Supreme Court allows appeal on abuse of right claim regarding parking space usage in shared ownership building.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision, ruling that the lower court erred by failing to consider specific arguments regarding the abuse of right in parking space usage. The appellants argued that the respondent's parking behavior was motivated by revenge and coercion, yet the First Instance Court limited its review to the validity of the building's regulations. Consequently, the Court found the lower court committed a procedural error under Article 559(8) of the Code of Civil Procedure and remanded the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1002 and 1117 of the Civil Code; Law 3741/1929; Article 281 of the Civil Code: When a lower court fails to examine specific arguments regarding the abuse of right in the exercise of a property right, it commits a procedural error requiring remittal for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1586 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1586/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. Δ. Β. του Β. και 2. Γ. συζ. Δ. Β. το γένος Θ. Α., κατοίκων ..., εκ των οποίων ανωτέρω ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη και η 2η παραστάθηκε μετά του ως άνω πληρεξουσίου, ο οποίος παραστάθηκε ανακαλώντας την δήλωσή του για παράσταση και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Λ. Ζ.-Π., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Παρασκευόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-5-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1240/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5074/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-10-2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 30-1-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή κατά τον δεύτερο λόγο αυτής (από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ) και την απόρριψη κατά τους λοιπούς λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ. και των άρθρων 1, 2 παρ.1, 3, 4 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 54 ΕισΝ.Α.Κ.), προκύπτει ότι επί οριζοντίου ιδιοκτησίας ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή (διαιρεμένη) κυριότητα επί ορόφου οικοδομής ή διαμερίσματος ορόφου, παρεπομένως δε αναγκαστική, αυτοδικαίως κτώμενη, συγκυριότητα, κατ' ανάλογη μερίδα, επί των μερών του όλου ακινήτου που χρησιμεύουν στην κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται κατά την ενδεικτική στις παραπάνω διατάξεις απαρίθμηση, το έδαφος, οι αυλές κ.λ.π., καθώς και κάθε άλλο πράγμα που χρησιμεύει στην κοινή των ιδιοκτητών χρήση. Ο προσδιορισμός των κοινόκτητων και κοινόχρηστων αυτών μερών γίνεται είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, κατά τα άρθρα 4 παρ. 1, 5 και 13 του άνω Ν. 3741/1929, διαφορετικά, δηλαδή αν αυτό δεν συμβεί, τότε ισχύει ο προσδιορισμός που προβλέπεται από τις παραπάνω διατάξεις ή και από τις αναγκαστικού δικαίου πολεοδομικές διατάξεις νόμου.
Η πιλοτή πάντως, η οποία είναι ο χώρος του οικοπέδου, που κατά τη βούληση των συνιδιοκτητών παραμένει, μετά την επ' αυτού κατασκευή κτιρίου επί υποστυλωμάτων, στεγασμένος και γύρωθεν ανοικτός (βλ. άρθρα 22 παρ. 9 και 32 παρ. 4 του ν.δ. 8 της 9/9.6.1973, όπως αντικαταστάθηκαν αντίστοιχα με τις παρ. 22 και 23 του άρθρου 1 του ν.δ.706/1974), ανήκει σε κάθε περίπτωση στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής (αρθ. 1 παρ. 5 εδ.γ'Ν.960/1979, όπως τροποποιήθηκε με αρθ.1 παρ.1 Ν.1221/1981) και κατά συνέπεια τα ανοικτά τμήματα της πυλωτής και οι ανοικτές θέσεις στάθμευσης (πάρκινγκ) δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαιρεμένης ιδιοκτησίας.
Επ'αυτών μπορεί μόνο να παραχωρηθεί, με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία ή με μεταγενέστερη συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή κατά τα ως άνω άρθρα 4 παρ. 1, 5 και 13 του άνω Ν.3741/1929, δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης σε ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων της ίδιας οικοδομής (Ολ ΑΠ 23/2000, ΑΠ 1250/2011, ΑΠ 635/2010, ΑΠ 31/2001).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο βάσει των παραδοχών του στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος, ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο, βάσει των παραδοχών του δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
Ειδικότερα το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις 173 και 200 ΑΚ, όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστεως.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Τέλος οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νομίμου βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.
