Supreme Court dismisses appeal against eviction compensation ruling due to improper procedural filing as a separate request.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court's refusal to determine specific compensation for property expropriation. The appellant argued the lower court erred by rejecting the claim as inadmissible rather than adjudicating it, citing violations of the European Convention on Human Rights. The court ruled that the appeal was based on a false premise because the lower court correctly rejected the claim as filed as a separate request, not due to a lack of expert opinion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 18, 19, 20 of Law 2882/2001; Article 13 of the same Law: A request for special compensation must be filed as a separate request after the determination of the unit price, and rejection as inadmissible due to improper filing does not violate the right to property.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1586 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1586/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γιαννόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, τον Διοικητή της ΑΑΔΕ και τον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2020 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Εκδόθηκε η 7/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-10-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 27-10-2022 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 36/2022) αίτηση, ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 7/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των αρθρ.18,19 και 20 ν. 2882/2001 ("Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων"), με την οποία απορρίφθηκε αίτηση του αναιρεσείοντος για καθορισμό οριστικής μονάδας αποζημίωσης και ιδιαίτερης αποζημίωσης, μετά την απαλλοτρίωση του ακινήτου του, που κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου με την υπ` αριθμ. 1038999/1663 Δ0010/27-7-2010 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 345/2-9-2010 (τευχ.
ΑΑΠ), για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "οδική σύνδεση περιοχής "ΑΚΤΙΟΥ" με τον δυτικό άξονα βορρά-νότου", τμήμα χ.θ. 22+500 έως χ.θ. 26+800 στο Δ.Δ. Θυρίου, Δ.Δ. Παλιαμπέλων του Δήμου Ανακτορίου του Ν. Αιτωλοακαρνανίας". Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της καταχρηστικής προθεσμίας του ενός έτους από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 2882/2001), εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε στις 18-2-2022, δεν επιδόθηκε, όπως επικαλείται ο αναιρεσείων και δεν αμφισβητείται, και η αίτηση ασκήθηκε με την κατάθεσή της ενώπιον του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) στις 14-11-2022 (άρθρα 552,553 παρ. 1β, 556, 558, 566 παρ.1 ΚΠολΔ).
Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 14 του ν. 2882/2001 ορίζεται στην παρ. 3 αυτού ότι: "Στις περιπτώσεις αναγκαστικών απαλλοτριώσεων υπέρ του Δημοσίου, το κατά περίπτωση αρμόδιο, κατά το άρθρο 1, για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης όργανο, εκπροσωπεί τούτο δικαστικώς και ζητεί προς υπεράσπιση των συμφερόντων αυτού, την παροχή σχετικής εντολής σε πληρεξούσιο του Δημοσίου από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. Η Περιφέρεια εκπροσωπείται από τον Περιφερειάρχη, ο οποίος χορηγεί τη σχετική εντολή σε δικηγόρο της Περιφέρειας. Ειδικώς οι αποφάσεις περί προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης κοινοποιούνται και στον Υπουργό Οικονομικών, από την κοινοποίηση δε αυτή αρχίζουν οι δικονομικές προθεσμίες". Κατά το άρθρο 126 παρ.1 εδ. δ` του ΚΠολΔ η επίδοση για το Δημόσιο γίνεται σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με το νόμο.
Εξάλλου, το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του από 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 ΚΔ "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, ορίζει στην πρώτη παράγραφο "μόνον αι προς τον Υπουργόν των οικονομικών... γενόμεναι κοινοποιήσεις παράγουν νομίμους συνεπείας" και στη δεύτερη παράγραφο "η διάταξις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιον εκπροσωπείται δικαστικώς εκ μέρους άλλου, πλην του επί των Οικονομικών Υπουργού... κρατικού οργάνου, της προς τον Υπουργόν Οικονομικών επιδόσεως απαιτουμένης και τότε ως προσθέτου τοιαύτης, επί ποινή ακυρότητος αυτεπαγγέλτως εξεταζομένης".
Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1152/2023). Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 534/2023, ΑΠ 474/2022).
Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Την κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 175/2023, ΑΠ 474/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (15-3-2024), δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτό δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της αναίρεσης αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. ...-2023, ...-2023 και ...-2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ν. Τ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα με Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ), για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε με επιμέλειά του, νόμιμα και εμπρόθεσμα, για το Ελληνικό Δημόσιο, στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, στον Υπουργό των Οικονομικών και στον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών.
Συνακόλουθα, εφόσον το αναιρεσίβλητο κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά την ως άνω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 του νόμου 4070/2012, που ισχύει και στην ένδικη εκκρεμή υπόθεση, κατ' άρθρο 146 του ν. 4070/2012, προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, ως εκ της οποίας το απομένον εις τον ιδιοκτήτη τμήμα υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας αυτού σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση ή καθίσταται άχρηστο για την χρήση για την οποία προορίζεται, με την απόφαση περί καθορισμού της αποζημίωσης προσδιορίζεται και παρέχεται ιδιαίτερη αποζημίωση στον ιδιοκτήτη, η ιδιαίτερη δε αποζημίωση καταβάλλεται στον ιδιοκτήτη μαζί με την καταβαλλόμενη για το απαλλοτριωμένο τμήμα.
