Legislator Case Law & Legislation
1586/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of specific grounds and failure to raise them before lower court.

Case Number 1586/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final appellate decision rejecting a land registry dispute. The appellant failed to specify the legal grounds for the appeal in the petition, rendering it vague and inadmissible under procedural law. Furthermore, the court found that the substantive argument regarding the invalidity of the plaintiff's claim had not been raised before the appellate court, violating the principle of contradiction. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal must contain specific grounds for review, and arguments not raised before the lower court are inadmissible unless they fall under specific exceptions.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal lack of specific grounds principle of contradiction failure to raise argument procedural defect legal costs land registry dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1)(b), 556(1), 558(a), 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 1(2)(a), 3, 6(1), 6(2), 7(3), 7a(1)(a) and (b) of Law 2664/1998
Article 5 of Law 3559/2007
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 22(1), 3 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1586 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1586/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Π. Ε. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Βέλλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-09-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 229/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 72/2016 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-12-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 17.12.2018 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα υπ' αριθμ. 72/20.12.2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, το οποίο απέρριψε την από 09.03.2012 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 229/2011 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 13.09.2010 αγωγή του αναιρεσίβλητου από το άρθρο 6§2 ν. 2664/1998. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1§§2 εδάφ. α' και 3, 6§§1 και 2, 7§3 και 7α§1 περίπτ. α' και εδάφ. α' και β' του ν. 2664/1998, όπως το άρθρο 6§2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 ν. 3559/2007 (Φ.Ε.Κ. Α' 102/14.05.2007), προκύπτει ότι: α) Στο κτηματολόγιο καταχωρούνται νομικές και τεχνικές πληροφορίες που αποσκοπούν στον ακριβή καθορισμό των ορίων των ακινήτων και στην δημοσιότητα των εγγραπτέων στα κτηματολογικά βιβλία δικαιωμάτων και βαρών, με τρόπο που διασφαλίζει την δημόσια πίστη, προστατεύοντας κάθε καλόπιστο συναλλασσόμενο που στηρίζεται στις κτηματολογικές εγγραφές, β) ..., γ) πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρούνται ως αρχικές εγγραφές στο κτηματολογικό βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, δ) οι πρώτες εγγραφές, επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, αποτελούν πράξη δημόσιας αρχής με διαπιστωτικό χαρακτήρα των υφιστάμενων - κατά τον χρόνο ενάρξεως του κτηματολογίου σε μία περιοχή - εμπράγματων δικαιωμάτων, που, μετά την οριστικοποίηση τους, παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακρίβειας, ε) σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία, αναφορικά με τον δικαιούχο κυριότητας ενός ακινήτου, μπορεί, όποιος έχει έννομο συμφέρον (ο πραγματικός κύριος, ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ο δανειστής του κλπ), να ζητήσει με αγωγή, που απευθύνεται ενώπιον του κατά τις γενικές διατάξεις αρμόδιου καθ' ύλην και κατά τόπον (μονομελούς ή πολυμελούς) πρωτοδικείου, την αναγνώριση του προσβαλλόμενου με την ανακριβή εγγραφή δικαιώματος και την διόρθωση της πρώτης εγγραφής.

Η αγωγή αυτή στρέφεται κατά του (ανακριβώς) αναγραφόμενου στο κτηματολογικό φύλλο ως δικαιούχου κυριότητας του επίδικου ακινήτου ή ... . Περαιτέρω, η εν λόγω αγωγή πρέπει να ασκηθεί ...., στ) οι πρώτες εγγραφές, των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η ακρίβεια δικαστικά εντός της προρρηθείσης αποκλειστικής προθεσμίας των οκτώ (8) ή δέκα (10) ετών καθίστανται άμεσα οριστικές και παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακρίβειας υπέρ των αναγραφομένων ως δικαιούχων κυριότητας, ενώ, σε περίπτωση δικαστικής τους αμφισβητήσεως, οριστικοποιούνται μόλις καταστεί αμετάκλητη η δικαστική απόφαση που απορρίπτει την αγωγή, ενώ αν, αντίθετα, γίνει ολικά ή μερικά δεκτή η ασκηθείσα αγωγή, μόλις καταστεί αμετάκλητη η σχετικώς εκδοθείσα απόφαση, διορθώνονται αντίστοιχα οι πρώτες εγγραφές και έκτοτε παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακρίβειας.