όταν στην απόφαση του δεν διευκρινίζεται αν στη δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας της και παρά ταύτα εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών. Για να στοιχειοθετηθεί όμως, ο από το αρθ.559 αριθμ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (έλλειψη νόμιμης βάσης, ένεκα ανεπάρκειας και ασάφειας αιτιολογιών) πρέπει το δικαστήριο να εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, ενώ, αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται εάν απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο ή μη νόμιμο ή για άλλο τυπικό λόγο.
Εξάλλου, ως "πράγματα", για να ιδρυθεί ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Οι λόγοι έφεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, αποτελούν "πράγματα", όταν έχουν αυτοτέλεια, δηλαδή όταν αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ1103/1998). Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση γενικώτερα η άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης. Εάν, όμως, το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, τότε ο από το αρθ. 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν είναι βάσιμος.
Από το περιεχόμενο του δικογράφου της παραδεκτώς, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκοπούμενης ανταγωγής (η οποία και μόνο αποτελεί αντικείμενο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης), οι αντενάγοντες - νυν αναιρεσείοντες εξέθεταν ότι αυτοί και η αντεναγομένη - νυν αναιρεσίβλητη είναι ιδιοκτήτες οριζοντίων ιδιοκτησιών, ευρισκομένων στην ίδια πολυώροφη (τριώροφη) οικοδομή και ειδικότερα ότι αυτοί μεν είναι συνιδιοκτήτες, κατά ποσοστό 50% ο καθένας, στο οροφοδιαμέρισμα του β'ορόφου, στο οποίο έχει παραχωρηθεί το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης, σύμφωνα με την ...
τροποποιητική πράξη της σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και της υπό στοιχ. "Π-Β" θέσης στάθμευσης της πυλωτής, η δεν αντεναγομένη είναι ιδιοκτήτρια του οροφοδιαμερίσματος του γ' ορόφου, με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης, σύμφωνα με την ίδια ως άνω πράξη οροφοκτησίας, των υπό στοιχεία "Π-Γ1 και Π-Γ2" θέσεων στάθμευσης στην πυλωτή, καθώς και ότι η αντεναγομένη, με την τοποθέτηση του αυτοκινήτου της στη θέση στάθμευσης, με στοιχ.Π-Γ1, παρεμποδίζει τη χρήση στη δική τους θέση στάθμευσης (με στοιχ.Π-Β), διότι ο απομένων διάδρομος διέλευσης δεν επαρκεί για να διέλθει το δικό τους αυτοκίνητο.
Ζητούσαν δε, κατά την κύρια βάση αυτής, όπως το δικαστήριο, ερμηνεύοντας κατά το αρθ.288 ΑΚ, τη σύμβαση οροφοκτησίας, με την οποία παραχωρήθηκε στα αντίδικα μέρη, η αποκλειστική χρήση των ως άνω θέσεων στάθμευσης, υποχρεώσει την αντεναγομένη να μην σταθμεύει οποιοδήποτε αυτοκίνητο στη θέση στάθμευσης Π-Γ1 και κατά την επικουρική βάση να αναγνωρισθεί ότι η αντεναγομένη ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά της για αποκλειστική χρήση στην ως άνω θέση στάθμευσης.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε, ως μη νόμιμη την ανταγωγή των νυν αναιρεσειόντων, υπέπεσε στην πλημμέλεια την προβλεπόμενη α)από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ, εκ του ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 288 ΑΚ, τις οποίες δεν εφήρμοσε, παρότι, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, ήταν εφαρμοστέες, για την ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βούλησης των μερών, σχετικά με την οριοθέτηση του χώρου στάθμευσης υπό στοιχ.Π-Γ1 της πυλωτής, σε χώρο διαφορετικό από εκείνον που προβλέπεται από την πράξη σύστασης της οροφοκτησίας και β)από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, εκ του ότι δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες από τους αντενάγοντες - νυν αναιρεσείοντες ισχυρισμούς τους, οι οποίοι θεμελιώνουν, το ως άνω αίτημα της ανταγωγής, κατά την κυρία βάση αυτού.
Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Με την υπ'αριθμ.... πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβ/φου Κηφισιάς Μαρίας Δημητρακοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., στον τόμο ... με αυξ.αρ.... συνεστήθη από τη θετή μητέρα της ενάγουσας Σ.
συζ. Ν. Ζ., ως μόνης ιδιοκτήτριας και οικοπεδούχου, οριζόντια κατ' ορόφους ιδιοκτησία, σύμφωνα με το ν.3741/1929 και τις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 του Α. Κ. επί των δύο ανεξάρτητων κτιρίων με τα στοιχεία ... και Κ-2 ως οικοδομικού συγκροτήματος που θα ανεγερθούν, με το σύστημα της αντιπαροχής, σε οικόπεδο της ανωτέρω θετής μητέρας της ενάγουσας, εκτάσεως 1.714,44 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση ...
της ... και επί των οδών ... και .... Η πράξη αυτή τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ.... πράξη της ιδίας ως άνω συμβ/φου που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών και με την υπ'αριθμ.... νεότερη πράξη της ιδίας ως ανωτέρω συμβ/φου, η οποία μεταγράφηκε στα παραπάνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο 194 με αρ.259 και αφορά στο κτίριο με στοιχεία ...
που αποτελεί την επίδικη πολυκατοικία, καθορίζονται δε, με την πράξη αυτή το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης των τεσσάρων θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων που δημιουργήθηκαν στο ισόγειο και στο χώρο της πιλοτής της πολυκατοικίας και κατανέμονται στους συνιδιοκτήτες, όπως αυτές εμφαίνονται στο προσαρτώμενο στην εν λόγω συμβ/κή πράξη σχεδιάγραμμα κάτοψης ισογείου (πιλοτής) του πολιτικού μηχανικού Σ.
Ο.. Συνιδιοκτήτες της επίδικης πολυκατοικίας (κτιρίου ...) είναι οι διάδικοι και δη αυτοί είναι οροφοκτήτες αυτής, εφόσον αυτή αποτελείται από τρεις ορόφους - διαμερίσματα - οριζόντιες ιδιοκτησίες. Όπως δεν αμφισβητείται, η ενάγουσα και αντεναγομένη νυν αναιρεσίβλητη είναι κυρία του διαμερίσματος του τρίτου ορόφου με τα στοιχεία "Γ' ΟΡΟΦΟΣ", επιφανείας 142,50 τ.μ., στο οποίο αναλογούν ποσοστά εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο 132/1000.
Μεταξύ άλλων δικαιωμάτων της στην ένδικη πολυκατοικία, η ίδια έχει την αποκλειστική χρήση δύο θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων που έχουν οριοθετηθεί στη πιλοτή, αυτών με τα στοιχεία ... και ..., όπως εμφαίνονται στο νόμιμα επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από 25-5-1983 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Ο., οι οποίες αποτελούν παραρτήματα του παραπάνω διαμερίσματος του τρίτου ορόφου που της ανήκει, με την έννοια ότι δεν μπορούν να μεταβιβαστούν χωριστά από το διαμέρισμα (βλ. 4° φύλλο του ως άνω υπ' αρ....
τροποποιητική πράξεως οροφοκτησίας). Αντιστοίχως, οι πρώτος και δεύτερη εναγόμενοι και αντενάγοντες-νυν αναιρεσείοντες είναι συγκύριοι, κατά το ήμισυ ο καθένας εξ αδιαιρέτου, του διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου της ένδικης πολυκατοικίας με τα στοιχεία "Β' ΟΡΟΦΟΣ", επιφανείας 142,50 τ.μ., στο οποίο αναλογούν ποσοστά εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο 132/1000.
