Legislator Case Law & Legislation
1586/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's failure to consider defendant's letter regarding disputed funds.

Case Number 1586/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, finding a procedural error in the lower court's reasoning. The lower court had relied on a letter from the respondent dated September 26, 2005, to justify its finding that the appellant failed to prove a specific payment, yet the respondent had never formally cited this letter during the trial. Consequently, the Supreme Court ruled that the lower court's judgment was flawed because it considered evidence not properly introduced by the opposing party. The court ordered the case to be remanded to the Court of Appeal for retrial with a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure; Art. 580 no. 3 of the Code of Civil Procedure: A judgment is subject to cassation if the lower court relied on evidence or documents not formally cited by the opposing party during the trial, thereby violating the principle of adversarial proceedings.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure cassation appeal adversarial proceedings unintroduced evidence remand for retrial procedural error judicial review

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 568 of the Code of Civil Procedure
Art. 576 no. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 579 no. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 242 no. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 91 no. 1 of the Code of Lawyers
Art. 92 no. 1 of the Code of Lawyers

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1586 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1586/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:..., Δικηγόρου Αθηνών, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με την ιδιότητά του.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 246/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και η 7926/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 1-7-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 12-5-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του τέταρτου, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγου αναιρέσεως και την παραδοχή όλων των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσείοντα ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή .... ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε εκπροσωπούμενος από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.πολ.Δ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου (άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).

Κατά το άρθρο 91 παρ. 1 του ΝΔ 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης, την οποία κατέβαλε εξ ιδίων, και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη. Ακολούθως, κατά το άρθρο 92 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει ήδη μετά την προσθήκη του εδαφ.

β αυτού με το άρθρο 5 παρ. 3 του ΝΔ 4272/1962 και την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του Ν. 1093/1980, η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή του αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος της, είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως νομικές ενέργειες.

Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων, που καθορίζονται από τα άρθρα 100 επ. του ως άνω Κώδικα. Κάθε συμφωνία για λήψη μικρότερης αμοιβής από τα ανωτέρω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξάρτητα από το χρόνο συνάψεώς της, Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου κανονίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέα του, η οποία μπορεί να αφορά μία μόνο κατ' ιδίαν πράξη ή το σύνολο των πράξεων που αφορούν συγκεκριμένη υπόθεση, και ότι αν δεν καταρτίσθηκε συμφωνία για την αμοιβή ο δικηγόρος δικαιούται ως αμοιβή τα ελάχιστα όρια αυτής, που ορίζονται από τα άρθρα 100 επ.

του Κώδικα περί Δικηγόρων. Τέλος, με το άρθρο 98 του ίδιου Κώδικα περί Δικηγόρων ορίζεται ότι "Εν ελλείψει ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστον ποσόν της αμοιβής του Δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των επομένων άρθρων αυξανόμενο κατά την κρίσιν του δικαστηρίου ή του δικαστηρίου, αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσης υποθέσεως, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών αυτή περιστάσεων και εν γένει των καταβληθεισών δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών.

Κατά τον προσδιορισμόν τούτον η αποτίμησις εκάστης πράξεως και ενεργείας δεν δύναται να ορισθεί υπό των δικαστηρίων και των δικαστικών αρχών κατωτέρα της εν τοις επομένοις άρθροις". Από την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού προκύπτει ότι η επιδίκαση από το δικαστήριο αυξημένης αμοιβής σε σχέση προς την οριζόμενη στα άρθρα 100 και επ.

του ίδιου Κώδικα αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της υποθέσεως που διεκπεραιώθηκε, του χρόνου που καταναλώθηκε, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών περιστάσεων και εν γένει των δικαστικών και εξωδίκων ενεργειών που έλαβαν χώρα εφόσον τα κριτήρια αυτά λήφθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση πράγματι υπόψη, απόκειται στη ρητώς στη διάταξη αυτή αναφερόμενη κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., διότι απορρέει από τη συνδρομή και εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που προσδιορίζουν το βαθμό σπουδαιότητας της επιστημονικής εργασίας που παρασχέθηκε, την αξία και το είδος της υποθέσεως και τις λοιπές με αυτήν σχετιζόμενες εν γένει περιστάσεις και ενέργειες.

