Supreme Court allows appeal against second instance decision for failure to consider admissible sworn testimony.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court granted the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision to reject an admissible sworn affidavit. The appellants argued that the lower court improperly excluded their sworn testimony because it failed to explicitly record the oath-taking procedure required by law. The Court ruled that the lower court erred by not considering this valid evidence, constituting a procedural violation under Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 408(1), 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure: The failure to explicitly record the specific oath-taking procedure in a sworn affidavit does not render the evidence inadmissible if the document clearly indicates that an oath was administered.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1586 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1586/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ιωάννη Αποστολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Λ. του Γ., κατοίκου ... και 2) V. G. του S., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Παπαδοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Φ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κογκαλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 86/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-11-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι, με την από 10-6-2019 (υπ' αριθ. 39/2019 έκθεσης κατάθεσης) αγωγή, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν ότι δυνάμει άτυπης σύμβασης, που συνήψαν με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, τον Μάρτιο του έτους 2014, συνέστησαν αφανή εταιρία αορίστου χρόνου, με εμφανή εταίρο την αναιρεσίβλητη και σκοπό τις κατασκευαστικές εργασίες, με την ειδικότερη συμφωνία ότι το ποσοστό συμμετοχής του κάθε εταίρου στα κέρδη και τις ζημίες της εταιρίας θα ανέρχεται σε 1/3.
Ότι η εισφορά τους, ορίστηκε αφενός μεν στο ποσό των 2.700 ευρώ για τον καθένα από αυτούς, την οποία κατέβαλαν στην αναιρεσίβλητη, αφετέρου δε στην προσφορά της προσωπικής τους εργασίας. Βάσει των περιστατικών αυτών, οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες), ισχυριζόμενοι ότι, από τον Σεπτέμβριο του έτους 2016, η αναιρεσίβλητη (εναγομένη) έπαυσε να τους ανακοινώνει λογαριασμό σχετικά με τα οικονομικά στοιχεία της προαναφερθείσας εταιρίας και να διανέμει τα κέρδη αυτής, με συνέπεια να αναγκαστούν να την καταγγείλουν στις 4-4-2019, ζήτησαν:
α) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη (εναγομένη) σε λογοδοσία και να ανακοινώσει λογαριασμό που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων της ως άνω εταιρίας, με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, β) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον καθένα από αυτούς (αναιρεσείοντες) το 1/3 του καταλοίπου του ως άνω λογαριασμού, νομιμοτόκως, από το Μάρτιο του έτους 2014, άλλως από την 1-9-2016 μέχρι και την καταγγελία της εταιρίας αυτής και γ) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς (αναιρεσείοντες) το ποσό των 2.700 ευρώ, που αντιστοιχεί στη χρηματική εισφορά τους ή την αξία των κινητών πραγμάτων που αγοράστηκαν με αυτήν.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 35/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία, αφού απορρίφθηκε κατά ένα μέρος το ως άνω αίτημα για παροχή λογοδοσίας, όσον αφορά το χρονικό διάστημα από το Μάρτιο του έτους 2014 έως την 31-8-2016, ως απαράδεκτο λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων (εναγόντων), καθώς και το ως άνω αίτημα για καταβολή σε καθέναν από αυτούς (ενάγοντες) του ποσού των 2.700 ευρώ, ως νομικά αβάσιμο, κατά τα λοιπά, έγινε δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη (εναγομένη), με την απειλή χρηματικής ποινής τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ υπέρ κάθε ενάγοντος και προσωπικής κράτησης διάρκειας δύο (2) μηνών, να καταθέσει στη Γραμματεία του ανωτέρω Δικαστηρίου, εντός προθεσμίας τριών μηνών από την επίδοση της απόφασης, λογαριασμό, που να περιέχει πλήρη αντιπαράθεση των εσόδων και εξόδων, της μεταξύ των διαδίκων συσταθείσας αφανούς εταιρίας, κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2016 έως 4-4-2019 (λύση της εταιρίας), καθώς και το προκύπτον κατάλοιπο από την εν λόγω αντιπαράθεση, επισυνάπτοντας συγχρόνως και τα απαιτούμενα προς απόδειξη των καταχωρηθέντων στο λογαριασμό κονδυλίων δικαιολογητικά έγγραφα.