Ως τμήμα που απομένει για την τυχόν μείωση της αξίας του οποίου προσδιορίζεται και παρέχεται η, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, ιδιαίτερη αποζημίωση, νοείται όχι μόνο η εδαφική έκταση που απομένει, αλλά και τα τυχόν συστατικά του ακινήτου σ' αυτήν, όπως είναι η οικοδομή, της οποίας απομειώνεται η αξία, τα πηγάδια, τα θερμοκήπια κλπ, που καθίστανται άχρηστα πλέον για την χρήση που προορίζονταν (ΟλΑΠ 31/2005, ΑΠ 1387/2022), ή μετά την απαλλοτρίωση του περιβάλλοντος χώρου μειώνεται η αξία τους (ΑΠ 645/2020).
Από την παραπάνω διάταξη, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), με την οποία ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ει μη μόνο δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων προστίμων", συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά την δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνον την εκ της απαλλοτρίωσης και μόνον της έκτασης του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (ΟλΑΠ 31/2005).
Η μείωση της αξίας του τμήματος που απομένει, σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι η ανέφικτη κατά προορισμό εκμετάλλευσή του, ανεξάρτητα από την έκτασή του, αφού ο νόμος δεν κάνει καμία διάκριση και είναι δυνατό να οφείλεται στο ότι αυτό κατέστη μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο ή κατέστη παράγωνο ή ως υπόλοιπο αγρού απέμεινε λωρίδα εδάφους μη εκμεταλλεύσιμη ή η εκμετάλλευσή του, λόγω της έκτασής του ή και του σχήματός του, θα είναι πλέον αντιοικονομική, γιατί θα απαιτεί αυξημένες δαπάνες ή θα είναι ασύμφορη.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, ιδίως η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της εμπορικής και οικονομικής εκμετάλλευσης αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του εναπομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος.
Με την προαναφερθείσα τροποποίηση του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής μειώσεως", της αξίας του απομένοντος τμήματος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του τμήματος που βρίσκεται εκτός απαλλοτρίωσης ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Ο όρος όμως "σημαντική" ως αόριστη νομική έννοια υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, το δε δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης και του ποσοστού αυτής (ΑΠ 646/2020, ΑΠ 96/2015).
Περαιτέρω, από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ της Σύμβασης της Ρώμης, με το οποίο ορίζεται, ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του, προκύπτει, ότι η εφαρμογή κάθε μέτρου που συνιστά επέμβαση στο δικαίωμα του φυσικού ή νομικού προσώπου για σεβασμό της περιουσίας του, οφείλει να γίνεται με την τήρηση "δίκαιης και εύλογης ισορροπίας", μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών και την εναρμονισμένη με τον παραπάνω κανόνα αρχή, που διέπει τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Έτσι, οι δυσμενείς για τον καθού η απαλλοτρίωση συνέπειες της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, πρέπει να εκτιμώνται συνολικά στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας και υπό την έποψη αυτή είναι ανίσχυρη, ως προσκρούουσα, τόσο στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος, όσο και στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 2882/2001 "Κώδικας αναγκαστικών απαλλοτριώσεων ακινήτων" ρύθμιση, του περιορισμού της αρμοδιότητας του Εφετείου στη δίκη για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης, αποκλειστικά και μόνο στον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημίωσης (ΟλΑΠ 10/2004, 11/2004).
Επομένως, το Εφετείο, κατά την εκδίκαση αίτησης για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος του απαλλοτριούμενου ακινήτου, είναι, επιπλέον, αρμόδιο να εξετάσει ενιαίως, πέραν από τον εν λόγω καθορισμό της αποζημίωσης: α) την αναγνώριση των δικαιούχων αυτής, β) την ύπαρξη ή όχι ωφέλειας του ιδιοκτήτη, που αποκτά μετά την απαλλοτρίωση, πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό, καθώς και κάθε άλλο συναφές με την απαλλοτρίωση ζήτημα και γ) το αίτημα περί ορισμού της οφειλόμενης δικαστικής δαπάνης (ΟλΑΠ 10/2004 και 11/2004).
Η επιβαλλόμενη, όμως, ενιαία εκδίκαση των περισσότερων αυτών θεμάτων, προϋποθέτει αναγκαίως, ότι τα εν λόγω αιτήματα θα υποβληθούν ενώπιον του Εφετείου κατά τρόπο παραδεκτό, σύμφωνα με τα οριζόμενα στους ισχύοντες δικονομικούς κανόνες και δεν θα υπάρχει δέσμευση από τις δικονομικές διατάξεις περί εκκρεμοδικίας ή και δεδικασμένου που ισχύουν για το κράτος μέλος.
Και τούτο διότι το ΕΔΔΑ δεν υποκαθιστά τον εθνικό νομοθέτη στη θέσπιση του εφαρμοστέου δικονομικού συστήματος, αλλά μόνον ελέγχει, με τα προβλεπόμενα μέσα, αν οι κανόνες αυτοί ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κοινοτικής έννομης τάξης. Η ενιαία εκδίκαση στο πλαίσιο της δίκης για τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημίωσης ενώπιον του Εφετείου, όλων των πιο πάνω θεμάτων, επιβάλλεται από την ανάγκη, αφενός να έχει εκείνος που επιδιώκει την απαλλοτρίωση σαφή αντίληψη της έκτασης των υποχρεώσεών του και αφετέρου να περατώνεται γρήγορα η διαδικασία της απαλλοτρίωσης και να μην τίθεται, με την προβολή νέων αξιώσεων, υπό αμφιβολία η συντέλεσή της, που ολοκληρώνεται με την καταβολή ή την παρακατάθεση της αποζημίωσης, ο σκοπός δε αυτός εξυπηρετείται γιατί το δικαστήριο έχοντας στη διάθεσή του το προσκομισθέν αποδεικτικό υλικό είναι σε θέση, με βάση τον κρίσιμο χρόνο που ορίζει ο νόμος, να προσδιορίζει στην ίδια δίκη αποζημίωση τόσο για το απαλλοτριούμενο ακίνητο, όσο και για το απομένον τμήμα του.
Συνεπώς, σε περίπτωση που έχει ήδη καθορισθεί δικαστικά οριστική αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν τμήμα ακινήτου είναι απαράδεκτη η μεταγενέστερη αίτηση με την οποία ζητείται ο δικαστικός καθορισμός ιδιαίτερης αποζημίωσης, για τη μείωση ή την αχρήστευση του εναπομείναντος από την ίδια απαλλοτρίωση τμήματος του ακινήτου (ΑΠ 215/2012, ΑΠ 627/2007),η σχετική για την οποία (ιδιαίτερη αποζημίωση) αίτηση κατατίθεται κατά τις επιταγές του παραπάνω άρθρου 13 παρ. 4 του ΚΑΑΑ μαζί με την αίτηση για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημίωσης και όχι ανεξάρτητα απ' αυτήν, με ιδιαίτερη αίτηση (ΑΠ 782/2022, 1549/2009).
Η ως άνω ρύθμιση δεν προσκρούσει στη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος, αλλά ούτε και στις διατάξεις των άρθρων 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 παρ. 1 της ΕΔΔΑ, με τις θεσπίζεται η ως άνω αρχή, κατά την οποία οι συνέπειες της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης θα πρέπει να εκτιμώνται συνολικά στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας, με τα κριτήρια της "εύλογης και δίκαιης ισορροπίας" μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου, της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών και την εναρμονισμένη με τον εν λόγω κανόνα αρχή που διέπει τη νομολογία του ΕΔΔΑ (ΑΠ 782/2022, ΑΠ 178/2017, ΑΠ 153/2012).
Σημειώνεται δε ότι η ως άνω ρύθμιση της ενιαίας εκδίκασης δεν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κατοχυρώνουν το δικαίωμα πρόσβασης στα δικαστήρια, αφού οι διατάξεις αυτές δεν διασφαλίζουν και το δικαίωμα άσκησης μεταγενέστερης αίτησης δικαστικού καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης, για τη μείωση ή την αχρήστευση του εναπομείναντος από την ίδια απαλλοτρίωση τμήματος του ακινήτου, εφόσον έχει ήδη καθορισθεί οριστική τιμή μονάδος του απαλλοτριωμένου ακινήτου (βλ.
και ΟλΑΠ 8/2003). Στο άρθρο δε 18 και δη στην παρ. 6 αυτού, όπως τα τελευταία εδάφιά της προστέθηκαν με το άρθρο 130 παρ.3 του Ν.4070/2012, ΦΕΚ Α 82/10.4.2012 και εφαρμόζονται εν προκειμένω ενόψει του χρόνου κήρυξης της ένδικης απαλλοτρίωσης, προβλέπεται ειδική προδικασία για το παραδεκτό του αιτήματος καταβολής ιδιαίτερης, κατά την παρ. 4 του άρθρου 13 του ΚΑΑΑ, αποζημίωσης για το εναπομένον, εκτός της απαλλοτρίωσης, τμήμα του απαλλοτριωμένου ακινήτου.
Ειδικότερα, ορίζεται: "6. Αίτημα για τον προσδιορισμό της κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 13 ιδιαίτερης αποζημίωσης είναι απαράδεκτο αν ο ιδιοκτήτης δεν έχει υποβάλλει την κατά το άρθρο 15 παράγραφος 2 αίτηση. Η αίτηση για την ιδιαίτερη αποζημίωση υποβάλλεται στην οικεία Κτηματική Υπηρεσία ή στην αρμόδια για την εκτέλεση του έργου υπηρεσία, εφόσον η προεκτίμηση διενεργείται ή διενεργήθηκε από ανεξάρτητο Εκτιμητή, εξήντα (60) τουλάχιστον ημέρες πριν την εκδίκαση του αιτήματος από το αρμόδιο για τον καθορισμό της προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης δικαστήριο.
Με την αίτηση, συνυποβάλλονται υποχρεωτικά α) απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος, επί του οποίου εμφαίνεται το απομένον εδαφικό τμήμα του ακινήτου μετά την απαλλοτρίωση και επισημειωματική δήλωση, ύστερα από έλεγχο των τίτλων του ακινήτου, την οποία υπογράφει διπλωματούχος μηχανικός, ο οποίος βεβαιώνει περί της πολεοδομικής κατάστασης του ακινήτου, των ισχυόντων όρων δόμησης, της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας του ακινήτου, πριν και μετά την απαλλοτρίωση, με ρητή αναφορά περί της τυχόν ισχύουσας παρέκκλισης, β) πλήρεις τίτλοι ιδιοκτησίας και σε περίπτωση έκτακτης χρησικτησίας κάθε δημόσιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει το ακριβές εμβαδό και η θέση του ακινήτου.
