Supreme Court allows appeal against second instance dismissal of interest claim due to failure to consider new agreement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the first ground of the appeal against the Second Instance Court's dismissal of the plaintiff's claim. The plaintiff argued that the Second Instance Court failed to consider a new agreement or debt forgiveness that would negate the interest claim, constituting a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The Court ruled that this omission was a substantive error requiring the case to be remitted for further examination, while dismissing the other appeal grounds as covered by this primary finding.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b), 524(3), 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure: When a second instance court dismisses an appeal due to the plaintiff's default, the first instance judgment is deemed final and any errors in that judgment can be raised on appeal as errors of the second instance decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1586 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1586/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Α..Ε.." και τον διακριτικό τίτλο "κλινική Α. Λ.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Χατζηνικολάου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παυλή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9442/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 246/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, στην οποία έχει ενσωματωθεί η υπ' αριθ. 9442/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-6-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν την όλη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το ν.4842/2021, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται, εφόσον είναι παραδεκτή.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος δεν είναι τυπική, αλλά γίνεται κατ' ουσίαν, διότι, αν και οι λόγοι της έφεσης στην πραγματικότητα δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητά τους, ωστόσο θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού το δικαστήριο δεν έχει την δυνατότητα να εκδώσει αντίθετη απόφαση, δεχόμενο τους λόγους της έφεσης (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 364/2018, ΑΠ 467/2016, ΑΠ 322/2015).
Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνο η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, στην οποία και ενσωματώνεται έκτοτε η πρωτόδικη απόφαση. Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, που με την έννοια αυτή επικυρώνεται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την άσκηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον βέβαια συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990,ΑΠ 958/2022,ΑΠ 2/2022,ΑΠ 1382/2019).
Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α, 321 και 495 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απόφαση για να υπόκειται σε αναίρεση πρέπει να έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση, κατά της ερήμην απόφασης, αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 513 παρ. 1 περ.
β εδ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους (ΑΠ 688/2019, ΑΠ 1163/2017, ΑΠ 12/2011). Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με την τελευταία αυτή διάταξη συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνο εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση, δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 215/2018, ΑΠ 2101/2017, ΑΠ 737/2017, ΑΠ 1016/2010).
Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη από την επίδοση της ερήμην απόφασης προθεσμία για την άσκησή της είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ.
β ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 17/2013,ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 819/2017, ΑΠ 268/2016). Η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1980, Ολ ΑΠ 626/1980).
Ενόψει τούτου η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας. Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ.β ΚΠολΔ), η έλλειψη, όμως, της οποίας μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (Ολ ΑΠ 17/2013, ΑΠ 1516/2022,ΑΠ 9/1996,ΑΠ 626/1980).
2. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, ερήμην της εκκαλούσας ήδη αναιρεσείουσας, κατά την τακτική διαδικασία, υπ'αριθμ.246/2022 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε, λόγω της ερημοδικίας της, την έφεσή της κατά της υπ' αριθμ. 9442/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 27-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης τράπεζας και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να της καταβάλει το ποσό των 128.524,44 ευρώ νομιμοτόκως από 30.03.2017.Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ενόψει του ότι η αναιρεσείουσα με το δικόγραφο της αναίρεσης, που υπογράφεται από τον έχοντα ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα δικηγόρο, παραιτήθηκε της ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά τη προσβαλλόμενης απόφασης.
Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της παραπάνω τελεσίδικης πλέον προσβαλλομένης απόφασης,είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). 3. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, και ακολούθως με το άρθρο 52 παρ. 3 ΕισΝΚΠολΔ, η εφαρμογή του οποίου επεκτάθηκε στις τράπεζες με το άρθρο 26 παρ. 9 του ν. 2076/1992, ορίζονται τα εξής:
Άρθρο 35: "Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται οσάκις εταιρεία (πιστώτρια) λαμβάνει ενέχυρον απαίτησιν α) λόγω δανείου, είτε απλού, είτε επ` ανοικτώ λογαριασμώ, β) ...". Άρθρο 36 παρ. 1: "Προς σύστασιν του ενεχύρου απαιτείται σύμβασις ενεχυριάσεως ...". Άρθρο 39: "1. Εάν αντικείμενον της ενεχυριάσεως είναι απαίτησις ονομαστική του οφειλέτου κατά τρίτου, η ενεχυρίασις συνεπάγεται εκχώρησιν της απαιτήσεως υπό του οφειλέτου προς την πιστώτριαν. 2.