Η υπό στοιχεία Π-Β θέση στάθμευσης στην πιλοτή αποτελεί παράρτημα του διαμερίσματος και χωριστής οριζόντιας ιδιοκτησίας του δευτέρου ορόφου, μη δυναμένης αυτής να μεταβιβασθεί χωριστά. Ως εκ τούτου, οι αντενάγοντες έχουν την αποκλειστική χρήση του εν λόγω χώρου. Η υπό στοιχεία στο ίδιο σχεδιάγραμμα Π-Α θέση στάθμευσης στην πιλοτή της πολυκατοικίας αποτελεί παράρτημα του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου (οι ιδιοκτήτες του οποίου δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική δίκη).
Οι αντενάγοντες - νυν αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι τον Ιανουάριο του 2011 διαπίστωσαν ότι η αντεναγομένη κέκτηται και την καθορισμένη από τον κανονισμό θέση υπό στοιχεία ..., η οποία όμως καθιστά αδύνατη τη χρήση της δικής τους θέσης στάθμευσης υπό στοιχεία Π-Β διότι, υπολογιζόμενης και της θέσης υπό στοιχεία Π-Α των ιδιοκτητών του α' ορόφου δίπλα ακριβώς από αυτή με στοιχεία ..., το δικό τους αυτοκίνητο, πίσω από αυτές, καθίσταται περίκλειστο και υπαρχόντων των παραπάνω αυτοκινήτων δεν μπορεί να κινηθεί, δηλαδή με εφικτούς ελιγμούς να εισέλθει ή να εξέλθει του χώρου της πιλοτής, που έχει διαμορφωθεί ως χώρος στάθμευσης των οχημάτων των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας.
Για το λόγο αυτό ζήτησαν να λυθεί το ανακύψαν πρόβλημα, με ερμηνεία της σύστασης και του κανονισμού και να σταθμεύει η αντεναγομένη ή οι έλκοντες δικαιώματα από αυτή, ως συνιδιοκτήτρια στο χώρο της πιλοτής, πίσω και δίπλα από το δικό τους όχημα, επικαλούνται δε και νεοπαγές σχεδιάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Β.
Π., αγνοώντας ότι η αντεναγομένη συνιδιοκτήτρια της ένδικης πολυκατοικίας έχει θεσμοθετημένες με τη συστατική πράξη της οριζοντίου ιδιοκτησίας, όπως αυτή τροποποιήθηκε, δύο θέσεις στάθμευσης, οι οποίες δεν μπορούν να καταργηθούν με την μονομερή ενέργεια και βούληση μιας πλευράς της συνιδιοκτησίας.
Επομένως, οι αντενάγοντες μη νομίμως ζητούν να ρυθμισθεί η κοινοχρησία της πιλοτής με άλλο τρόπο και να δημιουργηθούν δικαιώματα αυτών αντίθετα από όσα ορίζονται στη συστατική της οριζοντίου ιδιοκτησίας πράξη". Με το να κρίνει το Εφετείο, ως μη νόμιμη την ανταγωγή των αντεναγόντων - νυν αναιρεσειόντων, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις του Ν.3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ., αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η παραχώρηση του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης σε συγκεκριμένες θέσεις στάθμευσης στην πιλοτή, γίνεται μόνο με την πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας ή με τροποποιητική πράξη, μεταξύ όλων των οροφοκτητών, η οποία δεν μπορεί να τροποποιηθεί με απόφαση του δικαστηρίου, διά της ερμηνείας της συμβάσεως, όπως ζητούν οι αντενάγοντες - νυν αναιρεσείοντες, με το πρώτο (κύριο) αίτημα της ανταγωγής τους.
Εξ άλλου, το δικάσαν Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασής του, δεν διεπίστωσε την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, ως προς την δικαιοπρακτική βούληση των μερών, σχετικά με το ως άνω ζήτημα, ώστε να τίθεται θέμα εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173, 200 και 288 ΑΚ. Επομένως, ο πρώτος λόγος, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο αποδίδεται η από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Επίσης, απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι ο ίδιος λόγος και κατά το σκέλος αυτού από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, το δικαστήριο έλαβε υπόψη τους προταθέντες από τους αναιρεσείοντες, προς θεμελίωση του αιτήματός τους ισχυρισμούς και τους απέρριψε.
