Legislator Case Law & Legislation
1586/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal, ruling security guard's non-physical duties qualify as private employee status under Greek law.

Case Number 1586/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's judgment awarding severance pay to a security guard. The plaintiff argued he was an employee due to monthly salary and administrative treatment, while the defendant contended his role involved physical labor. The court ruled that the nature of the work, specifically its non-physical and intellectual character requiring autonomy and responsibility, legally defined him as a private employee rather than a worker.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 of Law 2655/1953; Art. 10 of the Code of 3514/1928: The distinction between a worker and a private employee depends on the nature of the work performed, not the contract title or payment method; work involving intellectual effort, autonomy, and responsibility constitutes private employee status.

Keywords

AI generated
private employee status severance pay entitlement security guard duties intellectual labor classification Greek labor law non-physical work employment contract interpretation

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 of Law 2655/1953
Art. 10 of the Code of 3514/1928
Art. 7 of Law 4558/1930
Law 2112/1920
Art. 2 para. 2 of Decree-Law 173/1967
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1586 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1586/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου- Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στον ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Μάρκου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Η., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Έφης Χίου- Γιαννίκου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 1099/19-3-2012. Εκδόθηκαν η 1305/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, η 699/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-11-2017 και με αριθμό κατάθεσης …/28-11-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Στο άρθρο 10 του κωδικοποιημένου ν. 3514/1928, όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του ν. 4558/1930 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 2655/1953, ορίζεται ότι: "Ιδιωτικός υπάλληλος, κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου, θεωρείται παν πρόσωπον κατά κύριον επάγγελμα ασχολούμενον επ' αντιμισθία, ανεξαρτήτως τρόπου πληρωμής, εις υπηρεσίαν ιδιωτικού καταστήματος, γραφείου ή εν γένει επιχειρήσεως ή οιασδήποτε εργασίας και παρέχον εργασίαν αποκλειστικώς ή κατά κύριον χαρακτήρα μη σωματικήν.

Δεν θεωρούνται ιδιωτικοί υπάλληλοι, οι υπηρέται πάσης κατηγορίας, καθώς και παν εν γένει πρόσωπον, το οποίον χρησιμοποιείται εν τη παραγωγή αμέσως ως βιομηχανικός, βιοτεχνικός, μεταλλευτικός ή γεωργικός εργάτης ή ως βοηθός ή μαθητευόμενος των εν λόγω κατηγοριών ή παρέχει υπηρετικάς εν γένει υπηρεσίας".

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η διάκριση του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από τον περιεχόμενο στη σύμβαση χαρακτηρισμό αυτού ή τον τρόπο της αμοιβής του. Εργασία εργάτη θεωρείται εκείνη που προέρχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας, ενώ, όταν η εργασία είναι προϊόν πνευματικής καταβολής, τότε και εφόσον ο εργαζόμενος έχει την κατάρτιση και εμπειρία που απαιτείται για αυτήν και την εκτελεί με υπευθυνότητα, θεωρείται εργασία υπαλλήλου και εκείνοι που την ασκούν ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτικών υπαλλήλων.

Έτσι, για το χαρακτηρισμό προσώπου ως υπαλλήλου, απαιτείται και εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού.

Η έννοια του ιδιωτικού υπαλλήλου ή εργάτη που προκύπτει από τις πιο πάνω διατάξεις είναι νομική και ως τέτοια υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, βάσει των ανελέγκτως από το δικαστή της ουσίας γενομένων δεκτών περιστατικών (ΑΠ 1448/2017, ΑΠ 237/2004).

2. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά, που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 681/2014).

3. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 561 παρ.2), το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη:

Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), την 23-5-1986, προσλήφθηκε από την εταιρία με την επωνυμία "...)" με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε αυτήν ως φύλακας. Ότι το έτος 2004, η ανωτέρω εταιρία και η εταιρία με την επωνυμία "Ελληνική Βιομηχανία Όπλων ΑΕ" (ΕΒΟ ΑΕ) συγχωνεύθηκαν με σύσταση νέας εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία" και το διακριτικό τίτλο "...", την αρχικώς εναγομένη, η οποία υπεισήλθε στη θέση των συγχωνευόμενων εταιριών ως καθολική διάδοχος.

Ότι η αρχικώς εναγομένη ως άνω εταιρία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 4237/2014, διασπάσθηκε με τη σύσταση δύο νέων επωφελούμενων ανωνύμων εταιριών, από τις οποίας η μία έχει την επωνυμία και το διακριτικό τίτλο της διασπώμενης και η οποία συνεχίζει την προκειμένη δίκη ως καθολική διάδοχος της διασπασθείσας εταιρίας.

Ότι ο ενάγων εργάσθηκε στην εργοδότρια εταιρία και τη διάδοχό της με την ιδιότητα του φύλακα μέχρι την 23-9-2011, οπότε και αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης. Ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα που ο ενάγων εργάσθηκε, αντικείμενο της εργασίας του ήταν η φύλαξη, σε συνεργασία με άλλους συναδέλφους του, της εδαφικής έκτασης του εργοστασίου της εναγομένης στο ...

Αττικής, επιφάνειας 380 στρεμμάτων, η ένοπλη περιφρούρηση των εργοστασιακών εγκαταστάσεων παραγωγής και συναρμολόγησης, αποθήκευσης και επισκευής εξοπλιστικών συστημάτων άμυνας, πυρομαχικών, πολεμοφοδίων, καθώς και ο έλεγχος της εισόδου και εξόδου στο χώρο του εργοστασίου των ανθρώπων, αλλά και των φορτίων των εκρηκτικών και των παραστατικών τους.

