1586/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 82/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-4-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 30-4-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Legislator headnote
AI generated1586/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Full text
Απόφαση 1586 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1586/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόφιλο Ρουμελιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κολοτούρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 82/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-4-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 30-4-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή ( Ολ.ΑΠ 40/1996, Ολ.ΑΠ 16/1990). Η κρινόμενη, επομένως, αίτηση αναίρεσης, καθόσον απευθύνεται κατά της 109/1476/ ΠΤ/126/ 2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, επί της έφεσης κατά της οποίας, μετά από εξέταση της ουσίας, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 82/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Κρήτης, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.ΑΠ 25/2003,12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984).
Ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ. ΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, που, παρά τη ρητή αναφορά του στον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στηρίζεται ως εκ του περιεχομένου του, στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περίπτ.
β'του ίδιου πιο πάνω άρθρου, προβάλλεται, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη στο με αριθμό .../... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κρήτης Μιχαήλ Χατζάκη ρήτρα, ότι: "Εν τέλει συνεφωνήθη ρητώς μεταξύ των συμβαλλομένων ότι ο πωλητής θα έχει ισοβίως δικαίωμα οικήσεως ή συνοικήσεως μετά της αγοράστριας εις την υφισταμένην ως είρηται εις το μεταβιβαζόμενον ακίνητον οικίαν εις την οποίαν και σήμερον διαμένει", προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, ότι η περιλαμβανόμενη στο πιο πάνω πωλητήριο συμβόλαιο σύμβαση πώλησης του επίδικου ακινήτου από μέρους του άμεσου δικαιοπαρόχου της Α προς την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, εγγονή της αδελφής του, είναι άκυρη ως εικονική, ως υποκρύπτουσα έγκυρη σύμβαση δωρεάς υπό τρόπο.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, με το να δεχθεί, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι: "Περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι ο πωλητής θα έχει δικαίωμα οικήσεως ή συνοικήσεως στο πωληθέν ακίνητο με την αγοράστρια - εναγομένη", περαιτέρω δε ότι η πιο πάνω σύμβαση πώλησης δεν είναι εικονική, υποκρύπτουσα έγκυρη σύμβαση δωρεάς, έλαβε υπόψη του τον πιο πάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε ρητά ως αβάσιμο.
Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, νοούνται μόνο οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή, εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 861/1984), ούτε, επίσης, η εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο πρώτος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, με το να δεχθεί ότι το τίμημα της αγοράς του επίδικου ακινήτου, ύψους δρχ. 300.000, το οποίο καταβλήθηκε από τον πατέρα της αγοράστριας και ήδη αναιρεσίβλητης Ψ στον πωλητή, προήλθε από δωρεά του τελευταίου προς τη θυγατέρα του, ηλικίας, κατά το χρόνο σύνταξης του .../...πωλητήριου συμβολαίου, δέκα οκτώ (18)ετών και ως εκ τούτου στερουμένη ίδιων εισοδημάτων, μολονότι στο επίμαχο πωλητήριο συμβόλαιο, όπως απ' αυτό ειδικότερα προκύπτει, δεν αναγράφεται περί δωρεάς του προαναφερόμενου χρηματικού ποσού από τον πατέρα της αγοράστριας προς αυτή, ούτε, επίσης, μνημονεύεται στο ίδιο το σχετικό πιστοποιητικό περί δήλωσης φόρου δωρεάς του χρηματικού αυτού ποσού στην αρμόδια Εφορία, ούτε, τέλος, μνημονεύεται σ' αυτό - πωλητήριο συμβόλαιο -πιστοποιητικό της αρμόδιας Εφορίας για την είσπραξη του τέλους χαρτοσήμου στο ποσό του δανείου, ύψους δρχ. 150.000, το οποίο ο φερόμενος ως δωρητής δανείστηκε από τον τρίτο Β, προς συμπλήρωση του παραπάνω τιμήματος αγοράς, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον δεν αφορά ζητήματα.
Ο ίδιος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος, εκτιμώμενος ως πλημμέλεια από το αριθμό 8 περιπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την έννοια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί δωρεάς του ποσού του τιμήματος αγοράς του επίδικου ακινήτου από μέρους του πατέρα της προς αυτή, χωρίς να λάβει υπόψη το περιεχόμενο του προμνημονευόμενου πωλητήριου συμβολαίου, το οποίο επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα ενώπιόν του, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού της περί εικονικότητας της περιεχόμενης σ' αυτό σύμβασης πώλησης, ως υποκρύπτουσας έγκυρη σύμβαση δωρεάς υπό τρόπο, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον πράγματα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, σε συνδυασμό με εκείνη των διατάξεων των άρθρων 106, 335, 338 και 339 ΚΠολΔ, δεν αποτελούν τα αποδεικτικά μέσα, ενώ, εξάλλου οι προεκτιθέμενοι ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης, όπως αναπτύσσεται στο αναιρετήριο, δεν έχουν αυτοτέλεια, αποτελούν δε πραγματικά επιχειρήματα που αντλούνται από την εκτίμηση του περιεχομένου συμβολαίου, δηλαδή, αποδεικτικού εγγράφου.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις την από 12-2-2002 μυστική διαθήκη του άμεσου δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας Α, την οποία αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού της περί της εικονικότητας της περιεχόμενης στο 48.496/1984 πωλητήριο συμβόλαιο σύμβασης πώλησης του επίδικου ακινήτου.