Αντίγραφον της συμβάσεως ενεχυριάσεως επιδίδεται τω τρίτω. 3. Από της επιδόσεως θεωρείται η πιστώτρια, ως νεμομένη την απαίτησιν". Άρθρο 44: "Εάν αντικείμενον της ενεχυριάσεως είναι απαίτησις, η πιστώτρια δικαιούται ίνα εισπράξη την απαίτησιν ως εκδοχεύς, το δε μετά την εξόφλησιν υπόλοιπον αποδίδει τω οφειλέτη".
Με τις ανωτέρω διατάξεις εισήχθη, ως προς την ενεχυρίαση ονομαστικών απαιτήσεων προς εξασφάλιση απαιτήσεων ανωνύμων εταιρειών από δάνειο, απλό ή με ανοικτό λογαριασμό, εξαιρετικό δίκαιο και, ως εκ τούτου, οι περί ενεχύρου διατάξεις του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται μόνον συμπληρωματικώς για ζητήματα μη ρυθμιζόμενα από τις ανωτέρω ειδικές διατάξεις.
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η ενεχυρίαση απαιτήσεως συνεπάγεται όχι απλή επιβάρυνση αυτής, όπως η συνήθης ενεχυρίαση απαιτήσεως, αλλά την εκ του νόμου εκχώρησή της προς τον ενεχυρούχο πιστωτή, ο οποίος γίνεται πραγματικός και μοναδικός δικαιούχος της απαιτήσεως, δικαιούμενος, ως εκ τούτου, να την εισπράξει.
Η εκχώρηση συντελείται όταν αντίγραφο της συμβάσεως ενεχυριάσεως επιδίδεται στον τρίτο (οφειλέτη), μετά δε την αναγγελία αυτή αποκόπτεται κάθε δεσμός του τρίτου (οφειλέτη) με τον εκχωρητή, ο οποίος αποξενώνεται και δεν μπορεί να αναμιχθεί με οποιονδήποτε τρόπο στην απαίτηση, αποκλειστικός δικαιούχος της οποίας είναι πλέον ο εκδοχέας (ΑΠ 1028/2018, ΑΠ 1447/2018, ΑΠ 1564/2017), συνήθως τράπεζα, η οποία θεωρείται όχι οιονεί νομέας αλλά νομέας αυτής της απαίτησης, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον, και συνεπώς η τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, το δε μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο, αυτή οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ 1616/2018, ΑΠ 422/2018, ΑΠ 1168/2015).
Επομένως, μετά την, κατά τα εκτεθέντα, αναγγελία ο οφειλέτης δεν δικαιούται, πλέον, να καταβάλει την απαίτηση ούτε στον αρχικό δανειστή (εκχωρητή), ούτε σε άλλα πρόσωπα, τα οποία έλκουν δικαιώματα από έννομη σχέση με τον εν λόγω δανειστή, αλλά οφείλει να καταβάλει το ποσό της απαιτήσεως μόνον στον εκδοχέα (ΑΠ 4/2020).Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 455, 460, 461 και 462 ΑΚ συνάγεται ότι, η σύμβαση εκχωρήσεως έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της απαιτήσεως από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, που, μετά την αναγγελία, καθίσταται ο μόνος δικαιούχος αυτής, ο οποίος νομιμοποιείται πλέον να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει αποξενωθεί από την απαίτηση (ΑΠ 224/2018, ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 1725/2014).
Ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη και τους τρίτους πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη, γι` αυτό και ο οφειλέτης ελευθερώνεται αν πριν την αναγγελία καταβάλει στον εκχωρητή το χρέος ή συνομολογήσει με αυτόν σύμβαση αφέσεως(ΑΠ 1216/1995). Όπως δε συνάγεται από το συνδυασμό των άρθρων 158, 455, 458, 460,462 ΑΚ, η αναγγελία της εκχωρήσεως η οποία είναι απαραίτητη για να μπορεί ο εκδοχέας να ασκήσει κατά του οφειλέτη τα δικαιώματα που πηγάζουν από την εκχώρηση και να αξιώσει την καταβολή της απαιτήσεως που του εκχωρήθηκε, δεν υποβάλλεται σε πανηγυρικό τύπο.