Αν δεν συνυποβληθούν τα παραπάνω στοιχεία, η αρμόδια Υπηρεσία εκδίδει σχετική βεβαίωση και το δικαστήριο ελέγχει, στην περίπτωση αυτή, κατά τη συζήτηση του αιτήματος επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης, τα στοιχεία που επικαλείται ο καθ' ου η απαλλοτρίωση, για την απόδειξη της μείωσης της αξίας των απομενόντων τμημάτων, όπως, ιδίως, του εμβαδού και των λοιπών προσδιοριστικών στοιχείων τους και του όγκου των κτισμάτων.".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρου 13 παρ.4 του ΚΑΑΑ, δυνάμενο να υποβληθεί και στη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε με αυτοτελή αίτηση του καθ' ου η απαλλοτρίωση - δικαιούχου, είτε με παραδεκτώς ασκηθείσα ανταίτησή του, είναι απαράδεκτο αν ο υποβάλλων αυτό και αξιώνων την ιδιαίτερη αποζημίωση δεν υποβάλει, προ 60 τουλάχιστον ημερών από την εκδίκαση του αιτήματος, στην ως άνω αρχή - Κτηματική Υπηρεσία- αίτηση, στην οποία υποχρεωτικώς πρέπει να συνυποβάλλονται τα ειδικώς αναφερόμενα στο εδάφιο 3 της ως άνω παρ. 6 του άρθρου 18 του ΚΑΑΑ στοιχεία, χωρίς την συνυποβολή των οποίων η αίτηση είναι απαράδεκτη και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει ακολουθηθεί η ως άνω ειδικώς προβλεπόμενη διαδικασία.
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λπ.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 1383/2021).
Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στην δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ` αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).
Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής, των ενδίκων μέσων (ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 του ΚΠολΔ) και των πρόσθετων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).
Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1181/2022). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2022, 2/2019, 6/2019, 7/2016 ΑΠ 708/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την από 14-7-2020 (αριθμ. έκθ. κατ. ΑιΤ14/15-7-2020) αυτοτελή αίτησή του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, εξέθεσε ότι με την υπ' αριθμ. πρωτ. 1038999/1663/Δ0010/27-7-2010 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων, η οποία δημοσιεύθηκε στο με αριθ. 345/2-9-2010 ΦΕΚ (τευχ.
ΑΑΠ), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "οδική σύνδεση περιοχής "ΑΚΤΙΟΥ" με τον δυτικό άξονα βορρά-νότου, τμήμα χ.θ. 22+500 έως χ.θ. 26-800 στα Δ.Δ. Θυρίου, Δ.Δ. Παλιαμπέλων του Δήμου Ανακτορίου του Ν. Αιτωλοακαρνανίας", συνολικής έκτασης 362.309,20 τ.μ.
Ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίες θα καλυφθούν από το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων για έργα αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων - Αριθμός Έργου ... Ότι στην ως άνω απαλλοτριωθείσα έκταση περιλαμβάνεται και εδαφική έκταση της ιδιοκτησίας του (αγροτεμάχιο) με τα επικείμενά της, όπως αυτή περιγράφεται ειδικότερα κατά θέση, έκταση και όρια, που περιήλθε στην κυριότητά του με παράγωγο τρόπο (κληρονομία).
Ότι από το παραπάνω ακίνητό του, συνολικής έκτασης 18.073,91 τ.μ., το οποίο στο σχετικό κτηματολογικό πίνακα φέρεται με αριθμό ιδιοκτησίας 078023, απαλλοτριώνεται έκταση 1.528,22 τ.μ., απομένουσα σ' αυτόν έκταση 16.545,69 τ.μ. Ότι, επίσης, απαλλοτριώνονται και καταστρέφονται: α) μία χωμάτινη δεξαμενή αναβλύζοντος ύδατος, χωρητικότητας - όγκου 3.100 κ.μ., β) από το υπόγειο αρδευτικό δίκτυο αυτόματου ποτίσματος, μήκους 440 μέτρων καταστρέφονται τα 120 μέτρα περίπου, ενώ αχρηστεύεται εντελώς το εναπομένον υπόλοιπο δίκτυο του ακινήτου του μήκους 320 μέτρων, γ) ένα αντλιοστάσιο με μοτέρ 25 ΗΡ 2.500 στροφών με διβάθμια άντληση, στο οποίο υπάρχει βάση μπετόν 1,80Χ1,00Χ0,25=0,45 κ.μ., δ) κτίσμα με τουβλέτες από τρεις πλευρές ύψους 1,20 μ.
με σκεπή από ελενίτ και σιδερόπορτα (4η πλευρά) διαστάσεων 1,80 μ. Χ 1,0μ., ε) πέντε (5) μ. τσιμεντοσωλήνες Φ60, στ) ένας φοίνικας μεγάλος, ζ) δύο φοινικοειδή (καλλωπιστικά) μεγάλα, η) μια ροδιά μεσαία, θ) μια ροδακινιά μεσαία και τέλος ι) αποκλείεται η είσοδος μιας αποθήκης επιφάνειας 77,40 τ.μ., η οποία βρίσκεται σε επαφή με την απαλλοτριούμενη ζώνη, οπότε η πόρτα της θα πρέπει να αλλάξει θέση και παράλληλα να κατασκευασθεί δρόμος πρόσβασης σε αυτή.
Ότι επί αιτήσεως του καθ' ου Ελληνικού Δημοσίου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 61/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, με την οποία προσδιορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης, τόσο για το απαλλοτριωθέν τμήμα του ακινήτου του, όσο και για τα επικείμενα του. Ότι στη συνέχεια άσκησε την από 28-9-2016 αίτησή του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας για την απαλλοτριωθείσα έκτασή του μετά των επικειμένων της, την άρση του τεκμηρίου ωφελείας και την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης, η οποία αίτηση, όσον αφορά το τελευταίο εκ των άνω αίτημα (επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης) ενσωματώνεται στην κρινόμενη αίτηση, αναφέροντας επίσης ότι είχε υποβάλει επί της αιτήσεως αυτής στον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας ΠΕ Αιτωλοακαρνανίας, υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου της Επιτροπής του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001, την από 7-4-2015 αίτησή του με αριθμό πρωτ. 842/2015, προκειμένου να συγκροτηθεί η αρμόδια Επιτροπή και να εκτιμήσει το ποσό της καταβλητέας ιδιαίτερης αποζημίωσης.
