Supreme Court dismisses appeal against final compensation determination order for compulsory expropriation as inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by 118 heirs against a final court order determining compensation for compulsory expropriation. The heirs argued the lower court violated constitutional property rights and exceeded its jurisdiction, but the Court found these arguments legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 17 para. 2 and 4 of the Constitution; Article 1 para. 1 of the First Protocol to the ECHR; Articles 4 para. 1 and 20 para. 1 of the Constitution; Article 13 of the ECHR; Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on alleged constitutional violations or lack of jurisdiction is inadmissible if the lower court correctly applied the law and the appeal fails to demonstrate a substantive legal error affecting the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1586 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1586/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: (αναφέρονται 118 αναιρεσείοντες). Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Δημήτριο Κυριακόπουλο και Δήμο Νικόπουλο, πλην των υπό στοιχεία 11, 29,54,113,114 και 117 οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και για τους οποίους οι ως άνω πληρεξούσιοι δήλωσαν ότι έχουν αποβιώσει και την παρούσα δίκη συνεχίζουν επ΄ονοματί τους οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους ως εξής: .... (αναφέρονται οι κληρονόμοι )
΄Ολοι οι παραπάνω αναφερόμενοι κληρονόμοι εκπροσωπήθηκαν από τους ίδιους ως άνω δικηγόρους δια πληρεξουσίων εγγράφων. Επίσης οι ως άνω πληρεξούσιοι δικηγόροι δήλωσαν ότι διορθώνουν τα στοιχεία των 4ης και 5ης εκ των αναιρεσειόντων, στο ορθό ως εξής:.............
Του αναιρεσιβλήτου – καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από Κωνσταντίνο Γεωργάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Νοεμβρίου 1999 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η 2.436/2001 οριστική απόφαση, την αναίρεση της οποίας, ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 14 Ιανουαρίου 2002 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 300/2005 απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 5 Οκτωβρίου 2005 κλήση των αναιρεσειόντων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 7 Ιανουαρίου 2003 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Νικολάου Κασσαβέτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος 1975/1986 κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που ανταποκρίνεται στην αξία που είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό ή κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό αν ζητηθεί απευθείας ο τελευταίος.
Εξάλλου κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος), κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί αυτής ειμή για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους.
Από τις παραπάνω, προστατευτικές της ιδιοκτησίας διατάξεις, προκύπτει ότι απαγορεύεται η με μονομερή πράξη του Κράτους αφαίρεση αυτής με εξαίρεση την περίπτωση που αυτό επιβάλλεται από λόγους δημοσίας ωφέλειας που καθορίζονται από το νόμο και αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση του ιδιοκτήτη, ο προσδιορισμός της οποίας γίνεται από το δικαστήριο.
Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Ν.Δ. 797/1971, που έχει εν προκειμένω εφαρμογή, η δια δημόσια ωφέλεια αναγκαστική απαλλοτρίωση αστικών ή αγροτικών ακινήτων ή η σε βάρος αυτών σύσταση εμπραγμάτων δικαιωμάτων, όπου αυτό επιτρέπεται από το νόμο, κηρύσσεται με κοινή απόφαση του αρμοδίου υπουργού και του υπουργού των οικονομικών ή με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου όταν πρόκειται για απαλλοτρίωση μείζονος σημασίας ή με απόφαση του νομάρχη όταν πρόκειται για απαλλοτρίωση αγροτικών ακινήτων υπέρ του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ, των δημοσίων επιχειρήσεων και των κοινωφελών ιδρυμάτων, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, για την έκδοση δε της σχετικής απόφασης κηρύξεως της απαλλοτριώσεως απαιτούνται :
α) κτηματολογικό διάγραμμα που απεικονίζει την έκταση που πρέπει να απαλλοτριωθεί και τις περιλαμβανόμενες σ΄ αυτή μερικώτερες ιδιοκτησίες και β) κτηματολογικός πίνακας που εμφανίζει τους εικαζόμενους ιδιοκτήτες των ακινήτων που απαλλοτριώνονται, το εμβαδόν εκάστου, καθώς και όλα τα κύρια προσδιοριστικά στοιχεία των επ΄ αυτών κατασκευών.