Ο αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και "από όλα τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι....", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το παραπάνω έγγραφο, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το έγγραφο αυτό, το οποίο μάλιστα μνημόνευσε ρητά.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 περίπτ. γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (Ολ. ΑΠ 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 9 περίπτ. γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, άφησε αδίκαστο το αγωγικό αίτημα "περί αναγνώρισης ως νόμιμου και βάσιμου από ουσιαστική άποψη του ισχυρισμού που αποτελεί τον λόγο για τον οποίο ανακάλεσε ο δωρητής τη δωρεά, ότι δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που ανέφερε (η ενάγουσα) εμπίπτουν στον οικείο κανόνα δικαίου (στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και είναι αληθή, συνεπαγόμενα, μετά την ανάκληση της δωρεάς, την έκλειψη - απόσβεση της αιτίας για την οποία προσπορίσθηκε η κυριότητα στην εναγόμενη και τη γένεση υποχρέωσης της αποδόσεως του πλουτισμού με την αναμεταβίβαση του ακινήτου σ' αυτή - ενάγουσα-".
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας (άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι με την ένδικη, από 14-07-2004 (με αριθμό έκθ. κατάθ. 1476/ΠΤ/126/2-8-2004), αγωγή υποβλήθηκε πράγματι, μεταξύ άλλων αιτημάτων και το αμέσως πιο πάνω αίτημα, το οποίο κρίθηκε νόμιμο μεν με την 109/1476/ΠΤ/126/2005 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στηριζόμενο στις σ' αυτή ειδικότερα διαλαμβανόμενες διατάξεις του ΑΚ, αλλά απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμο με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ότι " η σύμβαση πωλήσεως ήταν εικονική και ότι υπ' αυτήν υποκρυπτόταν δωρεά, ούτε αποδείχθηκε ότι υφίσταντο λόγοι, οι οποίοι ώθησαν τον δικαιοπάροχο της ενάγουσας να δωρίσει στην εναγομένη - και όχι στην ενάγουσα, όπως, από πρόδηλη προφανώς γραφική παραδρομή, αναγράφεται στην απόφαση - το ακίνητο αυτό ...".
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, με την παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε, ότι "η επίδικη σύμβαση πωλήσεως ήταν εικονική και ότι υπ' αυτήν υπεκρύπτετο σύμβαση δωρεάς", έκρινε ότι η ένδικη αγωγή έπρεπε τα απορριφθεί ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη, επικυρώνοντας, έτσι, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δεν άφησε αδίκαστο το προμνημονευόμενο αγωγικό αίτημα, αφού η έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητάς του, δηλαδή της αναγνώρισης, συνδρομής λόγου ανάκλησης της δωρεάς του επίδικου ακινήτου (αχαριστίας της δωρεοδόχου προς το δωρητή) προϋπόθεση είχε την παραδοχή της αγωγής ως ουσιαστικά βάσιμης ως προς την πρώτη κύρια βάση της αναγνώρισης της ακυρότητας της επίμαχης σύμβασης πώλησης του πιο πάνω ακινήτου ως εικονικής, υποκρύπτουσας έγκυρη σύμβαση δωρεάς του ακινήτου αυτού.
Ο ερευνώμενος, επομένως, αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 111 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (ΟλΑΠ 27/1998 και 32/1996).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Ο τέταρτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι το επίμαχο 48.496/1984 πωλητήριο συμβόλαιο αφορά σύμβαση πώλησης του επίδικου ακινήτου, η οποία δεν είναι εικονική και ότι το τίμημα της αγοράς του εν λόγω ακινήτου "προήλθε από δωρεά του πατέρα της προς αυτήν -αναιρεσίβλητη- , ηλικίας 18 ετών, η οποία εστερείτο εισοδημάτων και πόρων από εργασία και ο οποίος το μισό από το ποσό αυτό είχε δανειστεί από τον Β", διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν εκτίθενται σ' αυτόν οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκε η φερόμενη ως παραβίαση του νόμου, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί σε τι συνίσταται το διαγνωστικό σφάλμα του Δικαστηρίου της ουσίας που οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.
Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης και αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (Ολ.ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο και ένατο, αντίστοιχα, λόγους της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλειες από τον αριθμό 8 περίπτ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, με την παραπάνω απόφαση τους λόγους της έφεσής της, με τους οποίους επικαλέστηκε, ότι: "Κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αυτός που αγοράζει ακίνητο και καταβάλλει μετρητοίς ολόκληρο το τίμημα, που ανταποκρίνεται μάλιστα στο αγοραίο τίμημα, δηλαδή στην εμπορική αξία του δεν υπολείπεται αυτού, ουδέποτε αποδέχεται να μη λάβει αμέσως ή τουλάχιστον σε σύντομο χρόνο από την κατάρτιση της πωλήσεως τη νομή και την κατοχή του ώστε να μπορεί να το εκμεταλλευτεί ως ιδιοκτήτης". (Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο).
Ότι "κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αυτός που πρόκειται να αγοράσει ακίνητο και αναμένει την σύναψη του ενώπιον του συμβολαιογράφου τα επόμενα λεπτά της ώρας, δεν καταβάλει το τίμημα στον πωλητή έξω από το συμβολαιογραφείο αλλά περιμένει μέχρις ότου καταρτισθεί το συμβόλαιο ώστε η καταβολή του τιμήματος να γίνει ενώπιον του συμβολαιογράφου και βεβαιωθεί αυτό αρμοδίως ενώπιον του από τον αγοραστή στον πωλητή ώστε να υπάρχει πλήρης απόδειξη της καταβολής με δημόσιο έγγραφο αφού η σχετική καταβολή υπάγεται στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες το δημόσιο όργανο (ο συμβολαιογράφος εν προκειμένω) έχει ιδία αντίληψη". (Με τον έκτο απ' αυτούς).
Ότι "αντιβαίνει στα διδάγματα της κοινής πείρας το ότι ο αγοραστής ακινήτου κατέβαλε το ποσό των 300.000 δρχ., που το έτος 1984 δεν ήταν ασήμαντο για τον πωλητή και δεν έλαβε από αυτόν καμία έστω και πρόχειρη, απόδειξη και ότι η μη σύνταξη οιουδήποτε, έστω και πρόχειρης, εγγράφου αποδείξεως εκ μέρους του πωλητού προκειμένου η εναγομένη να έχει ισχυρή απόδειξη ότι κατέβαλε το τίμημα, καταδεικνύει το βάσιμο του ισχυρισμού της - αναιρεσείουσας - ότι πρόκειται για εικονική πώληση". (Με τον έβδομο απ' αυτούς).
Ότι "Εσφαλμένως η πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε ότι επρόκειτο για σοβαρή σύμβαση πωλήσεως στηριζόμενη στην αναφορά της τιμής ανά τετραγωνικό μέτρο της "πωλήσεως" και σε σύγκρισή της με άλλες περιπτώσεις αληθινών και εγκύρων πωλήσεων προς τρίτους στους οποίους προέβη ο δωρητής στην ίδια περίοδο καθώς και ότι η σοβαρή απόκλιση ανάμεσα στο ποσό του τιμήματος στις περιπτώσεις των μνημονευθεισών εγκύρων πωλήσεων προς τρίτους σε σχέση με το τίμημα που αναγράφηκε στο επίμαχο συμβόλαιο κάθε άλλο παρά συνηγορεί ότι πρόκειται και στην υπό κρίση περίπτωση διαφορά για σπουδαία και έγκυρη πώληση". (Με τον όγδοο απ' αυτούς).
Επίσης, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους πρόσθετους λόγους της έφεσης με τους οποίους η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε ότι: "Η υποκρυπτόμενη δωρεά υπαγορεύθηκε από φορολογικούς λόγους καθότι, όπως αποδείχθηκε, το ποσό του φόρου δωρεάς υπερέβαινε κατά πολύ το ποσό του αντίστοιχου του φόρου μεταβιβάσεως λόγω πωλήσεως (ποσό 90.500 δρχ.
στην περίπτωση κατά την οποία εδηλώνετο ως αιτία μεταβιβάσεως δωρεά και ποσό 27.820 δρχ, στην περίπτωση της πωλήσεως) δηλαδή η δωρεοδόχος, για την οποία δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι δεν εργαζόταν και ότι εστερείτο εισοδημάτων, θα εκαλείτο να καταβάλλει ποσό υπερτριπλάσιο αυτού που κατεβλήθη λόγω της εικονικής συμβάσεως πωλήσεως.
Στην περίπτωση δηλαδή που ο δικαιοπάροχός της επέμενε να επιλεγεί σύμβαση δωρεάς, η δωρεοδόχος και η οικογένειά της θα ευρίσκονταν σε αδυναμία καταβολής τόσο μεγάλου ποσού και εκ του λόγου αυτού δεν θα λάμβανε χώρα η δωρεά". (Με τον ένατο, αντίστοιχα, απ' αυτούς). Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, εφόσον αφορούν μεν λόγους (ή πρόσθετους λόγους) έφεσης, οι οποίοι περιέχουν παράπονα κατά της πρωτόδικης απόφασης, που όμως αναφέρονται όχι σε αυτοτελείς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, αλλά σε πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, αντλούμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.4.2007 αίτηση για αναίρεση της 82/2007 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2008.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουλίου 2008.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