Τέλος, ο λόγος αυτός, κατά το μέρος αυτού, με τον οποίον αποδίδεται η από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο, δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, αλλά απέρριψε το αίτημα της ανταγωγής, ως μη νόμιμο, με βάση τα ιστουρούμενα στην ανταγωγή, σε κάθε δε περίπτωση οι ταυτόσημες κατά περιεχόμενο αιτιολογίες της είναι πλήρεις και σαφείς, με άμεση δικονομική συνέπεια η αναιρετική αυτή αιτίαση να ελέγχεται ως αβάσιμη.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (Ολ.ΑΠ 25/2003). Ο προκείμενος λόγος δεν ιδρύεται εάν από το διατακτικό της απόφασης προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας (αγωγή, ανταγωγή κ.λπ.) απορρίφθηκε στο σύνολό της, έστω και εάν δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς την απόρριψη ενός εκάστου εκ των αιτημάτων (σιωπηρή απόρριψη) (ΑΠ 1402/1994).
Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ.9 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, εκ του ότι άφησε αδίκαστο το επικουρικό αίτημα της ανταγωγής, με το οποίο οι αντενάγοντες - νυν αναιρεσείοντες ζητούσαν να υποχρεωθεί η αντεναγομένη - νυν αναιρεσίβλητη να παραδίδει σ'αυτούς αντίγραφο των κλειδιών του οποιουδήποτε αυτοκινήτου σταθμεύει στο χώρο στάθμευσης Π-Γ1 της πιλωτής ή άλλως, επικουρικά να υποχρεωθεί να μετακινεί το οποιοδήποτε αυτοκίνητο σταθμεύει στην ίδια ως άνω θέση, προκειμένου να καθίσταται δυνατόν να εισέρχεται και να σταθμεύει και το αυτοκίνητο των αντεναγόντων στη δική τους, με στοιχεία Π-Β θέση στάθμευσης.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, διότι, από το προαναφερθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε το σύνολο των αιτημάτων της ανταγωγής (κύριο και επικουρικά), μολονότι δεν περιέλαβε ειδική αιτιολογία ως προς την απόρριψη ενός εκάστου εξ αυτών.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.
Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει ν' αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του. Τέλος, το καθένα από τα πραγματικά περιστατικά, τα θεμελιωτικά του άρθρου 281 ΑΚ, αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., εφόσον, αθροιστικώς λαμβανόμενα υπόψη, πληρούν το πραγματικό του άρθρου 281 Α.Κ., με άμεση δικονομική συνέπεια η μη λήψη τους υπόψη να στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.
λόγο αναίρεσης.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει, ως μη νόμιμη, την επικουρική βάση της ανταγωγής, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αντεναγομένης, για αποκλειστική χρήση του χώρου στάθμευσης Π-Γ1 της πιλοτής, υπέπεσε στην πλημμέλεια, την προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, εκ του ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των αντεναγόντων - νυν αναιρεσειόντων, οι οποίοι προτάθηκαν προς θεμελίωση της βάσεως αυτής της ανταγωγής τους.