Επετείοί της ανωτέρω αιτήσεως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 24/2020 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος), η οποία, αφού αποφάνθηκε ότι δεν ισχύει το τεκμήριο ωφελείας για το ακίνητό του, προσδιόρισε οριστικά την τιμή μονάδας του απαλλοτριούμενου ακινήτου, την αξία της υδάτινης αναβλύζουσας δεξαμενής, την αξία του φοίνικα, την αξία εκάστου φοινικοειδούς, της μεσαίας ροδιάς και της μεσαίας ροδακινιάς, ενώ παρέλειψε, εκ παραδρομής, να προσδιορίσει τιμή μονάδας αποζημίωσης για την καταστροφή του υπόγειου αρδευτικού συστήματος μήκους 120 μέτρων, το οποίο βρίσκεται εντός της απαλλοτριούμενης έκτασης, ενώ απέρριψε την αίτηση ως προς το αίτημα επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης α) λόγω μείωσης της αγοραίας αξίας του εναπομείναντος μετά την απαλλοτρίωση ακινήτου του, β) λόγω αχρήστευσης του υπόγειου αρδευτικού του συστήματος μήκους 300 μ., που βρίσκεται στο μη απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου του και γ) λόγω του αποκλεισμού εξαιτίας της απαλλοτρίωσης της εισόδου της αποθήκης που επιβάλλει την αλλαγή πόρτας εισόδου αυτής, με την αιτιολογία ότι αυτός παρέλειψε να προσκομίσει ενώπιον του Δικαστηρίου βεβαίωση του Προέδρου της Επιτροπής του άρθρου 15 του ν. 2882/2001, από την οποία να προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν προέβη σε εκτίμηση σχετικά με τη μείωση την οποία υφίσταται το εναπομείναν ακίνητό του λόγω της απαλλοτρίωσης.
Ότι μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης και προκειμένου να αποκαταστήσει τις ανωτέρω ελλείψεις ώστε να επανέλθει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου με νέα αίτηση, κατέθεσε στην Κτηματική Υπηρεσία ΠΕ Αιτωλοακαρνανίας, την από 14-5-2020 αίτησή του, με την οποία ζήτησε να του χορηγηθεί η παραπάνω βεβαίωση, πλην όμως το Ελληνικό Δημόσιο, δεν την έχει χορηγήσει μέχρι σήμερα.
Ότι δικαιούται να επαναφέρει την κρινόμενη αίτηση, αφενός για τα αιτήματα της προηγούμενης αίτησης, τα οποία απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα και αφετέρου για το αίτημα καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το τμήμα των 120 μέτρων του υπόγειου αρδευτικού συστήματος, για το οποίο το Δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ο αιτών, ήδη αναιρεσείων, ζήτησε: Α) Να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το υπόγειο αρδευτικό σύστημα, ανά τρέχον μέτρο ή κατ' αποκοπή, Β) Να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση: α) για την εναπομείνασα εδαφική έκταση, β) για το εναπομείναν υπόγειο αρδευτικό σύστημα, γ) για την αλλαγή της πόρτας της αποθήκης του και την κατασκευή δρόμου πρόσβασης και Γ) Να διαταχθεί η συμπλήρωση του οικείου Κτηματολογικού Πίνακα, ώστε να συμπεριληφθούν και οι παραπάνω υποχρεώσεις του Ελληνικού Δημοσίου έναντι αυτού.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 7/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό, όσον αφορά το παραδεκτό της αίτησης του αναιρεσείοντος και των προεκτιθέμενων αιτημάτων της προς επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης, δέχθηκε, τα ακόλουθα: "Η αίτηση με το παραπάνω αναλυτικά παρατιθέμενο περιεχόμενο είναι απορριπτέα ως προς όλα τα αιτήματά της...
Περαιτέρω, όσον αφορά το υπό στοιχείο Β αίτημα της ένδικης αίτησης του αιτούντος, για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης α) για την εδαφική έκταση των 16.545,69 τ.μ. του ακινήτου του, η οποία απομένει σε αυτόν μετά την απαλλοτρίωση, στην τιμή των 13,80 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ήτοι σε τιμή ίση με το 60% της τιμής, η οποία έχει ήδη προσδιορισθεί για την απαλλοτριωθείσα έκταση του ακινήτου του (23 ευρώ ανά τ.μ.
X 60%), β) για το εναπομένον υπόγειο αρδευτικό σύστημα του ακινήτου του, μήκους 320 μ. σε 68,18 ευρώ ανά τρέχον μέτρο, άλλως κατ' αποκοπήν στο ποσό των 20.000 ευρώ, γ)για την αλλαγή της πόρτας της αποθήκης του και την κατασκευή δρόμου πρόσβασης σε αυτή, μήκους 50 μ., κατ' αποκοπήν στο ποσό των 10.000 ευρώ, η αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον (...) η αίτηση με την οποία ζητείται ο δικαστικός καθορισμός ιδιαίτερης αποζημίωσης για τη μείωση ή την αχρήστευση του εναπομείναντος από την απαλλοτρίωση τμήματος του ακινήτου και των επ' αυτού κτισμάτων- επικειμένων, ασκείται παραδεκτά και δικάζεται μόνο μαζί με την αίτηση για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα τμήματα του ακινήτου και όχι ανεξάρτητα απ' αυτήν, με ιδιαίτερη αίτηση, όπως επιδιώκει εν προκειμένω ο αιτών.
