Legislator Case Law & Legislation
1586/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling for vague claims regarding employment contract termination and personality rights.

Case Number 1586/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision rejecting his labor lawsuit. The appellant argued that the lower court erred by finding his claims for unpaid wages and damages for personality infringement vague and insufficiently substantiated. The court ruled that the lower court correctly rejected these claims as lacking the necessary factual basis required by law, thereby upholding the dismissal of the original suit.

Legislator headnote

AI generated

Art. 648, 325, 329, 353, 656 of the Civil Code; Art. 559, 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on vague or insufficiently substantiated claims in the original suit is inadmissible, and an appeal alleging lack of legal basis is rejected if the lower court dismissed the claims as factually unsupported rather than legally unfounded.

Keywords

AI generated
Labor Law Vague Claims Personality Rights Dismissal of Suit Appeal Procedure Insufficient Evidence Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Art. 648 of the Civil Code
Art. 325 of the Civil Code
Art. 329 of the Civil Code
Art. 353 of the Civil Code
Art. 656 of the Civil Code
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 of the Code of Civil Procedure
Art. 576 of the Code of Civil Procedure
Art. 242 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1586 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1586/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: X, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραβίδα.

Της αναιρεσίβλητης: Δευτεροβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Αλμυρού", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 167/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-5-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 6-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως κατά τα σκέλη τους αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βόλου ..., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, νόμιμα κα εμπρόθεσμα επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Η αναιρεσίβλητη, όμως, δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο, ούτε δικηγόρος της κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτής.

ΙΙ.- Κατά το άρθρο 648 του ΑΚ ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές του, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της συμβάσεως, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής συμβάσεως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτής έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, όσο δεν καταβάλει δηλαδή τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Όμως, το δικαίωμα επισχέσεως της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.

Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για το οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη.

Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη δυσπραξία του ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, που καταρτίστηκε στον ..., στις 16-3-1987 μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων-εκκαλών προσλήφθηκε από την εναγομένη-εφεσίβλητη για να εργαστεί ως θερμαστής στο εργοστάσιο παστερίωσης γάλατος που διατηρεί και εκμεταλλεύεται η τελευταία στον ....

Η εναγομένη που ιδρύθηκε το έτος 1932, είναι δευτεροβάθμια συνεταιριστική οργάνωση και έχει ως μέλη 34 πρωτοβάθμιες συνεταιριστικές οργανώσεις της ευρύτερης περιοχής του .... Στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της επεκτάθηκε στην εμπορία προϊόντων, γεωργικών εφοδίων κλπ, λειτούργησε επιχειρήσεις σούπερ - μάρκετ, τυροκομείο κλπ, στις οποίες απασχολούσε περίπου 73 εργαζομένους.

Το έτος 1993 παρουσίασε μεγάλο οικονομικό πρόβλημα, για την αντιμετώπιση του οποίου άρχισε η διαδικασία εξυγίανσης. Τα χρέη της σε τράπεζες, οργανισμούς κοινής ωφέλειας, ασφαλιστικά ταμεία και πιστωτές, έφθασαν στο ποσό των 3.500.000.000 δραχμών. Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών προέβη σε μείωση του προσωπικού, σε παύση ορισμένων δραστηριοτήτων, τη ρύθμιση των χρεών και την προσφορά κινήτρων στους εργαζομένους για πρόωρη συνταξιοδότηση κλπ, με αποτέλεσμα να μειώσει το χρέος σε 1.190.000.000 δραχμές.

Η ως άνω οικονομική κατάσταση της εναγομένης ήταν γνωστή στους εργαζομένους και στην ευρύτερη περιοχή της .... Το εργοστάσιο παστερίωσης γάλατος, στο οποίο παρείχε τις υπηρεσίες του ο ενάγων, είχε οφειλές προς τους εργαζομένους και τρίτους, στους οποίους κατέβαλε έναντι των αποδοχών τους ανάλογα με τις οικονομικές της δυνατότητες.

Κατέβαλε δε κάθε δυνατή προσπάθεια να είναι συνεπής και να μην οφείλει υπέρογκα ποσά στους εργαζομένους. Στον ενάγοντα όφειλε από 1-1-2002 μέχρι 31-12-2002 ποσό 3.828,19 ευρώ και από 1-1-2004 μέχρι 31-12-2004 ποσό 7.007,64 ευρώ. Την 3-6-2005 ο ενάγων με γραπτή εξώδικη δήλωση γνωστοποίησε στην εναγομένη ότι ασκεί το δικαίωμα επίσχεση της εργασίας του, προκειμένου η τελευταία να του καταβάλει τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές, οι οποίες κατά τους ισχυρισμούς του ανέρχονταν στο ποσό των 14.000 ευρώ.