Από την, παραδεκτώς, κατ'αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των δικογράφων της ανταγωγής και των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων των αντεναγόντων, προκύπτει ότι αυτοί επικαλέσθηκαν κατά λέξη ότι: "η αντεναγομένη ασκεί καταχρηστικώς, κατ'άρθρο 281 του ΑΚ, το δικαίωμά της να σταθμεύει οποιοδήποτε αυτοκίνητό της στον υπό στοιχεία Π-Γ1 χώρο στάθμευσης της πιλοτής για τους ακόλουθους λόγους:
α) με την τοποθέτηση αυτοκινήτου της στον παραπάνω χώρο (κι όχι στον ελεύθερο χώρο δίπλα ακριβώς από τον υπό στοιχεία Π-Β χώρο στάθμευσής μας) η αντενάγουσα ουδέν κέρδος αποκομίζει αλλά αντίθετα, β) μας αποστερεί από το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης, κατά τον προορισμό της, της υπό στοιχεία Π-Β θέσης στάθμευσης της πιλοτής, γ) η αντανεγομένη και οι δικαιοπάροχοι της από το έτος 1985 μέχρι πρόσφατα, ενεργούντες καλόπιστα, ουδέποτε τοποθέτησαν αυτοκίνητο τους στην υπό στοιχεία Π-Γ1 θέση στάθμευσης, ακριβώς διότι αντιλαμβάνονταν ότι έτσι θα μας απέκλειαν από τη χρήση του δικού μας Π-Β χώρου στάθμευσης, δ) η τοποθέτηση αυτοκινήτου της από τον αντεναγομένη στην Π-Γ1 θέση στάθμευσης έγινε από λόγους εκδίκησης και εκβιασμού, όπως εκθέτουμε παραπάνω (στις σελ. 2, 3, 4 και 5 των προτάσεων) λόγω της διαφωνίας μας ως προς το κλείδωμα ή μη της εξώθυρας της πολυκατοικίας μας, ε) από την αδράνεια αυτή της αντεναγομένης και των δικαιοπαρόχων της (με τους οποίους είχαμε πάντοτε άριστες σχέσεις), πιστέψαμε ότι αυτοί δεν θα ασκούσαν ποτέ το τυχόν δικαίωμα τους να σταθμεύουν στον υπό στοιχεία Π-Γ1 χώρο στάθμευσης, αφού αλλιώς θα αχρηστευόταν η δική μας θέση στάθμευσης, ώστε η μεταγενέστερη από 25-1-2011 και μεταγενέστερα συμπεριφορά τους να δίνει την εντύπωση της έντονης σε βάρος μας αδικίας, τοσούτω μάλλον αφού η αντεναγομένη δεν βλάπτεται στη χρήση χώρου στάθμευσης στην πιλοτή", πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιωνόταν το κυρίαρχο αίτημα της ερειδόμενης στο άρθρο 281 Α.Κ.
επικουρικής βάσεως της ανταγωγής, με το οποίο εδιώκετο να αναγνωρισθεί ότι η αντεναγομένη καταχρηστικώς ασκεί το δικαίωμά της να σταθμεύει όχημα στην υπό στοιχ. Π-Γ1 θέση σταθμεύσεως. Πλην όμως, το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δεν έλαβε υπόψη τους ως άνω προταθέντες ισχυρισμούς, οι οποίοι, αληθείς υποτιθέμενοι, θεμελιώνουν την από το άρθρο 281 Α.Κ.
επικουρική βάση της ανταγωγής, διότι περιορίσθηκε απλώς να κρίνει ότι: "δεν είναι καταχρηστική η αξίωση τήρησης των συμπεφωνημένων διατάξεων και του κανονισμού, που αποβλέπουν στη διατήρηση και λειτουργία της πολυκατοικίας, όπως αυτή μελετήθηκε και ανεγέρθηκε σύμφωνα με τη βούληση όλων των συνιδιοκτητών".
Επομένως το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο δεύτερος λόγος πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, η δε αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού καλύπτει και τους λοιπούς (από το άρθρ. 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.) και αναφερόμενους στο ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, λόγους αναίρεσης, των οποίων, κατόπιν τούτου, παρέλκει η έρευνα.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, μόνο κατά το κεφάλαιο αυτής, που αφορά την επικουρική βάση της ανταγωγής, τη στηριζόμενη στο άρθρο 281 Α.Κ., να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα (Κ.Πολ.Δ. 495 § 4) και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5074/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση το ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου (1586978-1586980 παράβολα Δημοσίου, σειρά Α και 054079, 054080, 054085 παράβολα ΤΑΧΔΙΚ, σειρά Α) στην καταθέσασα. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