Πρέπει δε να τονιστεί ότι κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη εμπράγματου δικαιώματος, που προσβάλλεται με τις ανακριβείς πρώτες εγγραφές, είναι αυτός της ενάρξεως του Κτηματολογίου σε μία περιοχή, όπως καθορίζεται με σχετική απόφαση του Ο.Κ.Χ.Ε. και όχι αυτός της εγέρσεως της αγωγής του άρθρου 6§2 του ν. 2664/1998.

Επίσης, ως προς το ζήτημα της κτήσεως της κυριότητας του ακινήτου, ο νομοθέτης δεν διακρίνει εάν ο κύριος επικαλείται πρωτότυπο ή παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας, ενώ, εάν ήθελε να αποκλείσει από την διαδικασία της κτηματογραφήσεως την εγγραφή του δικαιούχου με πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας, θα το έπραττε με ρητή διάταξη (Α.Π. 1342/2015, Α.Π. 2048/2009).

Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως που αφορά ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε αυτό (δικαστήριο της ουσίας) ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 4/2018, Ολ.Α.Π. 6/2017, Α.Π. 148/2020, Α.Π. 50/2020).

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 562§2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός εάν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Α.Π. 884/2017).

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από αυτόν (αναιρεσείοντα) στο εφετείο με λόγο εφέσεως ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.Α.Π. 15/2000, Α.Π. 884/2017, Α.Π. 168/2015, Α.Π. 142/2013).

Όπως δε επίσης προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από την διάταξη του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγους αναιρέσεως, ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 1 του εν λόγω άρθρου (Α.Π. 344/2019, Α.Π. 279/2019, Α.Π. 884/2017, Α.Π. 142/2013). Το απαράδεκτο του λόγου αναιρέσεως, που θεσπίζει η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., αφορά προεχόντως τους ισχυρισμούς, η ευθύνη προτάσεως των οποίων ανήκει στον διάδικο, αλλά και τους ισχυρισμούς (και τα αποδεικτικά μέσα) που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως.

Επίσης η πιο πάνω ανάγκη τηρήσεως της προαναφερόμενης ειδικής προϋποθέσεως του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως υφίσταται και καθόσον αφορά τον ισχυρισμό του διαδίκου ως προς το νόμω βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής, ο οποίος (ισχυρισμός) θεμελιώνεται σε περιστατικά εκτός των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οπότε και δεν συντρέχει περίπτωση συνδρομής της ως άνω εξαιρέσεως του άρθρου 562§2 στοιχ.

β' για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο του αναιρετήριου, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την, από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, ισχυριζόμενο ότι, το Εφετείο Κέρκυρας εσφαλμένα εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 6§2 ν. 2664/1998, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 5 ν. 3559/2007, κρίνοντας ότι ο αναιρεσίβλητος (εφεσίβλητος - ενάγων) είχε δικαίωμα να ζητήσει να αναγνωριστεί η κυριότητά του στο περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο, επικαλούμενος ως τίτλο κτήσεως την υπ' αριθμ. 11419/11.06.2009 συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομίας του αποβιώσαντος το έτος 2008 πατέρα του, η οποία δεν έχει μεταγραφεί νόμιμα, και να διορθωθεί η αρχική εγγραφή στο οικείο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογίου Φιλιατών, ώστε να αναγραφεί ότι τυγχάνει κύριος αυτού (περιγραφόμενου ακινήτου) και όχι το Ελληνικό Δημόσιο, όπως έχει αναγραφεί.

Ειδικότερα, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι, εφόσον στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν περιλαμβάνεται παραδοχή για το απαιτούμενο από το νόμο περιστατικό να ήταν ο αναιρεσίβλητος (εφεσίβλητος - ενάγων) κύριος του επίδικου ακινήτου όχι κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, αλλά κατά τον χρόνο της ενάρξεως του Κτηματολογίου στην ως άνω περιοχή και συγκεκριμένα στις 10.01.2005 (άρθρο 2 της υπ' αριθμ. 271/3/29.12.2004 αποφάσεως του Δ.Σ.

του Ο.Κ.Χ.Ε.), το Εφετείο παραβίασε τους ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή τους. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αποφάσεώς του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 7.922 τ.μ.

βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας του Δήμου … . Σύμφωνα με το προσκομιζόμενο με επίκληση υπ' αριθμ. ... έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Θεσπρωτίας, τμήμα του επιδίκου, το οποίο ορίζεται με τα στοιχ. Α-Β-Θ-Η-Ι-Κ-Α στο συνημμένο από 22-2-2011 απόσπασμα προσωρινού δασικού χάρτη και το οποίο έχει εμβαδόν 7.806,59 τ.μ., στους ορθοφωτοχάρτες, που παρήχθησαν από αεροφωτογραφίες του έτους 1945 καθώς και σε πρόσφατους ορθοφωτοχάρτες εμφανίζεται με μη δασική μορφή και δεν υπάγεται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας.

Σύμφωνα με το ίδιο ως άνω έγγραφο τμήμα του επιδίκου με τα στοιχ. Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Β, εμβαδού 115,41 τ.μ. περιλαμβάνεται στο πολύγωνο με κωδικό φυτοκάλυψης ... και στους ορθοφωτοχάρτες, που παρήχθησαν από αεροφωτογραφίες του έτους 1945 καθώς και σε πρόσφατους ορθοφωτοχάρτες εμφανίζεται με δασική μορφή. Ολόκληρο το επίδικο ακίνητο όπως προκύπτει και από τον υπ' αριθμ. ...

κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα της Διεύθυνσης Εγγείων Βελτιώσεων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης … και το από 10-9-2009 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Η. Τ. αποτελεί το με αριθμ. 402 αγροτεμάχιο του αγροκτήματος … της διανομής του έτους 1957. Το εν λόγω με αριθμ. 402 αγροτεμάχιο, όπως προκύπτει και από την υπ' αριθμ. ...

βεβαίωση του Τμήματος Τοπογραφικής της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης … σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ. 1859/6-3-2009 έγγραφο του Δήμου …, δεν αποτέλεσε αντικείμενο της ως άνω διανομής, διότι υποδείχθηκε από τους οριοδείκτες ως ιδιοκτησία του αναφερόμενου στον κτηματολογικό πίνακα ως Σ. Σ., ο οποίος είναι το ίδιο πρόσωπο με τον απώτερο δικαιοπάροχο του ενάγοντος Σ.

Ε. του Α. και Ζ.. Το τμήμα του επιδίκου των 115,41 τ.μ. έχει τριγωνικό σχήμα και συνορεύει βόρεια με το με αριθμ. 381 αγροτεμάχιο, ανατολικά σε τεθλασμένη γραμμή 15,03 και 11,51 μ. με τον ποταμό … και δυτικά με υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου. Ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος Α. Ε. νεμόταν με διάνοια κυρίου ολόκληρο το επίδικο ακίνητο κατά το ιδανικό μερίδιο του 1/2 εξ αδιαιρέτου από το θάνατο του πατέρα του Σ.

Ε., που συνέβη στις 24-11-1967, ο οποίος με την υπ' αριθμ. ... δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου Φιλιατών Απόστολου Μπάκουλη, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ' αριθμ. 5/1968 πρακτικά δημοσιεύσεως του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, κατέλιπε το επίδικο κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον υιό του Α. Ε. και κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου στη σύζυγο του Λ.

Ε.. Η τελευταία το έτος 1982 παραχώρησε ατύπως στον δικαιοπάροχο του ενάγοντος Α. Ε. τη νομή του επιδίκου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου. Ο τελευταίος από τους ανωτέρω χρόνους (1967 και 1982) νεμόταν το επίδικο με διάνοια κυρίου συνεχώς έως το θάνατο του, που έλαβε χώρα στις 11-6-2008, ασκώντας σε αυτό φανερά τις πράξεις νομής, που προσιδίαζαν στη φύση του και συγκεκριμένα το καλλιεργούσε ο ίδιος με δημητριακά ή το εκμίσθωνε σε τρίτους και εισέπραττε τα μισθώματα και το επιτηρούσε.

Έτσι έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Ο Α. Ε. με την από 10-2-2007 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. 141/2008 πρακτικά δημοσιεύσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας κατέλιπε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου στον ενάγοντα, ο οποίος με την υπ' αριθμ. ... δήλωση αποδοχής ενώπιον της συμβολαιογράφου Φιλιατών Χρυσάνθης Στάθη αποδέχθηκε την κληρονομιά.

Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι το επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., ή η ευρύτερη περιοχή στην οποία τούτο εμπίπτει, ήταν δάσος ή δασική έκταση πριν την απελευθέρωση της … από την τουρκική κατοχή το έτος 1913, αφού, όπως προεκτέθηκε, η Διεύθυνση Δασών … με το ως άνω έγγραφο της δεν προβάλλει δικαιώματα στο μείζον τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 7.806,59 τ.μ., ενώ το τμήμα των 115,41 τ.μ.

στο οποίο αυτή προβάλλει δικαιώματα δεν μπορεί, ενόψει όσων έγιναν δεκτά παραπάνω και ιδίως της έκτασης του και του ότι αποτελεί τμήμα του αγροκτήματος … καθώς και του ότι το εναγόμενο δεν προσκομίζει με επίκληση κανένα αποδεικτικό στοιχείο, πλην του ως άνω υπ' αριθμ. ... εγγράφου και του αποσπάσματος προσωρινού δασικού χάρτη, να γίνει δεκτό ότι τούτο αποτελούσε δάσος κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας.

Στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του επίδικου ακινήτου με ΚΑΕΚ ... της πρώτης εγγραφής των κτηματολογικών βιβλίων του κτηματολογικού γραφείου … αναγράφεται ως δικαιούχος κυριότητας το εναγόμενο, η οποία (εγγραφή), κατά τα προεκτεθέντα, είναι ανακριβής και προσβάλλει το δικαίωμα του ενάγοντος. Κατόπιν των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή ως ουσία βάσιμη και απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητα του, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις έστω και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα, και ο περί του αντιθέτου λόγος της έφεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω ο λόγος της έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, πρέπει πρωτίστως να απορριφθεί ως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζονται καθόλου οι αιτιάσεις που αποδίδονται αναφορικά με το αόριστο της αγωγής, ώστε να μπορεί το δικαστήριο να κρίνει για το νόμιμο και το βάσιμο αυτών.

Ειδικότερα δεν προσδιορίζονται ποία είναι τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία, που δεν αναφέρονται στην αγωγή και γι' αυτό είναι αόριστη. Κατόπιν των ανωτέρω η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη ... .". Με το περιεχόμενο αυτό, ο ως άνω μοναδικός λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ως άνω ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται αυτός (λόγος αναιρέσεως) προτάθηκε από αυτό (αναιρεσείον), δηλαδή με λόγο της εφέσεώς του ή ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις της διατάξεως του άρθρου 562§2 Κ.Πολ.Δ..

Ανεξαρτήτως τούτου δε, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρον 561§2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της από 09.03.2012 εφέσεως του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι ο προαναφερθείς ισχυρισμός αυτού περί του νόμω αβάσιμου της αγωγής του αναιρεσίβλητου για τον ως άνω λόγο, την μη θεμελίωση δηλαδή δικαιώματος κυριότητας αυτού κατά τον ως άνω χρόνο ενάρξεως της ισχύος του Κτηματολογίου στην συγκεκριμένη περιοχή, δεν είχε προβληθεί ενώπιον του Εφετείου από τον τελευταίο, ενώ δεν εμπίπτει στις προαναφερόμενες εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ. .

Ειδικότερα, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί του ότι το επικαλούμενο με τον λόγο αναιρέσεως ως άνω νόμω αβάσιμο της ένδικης αγωγής προκύπτει από την ίδια την απόφαση, αφού το σφάλμα αυτό θεμελιώνεται σε ισχυρισμό εκτός των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Κατ' ακολουθίαν τούτων, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσίβλητου, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτού (αναιρεσίβλητου), τα οποία θα καταλογιστούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.

Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17.12.2018 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 72/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου καθορίζει, δε το ποσό τους σε τριακόσια ευρώ (300,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