Επιπροσθέτως, το ανωτέρω Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφασίσει για το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής περί καταβολής του τυχόν προκύψαντος υπέρ των αναιρεσειόντων (εναγόντων) καταλοίπου της ως άνω διαχείρισης, ενώ για την περίπτωση που η αναιρεσίβλητη (εναγόμενη) δεν θα συμμορφωνόταν στην ως άνω υποχρέωσή της, την καταδίκασε στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων (εναγόντων), ποσού 600,00 ευρώ.
Επίσης, επί της ασκηθείσας από την αναιρεσίβλητη (εναγομένη) εφέσεως κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης υπ' αριθ. 86/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία, αφού έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση, εξαφανίσθηκε η ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση και κρατήθηκε προς εκδίκαση η εν λόγω υπόθεση, απορρίφθηκε η ως άνω αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση επιδόθηκε στις 31-10-2022 (βλ. τη σχετική σημείωση επί του αντιγράφου της αναιρεσιβαλόμενης αποφάσεως του δικαστικού επιμελητή Κ. Γ.) και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 29-11-2022 (βλ. την υπ' αριθ. 73/29-11-2022 έκθεση κατάθεσης), επιπροσθέτως, καταβλήθηκε το αντίστοιχο παράβολο (άρθρα 20, 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). I. Από τις διατάξεις των άρθρων 474 και 477 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απόφαση που διατάζει λογοδοσία και τάσσει προθεσμία από την επίδοσή της για την κατάθεση του λογαριασμού, αν μέσα στην τασσόμενη αυτή προθεσμία δεν κατατεθεί ο λογαριασμός, γίνεται οριστική ως προς την υποχρέωση της λογοδοσίας, υποκείμενη έκτοτε σε έφεση, κατά το άρθρο 513 παρ. 1 περ.
β' του ΚΠολΔ. Η επίδοση της αποφάσεως που γίνεται εις εκτέλεση της σχετικής, ως άνω, επιταγής του δικαστηρίου κινεί την τασσόμενη για την κατάθεση του λογαριασμού προθεσμία και μόνον, όχι δε και την κατά το άρθρο 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ προθεσμία των τριάντα ή εξήντα ημερών από την επίδοση της απόφασής για την άσκηση της εφέσεως.
Η τελευταία αυτή (για την άσκηση της εφέσεως) προθεσμία αρχίζει από την νέα, μετά την άπρακτη παρέλευση της ταχθείσης προθεσμίας, επίδοση της αποφάσεως, αφού από την παρέλευση της προθεσμίας αυτής η απόφαση γίνεται οριστική, κατά τα προεκτεθέντα, εάν δε η απόφαση αυτή δεν επιδοθεί εκ νέου, ως ανωτέρω, η προθεσμία της εφέσεως είναι τριετής και αρχίζει, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, επίσης από την άπρακτη παρέλευση της ταχθείσης για την κατάθεση του λογαριασμού προθεσμίας (ΑΠ 1446/2012, ΑΠ 344/2004).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο ... αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ιδίου κώδικα, προκύπτει ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, ή μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ΟλΑΠ 25/2008, ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 623/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον το σχετικό αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...Ειδικότερα, με την εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δημοσιεύτηκε στις 5.06.2020, έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η ανωτέρω αγωγή, υποχρεώθηκε η εναγομένη σε λογοδοσία και ορίστηκε προθεσμία τριών (3) μηνών από την κοινοποίηση της εκκαλουμένης αποφάσεως στην εναγομένη, εντός της οποίας αυτή έπρεπε να καταθέσει λογαριασμό στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Καβάλας, ο οποίος θα έπρεπε να περιέχει πλήρη αντιπαράθεση των εσόδων και εξόδων, από τη λειτουργία της μεταξύ των διαδίκων συσταθείσας αφανούς εταιρείας, κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2016 έως 4-4-2019, καθώς και το προκύπτον κατάλοιπο, συνοδευόμενο από τα αναγκαία δικαιολογητικά έγγραφα.