Από τότε ο ενάγων έπαψε να παρέχει την εργασία του στην εναγομένη. Την 8-6-2005 η εναγομένη με επιστολή της κάλεσε τον ενάγοντα να προσέλθει στην εργασία του, δηλώνοντάς του ότι θα του καταβάλει μέρος των οφειλόμενων αποδοχών, πλην όμως αυτός αρνήθηκε. Στη συνέχεια με την από 6-7-2005 επιστολή της του γνωστοποίησε την από 6-7-2005 απόφασή της περί επιβολής πειθαρχικής ποινής στέρησης αποδοχών 10 ημερών λόγω αδικαιολογήτου απουσίας του και τον κάλεσε να προσέλθει στην εργασία του, πλην όμως ο ενάγων αρνήθηκε.

Στις 19-8-2005 η εναγομένη έλαβε απόφαση, την οποία κοινοποίησε στον ενάγοντα, με την οποία τον καλούσε να της γνωστοποιήσει την πρόθεσή του για συνέχιση ή μη της εργασίας, πλην όμως ο ενάγων αρνήθηκε να προσέλθει σ' αυτήν. Δυνάμει της υπ' αριθμ. 8/10-10-2005 αποφάσεως που έλαβε το αρμόδιο όργανο της εναγομένης, η τελευταία την 10-11-2005 κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, χωρίς να του καταβάλει αποζημίωση, θεωρώντας ότι απουσίαζε αδικαιολόγητα από την εργασία του.

Κατ' αρχάς ο ενάγων άσκησε νόμιμα το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, εφόσον είχε αξίωση από ληξιπρόθεσμες παροχές, πλην όμως αυτό υπερβαίνει τα όρια τα διαγραφόμενα στο άρθρο 281 ΑΚ, καθόσον η καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών του ενάγοντος, όπως και άλλων εργαζομένων, οφειλόταν όχι σε υπαιτιότητα ή δυστροπία της εναγομένης αλλά στην ιδιαίτερα δυσχερή οικονομική κατάσταση αυτής, γεγονός που ήταν γνωστό στον ενάγοντα.

Επιπλέον η εναγομένη κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για οικονομική ανάκαμψη ακόμη και με εκποίηση των ακινήτων της, προκειμένου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους εργαζομένους και τρίτους. Επομένως, ο ενάγων περιήλθε σε υπερημερία ως προς την προσφορά της εργασίας του και δεν δικαιούται τους αξιούμενους μισθούς υπερημερίας λόγω επισχέσεως εργασίας από 3-6-2005 έως 10-11-2005, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ που πρότεινε η εναγομένη.

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 και 325 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ ενιαία κρινόμενοι πρώτος και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Ο καθορισμός από το Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 178 παρ.1 ΚΠολΔ, μέρους της δικαστικής δαπάνης του μερικά νικώντος διαδίκου που πρέπει να καταβάλει σ' αυτόν ο μερικά ηττώμενος διάδικος, στην οποία (δικαστική δαπάνη) περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 189 περ.γ' ΚΠολΔ και η αμοιβή των δικηγόρων, ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και η περί τουτου κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο προβάλλεται ότι, το Εφετείο, που καταδίκασε την αναιρεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, από 850 ευρώ, δεν έλαβε υπόψη το αίτημα του αναιρεσείοντος για πληρωμή και της αμοιβής του δικηγόρου του, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.

ΙΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652, 653, 656 και 361 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης, διαθέτοντας με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του για την επίτευξη των σκοπών της, δεν έχει καταρχήν, εκτός από αντίθετη συμφωνία, υποχρέωση να απασχολεί το μισθωτό και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερομένων υπηρεσιών του δεν έχει κατά τις διατάξεις αυτές άλλες συνέπειες, εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του.

Η καταρχήν όμως νόμιμη άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού καθίσταται παράνομη, όταν υπερβαίνει προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ και αποβαίνει έτσι καταχρηστική, όπως όταν εντελώς αδικαιολόγητα επηρεάζει την αμοιβή του εργαζομένου ή θίγει άλλα υλικά ή ηθικά συμφέροντα αυτού για την αποδοχή των υπηρεσιών του ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητάς του κατά τα άρθρα 59, 914 και 932 ΑΚ, οπότε παρέχεται σ' αυτόν αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 23 § 2 του ν. 1264/1982 που επιβάλλει στον εργοδότη, με απειλή ποινικών κυρώσεων, την υποχρέωση για πραγματική απασχόληση του εργαζομένου, αναφέρεται στην εξαιρετική περίπτωση που ο εργαζόμενος απολύθηκε και η απόλυσή του κρίθηκε άκυρη με δικαστική απόφαση, αλλά και στην περίπτωση αυτή η υποχρέωση του εργοδότη για αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου δεν ανακύπτει ως αυτόματη συνέπεια της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, αλλά με τη συνδρομή των προεκτεθέντων περιστατικών.

