον μισθό του,χωρίς να είναι υποχρεωμένος να προσφέρει την εργασία του σε άλλον χρόνο.
Από τη διάταξη αυτή,σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 349 και 350 του ΑΚ, προκύπτει ότι ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία,όταν ο μισθωτός προσφέρει πραγματικά, με τον προσήκοντα τρόπο την εργασία του και αυτός δεν τη δέχεται ή δηλώνει ότι δεν τη δέχεται, με συνέπεια να υποχρεούται στην καταβολή του μισθού σ' αυτόν (μισθωτό).
Υποχρέωση, εξάλλου, του εργοδότη, να καταβάλει τον μισθό υπάρχει και σε περίπτωση αδυναμίας του να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού,όταν η αδυναμία αυτή ανάγεται όχι μόνο σε πταίσμα του,αλλά και όταν οφείλεται σε τυχαία περιστατικά, που τον αφορούν και σχετίζονται με τη σφαίρα των συνθηκών,που μπορεί να ελέγχει ή τους γενικότερους ή ειδικότερους κινδύνους της πορείας και λειτουργίας της επιχειρήσεως και εκμεταλλεύσεώς του.
Ο εργοδότης απαλλάσσεται μόνον αν η αδυναμία του (για αποδοχή της εργασίας) οφείλεται σε ανωτέρα βία. Ανώτερη βία υπάρχει,όταν η ενέργεια του υποχρέου εμποδίζεται από τυχηρό και απρόβλεπτο γεγονός,το οποίο ήταν αδύνατο να αποτραπεί,με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, "τυχηρό" δε είναι το γεγονός, το οποίο δεν οφείλεται σε πταίσμα του υποχρέου και δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί,αλλά μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης του εργοδότη,ώστε να μην επέλθει η αδυναμία παροχής της εργασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου, με την υπ' αριθμ. 42|2005 οριστική και ήδη, κατά την άσκηση της ένδικης αναίρεσης, τελεσίδικη απόφασή του (η προς την αναιρεσίβλητη-εναγομένη επίδοση της οποίας έλαβε χώρα την 15-6-2007, η ένδικη δε αίτηση κατατέθηκε την 13-9-2007, χωρίς να έχει ασκηθεί μέσα στην σχετική προθεσμία, έφεση εναντίον της- βλ.
το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό της αρμόδιας Γραμματέως Πρωτοδικείου Βόλου) δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, τα εξής: Ότι η εναγομένη εταιρία "ΑΙΘΩΝ ΑΕ" διατηρεί λατομείο παραγωγής σκληρών αδρανών υλικών στην περιοχή ... και ότι, με τις αναφερόμενες στην αγωγή συμβάσεις αορίστου χρόνου,προσέλαβε τους ενάγοντες,προκειμένου να εργασθούν σ'αυτό,ως ανειδίκευτοι εργάτες.
Ότι οι ενάγοντες προσέφεραν ανελλιπώς την εργασία τους μέχρι την 29-12-2003,οπότε η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τις συμβάσεις τους,καταβάλλοντας τη νόμιμη αποζημίωση. Ότι, ύστερα από έρευνα και μελέτη του Ινστιτούτου Γεωλογικών Μελετών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΙΓΜΕ), που κοινοποιήθηκε (η μελέτη)στην εναγομένη τον Νοέμβριο του 2003,διαπιστώθηκε σε δείγματα από πετρώματα του ως άνω λατομείου η ύπαρξη ινομόρφου ορυκτού τρεμολιθικού αμιάντου, σε ποσοστό 20%,,πράγμα το οποίο ήταν δυνατόν να αποτελέσει κίνδυνο, για την υγεία των εργαζομένων.Μετά από αυτά η Επιθεώρηση Μεταλλείων του Υπουργείου Ανάπτυξης, με το από 24-12-2003 έγγραφό της,κάλεσε την εναγομένη να λάβει μέτρα, για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων (καθώς και των περιοίκων).
Ότι,τον μήνα Νοέμβριο του 2003, οπότε και είχε γίνει γνωστό ευρύτερα το ως άνω πρόβλημα, η εναγομένη έστειλε τους εργαζομένους της, (μεταξύ των οποίων ήταν και οι ενάγοντες) στο Γενικό Νοσοκομείο Βόλου, για εξετάσεις και, κατά τους ισχυρισμούς της, έλαβε τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας,ήτοι εφοδιασμός με κράνη,φόρμες εργασίας και γάντια,πλην τα μέτρα αυτά δεν κρίθηκαν ικανά,ενόψει και των σοβαρών επιπτώσεων,που ενδέχεται να έχει η επαφή με αμίαντο, για την υγεία των εργαζομένων (πρόκληση καρκίνου των πνευμόνων),με συνέπεια,με την υπ' αριθμ....
απόφαση της Επιθεώρησης Μεταλλείων Νοτίου Ελλάδος, να απαγορευθεί προσωρινά η εκμετάλλευση του λατομείου της εναγομένης. Περαιτέρω, δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση,ότι οι ενάγοντες είχαν διαμαρτυρηθεί στους νομίμους εκπροσώπους της εναγομένης, για τους κινδύνους, της υγείας τους,που εγκυμονούσε η λειτουργία του εν λόγω λατομείου της και τους ζήτησαν να απέχουν από την εργασία τους,μέχρι να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας.
Οι τελευταίοι (νόμιμοι εκπρόσωποι) τους υπέδειξαν στις 1-12-2003 να ζητήσουν άδεια άνευ αποδοχών,για δυο μήνες,προκειμένου να αποφύγουν την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών,που σε περίπτωση αποχής από την εργασία θα όφειλαν,καθώς δεν συνέτρεχε περίπτωση υπαιτιότητάς τους,για μη παροχή εργασίας. Ότι οι ενάγοντες προέβησαν στην ενέργεια αυτή όχι από ελεύθερη βούλησή τους,αλλά κάτω από την εκβιαστική πίεση της εργοδότριάς τους-εναγομένης.
Για τον λόγο αυτόν,την 2-12-2003 προσέφυγαν στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας και σε συνάντησή τους, με εκπροσώπους της εναγομένης την 9-12-2003 ανακάλεσαν τις ως άνω δηλώσεις τους και δήλωσαν ότι διακόπτουν την εργασία τους,μέχρις ότου η εργοδότρια εταιρία λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα,για την εξάλειψη κάθε κινδύνου,για την υγεία τους,ασκώντας έτσι νόμιμα το δικαίωμα επισχέσεως εργασίας.
Στη συνέχεια, με την από 18-12-2003 εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή της, η εναγομένη κάλεσε τους εργαζομένους στο ως άνω λατομείο της,να προσέλθουν,για εργασία την 22-12-2003 και ώρα 07.00', για το λόγο ότι (όπως δήλωνε) σύμφωνα με μελέτη της εταιρίας "ΓΕΝΙΚΗ ΕΞ.Υ.Π.Π.ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΕ",δεν υφίστανται ίνες αμιάντου στο λατομείο της.
Οι ενάγοντες ,όμως, δεν προσήλθαν να εργασθούν,καθόσον,όπως δέχθηκε η απόφαση, οι φόβοι για την υγεία τους,κατά τα άνω, δεν είχαν εξαλειφθεί και νόμιμα εξακολουθούσαν να ασκούν επίσχεση εργασίας και ότι, η εναγομένη εξακολουθούσε να είναι υπερήμερη,ως προς την εκπλήρωση της παρεπόμενης υποχρέωσής της,από τις επίδικες συμβάσεις εργασίας, για προστασία της υγείας αυτών (εργαζομένων), καθόσον "δικαιολογημένα οι ενάγοντες δεν πείσθηκαν στις διαβεβαιώσεις της εναγομένης.βάσει έρευνας,από μια ιδιωτική εταιρία,τη στιγμή που οι μελέτες από αντικειμενικά έγκριτους φορείς (ΙΓΜΕ) έκαναν λόγο για ύπαρξη αμιάντου,πέρα από το επιτρεπόμενο όριο".
Στη συνέχεια, το δικαστήριο δέχθηκε ότι η,κατά τα άνω, απόλυση των εναγόντων οφειλόταν σε κακοβουλία και σε αισθήματα εκδίκησης των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης, απέναντι στους εργαζομένους, που είχαν τολμήσει να διαμαρτυρηθούν για τα προβλήματα (κίνδυνος υγείας),που αντιμετώπιζαν στην εργασία τους" και ότι, επομένως αυτή ήταν άκυρη, αναγνωρίζοντας, περαιτέρω, ότι η εναγομένη, με το να μη δέχεται την εργασία των εναγόντων, κατέστη υπερήμερη από 19-12-2003 (ημέρα της καταγγελίας).
Περαιτέρω, όμως, το δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι "δεδομένου ότι από 5|3|2004 (από παραδρομή αναγράφεται "1999") έπαυσε η λειτουργία του λατομείου της εναγομένης,στο οποίο εργάζονταν οι ενάγοντες,πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα τα αιτήματα της αγωγής για επιδίκαση μισθών υπερημερίας από 5|3 έως 17|3|2004 και περί υποχρέωσής της να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και ως άνευ αντικειμένου το αίτημα για απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της εναγομένης, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης,που θα εκδοθεί".
Στη συνέχεια, το δικαστήριο, επιδίκασε στους ενάγοντες μισθούς υπερημερίας,για το χρονικό διάστημα από 29-12-2003 μέχρι 4-3-2004,τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά. Έτσι,όμως,που εκρινε το δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του,απορρίπτοντας το αίτημα των εναγόντων , για καταβολή μισθών υπερημερίας από 5-3-2004 και μετά (επειδή έπαυσε να λειτουργεί η ως άνω επιχείρησή της) καθώς και το αίτημα να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, διέλαβε το μεν ανεπαρκείς , το δε αντιφατικές, ως προς το ζήτημα αυτό, αιτιολογίες, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος αυτής, ως προς την ορθότητα του σχετικού δικανικού συμπεράσματός της.
Συγκεκριμένα, η απόφαση δέχεται ότι από 5-3-2004 έπαυσε η λειτουργία του ως άνω λατομείου της εναγομένης και ότι, εκ του λόγου (και μόνον) τούτου,έπαυσε να είναι υπερήμερη, περί την αποδοχή της εργασίας των εναγόντων χωρίς, όμως, να αναφέρεται, αν η αδυναμία αυτή αποδοχής της εργασίας των εναγόντων οφειλόταν ή όχι σε πταίσμα της και ειδικότερα, αν για την παύση της λειτουργίας του λατομείου της υπήρχε ή όχι,ευθύνη της και αν η αδυναμία της αυτή (για αποδοχή της εργασίας των εναγόντων) οφειλόταν σε ανωτέρα βία (κατά την ανωτέρω έννοια αυτής) της εναγομένης,αναφέροντας και τα σχετικά πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν αυτή.
Επίσης η απόφαση περιέχει αντιφατικές, ως προς το ζήτημα αυτό, αιτιολογίες, δοθέντος ότι, ενώ δέχεται, κατά τα ανωτέρω, ότι α) δεν συντρέχει περίπτωση υπερημερίας των εναγόντων,περί την παροχή της εργασίας τους, β)ότι διαπιστώθηκε ύπαρξη αμιάντου,σε επικίνδυνο για την υγεία των εργαζομένων, βαθμό,στα πετρώματα του λατομείου της εναγομένης,πράγμα το οποίο είχε ως συνέπεια το (προσωρινό )κλείσιμο από την αρμόδια κρατική υπηρεσία, του εν λόγω λατομείου και γ) ότι η εναγομένη, ήταν υπόχρεη, για άρση του λόγου της υπερημερίας, της, με την άρση του λόγου,που επέβαλε το κλείσιμο του λατομείου της και ο οποίος (λόγος) εξακολουθούσε να υπάρχει, εντούτοις, δέχεται στη συνέχεια, ότι η υπερημερία της αυτή ήρθη εκ μόνου του λόγου ότι έπαυσε η λειτουργία του ως άνω λατομείου της,με απόφαση της αρμόδιας Υπηρεσίας του Δημοσίου .
Έτσι,όμως,που έκρινε το δικαστήριο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 περ.19 Κ.Πολ.Δικ.,όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες με το σύνολο των λόγων της ένδικης αναίρεσής τους και, συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αφορά την ανωτέρω κρίση της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προ εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή (580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).
Τέλος, η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 42|2005 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό οριζόμενα,
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, εκ χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