Στην ένδικη αίτησή του αυτός, όπως προεκτίθεται, αναφέρει ότι υπέβαλε την από 28-9-2016 και με αριθ. εκθ. καταθ. 90/2016 αίτησή του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με αίτημα τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας της απαλλοτριωθείσας εκτάσεώς του μετά των επ' αυτής επικειμένων, την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας και την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσής του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 24/2020 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου η οποία αφού αποφάνθηκε ότι δεν ισχύει το τεκμήριο ωφέλειας για το ακίνητό του, προσδιόρισε οριστικά την τιμή μονάδας του απαλλοτριούμενου ακινήτου του και των προαναφερομένων επικειμένων στα ποσά που ανωτέρω αναφέρθηκαν ενώ, όπως ήδη έγινε λόγος ανωτέρω, παρέλειψε εκ παραδρομής να προσδιορίσει τιμή μονάδας αποζημίωσης για την καταστροφή του υπόγειου αρδευτικού συστήματος, μήκους 120 μ., το οποίο βρίσκεται εντός της απαλλοτριούμενης έκτασης και στη συνέχεια απέρριψε ως απαράδεκτη την ανωτέρω αίτησή του ως προς το αίτημά της για επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημιώσεώς του α) λόγω μείωσης της αγοραίας αξίας του εναπομένοντος μετά την απαλλοτρίωση ακινήτου του, β) λόγω αχρήστευσης του υπόγειου αρδευτικού του συστήματος μήκους 320 μ., το οποίο βρίσκεται εντός του μη απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου του καθώς και γ) λόγω του αποκλεισμού εξαιτίας της απαλλοτριώσεως της εισόδου της αποθήκης που επιβάλει την αλλαγή της πόρτας εισόδου αυτής, με την αιτιολογία ότι παρέλειψε να προσκομίσει ενώπιον του Δικαστηρίου βεβαίωση του Προέδρου της Επιτροπής του άρθρου 15 του ν. 2882/2001, από την οποία να προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν προέβη σε εκτίμηση σχετικά με την μείωση την οποία υφίσταται το εναπομείναν ακίνητό του λόγω της απαλλοτρίωσης.
Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι παραδεκτή η επιδίωξη ιδιαίτερης αποζημίωσης κατά το άρθρο 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 ανεξάρτητα από τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημίωσης με ιδιαίτερη αίτηση, όπως η ένδικη. Άλλωστε, από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της υπ' αριθ. 24/2020 οριστικής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου την οποία επικαλείται ο αιτών, προκύπτει ότι αυτός, με την από 28-9-2016 και με αριθ.
εκθ. καταθ. 90/2016 αίτησή του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με αίτημα τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας της απαλλοτριωθείσας εκτάσεώς του μετά των επ' αυτής επικειμένων, την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας και την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσής του, επεδίωξε και τις εδώ ήδη επίδικες αξιώσεις του, με την παραπάνω δε απόφαση, αφού κρίθηκε ότι δεν ισχύει το τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητό του, στη συνέχεια αυτή προσδιόρισε οριστικά την τιμή μονάδας του απαλλοτριούμενου ακινήτου του και των προαναφερομένων επικειμένων στα ποσά που ανωτέρω αναφέρθηκαν (ήτοι, την αξία για το έδαφος στο ποσό των 23 ευρώ ανά τ.μ.
την αξία της υδάτινης αναβλύζουσας δεξαμενής του στο ποσό των 2 ευρώ ανά κ.μ., την αξία του φοίνικα στο ποσό των 700 ευρώ, την αξία εκάστου φοινικοειδούς στο ποσό των 100 ευρώ, της μεσαίας ροδιάς στο ποσό των 60 ευρώ και της μεσαίας ροδακινιάς στο ποσό των 100 ευρώ), ενώ παρέλειψε εκ παραδρομής να προσδιορίσει τιμή μονάδας αποζημίωσης για την καταστροφή του υπόγειου αρδευτικού συστήματος, μήκους 120 μ., το οποίο βρίσκεται εντός της απαλλοτριούμενης έκτασης.
Ταυτόχρονα δε, απέρριψε ως απαράδεκτη την ανωτέρω αίτησή του ως προς το αίτημά της για επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημιώσεώς του α) λόγω μείωσης της αγοραίας αξίας του εναπομένοντος μετά την απαλλοτρίωση ακινήτου του, β) λόγω αχρήστευσης του υπόγειου αρδευτικού του συστήματος μήκους 320 μ., το οποίο βρίσκεται εντός του μη απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου του καθώς και γ) λόγω του αποκλεισμού εξαιτίας της απαλλοτριώσεως της εισόδου της αποθήκης που επιβάλει την αλλαγή της πόρτας εισόδου αυτής, με την αιτιολογία ότι ο αιτών (μεταξύ και άλλων δικαιούχων) υπέβαλε μεν για την ιδιοκτησία του αίτηση για προσδιορισμό αποζημίωσης των εναπομεινάντων τμημάτων της απαλλοτριούμενης ιδιοκτησίας του στην Επιτροπή του άρθρου 15 παρ. 2 ΚΑΑΑ, η οποία όμως τέτοια αίτηση από το Ελληνικό Δημόσιο δεν προσκομίζεται και ο αιτών (μεταξύ και άλλων δικαιούχων) δεν προσκομίζει βεβαίωση του Προέδρου της Επιτροπής αν συντάχθηκε ή όχι η έκθεση αυτή (άρθρο 15 παρ. 4 ΚΑΑΑ).
