Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to cite substantive law violations and reliance on evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Athens. The appellant argued that the appellate court erred in admitting witness testimony and evaluating evidence, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that the appellant failed to identify specific substantive law violations and merely challenged the court's assessment of evidence, which is not reviewable on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a) and 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to specify the violated substantive law provisions or relies solely on the court's evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1586 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1586/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. - Ζ. Β. του Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσοβόλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. χήρας Θ. Β., το γένος ..., 2) Ε. Β. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Καμπέρη και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/3/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2325/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1921/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/11/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 22/2/2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Πηνελόπης Ζωντανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα 1921/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 19-9-2011 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της 3473/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία ερήμην των τελευταίων (εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων), είχε δεχθεί εν μέρει κατ' ουσίαν την από 23-3-2009 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζήτησε, για τους αναφερόμενους σ' αυτήν (αγωγή) λόγους, να υποχρεωθούν οι αντίδικές της αυτές να της καταβάλουν κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, εις ολόκληρον εκάστη και νομιμοτόκως από της υπερημερίας τους το ποσό των 20.946,26 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1, 8, 10 και 19 ΚΠολΔ, ιδρύονται αντίστοιχα λόγοι αναίρεσης: α) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δίκαιου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, β) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, γ) αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και δ) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 296, 297, 299, 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί, ακόμη και κατά το στάδιο της εκκλήτου δίκης, να παραιτηθεί από το αγωγικό δικαίωμα. Και εφόσον μεν η σχετική δήλωση περί παραίτησης γίνεται κατά τους τύπους του άρθρου 297 ΚΠολΔ δηλαδή με δήλωση καταχωριζόμενη στα πρακτικά ή με δικόγραφο κοινοποιούμενο προς τον αντίδικο του παραιτουμένου, η ούτω δηλουμένη παραίτηση επιφέρει απόσβεση του δικαιώματος που δεν μπορεί πλέον να προταθεί στο μέλλον με άλλη αγωγή.
Εφόσον δε η παραίτηση έχει δηλωθεί χωρίς να τηρηθεί ο τύπος, είτε μονομερώς, είτε στο πλαίσιο μιας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων (άρθρ. 454 ΑΚ), θεμελιώνει καταχρηστική καταλυτική της αγωγής ένσταση, ήτοι ένσταση στηριζομένη σε απλά πραγματικά γεγονότα που προβάλλονται κατά του δικαιώματος, γιατί αυτό μεταγενέστερα καταλύθηκε, που συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής κατ' ουσίαν.
Στη δεύτερη περίπτωση, τον σχετικό ισχυρισμό του εναγομένου, που προβάλλεται επιτρεπτώς και προς υπεράσπιση κατά της έφεσης, κατ' άρθρο 527 αρ. 1 ΚΠολΔ, ερευνά το Εφετείο πριν από την εξέταση της βασιμότητας της έφεσης. Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι, από ορισμένη πράξη στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει δήλωση βουλήσεως περί παραιτήσεως από το δικαίωμα, απορρέει από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και δεν υπόκειται, ως εκ τούτου, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον δεν προσβάλλονται με αυτήν κανόνες δικαίου (ΑΠ 1290/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα εξής: "Οι διάδικοι είναι συγγενείς μεταξύ τους και ειδικότερα η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) και η δεύτερη των εναγομένων (2η των αναιρεσιβλήτων) είναι αδελφές, τέκνα της πρώτης των εναγομένων (1ης των αναιρεσιβλήτων).
Η δεύτερη των εναγομένων είναι ψιλή κυρία και η πρώτη των εναγομένων επικαρπώτρια μιας αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας και συγκεκριμένα του ημιυπογείου διαμερίσματος μιας πολυώροφης οικοδομής, που βρίσκεται στο ... επί της οδού .... Το ως άνω διαμέρισμα έχει επιφάνεια 80 τ.μ. και αποτελείται από δύο υπνοδωμάτια, σαλόνι, τραπεζαρία, χωλ, κουζίνα και λουτρό, ενώ ανήκει σ' αυτό και μία αποθήκη εμβαδού 50 τ.μ.