Εάν όμως το δικαστήριο της ουσίας κατά την επιδίκαση στον ενάγοντα δικηγόρο επαυξημένης αμοιβής παρέλειψε να λάβει υπόψη ένα ή περισσότερα από τα τιθέμενα με την πιο πάνω διάταξη κριτήρια προσδιορισμού αυτής (αυξημένης αμοιβής), τότε η σχετική κρίση του ελέγχεται αναιρετικώς μέσω του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για έλλειψη νόμιμης βάσεως.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 98 του Κώδικα περί Δικηγόρων, επιδίκασε στον αναιρεσείοντα δικηγόρο ως αυξημένη αμοιβή: α) για τη σύνταξη της από 16-9-2005 μηνύσεως του αναιρεσίβλητου κατά των Σ1 κλπ., για τις πράξεις της απόπειρας απάτης επί δικαστηρίου κλπ, ποσό 300 ευρώ, έναντι της καθοριζόμενης από το άρθρο 139 του ως άνω Κώδικα και την 1085081/1473/Α0012 κοινή απόφαση των Υπουργών και Δικαιοσύνης ελάχιστης αμοιβής των 130 ευρώ και της αξιούμενης από τον αναιρεσείοντα για την ενέργεια αυτή υπέρτερης αμοιβής των 2.500 ευρώ, β)για τη σύνταξη προτάσεων προς απόκρουση εφέσεως της Σ1 κατά του αναιρεσιβλήτου και της 307/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδικαζόταν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την 20-9-2005, ποσό 900 ευρώ, έναντι της καθοριζόμενης από τα άρθρα 100, 107 παρ. 1 και 110 παρ. 1 του ως άνω Κώδικα ελάχιστης αμοιβής των 455 ευρώ και της αξιούμενης από τον αναιρεσείοντα για την ενέργεια αυτή υπέρτερης αμοιβής των 2.500 ευρώ και γ)για τη σύνταξη προτάσεων προς υποστήριξη της από 15-12-2004 αγωγής του αναιρεσίβλητου κατά του αδελφού του ..., που εκδικαζόταν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την 22-9-2005, ποσό 503,76 ευρώ, έναντι της καθοριζόμενης από το άρθρο 107 παρ. 1 του ως άνω Κώδικα ελάχιστης αμοιβής των 283,76 ευρώ και της αξιούμενης από τον αναιρεσείοντα για την ενέργεια αυτή υπέρτερης αμοιβής των 2.500 ευρώ, λαμβάνοντας όμως υπόψη του, ως προς μεν τη σύνταξη της ανωτέρω μηνύσεως μόνον τον "χρόνο που καταναλώθηκε για τη σύνταξή της", ως προς δε τη σύνταξη των ανωτέρω προτάσεων μόνον την "επιστημονική εργασία του ενάγοντος" και χωρίς σε όλες τις επίμαχες αυτές περιπτώσεις να λάβει υπόψη κανένα από τα υπόλοιπα κριτήρια που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 98 του Κώδικα περί Δικηγόρων, την συνδρομή των οποίων, εκθέτοντας μάλιστα ειδικώς τα αναγκαία για τη δικαιολόγησή τους πραγματικά γεγονότα και περιστάσεις, επεκαλείτο ο αναιρεσείων στην ένδικη αγωγή του.

Ως εκ τούτου το Εφετείο υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια. Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπαγόμενο κατ' εκτίμηση στον αριθμό 19 (και όχι και στους αριθμούς 1 και 8) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., καταλογίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 91 παρ. 1 και 136 του ΝΔ 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" προκύπτει ότι ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, εκτός άλλων, και αμοιβή για την έκδοση αντιγράφων παντός εγγράφου ή δικογράφου. Κατά συνέπεια, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή ως προς τα κεφάλαιά της για επιδίκαση αμοιβής ποσών 42,40, 148,73 και 138,87 ευρώ, αντιστοίχως, στον αναιρεσείοντα δικηγόρο, για έκδοση αντιγράφων των καθοριζόμενων στην αγωγή 71 (29+22+20) συνολικά εγγράφων, που ήταν αντιστοίχως αναγκαία για την υπεράσπιση του αναιρεσίβλητου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά την εκδίκαση της κατ' αυτού από 27-12-2004 εφέσεώς της Σ1, για την απόκρουση της από 17-7-2003 αγωγής της ίδιας κατά του αναιρεσιβλήτου και για την υποστήριξη της από 15-12-2004 αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά του ..., παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ (και όχι και σε εκείνη του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, όπως στο αναιρετήριο αναφέρεται), με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Σύμφωνα με τα άρθρα 216 παρ. 1 και 268 περ. 1 και 4 Κ.Πολ.Δ η ανταγωγή, όπως και η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στο άρθρο 118 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον αντενάγοντα κατά του ενάγοντος, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Διαφορετικά η ανταγωγή είναι αόριστη και αν το δικαστήριο της ουσίας δεν την απορρίψει, αλλά προβεί στην κατ' ουσία εξέτασή της, παραλείπει, κατά παράβαση των άνω διατάξεων, να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου της και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια επέλευση της ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας, Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης ανταγωγής, που ασκήθηκε κατά τη συζήτηση της αγωγής του αναιρεσείοντος δικηγόρου με τις πρωτόδικες από 26-9-2006 πρωτόδικες προτάσεις του αναιρεσιβλήτου πελάτη του, ο τελευταίος αυτός, επικαλούμενος ότι ο αναιρεσείων δικηγόρος, χωρίς να έχει καμία προς τούτο απ' αυτόν εντολή, εισέπραξε επ' ονόματι και για λογαριασμό του (του αναιρεσιβλήτου) από άλλους τρίτους οφειλέτες του, τα αναφερόμενα στην ανταγωγή επιμέρους ποσά και συνολικά ποσό 20.740,40 ευρώ, το οποίο δεν του το απέδωσε, όπως ήταν υποχρεωμένος, αλλά το κατακράτησε αυθαίρετα για τον εαυτό του, ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 20.740,40 ευρώ ως αποζημίωση, λόγω της πραχθείσας σε βάρος του αδικοπραξίας.