Η ανωτέρω απόφαση κοινοποιήθηκε στην εναγομένη στις 2-7-2020 (βλ. την υπ' αριθμόν ...-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητής της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης με έδρα το Πρωτοδικείου Καβάλας Γ. Ο.). Επομένως, η ταχθείσα τρίμηνη προθεσμία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 144 § 1 ΚΠολΔ, άρχισε να τρέχει από την επομένη ημέρα μετά την επίδοση, ήτοι από την 3η-7-2020 και έληξε την 5η-10-2020 καθόσον η 3η και η 4η-10-20 ήταν εξαιρετέες ημέρες (Σάββατο και Κυριακή αντίστοιχα).
Σημειωτέον ότι η προθεσμία για λογοδοσία του άρθρου 474 του ΚΠολΔ δεν υπόκειται σε αναστολή κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, καθώς η προθεσμία αυτή που ορίζεται από την απόφαση που διατάσσει λογοδοσία και μέσα στην οποία πρέπει να κατατεθεί ο λογαριασμός με τα δικαιολογητικά στη γραμματεία του δικαστηρίου, δεν περιλαμβάνεται στις περιοριστικά αναφερόμενες προθεσμίες που περιέχονται στην ανωτέρω διάταξη (βλ.
Β. Βαθρακοκοίλη ΕρμΚΠολΔ, Τόμος Α', 1996, άρθρο 147 σημ. 21, σελ. 892). Κατά το διαδραμόν αυτό χρονικό διάστημα, η εκκαλούσα-εναγομένη - όπως συνομολογείται από αυτήν - δεν κατέθεσε στη Γραμματεία του παραπάνω Δικαστηρίου λογαριασμό της διαχειρίσεώς της, επισυνάπτοντας και τα σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα. Ακολούθως, οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες επέδωσαν εκ νέου στην εναγομένη στις 26-1-2021 την ανωτέρω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, όπως τούτο αποδεικνύεται από την υπ' αριθμόν ...-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης με έδρα το Πρωτοδικείο Καβάλας Μ.
Τ. Επομένως, το αφετήριο γεγονός για την έναρξη της γνήσιας προθεσμίας ενέργειας των τριάντα ημερών για την άσκηση της έφεσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δηλαδή η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως στην εναγομένη (26-1-2021), έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της αναστολής της περιόδου από 7.11.2020 έως 5.4.2021, με αποτέλεσμα να καταλαμβάνεται από αυτήν, σύμφωνα και με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν στην οικεία μείζονα σκέψη της παρούσας.
Κατά συνέπεια, το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν προσμετράται για τον υπολογισμό της προθεσμίας της υπό κρίση εφέσεως, ενώ επιπλέον, η δικονομική αυτή προθεσμία που καταλήφθηκε από την παραπάνω αναστολή, επαυξάνεται κατά 10 ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη της. Έτσι, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση η επίδοση της εκκαλουμένης έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της αναστολής της περιόδου από 7.11.2020 έως 5.4.2021, η προθεσμία ενέργειας για την άσκηση της έφεσης, άρχισε στις 6.4.2021 και θα έληγε κανονικά στις 6.5.2021 ημέρα Πέμπτη, μαζί όμως με τη δεκαήμερη παράταση, η τελική λήξη της προθεσμίας του άρθρου 518 παρ, 1 του ΚΠολΔ, τοποθετείται στις 16.5.2021 και επειδή πρόκειται για εξαιρετέα ημέρα (Κυριακή), στις 17.5.2021.
Εφόσον επομένως το δικόγραφο της υπό κρίση εφέσεως κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 9.4.2021 (βλ. την υπ' αριθμόν 33/9-4-2021 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Καβάλας), η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε νομοτύπως κι εμπροθέσμως, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 2, 496, 511, 513 παρ. 1β', 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 1 ν. 4790/2021".
Επίσης, το Εφετείο, με τα ως άνω που δέχθηκε, απέρριψε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι η έφεση ήταν απαράδεκτη, ως εκπρόθεσμη, διότι, κατά τους ισχυρισμούς τους, έπρεπε να ασκηθεί εντός τριάντα ημερών από την κατά τα ως άνω αρχική επίδοση της απόφασης, που διέτασσε τη λογοδοσία και έτασσε προθεσμία για την κατάθεση του λογαριασμού.
Έτσι, που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμό 14 του ΚΠολΔ, δηλαδή της παρά τον νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου, ενόψει του ότι, κατά τις προεκετεθείσες σκέψεις (υπό στοιχείο Ι) η έναρξη της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών για την άσκηση της ανωτέρω εφέσεως (άρθρο 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφορά την επίδοση της πρωτόδικης αποφάσεως στην αναιρεσίβλητη-εναγομένη, μετά την παρέλευση της ως άνω προθεσμίας για την υποβολή της προαναφερθείσας λογοδοσίας (δηλαδή την 26η-1-2021).
Επομένως, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, από την ανωτέρω διάταξη (άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 620/2019, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1491/2022, ΑΠ 1126/2020).
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις), να καταλείπονται, βάσει του όλου περιεχομένου της προσβαλλομένης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008,ΑΠ 83/2020, ΑΠ 1055/2019).
Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 του ΚΠολΔ, και ήδη από τα άρθρα 421 - 424 του ΚΠολΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν με το ν. 4335/2015 αρχικά και το ν. 4842/2021 στην συνέχεια, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 του ΚΠολΔ, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 232/2018, ΑΠ 1105/2005).
Η επίκληση από το διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή, ο αριθμός της, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας αυτόν και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1461/2013).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 408 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ (όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της από το άρθρο 14 παρ. 7 του ν. 2915/2001 και στη συνέχεια το ν. 4335/2015) προκύπτει ότι οι μάρτυρες, που προβλέπονται ως αποδεικτικό μέσο (άρθρα 393 επ. ΚΠολΔ), πριν εξεταστούν, οφείλουν, αφού προηγουμένως δηλώσουν τον τύπο του όρκου (θρησκευτικό ή πολιτικό) που επιθυμούν να δώσουν, να ορκιστούν σύμφωνα με τον τύπο που προβλέπεται από την ανωτέρω διάταξη, ο οποίος, (τύπος), για το θρησκευτικό (χριστιανικό) όρκο εκφέρεται με τη διατύπωση "Ορκίζομαι ενώπιον του Θεού να πω ή να διερμηνεύσω..." και για τον πολιτικό ως διαβεβαίωση με τον εξής τύπο "Δηλώνω στη τιμή και στη συνείδησή μου ότι θα πω όλη την αλήθεια ...".
Η κατάθεση του μάρτυρα χωρίς την προηγουμένη, κατά τα ως άνω, όρκισή του επάγεται ακυρότητα ανεξαρτήτως βλάβης του διαδίκου, αποδεικνυομένη δε από τα πρακτικά θεμελιώνει τον από το άρθρο 559 αριθμό 11 εδ. α' του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο υπό τη μορφή της λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Η παράλειψη, όμως, καταχώρησης στα πρακτικά αφενός της βεβαίωσης ότι ο εξεταζόμενος μάρτυρας, πριν την όρκισή του, ερωτήθηκε σχετικά με τον τύπο του όρκου που επιθυμεί να δώσει και αφετέρου της επίκλησης της "ενώπιον του Θεού" και του Ιερού Ευαγγελίου όρκισής του δεν επάγεται ακυρότητα της κατάθεσης, αφού η έλλειψη των ως άνω στοιχείων ευχερώς αναπληρώνεται, συναγομένη από τον τύπο του όρκου που έδωσε ο εξετασθείς μάρτυρας, σημειουμένου περαιτέρω ότι με την κατά τα άνω τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 408 από το ν. 2915/2001 απαλείφθηκε η διαλαμβανομένη στην τροποποιηθείσα εν λόγω διάταξη υποχρέωση όρκισης δια της θέσεως της χείρας του ορκιζομένου επί του Ιερού Ευαγγελίου, και επομένως δεν απαιτείται η αναφορά του στοιχείου αυτού στα σχετικά πρακτικά (ΑΠ 2260/2014).
Επιπροσθέτως, επισημαίνεται ότι τα προεκτεθέντα σχετικώς με την όρκιση των μαρτύρων ισχύουν και στην περίπτωση των προσώπων που εξετάζονται στο πλαίσιο του αποδεικτικού μέσου της ένορκης βεβαίωσης (421 επ. ΚΠολΔ), ενόψει και της διάταξης του άρθρου 423 παρ. 1 του ΚΠολΔ, κατά την οποία οι διατάξεις του άρθρου 408 του ΚΠολΔ εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση της ένορκης βεβαίωσης.
Ειδικότερα, η ένορκη βεβαίωση δεν πάσχει από κάποια ακυρότητα όταν υπάρχει αναφορά σ' αυτήν περί της όρκισης του εξετασθέντος, χωρίς να περιλαμβάνονται αφενός το εάν ερωτήθηκε σχετικά με τον τύπο του όρκου που επιθυμεί να δώσει, και αφετέρου επιπλέον στοιχεία για τη διαδικασία της όρκισης του. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' ορθήν εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 εδ.
γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, και συγκεκριμένα μέμφονται το Εφετείο, διότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βάσει του οποίου απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή τους, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ως ανυπόστατη, την υπ' αριθ. ...-2019 ένορκη βεβαίωση των 1)Ε.
Σ., 2)A. S. και 3)Α. Ν., η οποία συντάχθηκε με επιμέλεια αυτών (αναιρεσειόντων) ενώπιον της Ειρηνοδίκου Καβάλας, η οποία είχε προσκομισθεί νομότυπα, με επίκληση, τόσο πρωτοδίκως όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου τους, ως αποδεικτικό μέσο, πρόσφορο και κατάλληλο για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών τους, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης της αναιρεσίβλητης.
Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον το σχετικό αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα:
"...Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση (στην οποία παραδεκτά προβαίνει το παρόν δικαστήριο, προκειμένου να ερευνήσει τον ανωτέρω λόγο έφεσης) της υπ' αριθμόν .../2019 Ένορκης Βεβαίωσης που λήφθηκε από την Ειρηνοδίκη Καβάλας Ισιδώρα Αβράμ μετά από αίτηση των εναγόντων - εφεσιβλήτων προκειμένου να χρησιμοποιθεί προς απόδειξη της υπ' αριθμόν καταθ. 39/2019 αγωγής τους επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, των μαρτύρων Ε.
Σ., A. S. και Α. Ν., αποδεικνύεται ότι σε κανένα σημείο της ένορκης αυτής βεβαίωσης δεν γίνεται μνεία ότι πριν τη λήψη της κατάθεσης των τριών "ενόρκως βεβαιώντων" μαρτύρων, αυτοί ρωτήθηκαν - σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη 408 παρ. 1 του ΚΠολΔ - εάν προτιμούν να δώσουν θρησκευτικό ή πολιτικό όρκο και ως εκ τούτου δεν γίνεται επίσης μνεία, αναφορικά με την απάντηση που έδωσαν οι εν λόγω μάρτυρες ούτε εάν τηρήθηκε η διαδικασία δόσεως του θρησκευτικού όρκου με τη θέση του δεξιού χεριού του ενόρκως βεβαιούντος επί του ιερού Ευαγγελίου ή του πολιτικού όρκου, με επίκληση στην τιμή και τη συνείδησή του.
Επομένως, σύμφωνα και με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν, εφόσον κατά τη λήψη της υπ' αριθμόν ...-2019 ένορκης βεβαίωσης που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι ενάγοντες κατά τη συζήτηση της ανωτέρω αγωγής τους επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, δεν τηρήθηκε η διαδικασία που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 408 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται αναλόγως και κατά τη διαδικασία λήψης των ενόρκων βεβαιώσεων (άρθρο 423 παρ. 1 του ΚΠολΔ), η ένορκη αυτή βεβαίωση είναι απολύτως άκυρη (ΑΠ 890/2019, Δημ.
ΤΝΠ Νομος), δεδομένου ότι δεν τηρήθηκε στοιχείο αναγκαίο για τη διαδικασία της λήψης "ένορκης" βεβαίωσης και δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σύμφωνα με τη ρητή διατύπωση της διάταξης του άρθρου 424 του ΚΠολΔ, ως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο 23 του ν. 4842/2021 ΦΕΚ Α 190/13-10-2021, έναρξη ισχύος 1-1-2022, που τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 120 ν. 4842/2021.
Σημειωτέον ότι οι ενάγοντες- εφεσίβλητοι, ισχυρίζονται με τις έγγραφες προτάσεις τους ότι τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 424 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 23 του ν. 4842/2021, σύμφωνα με την οποία "Ένορκη βεβαίωση σε δίκη για την οποία δίδεται δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όταν:
α) δεν έχει γίνει εμπρόθεσμη κλήση του αντιδίκου, β) δίδεται ενώπιον άλλου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 421 όργανα ή σε διαφορετικό τόπο, ημέρα και ώρα από αυτήν που αναφέρεται στην κλήση, γ) η κλήση δεν αναφέρει το ονοματεπώνυμο του μάρτυρα, την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η βεβαίωση, τον τόπο, την ημέρα και την ώρα που θα δοθεί και δ) όταν παραβιάζεται το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 421.
Ένορκη βεβαίωση κατά παράβαση των λοιπών διατάξεων λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν συντρέχει δικονομική βλάβη του αντιδίκου". Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός των εφεσιβλήτων πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως νόμω αβάσιμος, δεδομένου ότι οι τροποποιήσεις που επήλθαν - μεταξύ άλλων - και στη διάταξη του άρθρου 424 του ΚΠολΔ, ισχύουν με βάση τις διατάξεις των άρθρων 116 παρ. 1 περ.
β' εδ. α' και 120 εδ. β' του ν. 4842/2021 από 1-1-2022 και στις εκκρεμείς υποθέσεις. Κατά συνέπεια, οι νέες διατάξεις εφαρμόζονται για ένορκες βεβαιώσεις που λαμβάνονται από την 1-1- 2022, ακόμη και για ένδικα βοηθήματα που έχουν κατατεθεί πριν από την ημερομηνία αυτή, καθώς, σημασία για την εφαρμογή των νέων διατάξεων, έχει η ημερομηνία λήψεως της ένορκης βεβαίωσης και όχι της επίδοσης της κλήσης για τη λήψη της.
Συνεπώς, εάν η κλήση έχει επιδοθεί στις 31-12-2021 για τη λήψη ενόρκων βεβαιώσεων στις 5-1-2022, τυγχάνουν εφαρμογής οι νέες διατάξεις και όχι οι προϊσχύουσες (βλ. Παντελεήμονος Ρεντούλη Ό Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας μετά τους νόμους 4842/2021 και 4855/2021, σελ 31, εκδόσεις Νομικής Βιβλιοθήκης). Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών υποθέσεων κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του ανωτέρω νόμου, εφόσον αφορούν ένορκες βεβαιώσεις ληφθείσες μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (μετά την 1-1-2022, γεγονός που δεν ισχύει εν προκειμένω), κατά τη γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, που εκφράζεται με το άρθρο 21 εδ.
α' του ΕισΝΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία διαδικαστικές πράξεις απόδειξης του ΚΠολΔ (άρθρα 415 έως 420 και 421 έως 431) εφαρμόζονται και στις δίκες που είναι εκκρεμείς κατά την εισαγωγή του. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης την ανωτέρω υπ' αριθμόν ...-2019 ένορκη βεβαίωση των τριών ανωτέρω μαρτύρων, για τη λήψη της οποίας δεν είχε τηρηθεί ο τύπος που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 408 του ΚΠολΔ, την τήρηση του οποίου είχε υποχρέωση να ερευνήσει όχι μόνο κατ' ένσταση, αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή του έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο (Α.Π. 1175/2019, Α.Π. 927/2017).
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να κάνει δεκτό τον ισχυρισμό των εναγόντων περί σύστασης μεταξύ των διαδίκων, αφανούς εταιρείας, απορριπτομένων των σχετικών περί του αντιθέτου, ισχυρισμών της εναγόμενης και ακολούθως να υποχρεώσει την τελευταία σε λογοδοσία. Κατά συνέπεια, κρίνοντας έτσι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και συγκεκριμένα, των ανωτέρω αναφερομένων δικονομικών διατάξεων, δεκτού γενομένου του πρώτου σκέλους του τρίτου λόγου της υπό κρίση εφέσεως".
Επίσης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς να λάβει υπόψη του την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, για τη δημιουργία δικανικής πεποίθησης περί της βασιμότητας ή μη των αγωγικών ισχυρισμών των αναιρεσειόντων, αφού δέχθηκε και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της ως άνω υπ' αριθ. ...-2019 ένορκης βεβαίωσης, η οποία συντάχθηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων ενώπιον της Ειρηνοδίκου Καβάλας προκύπτει ότι, όσον αφορά την όρκιση των σχετικώς εξετασθέντων προσώπων, εκτός από τον τίτλο αυτής ("ΕΝΟΡΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ") αναφέρεται ότι "Στο κατάστημα του Ειρηνοδικείου Καβάλας την 21η Οκτωβρίου 2019, ημέρα Δευτέρα και ώρα 13.00 μ.μ.
ενώπιον της Ειρηνοδίκου Καβάλας Ισιδώρας Αβράμ και της Γραμματέως Ε. Β., εμφανίστηκαν μετά την από 21-10-2029 αίτηση τους οι : 1) Θ. Λ. του Γ., κάτοικος ... (ΑΔΤ ... και ΑΦΜ ...) και 2)V. G. του S., κάτοικος ... (ΑΔΤ ... και ΑΦΜ ...), οι οποίοι παραστάθηκαν αυτοπροσώπως, με την οποία ζητούν την ένορκη εξέταση των παρακάτω ορκιζομένων μαρτύρων ...".
Από το ως άνω περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης συνάγεται ότι υφίσταται αναφορά σ' αυτήν περί της ορκίσεως των προσώπων που εξετάστηκαν κατά τη σύνταξή της, ενόψει της ως άνω έκφρασης περί τούτου ("...ορκιζομένων μαρτύρων ...") . Έτσι, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα, παρά το νόμο, δέχθηκε κατά τα ως άνω ότι η εν λόγω ένορκη βεβαίωση, που είχαν προσκομίσει νόμιμα και με επίκληση οι αναιρεσείοντες, προς απόδειξη των αγωγικών τους ισχυρισμών, ήταν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν την έλαβε υπόψη του για τη δημιουργία του σχετικού αποδεικτικού πορίσματος του, για το λόγο και μόνον ότι στην ένορκη βεβαίωση αυτή δεν γίνεται μνεία ότι, πριν τη λήψη της κατάθεσης των τριών προσώπων, που βεβαίωσαν τα σχετικά περιστατικά, αυτοί ερωτήθηκαν, κατ' άρθρον 408 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εάν προτιμούν να δώσουν θρησκευτικό ή πολιτικό όρκο, ούτε εάν τηρήθηκε η διαδικασία δόσεως του θρησκευτικού όρκου με τη θέση του δεξιού χεριού εκάστου ενόρκως βεβαιούντος επί του Ιερού Ευαγγελίου ή του πολιτικού όρκου, με επίκληση στην τιμή και τη συνείδησή του, αντιστοίχως.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις (υπό στοιχείο ΙΙ), οι ως άνω αναφερόμενες στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραλείψεις (ελλείψεις) δεν επάγονται ακυρότητα της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης, ώστε να εγείρεται ζήτημα λήψεως υπόψη ανεπιτρέπτου αποδεικτικού μέσου, καθόσον, η ως άνω αναφορά σ' αυτήν (ένορκη βεβαίωση) περί της όρκισης των εξετασθέντων προσώπων ("ορκιζομένων") καταδεικνύει αυτήν, ενώ, η κατά λέξη καταχώρηση του αντίστοιχου τύπου δεν τάσσεται με ποινή ακυρότητας, αρκούσης απλώς της αναφοράς της όρκισης.
Κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να μη λάβει υπόψη του την εν λόγω ένορκη βεβαίωση, περιέπεσε στην αποδιδόμενη με τον προαναφερθέντα λόγο αναίρεσης ως άνω πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη παραδεκτού αποδεικτικού μέσου, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν στο Εφετείο οι αναιρεσείοντες.
Επομένως ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), Επίσης, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (που κατέθεσαν προτάσεις), κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτούς για την αίτηση αναιρέσεως, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 86/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτούς για την αίτηση αναιρέσεως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