Τέλος, για την κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ πληρότητα της σχετικής με τις ως άνω αξιώσεις αγωγής, πρέπει αυτή να περιέχει τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, καταφάσκουν προς το πραγματικό των προαναφερόμενων διατάξεων. Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη από 15-12-2005 αγωγή του, επισκοπούμενη κατ' αρθρ. 561§ 2 του ΚΠολΔ, για τη βασιμότητα των εδώ κρινομένων αναιρετικών λόγων, ο αναιρεσείων ιστορούσε, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, τα ακόλουθα:

Ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη στις 16-3-1987 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου για να εργαστεί στην επιχείρηση εργοστασίου παρασκευής γάλακτος αυτής ως θερμαστής, όπου και εργάστηκε συνεχώς μέχρι και τις 10-11-2005, οπότε η εναγομένη του κοινοποίησε την έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, χωρίς να του καταβάλει αποζημίωση απόλυσης.

Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη ως παράνομη και καταχρηστική, αφενός διότι δεν του καταβλήθηκε η αποζημίωση απόλυσης, αφετέρου διότι έγινε από τους αναφερόμενους λόγους εχθρότητας, εκδικήσεως και εμπάθειας και χωρίς να συντρέχουν γενικότεροι λόγοι οικονομοτεχνικής φύσης και μάλιστα χωρίς η εναγομένη να λάβει υπόψη της το κριτήριο της κοινωνικότητας.

Ότι από τη συμπεριφορά αυτή της εναγομένης υπέστη ηθική βλάβη, καθόσον προσβλήθηκε στην προσωπικότητά του και δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, εκτός άλλων, να κηρυχθεί άκυρη η καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις νομίμως και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του και να τον απασχολεί πραγματικά και να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 2.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την προσβολή της προσωπικότητάς του.

Όμως τα παραπάνω περιστατικά δεν είναι επαρκή, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, για το ορισμένο της αγωγής και την εντεύθεν εγκυρότητα του δικογράφου της ως προς τις βάσεις αυτής περί υποχρεώσεως της εναγομένης να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος και περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης αυτού λόγω της καταχρηστικής ασκήσεως της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασής του.

Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε την άνω αγωγή ως αόριστη κατά τις προαναφερόμενες βάσεις της, αξιώνοντας ότι έπρεπε η αγωγή να διαλαμβάνει και τα στοιχεία ότι η μη αποδοχή από την εναγομένη της εργασίας του ενάγοντος είναι καταχρηστική, διότι εντελώς αδικαιολόγητα θίγει υλικά ή ηθικά συμφέροντά του για την αποδοχή των υπηρεσιών του ή του επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητάς του, δηλαδή περισσότερα στοιχεία για τη θεμελίωση των παραπάνω δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος, δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος και έτσι δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την παραβίαση των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Συνεπώς, οι ενιαία κρινόμενοι τρίτος, τέταρτος και πέμπτος (κατά την αρίθμηση του αναιρετηρίου) λόγοι αναιρέσεως κατά τα σκέλη τους αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθμούς 8 και 14 του ίδιου άρθρου) είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως κατά το σκέλη τους από τον αριθμ. 9 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστες τις παραπάνω βάσεις της αγωγής, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού κατά τα προαναφερόμενα απορρίφθηκαν οι βάσεις αυτές ως αόριστες. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή των γεγονότων που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να διαγνωσθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς.

Προϋποθέτει, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ότι το δικαστήριο της ουσίας, ύστερα από ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση αποδείξεων (άρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ), δέχθηκε, ως κατ' ουσίαν βάσιμα ή απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμα πραγματικά περιστατικά. Στην προκείμενη περίπτωση, που, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο απέρριψε τις ανωτέρω βάσεις της ένδικης αγωγής όχι ως ουσιαστικά αβάσιμες, ώστε να δικαιολογείται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης, αλλά ως αόριστες, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως κατά τα σκέλη τους από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-5-2009 αίτηση του X για αναίρεση της υπ' αριθμ. 167/2009 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