Υπό το περιεχόμενο αυτό η υπό δίκη ανταγωγή του αναιρεσιβλήτου είναι αόριστη και εντεύθεν απαράδεκτη, διότι αν και προβάλλεται μ' αυτή ότι ο αναιρεσείων προήλθε στην είσπραξη του επίμαχου ποσού χωρίς να έχει προς τούτο καμία, προφορική ή έγγραφη δική του εντολή, δεν αναφέρονται στην ανταγωγή περιστατικά θεμελιωτικά του λόγου για τον οποίο ο αναιρεσείων ήταν υποχρεωμένος να αποδώσει στον αναιρεσίβλητο το εισπραχθέν ποσό, ούτε περιστατικά δικαιολογούντα την επέλευση της διϊσχυριζόμενης ζημίας του, αφού, αληθούς υποτιθεμένου ότι ο αναιρεσείων εισέπραξε χωρίς δική του εντολή το ανωτέρω ποσό, ζημιωθέντες εξ αυτού είναι οι καταβαλόντες τρίτοι και όχι ο αναιρεσείων, του οποίου οι σχετικές κατά των τρίτων απαιτήσεις του διατηρούνται αλώβητες.

Ως εκ τούτου, το Εφετείο, που δέχθηκε την ανταγωγή ως ορισμένη και μάλιστα, μετά την ουσιαστική έρευνά της, ως εν μέρει βάσιμη, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Επομένως, ο τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. β' Κ.Πολ.Δ παρέχεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση.

Εν προκειμένω, με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη του την από 20-9-2005 επιστολή του αναιρεσιβλήτου προς τον αναιρεσείοντα, της οποίας δεν έγινε νόμιμη επίκληση από τον αναιρεσίβλητο που την προσκόμισε.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ουσιαστική αβασιμότητα αγωγικού κονδυλίου 330 ευρώ, που στηριζόταν σε προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα, μετά από δική του λογοδοσία, με βάση τον από 5-8-2005 λογαριασμό του, ρητή έγκρισή του (αναγνώριση) από τον αναιρεσίβλητο, έλαβε υπόψη του, μνημονεύοντας και αξιολογώντας την ειδικώς προς δικαιολόγηση της κρίσεώς του περί μη αποδείξεως της κρίσιμης εγκρίσεως, την ως άνω από 26-9-2005 επιστολή του αναιρεσιβλήτου, την οποία όμως, όπως προκύπτει από τις οικείες κατά την έκκλητη δίκη προτάσεις του, δεν είχε επικαλεσθεί ο τελευταίος αυτός (αναιρεσίβλητος).

Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ απορρέων τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρετικής αιτήσεως, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο για την ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

Από τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα φωτοαντίγραφα της από 11-4-2008 εξουσιοδοτήσεως του αναιρεσείοντος προς το δικηγόρο Νικόλαο Σταθόπουλο και της από 11-4-2008 αποδείξεως πληρωμής αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσείων, σε εκούσια εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρείται, υπό την επιφύλαξη της αναζητήσεως των χρημάτων σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αναιρέσεώς του, κατέβαλε στον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου Νικόλαο Σταθόπουλο, για λογαριασμό εκείνου, ποσό 13.418 ευρώ. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη στην ουσία της, η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση - την οποία (αίτηση) υποβάλλει ο αναιρεσείων με τις υποβληθείσες με τις υποβληθείσες εμπροθέσμως, κατά την 22-5-2009, έγγραφες προτάσεις του (άρθρο 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να καταβάλλει στον αναιρεσείοντα το παραπάνω ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της παρούσας αναιρετικής αποφάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 7926/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Δέχεται την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της παραπάνω αναιρούμενης αποφάσεως.

Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στον αναιρεσείοντα ποσό δεκατριών χιλιάδων τετρακοσίων δεκαοκτώ (13.418) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επιδόσεως της παρούσας αποφάσεως μέχρι εξοφλήσεως. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