Με τις διατάξεις δε των άρθρων 17 επ. του ίδιου Ν.Δ. ορίζεται μεταξύ άλλων ότι «ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως γίνεται δια δικαστικής αποφάσεως καθοριζούσης μόνον την τιμήν μονάδος, άνευ αναγνωρίσεως δικαιούχων ουδέ καταψηφίσεως υποχρέου, κατά την υπό των διατάξεων του παρόντος οριζομένην ειδικήν διαδικασίαν» (άρθρ. 17 παρ. 1)΄ ότι «αρμόδιον να προσδιορίση προσωρινώς την αποζημίωσιν είναι το Μονομελές Πρωτοδικείον, εν τη περιφερεία του οποίου κείται το απαλλοτριούμενον ή το μείζον μέρος αυτού» (άρθρ. 18 παρ. 1)΄ ότι «αρμόδιον να προσδιορίσει οριστικώς την αποζημίωσιν είναι το Εφετείον εν τη περιφερεία του οποίου κείται το απαλλοτριούμενον ή το μείζον μέρος αυτού» (άρθρ. 19 παρ. 1) και ότι «αίτησις οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως ενώπιον του Εφετείου δύναται να υποβληθεί ευθέως και εις ήν περίπτωσιν δεν έχει προηγηθεί προσωρινός προσδιορισμός ταύτης» (άρθρ. 20 παρ. 1).
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, συνάγεται ότι ο κατά τη διαγραφόμενη ειδική διαδικασία, καθορισμός από το εφετείο της οριστικής αποζημίωσης που οφείλεται στον ιδιοκτήτη, ο οποίος με πράξη του κράτους στερήθηκε της ιδιοκτησίας του προϋποθέτει ότι η αφαίρεση της ιδιοκτησίας του έλαβε χώρα υπό τους όρους που το εν λόγω Ν.Δ.
και η παραπάνω διάταξη του Συντάγματος καθορίζουν, δηλαδή υπό τους όρους της υπό στενή έννοια απαλλοτριώσεως, όχι δε και όταν αυτή έλαβε χώρα χωρίς τις άνω προϋποθέσεις, οπότε η προστασία του ιδιοκτήτη θα επιδιωχθεί με τα παρεχόμενα για τη περίπτωση δικαστικά μέσα. Στη προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με την από 8.11.1999 αίτησή τους ενώπιον του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου, ισχυρίσθηκαν τα εξής:
Οτι με την υπ΄ αριθμ. 157599/14.1.1935 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας εγκρίθηκε το καταστατικό του Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης, με την επωνυμία «Συνεταιρισμός εξαγοράς θερινής βοσκής της θέσης Πασίνα Τζουμά ο Βορράς», με έδρα το Μιχαλίτσι της Κοινότητας Βαφειοχωρίου Κιλκίς. Ότι με το άρθρο 2 του καταστατικού του Συνεταιρισμού ορίσθηκε ότι «ο Συνεταιρισμός έχει κύριον σκοπό να εξαγοράσει το αγρόκτημα της θερινής βοσκής Πασίνα Τζουμά ο Βορράς και να εκμεταλλευθεί συνεταιρικώς ή να δώσει στους συνεταίρους να το καλλιεργήσουν δι' ίδιον έκαστος λογαριασμό και επί πληρωμή κατ' έτος ενοικίου ή χρεωλυσίου».
Ότι με το υπ' αριθμ. 12954/17-7-1936 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Έδεσσας Στεργίου Κόκκαλη, νομίμως μεταγραφέντος στο βιβλίο μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Έδεσσας, ο Συνεταιρισμός αγόρασε, με πλειοδοτική δημοπρασία από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ως διαχειρίστριας των ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων, αντί 1.620.000 δραχμών, το υπ' αριθμ. ....
ανταλλάξιμο μουσουλμανικό κτήμα, ήτοι ένα βοσκότοπο, εμβαδού 18899 στρεμμάτων που βρίσκεται στο όρος Βόρρας (Καϊμακτσαλαν), στη θέση «Πασίνα-Τζουμα». Ότι αυτοί (αιτούντες) είτε είναι μέλη του Συνεταιρισμού, είτε κληρoνόμoι των αποβιωσάντων, συνεταίρων, όπως, με πληρότητα και σαφήνεια, εκτίθεται στην αίτηση, για τον καθένα.
Ότι, με την υπ' αριθμ. 352/1954 αμετάκλητη απόφαση του Πρωτοδικείου Έδεσσας, ο Συνεταιρισμός διαλύθηκε, μετά από αίτηση της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, διότι «ηδράνησε αδικαιολογήτως, πέραν της διετίας, καθόσον ούτος, καθ' όλο το προ της τελευταίας εμπολέμου καταστάσεως και μέχρι σήμερον χρονικό διάστημα εις ουδεμίαν προέβη εργασίαν».
Ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. Δ 2225/229/4-5-1987 εντολής του Υπουργού Οικονομικών πραγματοποιήθηκε κατάληψη του ως άνω κτήματος, από το Ελληνικό Δημόσιο, ως διαχειριστή αλλότριων, σύμφωνα με το άρθρο 34 του Α.Ν. 1539/1928, συνταχθέντος προς τούτο του από 3-6-1987 πρωτοκόλλου καταλήψεως, το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Έδεσσας, στον τόμο 258 και με αριθμό 25731/22-6-1987.
Ότι με την υπ' αριθμ. 6102?1986 απόφαση του Νομάρχη Πέλλας κινήθηκε η διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτριώσεως τμήματος του ως άνω ακινήτου εκτάσεως 15.000 τετραγωνικών μέτρων, πλην όμως η απόφαση αυτή ανακλήθηκε με την υπ' αριθμ. 2078/20-6-1988 απόφασή του, διότι η έκταση αυτή, με το από 3-6-1987 Πρωτόκολλο καταλήψεως βοσκής περιήλθε στην διαχείριση του Ελληνικού Δημοσίου.
Ότι με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 6 του ν. 1790/1988, η οποία ορίζει ότι «Ακίνητες περιουσίες συνεταιρισμών, των οποίων διατάχθηκε με δικαστική απόφαση, πριν από το 1956 η διάλυση και, ιδίως, δάση, βοσκότοποι, χορτολιβαδικές και γενικότερα δασικές εκτάσεις, οι οποίες αποκτήθηκαν από τους συνεταιρισμούς αυτούς, πριν από την απόφαση, για τη διάλυσή τους και φέρονται ακόμα ως ιδιοκτησίες τους στα αρμόδια Υποθηκοφυλακεία, εφόσον δεν έχει αρχίσει ή στην περίπτωση, που άρχισε, δεν έχει περατωθεί η διαδικασία εκκαθάρισης των συνεταιρισμών αυτών, περιέχονται αυτοδίκαια ατελώς, στην κυριότητα του Δημοσίου, ύστερα από εντολή του οικείου Νομάρχη, σύνταξη πρωτοκόλλου καταλήψεως από τον αρμόδιο Οικονομικό Έφορο και μεταγραφή του στα βιβλία μεταγραφών του κατά τόπον αρμοδίου Υποθηκοφυλακείου».
Οτι το ως άνω ακίνητο, μετά και την έκδοση του από 5-10-1988 πρωτοκόλλου καταλήψεως νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου 'Εδεσσας στον τόμο 271 και με αριθμό 27019/5-10-1988, περιήλθε απ' ευθείας στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς να τους καταβληθεί οποιαδήποτε αποζημίωση και ότι η ως άνω διάταξη του ν. 179011988, με την οποία απ' ευθείας περιήλθε η κυριότητα του ακινήτου τους στο Ελληνικό Δημόσιο ώστε εντεύθεν να απαλλοτριώνεται αναγκαστικά αυτό, χωρίς αποζημίωση είναι αντισυνταγματική, αντίκειται δε και στη συνταγματική αρχή της ισότητας, η οποία επιβάλλει μεταξύ άλλων, οι κανόνες που θέτει ο νόμος πρέπει να είναι γενικοί και αφηρημένοι και όχι ατομικοί.
Με βάση τα ανωτέρω οι αναιρεσείοντες ζήτησαν κατά την προσβαλλομένη απόφαση με τη σημειωθείσα αίτηση τους τον απ' ευθείας προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημίωσης για το παραπάνω ακίνητο. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την άνω αίτηση ως μη νόμιμη με την αιτιολογία ότι : α) δεν έχει εκδοθεί διοικητική πράξη του αρμοδίου από το νόμο οργάνου, με την οποία να κηρύσσεται η αναγκαστική απαλλοτρίωση του επιδίκου ακινήτου και γιαυτό άλλωστε δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη προδικασία (άρθρ. 2 παρ. 1 ν.δ. 797/1971, και β) με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 6 του ν. 1790/1988 περιέχεται απ΄ευθείας στο Ελληνικό Δημόσιο η κυριότητα του επιδίκου και δεν κηρύσσεται η αναγκαστική απαλλοτρίωση αυτού, το δε δικαστήριο τούτο δεν έχει την λειτουργική αρμοδιότητα κατά την παρούσα ειδική διαδικασία να ελέγξει τη συνταγματικότητα της τελευταίας διάταξης.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 4 του Συντάγματος και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ης ΕΣΔΑ, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 13 της ΕΣΔΑ, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους πρώτο και δεύτερο κατά το σχετικό μέρος του λόγους της κρινόμενης αίτησης με τους οποίους αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβάσεως των άνω διατάξεων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάγνωση ή τη διάπλαση που έλαβε χώρα (Ολ ΑΠ 13/1995) όχι δε και όταν η προβαλλόμενη αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες της απόφασης. Επομένως ο δεύτερος κατά το αντίστοιχο μέρος του λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη αντέφεση ότι με τις αιτιολογίες της ότι «εφόσον το επίδικο δεν έχει απαλλοτριωθεί αναγκαστικά, δεν συντρέχει νόμιμος λόγος προσδιορισμού αποζημιώσεως. Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί η αίτηση…….» και «Περαιτέρω, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το Δικαστήριο τούτο δεν έχει τη λειτουργική αρμοδιότητα, κατά την παρούσα ειδική διαδικασία να ελέγξει την συνταγματικότητα της ανωτέρω νομικής διατάξεως, με την οποία περιήλθε στο Δημόσιο η κυριότητα του επιδίκου», περιέχει αντιφατικές διατάξεις είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμη βάσης της απόφασης ιδρύεται και όταν αυτή περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σε ουσιώδες ζήτημα, νοούνται δε ως αιτιολογίες τα από την απόφαση δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμά της στο ο ποίο η απόφαση στήριξε το νομικό συμπέρασμά της. Εντεύθεν παρέπεται ότι ο άνω λόγος δεν ιδρύεται όταν η αγωγή ή άλλη αίτηση απορρίπτεται ως μη νόμιμη. Επομένως ο δεύτερος κατά το σχετικό μέρος του λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η εκ της άνω διάταξης πλημμέλεια λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, είναι, ενόψει της απόρριψης της ένδικης αίτησης ως μη νόμιμης, απορριπτέος ως απαράδεκτος.
IV. Περαιτέρω, εφόσον η ένδικη αίτηση απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως μη νόμιμη, ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδονται στην απόφαση οι εκ του άρθρου 559 αρ. 5 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες, εκ του ότι το Εφετείο έκρινε εαυτό αναρμόδιο για την εκδίκαση της άνω αίτησης και κήρυξε αυτή απαράδεκτη και απορριπτέα λόγω λειτουργικής αναρμοδιότητάς του, αντίστοιχα, είναι απορριπτέος, επίσης ως απαράδεκτος.
Κατ΄ ακολουθίαν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν΄ απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.1.2002 αίτηση των .... κ.λ.π. για αναίρεση της 2436/2001 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Σεπτεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