Έτσι μπορεί να γίνει εγγράφως ή προφορικώς, όπως και με επίδοση αγωγής του εκδοχέα για την καταβολή της εν λόγω απαιτήσεως. Η επίδοση αυτή συνιστά αναγγελία της εκχωρήσεως, χωρίς να είναι αναγκαίο τούτο να αναγράφεται στο δικόγραφο της αγωγής. Εξάλλου, περιεχόμενο της αναγγελίας πρέπει να είναι ό,τι εκ της συμβάσεως της εκχωρήσεως ενδιαφέρει τον οφειλέτη και συγκεκριμένα αυτή η ίδια η εκχώρηση, το πρόσωπο εκχωρητού και εκδοχέως, η εκχωρηθείσα απαίτηση (εκτός εάν η ταυτότητα της τελευταίας <απαίτησης> προκύπτει από τις περιρρέουσες πραγματικές συνθήκες) και οι όροι της εκχωρήσεως όσοι ενδιαφέρουν τον οφειλέτη (ΑΠ 1074/2022).
Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ.,458,460, 462 και 463 ΑΚ προκύπτει ότι η απαίτηση του εκχωρητή μεταβιβάζεται όπως είναι στον εκδοχέα, ο οποίος καθίσταται δανειστής και ασκεί στο δικό του όνομα τις αγωγές τις οποίες μπορούσε και ο εκχωρητής να ασκήσει προς ικανοποίησή του, μη δυνάμενος μόνο να επικαλεστεί προνόμια συνδεόμενα προς το πρόσωπο του εκχωρητή δανειστή, ο δε οφειλέτης οφείλει να εκπληρώσει την παροχή κατά την έκταση και κατά τον τρόπο, τόπο και χρόνο που υποχρεούτο να εκπληρώσει αυτή (παροχή) και προς τον εκχωρητή.
Δηλαδή η εκχώρηση δικαιώματος έχει σαν αποτέλεσμα τη συμμεταβίβαση όλων των παρεπομένων δικαιωμάτων με παρακολουθηματικό τρόπο, χωρίς να χρειάζεται να γίνει ιδιαίτερη μνεία αυτών. Άλλωστε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 455 και 459 του ΑΚ, με την εκχώρηση κυρίας απαίτησης, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, μεταβιβάζεται και η απαίτηση για τους καθυστερούμενους τόκους (ΑΠ 1463/1998).
Επομένως, από και δια της αναγγελίας της εκχώρησης, ο εκδοχέας γίνεται, κύριος της εκχωρηθείσας απαίτησης, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση ή χειροτέρευση της προηγούμενης νομικής θέσης του οφειλέτη και ότι ο τελευταίος μπορεί να αντιτάξει κατά του εκδοχέα όλες τις ουσιαστικές ενστάσεις που του ανήκουν από την απαίτηση, κατά του εκχωρητή, εφόσον δεν συναρτώνται στενά με το πρόσωπο του τελευταίου (μη προσωπαγείς) και εφόσον η γέννησή τους εντάσσεται σε χρόνο πριν από εκείνο της αναγγελίας (ΑΠ 1109/2020). 4.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της με αριθμό 2130064807/7.12.1995 (παλιός αριθμός 6480) συμβάσεως πίστωσης αλληλόχρεου λογαριασμού και των ταυτάριθμων αυξητικών αυτής συμβάσεων, ήτοι α) της με αριθμό 6480/1/21.06.1996, β) της με αριθμό 6480/2/30.09.1996 γ) της με αριθμό 6480/3/30.10.1996, δ) της με αριθμό 6480/4/15.07.1997, ε) της με αριθμό 213006480-7/11.11.2004, στ) της με αριθμό 213006480-7/6/20.12.2004 και ζ) 213006480- 7/7/01003/1.9.2010 ....[ενν:
η ενάγουσα] χορήγησε στην πιστούχο εταιρεία με την επωνυμία "I.. Τ. - Σ..Π. Α. Ε. Κ. Β. Ε. Ι. Μ." με το διακριτικό τίτλο "…" πίστωση μέχρι του ποσού των 27.000.000 ευρώ. Για την εξασφάλιση της ως άνω απαίτησης, η ως άνω πιστούχος συνέστησε ενέχυρο υπέρ της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης ενεχύρασης απαίτησης ...,επί των απαιτήσεων της ως άνω ενεχυράστριας κατά της εναγόμενης (αναιρεσείουσας), για ολόκληρο το ποσό των απαιτήσεων της καθώς και για μελλοντικές απαιτήσεις, ύψους 300.054,28 ευρώ από συμβάσεις πώλησης νοσοκομειακού υλικού, το οποίο η ίδια η ενάγουσα αποδέχθηκε.