Δηλαδή, κατά τα παραπάνω, η ένδικη αίτηση ασκείται μετά την άσκηση της αίτησης για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης για το έδαφος και τα επικείμενα των απαλλοτριούμενων τμημάτων της ιδιοκτησίας του αιτούντος, και συνεπώς, όπως ήδη έχει λεχθεί, η αίτηση αυτή (ένδικη) είναι απαράδεκτη. Το γεγονός ότι ως προς την και εδώ ήδη ένδικη αξίωση του αιτούντος για να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση:
α) για την εδαφική έκταση των 16.545,69 τ.μ. του ακινήτου του, η οποία απομένει σε αυτόν μετά την απαλλοτρίωση, στην τιμή των 13,80 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ήτοι σε τιμή ίση με το 60% της τιμής, η οποία έχει ήδη προσδιορισθεί για την απαλλοτριωθείσα έκταση του ακινήτου του (23 ευρώ ανά τ.μ. X 2 60%), β) για το εναπομένον υπόγειο αρδευτικό σύστημα του ακινήτου του, μήκους 320 μ.
σε 68,18 ευρώ ανά τρέχον μέτρο, άλλως κατ' αποκοπήν στο ποσό των 20.000 ευρώ, γ)για την αλλαγή της πόρτας της αποθήκης του και την κατασκευή δρόμου πρόσβασης σε αυτή, μήκους 50 μ., κατ' αποκοπήν στο ποσό των 10.000 ευρώ, για την οποία αξίωση η προαναφερόμενη από 28-9-2016 και με αριθ. εκθ. καταθ. 90/2016 αίτησή του απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι παρόλο που υπέβαλε αίτηση για προσδιορισμό αποζημίωσης των εναπομεινάντων τμημάτων των απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών του στην Επιτροπή του άρθρου 15 παρ. 2 ΚΑΑΑ, η οποία τέτοια αίτηση από το Ελληνικό Δημόσιο δεν προσκομίστηκε και ο αιτών δεν προσκόμισε βεβαίωση του Προέδρου της Επιτροπής αν συντάχθηκε ή όχι η έκθεση αυτή (άρθρο 15 παρ. 4 ΚΑΑΑ), ήδη προσκομίζεται κατά την παρούσα συζήτηση η βεβαίωση με αριθμό Α.Π.:
Α/ΦΚΠΡ03.00/ΟΔ/ΑΠ/12090/19-1-2021 του Τμήματος Μελετών & Προγραμματισμού της Ειδικής Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων Κατασκευής και Συντήρησης Συγκοινωνιακών Υποδομών της Γενικής Γραμματείας Υποδομών - Γεν. Διεύθυνση Συγκοινωνιακών Υποδομών Ε.Υ.Δ.Ε. Κ.Σ.Σ.Υ. του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών (και ενώ αυτός είχε επανυποβάλει την από 14-5-2020 αίτησή του με την οποία ζήτησε να του χορηγηθεί η ανωτέρω βεβαίωση του Προέδρου της Επιτροπής του άρθρου 15 του ν. 2882/2001), στην οποία βεβαιώνεται ότι δεν μπορεί να χορηγηθεί η εν λόγω βεβαίωση διότι το αίτημα του αιτούντος για να του δοθεί ιδιαίτερη αποζημίωση, για το οποίο είχε υποβάλει την από 7-4-2015 αίτησή του, δεν εξετάστηκε από την επιτροπή του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001, αλλά έχει εξεταστεί σύμφωνα με το άρθρο 130 του ν. 4070/2012 από τον ανεξάρτητο πιστοποιημένο εκτιμητή της Υπηρεσίας, ο οποίος συνέταξε την 4η συμπληρωματική έκθεση εκτίμησης εναπομεινάντων τμημάτων η οποία (έκθεση) διαβιβάστηκε με το ΚΑ/ΦΚΠΡ03.00/ΟΔ/ΑΠ/οικ. 4350/6-9-2019 έγγραφο της ανωτέρω υπηρεσίας στο Δικαστικό Γραφείο Αγρίνιου, ενόψει του Δικαστηρίου της οριστικής τιμής που έλαβε χώρα στις 17-9-2019, δεν καθιστά παραδεκτή την επιδίωξη της αξιώσεως αυτής με την ένδικη αίτησή του, αφού η προηγούμενη από 28-9-2016 και με αριθ.
εκθ. καταθ. 90/2016 αίτησή του απορρίφθηκε με σχετική διάταξη της προαναφερόμενης υπ' αριθμό 24/2020 απόφασης, η ένδικη δε αίτησή του είναι νέα ιδιαίτερη αίτηση. Μόνο στην περίπτωση που είχε κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της προηγούμενης αίτησής του θα ήταν ενδεχομένως, παραδεκτή η επαναφορά της προς συζήτηση με κλήση του αιτούντος και προσκόμιση απ' αυτόν της παραπάνω βεβαίωσης της ανωτέρω υπηρεσίας (...).
Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι μετά την απόρριψη του εν λόγω υπό στοιχείο Β αιτήματος για τον λόγο που προεκτέθηκε, παρέλκει η εξέταση του προβαλλόμενου επικουρικώς εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση Ελληνικού Δημοσίου ισχυρισμού περί αοριστίας του αιτήματος για τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημιώσεως του εναπομείναντος εδαφικού τμήματος του ακινήτου του αιτούντος και των επικειμένων αυτού...".
Ήδη, με τους συναφείς πρώτο, δεύτερο και τρίτο αναιρετικούς λόγους, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, 20 και 25 του Συντάγματος, 13,15 και 20 Ν. 2882 και 263 ΑΚ, διότι το Εφετείο, αφενός, παρά το νόμο, κήρυξε απαράδεκτο το αίτημα για επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης με την αιτιολογία ότι τούτο ασκείται παραδεκτά και δικάζεται μόνο μαζί με την αίτηση για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα τμήματα του ακινήτου και όχι ανεξάρτητα απ' αυτήν, με ιδιαίτερη αίτηση, όπως στην προκειμένη περίπτωση (αριθμ. 14 του 559 ΚΠολΔ), αφετέρου υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβίασης της διάταξης του αρθ. 263 ΑΚ, διά της μη εφαρμογής αυτής, παρότι αυτή, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, έχει εφαρμογή εν προκειμένω, καθότι η κρινόμενη αίτηση δεν εισαγόταν το πρώτον ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου, αλλά αποτελούσε επαναφορά προηγούμενης αίτησης, κατ' άρθρο 263 ΑΚ, λόγω της απόρριψης αυτής ως απαράδεκτης, επισημαινομένου ότι η προηγούμενη απόφαση 24/2020 του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, που απέρριψε ως απαράδεκτο το αίτημα προς επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης είχε δημοσιευθεί στις 21-4-2020 και η ένδικη αίτηση κατατέθηκε στις 15-7-2020, οπότε η επανέγερση αυτής έλαβε χώρα μέσα στην εξάμηνη προθεσμία που τάσσει το άρθρο 263 ΑΚ (αριθμ. 1 του 559 ΚΠολΔ).
Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθώς σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, σε περίπτωση που έχει ήδη καθορισθεί δικαστικά οριστική αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν τμήμα ακινήτου είναι απαράδεκτη η μεταγενέστερη αίτηση με την οποία ζητείται ο δικαστικός καθορισμός ιδιαίτερης αποζημίωσης, η σχετική για την οποία (ιδιαίτερη αποζημίωση) αίτηση μπορεί να κατατίθεται κατά τις επιταγές του άρθρου 13 παρ. 4 του ΚΑΑΑ μαζί με την αίτηση για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημίωσης και όχι ανεξάρτητα απ' αυτήν, με ιδιαίτερη αίτηση.
Εξάλλου, η διάταξη του αρθ. 263 ΑΚ, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλογικά και στην περίπτωση αίτησης ιδιαίτερης αποζημίωσης, που προβλέπεται από την ως άνω διάταξη του αρθ. 13 του Ν. 2882/2001, αφού προσκρούει στη φύση της διάταξης αυτής και στον επιδιωκόμενο με τη θέσπισή της σκοπό, ήτοι του καθορισμού της καταβλητέας ιδιαίτερης αποζημίωσης για το τμήμα που απομένει, ενιαίως, στην ίδια δίκη με την αποζημίωση για τα απαλλοτριούμενο ακίνητο, ώστε αφενός να έχει εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση, σαφή αντίληψη της έκτασης των υποχρεώσεών του και αφετέρου να περατώνεται με ταχύτητα η όλη διαδικασία της απαλλοτρίωσης.
Με τον τέταρτο, επίσης συναφή, λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 13 Ν. 2882/2021 και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο, κατά παράβαση και της αρχής της αναλογικότητας, με την ερμηνευτική προσήλωση που επέδειξε στη θέση της κρατούσας γνώμης, ότι η αίτηση προς επιδίκαση της ειδικής αποζημίωσης του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 πρέπει να συνεκδικάζεται υποχρεωτικά με την αίτηση για τον καθορισμό οριστικής μονάδας, κατέληξε στην κήρυξη απαραδέκτου, το οποίο είχε κηρύξει πρωτύτερα η 24/2020 απόφαση του ΕφΔυτΣτερΕλ, καταργεί την ουσιαστικού δικαίου αξίωσή του, ήτοι περιουσιακό δικαίωμα, το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 1 του Α' Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ, αν και το αποτέλεσμα αυτό επήλθε χωρίς υπαιτιότητά του, ενώ υπάρχει έκδηλη δυσαναλογία μεταξύ του νομοθετικού σκοπού της υποχρεωτικής συνεκδίκασης της αίτησης για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας και ειδικής αποζημίωσης και της κήρυξης απαραδέκτου στην κρινόμενη περίπτωση, η οποία επιτείνεται από το γεγονός ότι η προσκομιδή της γνωμάτευσης του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001 δεν είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, όπως ορίζει το άρθρο 15 παρ. 5 εδ.
τελ. του Ν. 2882/2001. Ο λόγος αυτός, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αλυσιτελής, αφού ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν απέρριψε την αίτηση, ως απαράδεκτη, λόγω μη προσκομιδής της γνωμάτευσης του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001, αλλά επειδή ασκήθηκε με ιδιαίτερη αίτηση, μετά την εκδίκαση της αίτησης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημίωσης και ανεξάρτητα απ' αυτήν.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Έξοδα δεν θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος ελλείψει σχετικού αιτήματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-10-2022 (αριθμ. έκθ. κατ. 36/2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