καθώς και ένα γκαράζ, αντιστοιχεί δε σ' αυτό ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 1/3 εξ αδιαιρέτου. Η δεύτερη των εναγομένων απέκτησε την ψιλή κυριότητα του πιο πάνω διαμερίσματος δυνάμει του υπ' αριθμ. 6448/1990 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβ/φου … Κ. Α. από τον πατέρα της Θ. Β., ο οποίος παρακράτησε την επικαρπία υπέρ αυτού και της συζύγου του πρώτης των εναγομένων, η οποία μετά το θάνατό του κατέστη αποκλειστική επικαρπώτρια του εν λόγω διαμερίσματος.
Επί πλέον, δυνάμει του υπ' αριθμ. 9897/1993 συμβολαίου της συμβ/φου … Μ. Λ., η δεύτερη των εναγομένων είχε αποκτήσει και την ψιλή κυριότητα ενός διαμερίσματος 168 τ.μ., που βρίσκεται στο δεύτερο όροφο της ίδιας ως άνω οικοδομής, με γονική παροχή, που συνέστησε υπέρ αυτής ο πατέρας της Θ. Β., ο οποίος παρακράτησε αρχικά εφ' όρου ζωής αυτού και της συζύγου του την επικαρπία, αλλά, στη συνέχεια, με το υπ' αριθμ. 9932/28-2-1994 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου αυτός παραιτήθηκε του δικαιώματος επικαρπίας υπέρ της δεύτερης των εναγομένων κατά ποσοστό 49%, η οποία, μετά την παραίτηση και της πρώτης των εναγομένων, κατέστη πλήρη κυρία του εν λόγω ακινήτου κατά ποσοστό 49% εξ αδιαιρέτου, ενώ παρέμεινε ψιλή κυρία κατά ποσοστό 51/% εξ αδιαιρέτου.
Όσον αφορά την ενάγουσα, αυτή κατά το έτος 1984 είχε λάβει με γονική παροχή από την πρώτη των εναγόμενων μητέρα της ένα άλλο διαμέρισμα, επιφανείας 100 τ.μ., που βρίσκεται στο Ν. ..., στην οδό ... Ωστόσο, επιθυμία του πατέρα της Θ. Β. ήταν να λάβει η ενάγουσα και το διαμέρισμα, επιφανείας 168 τ.μ., που βρίσκεται στον πρώτο όροφο της οικοδομής επί της οδού ..., στο ... ...
Όμως, ο τελευταίος απεβίωσε στις 2-7-1997 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του (πρώτη των εναγομένων), κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, και από τις δύο θυγατέρες του (ενάγουσα και δεύτερη των εναγομένων), κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου από καθεμιά, οι οποίες αποδέχθηκαν την κληρονομιά του, στην οποία περιλαμβανόταν και το αμέσως παραπάνω αναφερόμενο διαμέρισμα.
Ακολούθως, σύμφωνα και με την επιθυμία του αποβιώσαντος Θ. Β., η δεύτερη των εναγομένων, με το υπ' αριθμ. 10.784/1998 συμβόλαιο δωρεάς της συμβ/φου … Μ. Λ., δώρησε τα 3/8 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας επί του ανωτέρω διαμερίσματος στην ενάγουσα και τα 3/8 εξ αδιαίρετου της επικαρπίας στην πρώτη των εναγομένων, ενώ, αργότερα, και η τελευταία με το υπ' αριθμ. 11.835/2004 συμβόλαιο της ίδιας συμβ/φου μεταβίβασε με γονική παροχή στην ενάγουσα τα 2/8 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας του εν λόγω διαμερίσματος, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να καταστεί πλήρης κυρία του ακινήτου κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου και ψιλή κυρία κατά ποσοστό 5/8 εξ αδιαιρέτου.