Η ως άνω σύμβαση ενεχύρασης με τη συνημμένη κατάσταση ανεξόφλητων τιμολογίων κοινοποιήθηκε νόμιμα στην εναγόμενη την 13.09.2012....Ήδη η ενάγουσα κατήγγειλε τη με αριθμό ... σύμβαση με την πιστούχο την 07.06.2016, ημερομηνία κατά την οποία υφίστατο χρεωστικό υπόλοιπο 10.605.423,45 ευρώ...., χωρίς η πιστούχος να ανταποκριθεί.
Η ως άνω σύμβαση ενεχύρασης περιέλαβε απαιτήσεις της πιστούχου κατά της εναγόμενης, που αποτυπώθηκαν σε 190 τιμολόγια πώλησης νοσοκομειακού υλικού ...συνολικής αξίας 300.054,28 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. και στα οποία περιγράφονται κατά επί μέρους τιμές μονάδος κάθε πωληθέν είδος. Κατά την κατάρτιση των συμβάσεων πώλησης που αποτυπώνονται στα ως άνω τιμολόγια, συμφωνήθηκε μεταξύ των εκεί συμβαλλομένων η χορήγηση πίστωσης 30 ημερών από το χρόνο έκδοσης εκάστου τιμολογίου, από την παρέλευση του οποίου θα καθίστατο η απαίτηση εκ του τιμολογίου ληξιπρόθεσμη.
Ήδη μετά την κατάρτιση και επίδοση στην εναγόμενη της ως άνω σύμβασης ενεχύρασης απαίτησης, μόνη δικαιούχος της ως άνω απαίτησης κατέστη η ενάγουσα. Στην ίδια ως άνω σύμβαση ορίστηκε ότι "Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποδοθεί στην Τράπεζα αμέλεια για την για οποιοδήποτε λόγο και αιτία μη είσπραξη της ενεχυραζόμενης απαίτησης.
Τυχόν μη άσκηση από την Τράπεζα του παραπάνω δικαιώματος δηλαδή της είσπραξης της ενεχυραζόμενης απαίτησης, δε δημιουργεί τεκμήριο σιωπηρής ατονίας ή της όποιας μεταβολής του δικαιώματος της αυτού, αφού συμφωνείται ρητώς ότι η Τράπεζα δικαιούται να το ασκήσει εάν, όταν και εφόσον κρίνει τούτο σκόπιμο".
Περαιτέρω, όπως ομολογεί και η ενάγουσα με τις ένδικες προτάσεις της, η εναγόμενη προέβη στην καταβολή συνολικού ποσού 300.054,29 ευρώ ως εξής: α) προ της ασκήσεως της αγωγής το συνολικό ποσό των 100.000 ευρώ σε δύο δόσεις των 50.000 ευρώ, που έλαβαν χώρα την 19.10.2016 και την 11.11.2016, αντίστοιχα ...και ακολούθως β) μετά την άσκηση της αγωγής κατέβαλε το ποσό των 200.054 ευρώ σε τέσσερις δόσεις των 50.000, 50.000, 50.000 και 50.054 ευρώ, που έλαβαν χώρα την 31.01.2017, 16.02.2017, 08.03.2017 και 29.03.2017, εξοφλώντας έτσι το ποσό των 300.054 ευρώ.
Η εναγόμενη με τις ένδικες προτάσεις της ισχυρίσθηκε ότι τα ως άνω ποσά καταβλήθηκαν μετά από συμφωνία με την ενάγουσα, ότι θα αποτελέσουν πλήρη εξόφληση της απαίτησης και δε θα καταβληθούν τόκοι υπερημερίας. Η ενάγουσα με την προσθήκη, αρνήθηκε ότι έλαβε χώρα τέτοια συμφωνία, εκθέτοντας ότι αφενός κάτι τέτοιο θα προϋπόθετε έγκριση από την αρμόδια επιτροπή - Συμβούλιου της ενάγουσας, αφετέρου ότι θα συνιστούσε άφεση χρέους που θα επιδρούσε αρνητικά στην οφειλή της αρχικής πιστούχου και στη μείωση της δικής της οφειλής προς την ενάγουσα.
Αποδείχθηκε, όμως, δυνάμει του ως άνω αναφερόμενου όρου της σύμβασης ενεχύρασης, ότι ανήκε στη διακριτική ευχέρεια της ενάγουσας η επιλογή για το αν θα ασκήσει το δικαίωμα που απορρέει από τη σύμβαση ενεχύρασης και με ποιο τρόπο, μεταξύ των οποίων κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ανήκει και η έκταση της άσκησης του δικαιώματος, ήτοι αν θα περιληφθεί και η απαίτηση για τόκους υπερημερίας ή μόνο το κεφάλαιο.
Το γεγονός ότι η εναγόμενη κατέβαλε με περιοδικό τρόπο και σε περίπου ισόποσες δόσεις των 50.000 ευρώ εκάστη (η τελευταία ανήλθε στις 50.054,29 ευρώ) διαδοχικά την 19.10.2016 (50.000 ευρώ), την 11.11.2016 (50.000 ευρώ), την 31.01.2017 (50.000 ευρώ), την 16.02.2017 (50.000 ευρώ), την 08.03.2017 (50.000 ευρώ) και την 29.03.2017 (50.054,29 ευρώ) το σύνολο του επίδικου κεφαλαίου σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο χρόνος της τελευταίας καταβολής ήταν εννιά (9) ημέρες προ της καταληκτικής ημερομηνίας κατάθεσης προτάσεων, συνεκτιμώντας και το γεγονός ότι δε σταμάτησε τις καταβολές μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης υπήρξε άτυπος διακανονισμός, επί τω τέλει της εξόφλησης της οφειλής.
Στο παραπάνω συμπέρασμα οδηγεί και το γεγονός ότι σε ανάλογη υπόθεση μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης, που αφορούσε όμως σε εκχώρηση απαίτησης άλλης πιστούχου, η ενάγουσα είχε χορηγήσει εξοφλητική απόδειξη, με την έστω εκπρόθεσμη εξόφληση του κεφαλαίου της απαίτησης, ρητά παραιτούμενη από τη διεκδίκηση των τόκων.
Ενώ όμως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα με τη συναλλακτική συμπεριφορά της δημιούργησε στην εναγόμενη την πεποίθηση ότι θα δεχθεί ότι η εξόφληση του κεφαλαίου θα οδηγήσει σε πλήρη εξόφληση της απαίτησης, αποδείχθηκε ότι ουδέποτε κατάρτισε με την εναγόμενη νομότυπη σύμβαση άφεσης χρέους ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ρητά παραιτήθηκε από την απαίτηση των τόκων υπερημερίας.
Η παραπάνω συμπεριφορά της ενάγουσας, συνέχεται όχι με ένσταση εξόφλησης, αλλά με καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, που εφόσον δεν προβλήθηκε από την εναγόμενη ως ένσταση, δεν είναι δυνατό να ληφθεί υπόψιν αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο. Ταυτόχρονα όμως δεν αποδεικνύεται ότι συμφωνήθηκε νομότυπα από τα αρμόδια όργανα της ενάγουσας ο μη καταλογισμός των τόκων σε βάρος της εναγόμενης και, ως εκ τούτου, η σχετική ένσταση που προέβαλε η εναγόμενη, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ακολούθως, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε ειδικότερα ο τρόπος υπολογισμού του αιτούμενου αγωγικού κονδυλίου, πλην των όσων διαλαμβάνονται στην άνωθι απορριφθείσα ένστασης εξόφλησης, γεγονός από το οποίο συνάγεται ομολογία, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή στην ουσία της και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 128.524,44 ευρώ, νομιμοτόκως από την 30.03.2017, κατά το αίτημα της αγωγής όπως νομότυπα περιορίσθηκε με τις ένδικες προτάσεις της ενάγουσας".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει σ'αυτή το ποσό των 128.524,44 ευρώ νομιμοτόκως από την 30.03.2017 και μέχρι την εξόφληση.
5. Σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020).Εξάλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 454 ΑΚ όταν ο δανειστής με τον οφειλέτη την άφεση του χρέους ή με σύμβαση μαζί του αναγνωρίσει ότι δεν υπάρχει το χρέος, επέρχεται απόσβεση της ενοχής.
Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι, η άφεση χρέους, η οποία είναι σύμβαση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, με την οποία ο πρώτος παραιτείται από την ενοχική αξίωση που έχει κατά του δευτέρου, έχει ως αποτέλεσμα την άμεση απόσβεση της ενοχής. Έτσι, ο δανειστής δεν δικαιούται πλέον να ασκήσει το δικαίωμα που πηγάζει απ' αυτήν την ενοχή.
Αν δε, παρόλα αυτά, το ασκήσει αποκρούεται επιτυχώς με την από το άρθρο αυτό (454 ΑΚ) παρακωλυτική της ασκήσεως του δικαιώματος σχετική ένσταση. Η σύμβαση δε αυτή περί αφέσεως χρέους καταρτίζεται με άτυπη δήλωση του δανειστή προς τον οφειλέτη, η οποία μπορεί να γίνει ακόμη και σιωπηρά, αρκεί να είναι σαφής και αναμφίβολη, όπως συμβαίνει με κάθε απαλλοτρίωση περιουσίας και μάλιστα με κάθε παραίτηση από δικαίωμα και δεν είναι δυνατόν να τεκμαίρεται (ΑΠ 1458/2022,ΑΠ 1694/2017,ΑΠ 934/2014, ΑΠ 412/2014,ΑΠ 1118/2010, ΑΠ 426/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό της, τον οποίο και προέβαλε με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προς αντίκρουση της αγωγής της αναιρεσίβλητης, ότι "ουδεμία συμφωνία είχαν με την πιστούχο "Ι..Τ. - Σ..Π.
Α. - E.. AEBE" (ενεχυράστρια της επίδικης απαίτησης) για πληρωμή των τιμολογίων τους μετά από 60 ή 30 ημέρες από την έκδοσή τους, καθόσον εξοφλούσαν πάντα τμηματικά την οφειλή τους, με το ρυθμό που εισέπρατταν τα νοσήλια από τους ασφαλιστικούς φορείς των ασθενών" και ως εκ τούτου η τυποποιημένη έντυπη ρήτρα επί των τιμολογίων περί χορήγησης πίστωσης 30 ή 60 ημερών από το χρόνο έκδοσης εκάστου τιμολογίου είχε ρητώς καταργηθεί για τις συναλλαγές μεταξύ τους, δηλαδή της E. AEBE και της "Κλινικής".
Από τις προσκομιζόμενες προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα πράγματι προέβαλε τον ανωτέρω ισχυρισμό, ήτοι προέβαλε νεότερη συμφωνία (άρθρο 361 ΑΚ) με την οποία καταργήθηκε η σύμβαση αναφορικά με τον όρο περί τοκοφορίας και, σε κάθε περίπτωση, ρητή άλλως σιωπηρή, άφεση χρέους (άρθρο 454 ΑΚ) ως προς τους οφειλόμενους τόκους, που κατά την αρχική σύμβαση είχε συμφωνηθεί να οφείλει μετά την 30η ή 60ή ημέρα από το χρόνο έκδοσης εκάστου τιμολογίου., και συνεπώς ο εν λόγω ισχυρισμός έχει χαρακτήρα παρακωλυτική της αγωγής, κατά το μέρος αυτό, ένστασης.
Από τις ως άνω εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, όπως όφειλε, τον πιο πάνω αυτοτελή ισχυρισμό, που συνιστά πράγμα, κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Έτσι, υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 περιπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια γι' αυτό και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αμέσως πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
6. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 246/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και η συμπροσβαλλόμενη 9442/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3), χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη πλημμέλειες από τους αρ.19 (έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού και ως προς την απόρριψη της ενστάσεως αφέσεως χρέους που είχε προταθεί επικουρικά), 14 (μη κήρυξη απαραδέκτου λόγω μη παράθεσης του τρόπου υπολογισμού των τόκων),11β (λήψη υπόψη ανύπαρκτης ομολογίας), 9 (επιδίκαση τόκων μετά από πάροδο 30 ημερών από την έκδοση εκάστου τιμολογίου, αντί 60 ημερών όπως αιτήθηκε η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα), η εξέταση των οποίων παρέλκει γιατί καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του γενομένου δεκτού ως άνω λόγου αναίρεσης.
Η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που υπέβαλε προτάσεις κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 189 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ` αυτήν, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 246/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και την συμπροσβαλλόμενη 9442/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ` αυτήν. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ..., στις 26 Σεπτεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ..., στις 25 Οκτωβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