Ότι, σε περίπτωση εμφάνισης κινδύνου, είτε λόγω προβλήματος στις αποθήκες ή στις εγκαταστάσεις της παραγωγής, είτε λόγω εξωτερικής απειλής (πυρκαγιά, λαθροκυνηγοί, δολιοφθορά), ήταν υποχρεωμένος να εκτιμήσει την κατάσταση αμέσως και να δράσει ανάλογα, ήτοι να ενεργήσει μόνος προς αποτροπή του κινδύνου, αναλαμβάνοντας τη σχετική πρωτοβουλία και ευθύνη ή να απευθυνθεί στους ανωτέρους του ή στην αστυνομία ή στους υπεύθυνους συντήρησης των μηχανημάτων.

Ότι μετά το έτος 2000, οπότε η εργοδότρια, λόγω αποχώρησης συναδέλφων του και μη πρόσληψης νέων, προσέλαβε ιδιωτική εταιρία ασφάλειας (...), οι εργαζόμενοι σε αυτήν τελούσαν υπό την εποπτεία του ενάγοντος και του εναπομείναντος συναδέλφου του Γ. Σ., οι οποίοι τους τοποθετούσαν στις κατάλληλες σκοπιές, τους ήλεγχαν και τους καθοδηγούσαν.

Ότι για την εκτέλεση των πιο πάνω εργασιών, λαμβανομένης υπόψη της σπουδαιότητας αλλά και της επικινδυνότητας του χώρου και των εγκαταστάσεων, τη φύλαξη των οποίων είχε αναλάβει ο ενάγων, αλλά και της αναγκαιότητας αντιμετώπισης εκτάκτων περιστατικών, απαιτείτο εξειδικευμένη εμπειρία και αυτοσυγκέντρωση, εγρήγορση και προσοχή, με έντονη τη χρησιμοποίηση πνευματικών λειτουργιών, μαζί με λεπτούς χειρισμούς και την ανάπτυξη πρωτοβουλίας, κυρίως κατά την αντιμετώπιση εκτάκτων περιστατικών.

Ότι με βάση τα ανωτέρω, ο ενάγων είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου, διότι προσέφερε εργασία κατά κύριο χαρακτήρα μη σωματική, με υπέρτερο το πνευματικό στοιχείο, διέθετε δε ανάλογη κατάρτιση και εξιδιασμένη εμπειρία, την οποία είχε αποκτήσει αφενός από την πολυετή εμπειρία του, αφετέρου δε λόγω της εκπαίδευσής του, αφού είχε παρακολουθήσει σχετικά μαθήματα στη σχολή αστυφυλάκων της Αστυνομίας και ήταν εφοδιασμένος με άδεια οπλοφορίας.

Ότι η εναγομένη, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που απασχολούσε τον ενάγοντα, τον θεωρούσε υπάλληλο και όχι εργάτη, αφού τον πλήρωνε με μηνιαίο μισθό (όχι ημερομίσθιο) και τον περιελάμβανε στις καταστάσεις μισθοδοσίας των υπαλλήλων της, ενώ κατά την προσέλευσή του στην εργασία, τον είχε εφοδιάσει και αυτός χρησιμοποιούσε τη μηναία πράσινη κάρτα του υπαλλήλου, σε αντίθεση με τους εργάτες παραγωγής, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν δεκαήμερη λευκή κάρτα.

Ότι ο ενάγων, κατά την αποχώρησή του, λόγω της ιδιότητάς του ως υπαλλήλου, έπρεπε να λάβει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 2112/1920 και του άρθρου 2 παρ.2 του α.ν. 173/1967 αποζημίωση, ύψους 15.000 ευρώ. Κατόπιν αυτών, το Μονομελές Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης ως ουσία αβάσιμη, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη και επιδικάσθηκε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 15.000 ευρώ, εν μέρει καταψηφιστικά (5.000 €) και εν μέρει αναγνωριστικά (10.000 €).

4. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Μονομελές Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου και ως εκ τούτου δικαιούταν αποζημίωση απόλυσης, που αντιστοιχούσε σε αποζημίωση υπαλλήλου. Με την κρίση του αυτή, ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 10 του κωδικοποιημένου ν. 3514/1928, όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του ν. 4558/1930 και τελικά αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 2655/1953 και δεν τις παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα των υπηρεσιών που παρείχε ο ενάγων και οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται αναλυτικά οι επί μέρους εργασίες που εκτελούσε ο ενάγων, από τις οποίες προέκυπτε ότι η εργασία του ως φύλακα ήταν κατά κύριο λόγο μη σωματική και προείχε το πνευματικό στοιχείο και την οποία εκτελούσε χωρίς να καθοδηγείται από άλλον, αναπτύσσοντας σημαντική πρωτοβουλία και αναλαμβάνοντας αξιόλογη ευθύνη σχετικά με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, διέθετε δε, τόσο την απαιτούμενη ανάλογη κατάρτιση, όσο και εξειδικευμένη εμπειρία, την οποία είχε αποκτήσει από την μακροχρόνια απασχόλησή του στο ίδιο αντικείμενο, επιδεικνύοντας πρωτοβουλία και υπευθυνότητα στο αντικείμενο της εργασίας τους.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-11-2017 και με αριθμό κατάθεσης …/28-11-2017 αίτηση για αναίρεση της 699/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Νοεμβρίου 2018. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 20η Νοεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