Στο μεταξύ, κατά το έτος 2002 η ενάγουσα είχε μεταβιβάσει το επί της οδού ..., στο ..., διαμέρισμα, επιφανείας 100 τ.μ., το οποίο ουσιαστικά είχε λάβει ως προίκα, αλλά συνέχισε να παραμένει σ' αυτό ως μισθώτρια. Όμως, κατά το έτος 2004 η αγοράστρια και νέα ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος ζήτησε από την ενάγουσα, η οποία τότε ήταν διαζευγμένη και μητέρα δύο τέκνων, την απόδοση της χρήσης αυτού, καθόσον επιθυμούσε να το πωλήσει απαλλαγμένο από κάθε μισθωτική σχέση, γι' αυτό και η ενάγουσα βρισκόταν σε αναζήτηση νέας κατοικίας.
Με βάση την ανωτέρω διαμορφωμένη κατάσταση, κατά το μήνα Οκτώβριο του 2004, η ενάγουσα ήλθε σε συμφωνία με την πρώτη των εναγομένων μητέρα της, στην οποία συνήνεσε και η δεύτερη των εναγομένων αδελφή της, να παραχωρηθεί σ' αυτή (ενάγουσα) άνευ ανταλλάγματος η χρήση του ημιυπόγειου διαμερίσματος, επιφανείας 80 τ.μ., μετά της αποθήκης και της θέσης στάθμευσης, επί της οδού ..., στο ..., το οποίο ανήκε κατά ψιλή κυριότητα στη δεύτερη των εναγομένων και κατ' επικαρπία στην πρώτη των εναγομένων, για χρονικό διάστημα τριών ετών από 1-1-2005, προκειμένου να χρησιμοποιήσει αυτό ως κύρια κατοικία της.
Όμως, επειδή ήσαν απαραίτητες προς τούτο εργασίες ανακαίνισης του διαμερίσματος, συμφωνήθηκε να εκτελέσει αυτές η ίδια η ενάγουσα με δικές της δαπάνες. Η συμφωνία αυτή ήταν προς το συμφέρον όλων των διαδίκων, δεδομένου ότι η μεν ενάγουσα θα εξοικονομούσε τη διαφορά από τα μισθώματα που ήταν αναγκασμένη να καταβάλει, ενώ και οι εναγόμενες θα είχαν στη συνέχεια στη διάθεσή τους ένα ανακαινισμένο και κατάλληλο προς οίκηση διαμέρισμα.
Πράγματι, σε εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας, η ενάγουσα προέβη σε εργασίες ανακαίνισης τόσο των εσωτερικών όσο και των εξωτερικών χώρων του διαμερίσματος, καθώς και του περιβάλλοντος χώρου .... συνολικού ποσού 19.011,35 ευρώ ... Οι ανωτέρω εργασίες ολοκληρώθηκαν στο τέλος 2004 και η ενάγουσα ετοιμαζόταν να εγκατασταθεί στο διαμέρισμα στις αρχές του επόμενου έτους, πλην, όμως, οι εναγόμενες υπαναχώρησαν από τη μεταξύ τους ένδικη συμφωνία και δήλωσαν, ότι δεν επρόκειτο να παραχωρήσουν τη χρήση του διαμερίσματος στην ενάγουσα άνευ ανταλλάγματος.
Ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι η ενάγουσα από δικούς της καθαρά λόγους και με δική της πρωτοβουλία δεν θέλησε να κατοικήσει στο διαμέρισμα, καθόσον αντιλήφθηκε τις τυχόν δυσκολίες συμβίωσης μαζί τους, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Έτσι, η ενάγουσα δεν μπόρεσε να κάνει χρήση του συγκεκριμένου διαμερίσματος, όπως είχε συμφωνηθεί, από υπαιτιότητα των εναγομένων, η πρώτη από τις οποίες από το έτος 2006 εγκαταστάθηκε σ' αυτό.
Κατόπιν αυτού, η ενάγουσα ζήτησε από τις εναγόμενες να της αποδώσουν το ανωτέρω ποσό, που είχε δαπανήσει για την ανακαίνιση του ημιυπόγειου διαμερίσματος στο πλαίσιο της προηγηθείσας συμφωνίας τους, πλην, όμως, αυτές αρνήθηκαν. Μάλιστα, στις 26-7-2006 η ενάγουσα επέδωσε στις εναγόμενες και την από 25-7-2006 εξώδικη πρόσκληση - δήλωση, με την οποία ζητούσε από αυτές να της καταβάλουν εντός προθεσμίας 10 ημερών το ποσό της ανωτέρω δαπάνης, αλλά και πάλι οι εναγόμενες αρνήθηκαν.
Κατά συνέπεια, εφόσον η χρήση του διαμερίσματος από την ενάγουσα για μια τριετία, όπως είχε συμφωνηθεί, ματαιώθηκε από υπαιτιότητα των εναγομένων, οι τελευταίες κατέστησαν πλουσιότερες σε βάρος της περιουσίας της κατά το ως άνω ποσό των 19.011,35 ευρώ, ο πλουτισμός δε αυτός σώζεται μέχρι σήμερα. Ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι η ενάγουσα ανέλαβε να προβεί στην ανακαίνιση του ημιυπόγειου διαμερίσματος με δική της πρωτοβουλία, ανεξαρτήτως της ένδικης συμφωνίας για χρήση αυτού από την ίδια για μια τριετία, επειδή αισθανόταν ηθική υποχρέωση προς αυτές, λόγω του ότι της είχαν μεταβιβάσει τα ποσοστά συγκυριότητάς τους επί του ανωτέρω διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, αλλά και επειδή η μητέρα της την είχε στηρίξει ηθικά και υλικά, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, αφού η σχετική κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων δεν κρίνεται πειστική, ενόψει μάλιστα και του ότι η εν λόγω μεταβίβαση των κληρονομιαίων ποσοστών ήταν σύμφωνη με τη βούληση του αποβιώσαντος Θ.
Β.. Επομένως, η ένσταση των εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης του πιο πάνω δικαιώματος της ενάγουσας (άρθρ. 281 ΑΚ), που θεμελιώνεται στα ανωτέρω περιστατικά, είναι ουσιαστικά αβάσιμη, αφού και το επικαλούμενο γεγονός της φιλοξενίας από αυτές των δύο τέκνων της ενάγουσας κατά τα έτη 2006-2009, καθώς και του μεγαλύτερου εξ αυτών ο οποίος είχε τραυματιστεί το 2010 σε τροχαίο ατύχημα, δεν καθιστά τη συμπεριφορά της ενάγουσας καταχρηστική, καθόσον δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.....Από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε, ότι η ματαίωση της ανωτέρω αναφερόμενης συμφωνίας και η απαίτηση της ενάγουσας προς απόδοση των γενομένων δαπανών για την ανακαίνιση του ημιυπόγειου διαμερίσματος, δημιούργησε ένταση στις σχέσεις μεταξύ των διαδίκων, καθώς και δικαστικές διενέξεις σχετικά με τη χρήση του έτερου διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, το οποίο, όπως αναφέρθηκε, ανήκε στην ενάγουσα κατά πλήρη κυριότητα 3/8 εξ αδιαιρέτου και κατά ψιλή κυριότητα 5/8 εξ αδιαιρέτου και στη μητέρα της κατ' επικαρπία και κατά ποσοστό 5/8 εξ αδιαιρέτου.
Ειδικότερα, περί τα τέλη του 2006 η ενάγουσα ζήτησε να κατοικήσει στο ως άνω διαμέρισμα, το οποίο τότε ήταν μισθωμένο και μέρος του μισθώματος, που αναλογούσε στο δικαίωμα επικαρπίας, εισέπραττε η πρώτη των εναγομένων μητέρα της, η οποία δεν ελάμβανε σύνταξη από κάποιον ασφαλιστικό φορέα και γι' αυτό αρχικώς προέβαλλε αντιρρήσεις στο ανωτέρω αίτημα της ενάγουσας.
Τελικώς, όμως, συμφώνησε και το Φεβρουάριο 2008, κατόπιν ασκήσεως σχετικής αγωγής, απέβαλαν το μισθωτή από το ως άνω διαμέρισμα. Αλλά και πάλι ανέκυψαν διαφωνίες μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης των εναγομένων για τη χρήση του διαμερίσματος, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να επιδώσει στην τελευταία την από 30-10-2008 εξώδικη διαμαρτυρία της, με την οποία καλούσε αυτήν να μην σταθεί εμπόδιο στην απόφασή της να προβεί στην ανακαίνιση του εν λόγω διαμερίσματος, προκειμένου να χρησιμοποιήσει αυτό ως κατοικία της "μέχρις της εκποιήσεώς του".
Μάλιστα, η ενάγουσα κατέθεσε κατά της πρώτης των εναγομένων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την από 20-11-2008 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί αυτή να ανεχθεί την οίκηση και στέγαση και γενικά την ελεύθερη χρήση του συγκεκριμένου διαμερίσματος από την ίδια. Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 1709/2009 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία καθορίστηκε προσωρινά ο τρόπος διοίκησης, εκμετάλλευσης και χρήσης του διαμερίσματος και παραχωρήθηκε αυτό προσωρινά στην ενάγουσα, προκειμένου να χρησιμοποιεί αυτό ως κύρια κατοικία της, με την υποχρέωση να καταβάλλει στην πρώτη των εναγομένων ως αποζημίωση χρήσης το ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως.
Παρ' όλα αυτά, η ενάγουσα δεν έκανε χρήση του πιο πάνω διαμερίσματος ούτε και κατέβαλε στην πρώτη των εναγομένων το δικαστικώς επιδικασθέν μίσθωμα, με αποτέλεσμα το διαμέρισμα να παραμένει κενό και η πρώτη των εναγομένων να στερείται από το γεγονός αυτό ένα σημαντικό εισόδημα. Τούτο δημιούργησε στις δύο εναγόμενες την εύλογη πεποίθηση, ότι τελικός σκοπός της ενάγουσας ήταν η πώληση του ανωτέρω διαμερίσματος, με αποτέλεσμα οι σχέσεις τους να ψυχρανθούν ακόμη περισσότερο.
Έτσι, λίγο αργότερα, η ενάγουσα άσκησε κατά των εναγομένων και την υπό κρίση, από 23-3-2009, αγωγή της, σχετικά με τις δαπάνες, που είχε πραγματοποιήσει στο ημιυπόγειο διαμέρισμα προ τετραετίας περίπου, κατά τα ανωτέρω λεπτομερώς αναφερόμενα, την οποία και επέδωσε στις εναγόμενες την 1-4-2009. Κατόπιν όλων αυτών, η πρώτη των εναγόμενων αναγκάστηκε να συναινέσει στην πώληση του πιο πάνω διαμερίσματος του πρώτου ορόφου.
Πράγματι, στις 15-12-2009, δυνάμει του υπ' αριθμ. 5.742/2009 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβ/φου … Μ. Α., η ενάγουσα και η πρώτη των εναγομένων πώλησαν σε τρίτον το αμέσως παραπάνω αναφερόμενο διαμέρισμα και από το τίμημα αυτού η πρώτη των εναγομένων έλαβε το ποσοστό που αναλογούσε στο δικαίωμα της επικαρπίας, που αυτή είχε επί του πωληθέντος.
Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, η ενάγουσα, προς εξομάλυνση των σχέσεών της με τις εναγόμενες, υπέγραψε ιδιοχείρως και παρέδωσε στον τότε πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγομένων Θ. Β. την από 15-12-2009 "Δήλωση παραίτησης από δικόγραφο και δικαίωμα", στην οποία ανέφερε, ότι παραιτείται από το δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής της, η συζήτηση της οποίας είχε οριστεί για τη δικάσιμο της 16-12-2010, καθώς και από το ασκηθέν με αυτή δικαίωμά της.
Σύμφωνα με την ανωτέρω μείζονα σκέψη, η εν λόγω δήλωση παραιτήσεως στην προκείμενη υπόθεση, για την οποία είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο, εφόσον υπεγράφη μόνον από την ενάγουσα και όχι και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της και εφόσον δεν επιδόθηκε, κατά τον απαιτούμενο τύπο, στις δύο εναγόμενες, αλλά απλώς παραδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών, είναι ανίσχυρη και, συνεπώς, δεν επέφερε την κατάργηση της παρούσας δίκης.
Παρ' όλα αυτά, η ενάγουσα, με την ως άνω μονομερή δήλωσή της διατύπωσε σαφώς τη βούλησή της να παραιτηθεί από το δικαίωμα της ένδικης αγωγής, με αποτέλεσμα να θεμελιώνεται καταχρηστική, καταλυτική της αγωγής ένσταση, την οποία νομίμως προβάλλουν οι ενάγουσες με την έφεσή τους και η οποία, κατά ανωτέρω, αποδεικνύεται ως βάσιμη στην ουσία της.
Επομένως, εφόσον η ενάγουσα παραιτήθηκε από το ασκηθέν με την υπό κρίση αγωγή ως άνω δικαίωμά της, το οποίο έτσι μεταγενεστέρως καταλύθηκε, πρέπει, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης των εναγομένων, να απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Με τον πρώτο λόγο της αίτησής της, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση των αριθμών 1, 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο τις πλημμέλειες αντίστοιχα: α) της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων 294, 296 και 297 Κ.Πολ.Δ, με το να δεχθεί ότι αυτή παραιτήθηκε από το δικόγραφο και το δικαίωμα της ένδικης αγωγής της, β) της μη λήψης υπόψη του ισχυρισμού της περί πλαστότητας του από 15-12-2009 εγγράφου ("Δήλωση παραίτησης από δικόγραφο και δικαίωμα") και γ) της αποδοχής πραγμάτων ως αληθινών χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος. Κατά το πρώτο σκέλος του, ως αλυσιτελής, καθόσον το Δικαστήριο δεν δέχθηκε παραίτηση της αναιρεσείουσας από το δικόγραφο και το δικαίωμα της ένδικης αγωγή της με βάση τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 ΚΠολΔ, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.
Κατά το δεύτερο σκέλος του, ως απαράδεκτος, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει αν τον ισχυρισμό της περί πλαστότητας τον είχε προβάλει στο Δικαστήριο της ουσίας. Ωστόσο, και στην περίπτωση που είχε προβληθεί τέτοιος ισχυρισμός και πάλι είναι απορριπτέος, διότι το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη ισχυρισμό απαράδεκτο, όπως εν προκειμένω, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει αν για την προβολή αυτού είχε δώσει ειδική πληρεξουσιότητα στον πληρεξούσιο δικηγόρο της όπως και αν είχε προτείνει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα προς απόδειξή του (98 εδ.
β , 460, 463 Κ.Πολ.Δ.), στοιχεία απαραίτητα για το παραδεκτό του ισχυρισμού περί πλαστότητας εγγράφου. Αντίθετα, η αναιρεσείουσα αόριστα στον πρώτο λόγο αναίρεσης αναφέρει ότι "στις με ημερομηνία 17-12-2013 προτάσεις μου (σελίδα 7) καθώς και στην με ημερομηνία 13-1-2014 προσθήκη αντίκρουση (σελίδα 6) που υπογράφει ο τότε πληρεξούσιος Δικηγόρος μου Γ. - Α.
Μ., δεν ελήφθη υπόψη η πλαστότητα". Ανεξαρτήτως όμως αυτού, από την επισκόπηση των προσκομισθεισών από 17-12-2013 προτάσεων δεν προκύπτει ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί προσβολής του ως άνω εγγράφου ως πλαστού. Εξ άλλου, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της δεν είχε ειδική πληρεξουσιότητα όπως προβεί σε παραίτηση από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αγωγής της αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι έλαβε χώρα παραίτηση, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 Κ.Πολ.Δ, αλλά απλώς στα πλαίσια προβληθείσης ένστασης των αντιδίκων της, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός της, το Δικαστήριο συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία και το από 15-12-2009 έγγραφο ("Δήλωση παραίτησης από δικόγραφο και δικαίωμα").
Κατά το τρίτο σκέλος του ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Και αυτό διότι, από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες 1443/18-12-2013, 7146/30-11-2012 και 7147/30-11-2012 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβ/φου … Σοφίας Τσούτσουρη η πρώτη και ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών η δεύτερη και η τρίτη , οι οποίες ελήφθησαν μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες.
Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν απέρριψε χωρίς απόδειξη την αγωγή. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της αίτησής της, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτιάται το Εφετείο ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας "με το να λάβει υπόψη έγγραφο το οποίο ουδέποτε υπέγραψε και το οποίο είναι πλαστό".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η επικαλούμενη παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, η οποία τότε μόνο θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.
Περαιτέρω, απορριπτέος, ως απαράδεκτος, είναι και ο τρίτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, αιτιάται το Εφετείο για τις πλημμέλειες από τον αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Και αυτό διότι: Όσο μεν αφορά την επικαλούμενη εκ του άρθρου 559 αρ. 1 α του ΚΠολΔ πλημμέλεια ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι προϋποθέτει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού, όπως η διάταξη του άρθρου 34 εδ.
β' (ήδη άρθρο 32 εδ. β') του Κώδικα Δεοντολογίας των Δικηγόρων, την οποία (διάταξη) επικαλείται η αναιρεσείουσα, παραπονούμενη για την λήψη υπόψη της κατάθεσης του μάρτυρος των αντιδίκων της και πληρεξουσίου δικηγόρου τους Θ. Β.. Όσο δε αφορά την επικαλούμενη εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την οποία η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε, ως αξιόπιστη, την κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα Θ.
Β., αν και αυτός υπήρξε πληρεξούσιος δικηγόρος των αντιδίκων της, είναι απαράδεκτος, καθόσον αναφέρεται απλώς στην εκτίμηση των αποδείξεων , που δεν ιδρύει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα είναι σαφές. Τέλος, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο τέταρτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, λόγος της αίτησης, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει σε τι συνίσταται η επικαλούμενη παραβίαση, ούτε προσδιορίζει ποιες είναι οι παραβιασθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ενώ οι αιτιάσεις της ότι το δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε, στηριζόμενο στο προαναφερόμενο από 15-12-2009 έγγραφο, παραίτηση αυτής από το δικαίωμα της αγωγής της αναφέρονται σε εκτίμηση των αποδείξεων που δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε, ο ισχυρισμός των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων περί παραίτησης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας από το δικόγραφο και το δικαίωμα της ένδικης αγωγής της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 297 ΚΠολΔ απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, το δε προαναφερόμενο έγγραφο, στο οποίο υπάρχει δήλωση της ήδη αναιρεσείουσας περί παραίτησης από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αγωγής της, απλώς εκτιμήθηκε ως μονομερής δήλωση της βούλησης αυτής, όπως παραιτηθεί από το δικαίωμα της αγωγής της στα πλαίσια ένστασης των αναιρεσιβλήτων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αυτού.
Ενόψει όλων των προαναφερομένων, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέβαλε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του Ν. 4055/2012). Διάταξη περί καταδίκης της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα δεν πρέπει να περιληφθεί γιατί οι αναιρεσίβλητες δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-11-2014 αίτηση της Α. - Ζ. Β. του Θ., για αναίρεση της 1921/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ & νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου