Legislator Case Law & Legislation
1585/2024 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal against land registry decision due to inadmissibility of ownership claims.

Case Number 1585/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a final land registry decision regarding mineral rights. The State argued that it retained ownership of the disputed land based on Ottoman-era titles, but the Court found these claims inadmissible because they were never properly raised or examined in the lower courts. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 571, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the substantive ground of ownership was not examined by the lower court due to the rejection of the initial claim, rendering the appellate argument based on that ground unfounded.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal ownership claim land registry decision Ottoman titles legal costs allocation civil procedure code state ownership

Cited Legislation

AI generated
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 5 of Law 1738/1987
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1585 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1585/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "IMERYS ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΟΡΥΚΤΑ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Παναγιώτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-2016 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου και συνεκδικάστηκε με την από 24-7-2017 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 174/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 20/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-5-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 2-5-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 13/3-5-2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την εκουσία δικαιοδοσία (άρθρ. 739 επ. ΚΠολΔ, άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α του ν. 2664/1998 "Περί Εθνικού Κτηματολογίου"), με αριθ. 20/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, όπως αυτή διορθώθηκε με τη με αριθ. 24/2024 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ από την επίδοση της προσβαλλομένης, εφόσον η επίδοση αυτής έλαβε χώρα την 1-4-2022, όπως επικαλείται το αναιρεσείον και δεν αμφισβητείται και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 3-5-2022 (άρθρ. 395 παρ. 1,552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1,566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), επισημαινομένου για το εμπρόθεσμο κατάθεσης της αναίρεσης, ότι η υποχρεωτική αργία της 1ης Μαϊου 2022 μεταφέρθηκε δυνάμει Υπουργικών Αποφάσεων στις 2-5-2022 (ΥΑ ΔΙΔΑΔ/Φ.70/75/οικ. 5899 ΦΕΚ Β 1785 2022). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης είναι η ακόλουθη: Η αιτούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΙΜΕRYS ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΟΡΥΚΤΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", ήδη αναιρεσίβλητη, με την ένδικη, από 2 Ιουνίου 2016 (αριθμ. έκθ.

κατάθ. 63/8-6-2016), αίτησή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία των αναφερομένων σ' αυτήν τμημάτων γεωτεμαχίων, που βρίσκονται στη νήσο Μήλο Κυκλάδων, να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή που καταχωρίστηκε στο οικείο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Μήλου, ώστε στα κτηματολογικά φύλλα των ανωτέρω τμημάτων των γεωτεμαχίων να αναγραφεί η ίδια ως πλήρης κυρία κατά ποσοστό 100%.

Επίσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε στη διανοιγείσα δίκη την από 24-7-2017 (αριθμ. έκθ. κατάθ.169/25-7-2017) κύρια παρέμβασή του, με την οποία, ισχυριζόμενο ότι αυτό είναι κύριο των αναφερομένων σ' αυτήν τμημάτων των ανωτέρω ακινήτων, ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και τη διόρθωση των κτηματολογικών εγγραφών, ώστε, αφού αφαιρεθεί από κάθε ένα από τα ανωτέρω γεωτεμάχια το αντίστοιχο τμήμα κυριότητάς του, να αποτυπωθεί έκαστο ως αυτοτελές γεωτεμάχιο, στο οποίο να δοθεί νέο ξεχωριστό ΚΑΕΚ, στα δε οικεία κτηματολογικά φύλλα των νέων αυτών ΚΑΕΚ, να καταχωριστεί το ίδιο κύριο κατά ποσοστό 100%.

Η αίτηση και η κυρία παρέμβαση συνεκδικάσθηκαν με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και με την υπ' αριθμ. 174/2017 απόφασή του το ως άνω Δικαστήριο, απέρριψε την αίτηση, λόγω του ότι απαραδέκτως εισήχθη προς συζήτηση κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και την κύρια παρέμβαση ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν, το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο έφεση και η αιτούσα, με τις προτάσεις που κατέθεσε, αντέφεση, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 20/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και δέχθηκε κατ' ουσίαν την αντέφεση, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και, εν συνεχεία, αφού κράτησε και δίκασε την αίτηση, δέχθηκε κατ' ουσίαν αυτήν και διέταξε τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα Κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Μήλου, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων του Ν 2664/1998 "Περί Εθνικού Κτηματολογίου" 1 παρ. 2 εδάφ. α' και παρ. 3 περ. α', 6 παρ. 1, 2 και 3, όπως οι παρ.2 και 3 του τελευταίου αυτού άρθρου αντικαταστάθηκαν με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.3 του Ν 4164/2013, συνάγεται ότι, στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής στο κτηματολογικό βιβλίο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως "άγνωστου ιδιοκτήτη", όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα στο ακίνητο ασκεί αίτηση ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου και, μέχρις ότου οριστεί αυτός, στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει διόρθωση της ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής.

Αντικείμενο της εν λόγω δίκης είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, σύμφωνα με τη διαπίστωση αυτή, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "άγνωστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη διαπίστωσης του δικαιώματος που υπάρχει.

Έτσι, αντικείμενο της δίκης που ανοίγεται δεν είναι η αυθεντική διάγνωση αμφισβητούμενου δικαιώματος, ανεξάρτητα από το ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για τη ζητούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου. Γι' αυτό, άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του ν. 2664/1998 αναφέρεται μόνο στη διόρθωση της πρώτης (αρχικής) εγγραφής, όχι, όμως, και στην αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την εγγραφή αυτή, ενώ στην τροποποιημένη αυτή διάταξη ορίζεται ότι "εάν η αίτηση απορριφθεί ως νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη, ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου..." (ΑΠ 41/2022, ΑΠ 812/2020, ΑΠ 1020/2018, ΑΠ 208/2017).

Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 περ. ε του ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Για τη συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου αγωγών και αιτήσεων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 και στην παρούσα παράγραφο, προσκομίζεται, με ποινή απαραδέκτου, αντίγραφο κτηματολογικού φύλλου και απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του ακινήτου στο οποίο αφορά η διόρθωση.

Σε περίπτωση που το αίτημα της αγωγής ή της αίτησης διόρθωσης αφορά σε αλλαγές και στα κτηματολογικά διαγράμματα, κατά τη συζήτηση της αγωγής ή της αίτησης και με ποινή απαραδέκτου, αντί του αποσπάσματος του κτηματολογικού διαγράμματος προσκομίζεται τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών, στο οποίο αποτυπώνεται η όποια γεωμετρική μεταβολή επέρχεται με την αιτούμενη διόρθωση.

Στην τελευταία περίπτωση προσκομίζεται, με ποινή απαραδέκτου, και η εισήγηση του Κτηματολογικού Γραφείου ή, εάν αυτό δεν έχει συσταθεί και το υφιστάμενο Υποθηκοφυλακείο εξακολουθεί να λειτουργεί μεταβατικά ως Κτηματολογικό Γραφείο, της εταιρείας "ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως αυτή μετονομάζεται, για τη συνδρομή των τεχνικών προϋποθέσεων της απεικόνισης της γεωμετρικής μεταβολής που επέρχεται με την αιτούμενη διόρθωση στα κτηματολογικά διαγράμματα.

Οι ίδιες προϋποθέσεις ισχύουν και για τη συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου αιτήσεων και προσφυγών που ασκούνται κατά τα άρθρα 18 παράγραφος 2 και 19 παράγραφος 2 για τη διόρθωση πρόδηλων σφαλμάτων και σφαλμάτων που αφορούν σε γεωμετρικά στοιχεία των πρώτων κτηματολογικών εγγραφών". Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 117, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής πρέπει το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της νομικής της βασιμότητας.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της αγωγής, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1935/2022, ΑΠ 1597/2018, 165/2018, ΑΠ 1274/2017, ΑΠ 862/2015). Ειδικότερα, από απόψεως περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς προκειμένου περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής της κυριότητας ακινήτου, απαιτείται για το ορισμένο αυτής ο καθορισμός κατά τρόπο σαφή της θέσης, στην οποία κείται το ακίνητο και οπωσδήποτε των ορίων του, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητας του, αλλά τούτο να εντοπίζεται επακριβώς και να διαχωρίζεται από τα γειτονικά εδάφη.

Δεν απαιτείται όμως για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται οι πλευρικές διαστάσεις του επιδίκου ακινήτου και να κατονομάζονται οι γείτονες ιδιοκτήτες (ΑΠ 9/2020, ΑΠ 301/2017). Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ούτως ώστε να είναι δυνατή στον εναγόμενο η άμυνα περί συγκεκριμένου επιδίκου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να μπορεί να τάξει το προσήκον θέμα απόδειξης.

Η περιγραφή του ακινήτου από την οποία να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του μπορεί να γίνεται και με την αποτύπωσή του με τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, από το οποίο προκύπτει πλην του σχήματος, οι πλευρές του, η θέση του, ο προσανατολισμός του και το εμβαδόν του, εφόσον το τοπογραφικό διάγραμμα τούτο ενσωματώνεται στο δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 1319/2020, ΑΠ 1597/2018, 305/2017, ΑΠ 781/2016).

Ακόμη όμως και αν το μνημονευόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο δεν προσαρτήθηκε στην αγωγή, αυτή δεν καθίσταται αόριστη ως προς την περιγραφή του, αν από την όλη περιγραφή του ακινήτου στο δικόγραφο δεν γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του (ΑΠ 12/2023, ΑΠ 9/2020, ΑΠ 301/2017).

Περαιτέρω, ο Κωδικός Αριθμός Εθνικού Κτηματολογίου (Κ.Α.Ε.Κ) του επιδίκου ακινήτου, ο οποίος είναι ο 12ψήφιος μοναδικός αριθμός για κάθε ακίνητο και προσδιορίζει κατά τρόπο αναμφισβήτητο και σαφή, τη θέση, την έκταση και τα όρια αυτού (άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2664/1998). Πρόκειται για μια ειδική ενάριθμη ταυτότητα ακινήτου, κωδικοποιημένη σε επίπεδο επικράτειας, η κτήση της οποίας γίνεται με κτηματολογική πράξη και επιτυγχάνεται η εύκολη, ασφαλής και γρήγορη αναζήτηση στη βάση δεδομένων του Εθνικού Κτηματολογίου.

Η σύνδεση του ακινήτου με τον ΚΑΕΚ διαρκεί μέχρις ότου ο τελευταίος καταργηθεί ή τροποποιηθεί σύμφωνα με το κτηματολογικό δίκαιο (άρθρο 11 παρ. 3 του Ν. 2664/1998). Ο ΚΑΕΚ συνιστά συγχρόνως θεμελιώδη εφαρμογή της αρχής της ειδικότητας και της ουσιαστικής δημοσιότητας στο σύστημα του Εθνικού Κτηματολογίου. Κάθε ένα από τα ψηφία που τον αποτελούν προσδιορίζει συγκεκριμένη πληροφορία και συγκεκριμένα τα δύο πρώτο ψηφία το Νομό στον οποίο βρίσκεται το γεωτεμάχιο, τα επόμενα τρία ψηφία το Δήμο ή Δημοτικό Διαμέρισμα κλπ, τα αμέσως επόμενα δύο ψηφία τον "κτηματολογικό τομέα" (πχ συνοικία), τα δύο προτελευταία δύο ψηφία την "κτηματολογική ενότητα" (πχ οικοδομικό τετράγωνο) και τέλος τα τελευταία τρία ψηφία τον αύξοντα αριθμό του γεωτεμαχίου εντός της ενότητας (πχ οικόπεδο ή αγροτεμάχιο).

Ο αριθμός μετά την πρώτη κάθετο δηλώνει τον αριθμό της καθέτου ιδιοκτησίας, αν έχει συσταθεί επί των κτισμάτων του γεωτεμαχίου και ο αριθμός μετά την δεύτερη κάθετο προσδιορίζει τον αριθμό της οριζόντιας ιδιοκτησίας, εφόσον έχει συσταθεί τοιαύτη. Για το ορισμένο της αγωγής, εφόσον αντικείμενο της δίκης είναι όλο το ακίνητο-γεωτεμάχιο, όπως αποτυπώθηκε στο κτηματολογικό διάγραμμα, το οποίο και επισυνάπτεται στην αγωγή και όχι τμήμα του, αρκεί η αναφορά του ΚΑΕΚ, χωρίς να απαιτείται θέση, σύνορα, εμβαδόν, πλευρικές διαστάσεις ή τυχόν επισύναψη τοπογραφικού διαγράμματος, όπως απαιτείται στις λοιπές εμπράγματες αγωγές για τον προσδιορισμό της ταυτότητας του επιδίκου, καθόσον ελλοχεύει ο κίνδυνος όπως η περιγραφή του ακινήτου να μην ταυτίζεται με το γεωτεμάχιο που αντιστοιχεί στο συγκεκριμένο ΚΑΕΚ, με συνέπεια να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες και αντιφάσεις στην αγωγή.

Εάν βέβαια, το επίδικο αποτελεί τμήμα ενός μείζονος γεωτεμαχίου, οπότε σε περίπτωση αποδοχής της αγωγής θα επέλθουν χωρικές μεταβολές, τότε η περιγραφή του επιδίκου τμήματος πρέπει να γίνει με λεπτομερή περιγραφή κατά θέση, όρια, πλευρικές διαστάσεις και συντεταγμένες κορυφών σύμφωνα με το σύστημα ΕΓΣΑ 87, η οποία θα πρέπει να ταυτίζεται με το τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών, που επί ποινή απαραδέκτου θα πρέπει να προσκομισθεί κατά τη συζήτηση, σύμφωνα με την τροποποίηση με το Ν. 4164/2013.

ζητείται η διόρθωση.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 79, 80, 747 και 752 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, είναι δυνατή η άσκηση κυρίας ή πρόσθετης παρέμβασης, εφόσον βεβαίως συντρέχει η κατά το άρθρο 68 του ίδιου Κώδικα διαδικαστική προϋπόθεση της ύπαρξης εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Ειδικότερα, ενώ στη δίκη της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος αναφέρεται στη θετική ή αρνητική διάγνωση του επίδικου δικαιώματος, στις περιπτώσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας τούτο συνίσταται στην παραδοχή ή απόρριψη της αίτησης αναφορικά με το ζητούμενο ρυθμιστικό μέτρο. Στην τελευταία αυτή δίκη, εφόσον η παρέμβαση του τρίτου επιδιώκει την απόρριψη της αίτησης, με την οποία ανοίχθηκε η δίκη ή τη ρύθμιση του επίδικου αντικειμένου κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον, που ζητείται με την αίτηση, πρόκειται για κυρία παρέμβαση (ΑΠ 1107/2018, ΑΠ 1020/2018, ΑΠ 1225/2017, ΑΠ 1427/2014, ΑΠ 1364/2014, ΑΠ 259/2013). Ακολούθως, με το άρθρο 9 § 1 του Ν 2664/1998 ορίζεται, ότι ακίνητα που δεν έχουν εγγραφεί ως ανήκοντα σε ορισμένο πρόσωπο και φέρονται στα κτηματολογικά βιβλία και στα λοιπά στοιχεία του Κτηματολογίου ως ακίνητα "άγνωστου ιδιοκτήτη" θεωρείται, ότι ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, μόλις καταστεί οριστική η πρώτη εγγραφή.

Στην περίπτωση αυτή, δημιουργείται υπέρ του Δημοσίου το κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 7 αμάχητο τεκμήριο και ισχύουν, όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 41/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον αριθμό 1, του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται μόνο οι παραβάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, τη κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις και όχι κανόνων του δικονομικού δικαίου, δηλαδή όσων καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της επίδικης προστασίας, όπως είναι οι διατάξεις του άρθρου 751 ΚΠολΔ που ρυθμίζουν τη δυνατότητα, τους όρους και τον τρόπο μεταβολής της βάσης της αίτησης, που έχει υποβληθεί ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Επίσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παράβαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων.

Οι διαδικαστικές πράξεις, που αποτελούν κύριο συστατικό στοιχείο της δίκης ως έννομης σχέσης και ως διαδικασίας, προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο, και, μάλιστα, ασκούνται κατά ορισμένο τύπο και έχουν ορισμένο περιεχόμενο. Η κρίση για το παραδεκτό σημαίνει ότι η διαδικαστική πράξη παράγει διαδικαστικά αποτελέσματα και είναι προϋπόθεση για να κριθεί στη συνέχεια η διαδικαστική αυτή πράξη και ως προς τη βασιμότητά της.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 529/2015). Το αίτημα της αίτησης μπορεί να περιέχεται οπουδήποτε στο δικόγραφο, ακόμη και στο ιστορικό, αρκεί να συνάγεται από όλο το περιεχόμενο του δικογράφου, ιδιαίτερα δε από την αντιπαραβολή του ιστορικού με το αιτητικό (ΑΠ 1412/2021, ΑΠ 867/2015).

Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 14 του προαναφερόμενου άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 462/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της από 2-6-2016 ένδικης αίτησης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία ζητείται να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή, κατ' άρθρο 6 παρ. 3 Ν. 2664/1998, προκύπτει ότι η αιτούσα, ήδη αναιρεσίβλητη, ιστορούσε ότι κατέστη κυρία με παράγωγο (αγορά δυνάμει συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή) άλλως πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) του αναλυτικά περιγραφόμενου στη δικόγραφο ακινήτου, αγροκτήματος και δη λατομείου περλίτη, κείμενου στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Μήλου, στη θέση "...", εμβαδού, κατά νεότερη καταμέτρηση 213.705,80 τ.μ..

Ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης της παραπάνω περιοχής, όπου βρίσκεται το άνω ακίνητο, αυτό καταχωρήθηκε εσφαλμένα στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Μήλου, όχι ως αυτοτελές ακίνητο, με ιδιαίτερο ΚΑΕΚ, αλλά τα περιγραφόμενα τέσσερα τμήματά του, από τα οποία αποτελείται, εμβαδού 190.642,17 τ.μ., 10.519,90 τ.μ., 11.904,49 τ.μ.

και 639,24 τ.μ., καταχωρίστηκαν ως τμήματα των μείζονος έκτασης γεωτεμαχίων με ΚΑΕΚ ..., ..., ... και ..., αντίστοιχα, στα κτηματολογικά φύλλα των οποίων, στις αρχικές σχετικά με αυτά εγγραφές, φέρονται τα μεν τρία πρώτα εξ αυτών ως αγνώστου ιδιοκτήτη, το δε τέταρτο εξ αυτών εν μέρει και δη κατά ποσοστό 72,42% εξ αδιαιρέτου ως αγνώστου ιδιοκτήτη και εν μέρει, κατά το υπόλοιπο ποσοστό, ως συγκυριότητας των κατονομαζόμενων τρίτων προσώπων.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά της επί των τριών πρώτων των ανωτέρω αναφερομένων τμημάτων του ενιαίου ακινήτου της και να διορθωθούν οι αντίστοιχες ανακριβείς αρχικές εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Μήλου, ώστε να αποκοπούν τα τμήματα αυτά από τα παραπάνω γεωτεμάχια, να συνενωθούν και να δημιουργηθεί νέο αυτοτελές γεωτεμάχιο, στο οποίο να αναγραφεί η ίδια δικαιούχος αποκλειστικής κυριότητας, με αιτία κτήσης την αγορά και τίτλο κτήσης το αναφερόμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο, άλλως την έκτακτη χρησικτησία.

Στο πλαίσιο της δίκης που ανοίχθηκε, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου την από 24-7-2017 κύρια παρέμβαση, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι το εδαφικό τμήμα συνολικού εμβαδού 216.294 τ.μ. (17.893+28.947+3.618+ 165.836), στο οποίο εμπεριέχεται και το ένδικο με την αίτηση εδαφικό τμήμα, ανήκει κατά κυριότητα στο ίδιο και συγκεκριμένα τμήμα εμβαδού 17.893 τ.μ.

που έχει καταχωριστεί στο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., δύο τμήματα εμβαδού 28.947 τ.μ. και 3.618 τ.μ. που έχουν καταχωριστεί στο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... και τμήμα εμβαδού 165.836 τ.μ. που έχει καταχωριστεί στο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ .... Ότι οι συντεταγμένες αυτών κατά το Ε.Γ.Σ.Α αποτυπώνονται στο συνημμένο στο δικόγραφό του τοπογραφικό διάγραμμα της Διεύθυνσης Δασών Κυκλάδων.

Ότι περιήλθε σ' αυτό: α) κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δυνάμει των με ημερομηνίες 3 Φεβρουάριου, 4/16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου / 1 Ιουλίου 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κων/λεως της 27 Ιουνίου/1 Ιουλίου 1832, β) ως αδέσποτο, δυνάμει των διατάξεων τοι προϊσχύσαντος β.ρ.δ., του άρθρου 16 του ν. της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του α.ν. 1539/1938 και του άρθρου 972 Α και γ) ως λιβάδι ή βοσκότοπος, δυνάμει του άρθρου 1 του β.δ.

με ημερομηνία 3/15.12.1833, ενόψει του ότι ήταν ανέκαθεν χορτολιβαδική έκταση και, ως εκ τούτου, περιήλθε στην κυριότητά του δικαιώματι πολέμου, ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους, η δε νομή του παρέμεινε στο τελευταίο, αφού για την επικαρπία του δεν είχε εκδοθεί έγγραφο "ταπί" επί τουρκοκρατίας, προέβαλε δε περαιτέρω ότι η αιτούσα δεν απέκτησε τούτο, ως δημόσιο κτήμα, με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου έως 11.9.1915.

Ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης της παραπάνω περιοχής, το εμπράγματο δικαίωμά του επί των τμημάτων αυτών δεν καταχωρίστηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Μήλου, αλλά αυτά περιλήφθηκαν στα ως άνω μείζονος έκτασης γεωτεμάχια, με την ένδειξη "άγνωστου ιδιοκτήτη". Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενο έννομο συμφέρον, λόγω της προσβολής του δικαιώματός του από τις ανακριβείς αρχικές κτηματολογικές εγγραφές, ζήτησε αφενός μεν να απορριφθεί η κύρια αίτηση ως προς τα τμήματα αυτά, αφετέρου δε να διορθωθούν σχετικά οι ανακριβείς πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Μήλου, ώστε αφού αφαιρεθεί από κάθε ανωτέρω γεωτεμάχιο το αντίστοιχο τμήμα κυριότητάς του, να αποτυπωθεί έκαστο ως αυτοτελές γεωτεμάχιο, στο οποίο να δοθεί νέο ξεχωριστό ΚΑΕΚ, στα δε οικεία κτηματολογικά φύλλα των νέων αυτών ΚΑΕΚ να καταχωριστεί το ίδιο ως δικαιούχο κυριότητας κατά ποσοστό 100%, με αιτία κτήσης τη διαδοχή από το Οθωμανικό Δημόσιο.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.20/2022 απόφασή του, απέρριψε, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου με την υπ' αριθμ. 174/2017 απόφασή του, την κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, ήδη αναιρεσείοντος, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, δεχόμενο, επί λέξει, τα ακόλουθα: "Στη προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του δικογράφου της κύριας παρέμβασης προκύπτει ότι αν και οι επίδικες εκτάσεις αφορούν τμήματα των γεωτεμαχίων με ΚΑΕΚ ..., ...

και ..., εντούτοις δεν γίνεται λεπτομερής περιγραφή εκάστου κατά θέση, όρια (σύνορα) και πλευρικές διαστάσεις και με συντεταγμένες κορυφών σύμφωνα με το σύστημα Ε.Γ.Σ.Α. '87, που να ταυτίζεται μάλιστα με το προσκομιζόμενο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών, που απαιτείται κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 περ.

ε εδ. β του ν. 2664/1998 να προσκομισθεί μέχρι τη συζήτηση. Αντίθετα αναφέρεται μόνον το εμβαδόν των επίδικων τμημάτων, με τη περαιτέρω αναφορά ότι εμφαίνονται στο συνημμένο στη κύρια παρέμβαση τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, χωρίς, ωστόσο, στο διάγραμμα αυτό να οριοθετούνται μεταξύ στοιχείων (αλφαβητικών ή αριθμητικών) και χωρίς να γίνεται αναφορά των πλευρικών τους διαστάσεων και των συνόρων τους, με συνέπεια αυτό, αλλά και η προσαχθείσα Εισήγηση του Τμήματος Χωρικών Μεταβολών της Διεύθυνσης Λειτουργούντος Κτηματολογίου της εταιρίας "ΕΘΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ & ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΗ ΑΕ" για τη συνδρομή των τεχνικών προϋποθέσεων της απεικόνισης των γεωμετρικών μεταβολών που επέρχονται με τις αιτούμενες διορθώσεις στα κτηματολογικά διαγράμματα, να μην ανταποκρίνονται στις επιταγές του άρθρου 6 παρ. 3 περ.

ε εδ. β και γ του ν. 2664/1998. Συγκεκριμένα, στο δικόγραφο της κύριας παρέμβασης επισυνάπτονται σχεδιαγράμματα και αεροφωτογραφίες της Διεύθυνσης Δασών Κυκλάδων και πίνακας με διάφορους αριθμούς, που όμως δεν είναι οι αριθμοί συντεταγμένων κορυφών και δεν αποτυπώνεται η ακριβής θέση των επιδίκων τμημάτων αλλά ούτε και του μείζονος ακινήτου με περιμετρικά στοιχεία, διαγράμμιση ή άλλη σήμανση και αντίστοιχα συντεταγμένες κορυφών κατά το σύστημα ΕΓΣΑ '87 με αποτέλεσμα να είναι αδύνατος ο εντοπισμός τους στις φωτογραφίες και κατ' επέκταση η ακριβής περιγραφή τους κατά θέση και όρια και πλευρικές διαστάσεις, ώστε να δύναται επίσης να είναι σαφές και στο διατακτικό της εκδοθησομένης απόφασης το ακίνητο που θα προκύψει μετά την αιτούμενη διόρθωση και τις αλλαγές που θα προκύψουν στα κτηματολογικά διαγράμματα κατόπιν της αιτούμενης γεωμετρικής μεταβολής στα επηρεαζόμενα ακίνητα, ούτε οι συντεταγμένες κορυφών κατά το σύστημα ΕΓΣΑ 87 όλων των ακινήτων που θα προκύψουν μετά τις αιτούμενες αλλαγές.

Έτσι, δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα των επιδίκων, που καθιστά αόριστη την ένδικη κύρια παρέμβαση ως προς όλες τις βάσεις της (κύρια και επικουρικές), διότι το (νυν) εκκαλούν δεν καθορίζει με σαφήνεια τα αμφισβητούμενα εδαφικά τμήματα, έτσι ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά τους.

Ειδικότερα, δεν προσδιορίζει την ακριβή θέση των τεμαχίων σε σχέση με τα μείζονα γεωτεμάχια, καθώς και τα όρια αυτών, ήτοι δεν εξειδικεύει με ποιες ιδιοκτησίες συνορεύουν και σε τι μήκος με κάθε μία. Η αοριστία αυτή δεν καλύπτεται με την αναφορά των ΚΑΕΚ των επίδικων εδαφικών τμημάτων, ούτε από τους συνημμένους στο δικόγραφο πίνακες συντεταγμένων των επίδικων τμημάτων, στοιχεία που δεν αποτελούν επαρκή προσδιορισμό αυτών, σε σχέση με την ευρύτερη έκταση των αντίστοιχων γεωτεμαχίων, δεδομένου μάλιστα ότι τα τμήματα αυτά των αντίστοιχων γεωτεμαχίων δεν συμπίπτουν αλλά είναι μείζονα των τμημάτων των αυτών γεωτεμαχίων που αποτελούν αντικείμενο της αιτήσεως.

Επομένως το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο, εκτιμώντας το εν λόγω δικόγραφο (κύριας παρέμβασης) ως αυτοτελή αίτηση, κατά το μέρος που προαναφέρθηκε, την απέρριψε ως απαράδεκτη στο σύνολό της, εξαιτίας της αοριστίας της ως προς την ταυτότητα των επίδικων ακινήτων, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τα αντίθετα διαλαμβανόμενα με το μοναδικό λόγο της έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα...".

Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1 ΚΠολΔ και 6 παρ. 3 του Ν. 2644/1998, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, για το λόγο ότι απέρριψε ως αόριστη την κύρια παρέμβαση που άσκησε.

Υπό το προεκτεθέν, όμως, περιεχόμενο, η κύρια παρέμβαση, είναι αόριστη, καθώς οι επίδικες εκτάσεις που αφορούν τμήματα των προσδιοριζόμενων με ΚΑΕΚ γεωτεμαχίων, δεν περιγράφονται επαρκώς, κατά τη θέση, τα όρια και τις πλευρικές διαστάσεις τους, ώστε να μην γεννώνται αμφιβολίες περί της πραγματικής τους ταυτότητας.

Ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται η ακριβής θέση των τεμαχίων σε σχέση με τα μείζονα γεωτεμάχια, καθώς και τα όρια αυτών, ήτοι δεν εξειδικεύεται με ποιες ιδιοκτησίες συνορεύουν και σε τι μήκος, μη καλυπτομένης της αοριστίας αυτής από την αναφορά των ΚΑΕΚ των επίδικων εδαφικών τμημάτων, ούτε από τους συνημμένους στο δικόγραφο πίνακες συντεταγμένων των επιδίκων τμημάτων, καθόσον τα στοιχεία αυτά δεν αρκούν για τον προσδιορισμό των επιδίκων σε σχέση με την ευρύτερη έκταση των αντίστοιχων γεωτεμαχίων, δοθέντος μάλιστα ότι τα τμήματα αυτά των αντίστοιχων γεωτεμαχίων δεν συμπίπτουν, αλλά είναι μείζονα των τμημάτων των γεωτεμαχίων που αποτελούν αντικείμενο της αίτησης.

Συνακόλουθα, κρίνοντας το Μονομελές Εφετείο Αιγαίου, απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της από 25-9-2019 και με αριθμό κατάθεσης 56/2019 έφεσης του αναιρεσείοντος και την έφεση στο σύνολό της, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προεκτιθέμενες διατάξεις, και επομένως, η περί του αντιθέτου προβαλλόμενη αιτίαση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, -κατ' ορθή, όμως, εκτίμησή της από τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου-, ότι το Εφετείο παρά τον νόμο απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση του αναιρεσείοντος, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας της, ως προς την περιγραφή των επιδίκων ακινήτων, είναι αβάσιμη και ο ως άνω λόγος αναίρεσης απορριπτέος.

Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, που προβάλλονται από αυτό προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αναγνωριστικής (ή διεκδικητικής) αγωγής κυριότητας ακινήτου ότι το επίδικο: α) κατά τις διατάξεις του από 10/7/1837 β.δ. "περί διακρίσεως κτημάτων", ήταν αδέσποτο κατά το χρόνο εκείνο, β) άλλως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 του από 17/29.11.1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", ήταν δάσος, και δεν προσκομίσθηκαν στην οριζόμενη ετήσια προθεσμία οι τυχόν υφιστάμενοι τίτλοι ιδιοκτησίας προς την επί των Οικονομικών Γραμματεία, γ) άλλως κατά τις διατάξεις του από 3/15.12.1833 β.δ.

ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος, δ) άλλως, κατά την από 27.6/9.7.1832 συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα από 21.1/3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης που ανήκε στους Οθωμανούς υπηκόους και το κατέλαβε δικαιώματι πολέμου κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας, ε) άλλως, κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω πρωτοκόλλων είχε εγκαταλειφθεί από τους τέως κυρίους του Οθωμανούς και δεν καταλήφθηκε από άλλους, στ) άλλως, ανήκε στο Τουρκικό δημόσιο και το δήμευσε, ζ) άλλως, περιήλθε στην κυριότητα του με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία, αφού μετά την απελευθέρωση της χώρας από τους Τούρκους το νεμόταν, καθώς και τη μεγαλύτερη έκταση που το περιβάλλει, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, συνιστούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση μιας τέτοιας αγωγής (ΑΠ 771/2021, ΑΠ 148/2016, ΑΠ 1527/2014).

Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των ισχυρισμών (ενστάσεων) αυτών, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών αυτών τις φέρει το ενιστάμενο Δημόσιο και όχι ο ενάγων.

Κατά συνέπεια, εάν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας ή άλλου δικαιώματος του Δημοσίου η αγωγή δεν θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΑΠ 771/2021, ΑΠ 148/2016).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Ο λόγος αυτός της αίτησης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οπότε είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ).

Επίσης, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης, και επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 9/2016).

Επομένως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται εάν το σφάλμα της ελάσσονος πρότασης αναφέρεται σε γεγονότα που δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς, καθώς και εκείνα που θεμελιώνουν αλυσιτελή ισχυρισμό, δηλαδή ισχυρισμό, που και αν δεν τον λάμβανε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας θα κατέληγε στο ίδιο διατακτικό (ΟλΑΠ 24/1992).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 13 και ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό, προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί απόδειξης απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβάλλων το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα.

Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης (ΑΠ 148/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την υπό κρίση αίτηση της αναιρεσίβλητης, τα ακόλουθα περιστατικά: "Το επίδικο, του οποίου η αιτούσα επικαλείται αποκλειστική κυριότητα βρίσκεται στη θέση "..." περιφέρειας Δήμου Μήλου της νήσου Μήλου Κυκλάδων εκτός σχεδίου, εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσεως 216.380 τ.μ.

και κατά τη τελευταία καταμέτρηση 213.705,80 τ.μ. Πρόκειται περί αγροκτήματος (λατομείου περλίτη) και εμφαίνεται με ακρίβεια στο συνημμένο στον άνω τίτλο κτήσεως από Σεπτέμβρη 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Π. με τα περιμετρικά κεφαλαία γράμματα του αλφαβήτου ... και συνορεύει κατά αυτό βόρεια με ιδιοκτησίες κληρονόμων Κ., νότια με ιδιοκτησίες κληρονόμων Γ., ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησίες κληρονόμων Κ.

και κληρονόμων Κ. και εν μέρει με αγροτικό δρόμο και δυτικά με ιδιοκτησίες αδελφών Ε. Ν. και Φ. Κ. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στην αιτούσα εταιρία δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-2002 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβ/φου Αθηνών Ε. Κ.-Κ. νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μήλου στο τόμο ...

και αριθμό ... με αγορά από τον Γ. Κ. του Φ. Στον τελευταίο δε είχε περιέλθει από κληρονομιά του πατέρα του Φ. Γ. Κ. που πέθανε στις ... δυνάμει της από .../1977 ιδιόγραφης διαθήκης του που δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Πρωτοδικείο Σύρου με το υπ' αριθμ. ...-1980 Πρακτικό δημοσιεύσεως και με την οποία εγκατέστησε μεταξύ άλλων, κληρονόμων του και τον ανωτέρω υιό του Γ.

Φ. Κ., ο οποίος απεδέχθη την σε αυτόν επαχθείσα κληρονομιά με την υπ' αριθμ. ...-2002 Πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμ/φου Μήλου Ι. Ν., νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μήλου στο τόμο ... και με αριθμό ... Στον δε κληρονομούμενο Φ. Κ. του Γ., είχε περιέλθει το εν λόγω ακίνητο από δωρεά εν ζωή του πατέρα του Γ.

Κ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1938 συμβολαίου δωρεάς του συμ/φου Μήλου Χ. Π., που έχει μεταγράφει νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Μήλου στο τόμο ... και με αριθμό ... Στον δε τελευταίο δωρητή είχε περιέλθει σε μεγαλύτερη έκταση με την υπ' αριθμ. ... περίληψη, κατακυρωτικής εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού του συμ/φου Μήλου Ι.

Ν., που έχει μεταγράφει νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Μήλου στο τόμο ... και με αριθμό ... και ο οποίος πλειστηριασμός επισπεύστηκε εις βάρος του Μ. Σ. Έτσι, η αιτούσα, υπό τη προηγούμενη επωνυμία της, αρχικά ως "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΑΡΓΥΡΟ ΜΕΤΑΛΛΕΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΒΑΡΥΤΙΝΗΣ, ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ, ΛΑΤΟΜΙΚΗ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ, ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ, ΤΕΧΝΙΚΗ" και κατόπιν "δ&Β ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΟΡΥΚΤΑ, ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ, ΛΑΤΟΜΙΚΗ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ, ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ, ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και "ΙΜΕΠΥ5 ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΟΡΥΚΤΑ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και ήδη "ΙΜΕRΥS ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΟΡΥΚΤΑ ΕΛΛΑΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", μετά την αδιάκοπη αυτή σειρά μεταβιβάσεων του εν λόγω ακινήτου δυνάμει συμβολαιογραφικών εγγράφων, κατέστη κυρία αυτού με παράγωγο τρόπο κτήσης, δυνάμει του προαναφερθέντος υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου. Ήτοι στους τίτλους αυτούς, που έχουν αδιάσπαστη χρονική αλληλουχία, υπάρχει ταυτότητα του μεταβιβαζόμενου ακινήτου ως προς την θέση, τη μορφή (βοσκότοπος -αγροτεμάχιο), αλλά και τις όμορες ιδιοκτησίες, οι οποίες, παρά τη διαδρομή του χρόνου, ως επί το πλείστον ταυτίζονται, σημειουμένου περαιτέρω ότι στους παλαιότερους τίτλους γίνεται επίσης η μνεία ως προς την έκταση του μεταβιβαζόμενου ότι αυτό μεταβιβάζεται όσης έκτασης και αν είναι, μετρούμενης κατά προσέγγιση σε ζευγαριές, ενδεικτική της ασάφειας των τότε συμβαλλομένων ως προς την δήλωση της πραγματικής έκτασής του.

Ως προς την υφιστάμενη αυτή απόκλιση μεταξύ τίτλων ιδιοκτησίας και πραγματικής έκτασης του όλου ακινήτου λεκτέα τα ακόλουθα: Είναι δίδαγμα κοινής πείρας ότι στους τίτλους ιδιοκτησίας των ακινήτων εν πολλοίς το πρώτο μισό του 20ου και το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, η περιγραφή τους ως προς το εμβαδόν, αλλά και τον προσανατολισμό τους δεν ήταν ακριβής, για διάφορους λόγους, κυρίως διότι, λόγω έλλειψης οργάνων μέτρησης ακρίβειας, η μέτρηση γινόταν κατά προσέγγιση με τη ζευγαριά, που αντιστοιχούσε στην έκταση που μπορούσε να καλλιεργηθεί με ένα ζεύγος βοδιών σε μια ημέρα και ήταν συνάρτηση διαφόρων παραγόντων, όπως της ποιότητας (του βαθμού γονιμότητας) του εδάφους, ενώ συχνά τα ακαλλιέργητα και άγονα εδάφη του ακινήτου δεν υπολογίζονταν στον τρόπο αυτό μέτρησης ή προσδιορίζονταν τυχαία ή κατά προσέγγιση, επειδή δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν την έκτασή τους ή επειδή δεν ήταν προσοδοφόρα και δεν είχαν οικονομικό ενδιαφέρον, αλλά και εσκεμμένα, για λόγους φορολογικούς, όπως επίσης, στη συνέχεια, από εσφαλμένη μετατροπή της ζευγαριάς ως μονάδας μέτρησης σε στρέμματα.

Στις περιπτώσεις αυτές ο ακριβής προσδιορισμός της ταυτότητας του ακινήτου μπορεί να γίνει (όπως γίνεται παγίως δεκτό από τη νομολογία) με βάση τα αναφερόμενα στους τίτλους ιδιοκτησίας όριά του. Σήμερα το ακίνητο αυτό, εμφαινόμενο στο από 18/2/2015 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Φ. με τον τίτλο ΓΕΩΤΕΜΑΧΙΟ Τ4, διασπάται σε δύο τμήματα από διερχόμενο αγροτικό δρόμο, στο τμήμα Κ εμβαδού 23.063,63 τ.,.

και στο τμήμα Λ εμβαδού 190.642,17 τ.μ. Το τμήμα Κ εμβαδού 23.063,63 τ.μ. εμφαίνεται με ακρίβεια στο συνημμένο άνω από 18/2/2015 τοπογραφικό διάγραμμα (με συντεταγμένες ΕΓΣΑ 87) του τοπογράφου μηχανικού Γ. Φ. με τους περιμετρικούς αριθμούς (κορυφές) 136-338-339-340-341-...-...-354-...-359-360-... και συνορεύει στις πλευρές 136-338-339-340-341-...-346 μήκους 191,80μ.

και στις πλευρές ... μήκους 191,18 μ. με αγροτικό δρόμο, στην πλευρά ... μήκους 50,78 μ., με ιδιοκτησία αγνώστου, στη πλευρά 354-355 μήκους 50,78 μ. με ιδιοκτησία Ρ. Β., Τ. Ι., Β. Μ. Ρ. Ε., Ρ. Μ., Ρ. Ε., Ζ. Μ., στις πλευρές ...-... μήκους 197,50 μ., με ιδιοκτησία αγνώστου και στις πλευρές ... μήκους 53,46 μ. με ιδιοκτησία S&Β και κληρονόμων Κ. Το άνω περιγραφέν τμήμα Κ αποτελείται από τμήματα των γεωτεμαχίων με ΚΑΕΚ ..., ...

και ... Το τμήμα Λ εμβαδού 190,642,17 τ.μ. εμφαίνεται με ακρίβεια στο συνημμένο άνω από 18/2/2015 τοπογραφικό διάγραμμα (με συντεταγμένες ΕΓΣΑ 87) Γ. Φ. με τους περιμετρικούς αριθμούς ...-...-...-... και συνορεύει στις πλευρές ...-... μήκους μ., 273,01 μ. με ιδιοκτησία Π. Μ., Κ. Γ. και Μ. Θ., στις πλευρές ... μήκους μ. 70,23 μ., στις πλευρές ...

μήκους 95,90 μ. και στις πλευρές ... μήκους 72,54 μ. με αγροτικό δρόμο, στις πλευρές ... μήκους 305,42 μ. με ιδιοκτησία της αιτούσας από άλλο τίτλο (πρώην ορυχεία ΟΤΑVΙ ΗΕLLAS ΑΕ) στις πλευρές ... μήκους 344,22 μ., με ιδιοκτησία της αιτούσας από άλλο τίτλο (πρώην ορυχεία ΟΤΑVΙ ΗΕLLAS ΑΕ), στην πλευρά ... μήκους 231,12 μ. με ιδιοκτησία αγνώστου, στις πλευρές ...

μήκους 193,30 μ., και στις πλευρές ... μήκους 132,34 μ. με αγροτικό δρόμο, στις πλευρές ... μήκους 90,13 μ. και στις πλευρές ... μήκους 173,01 μ. με συνιδιοκτησία της αιτούσας και κληρονόμων Κ. Το άνω περιγραφέν τμήμα Λ αποτελείται από τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ... Η ταυτότητα του ακινήτου προκύπτει σαφώς από τους παραπάνω προσκομιζόμενους τίτλους κτήσης, καθώς επίσης και από τα τοπογραφικά που συνοδεύουν αυτούς, συνδυαζόμενα με το από 18/2/2015 τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα 1:2.000 του τοπογράφου μηχανικού Γ.

Φ. με το τίτλο ΓΕΩΤΕΜΑΧΙΟ Τ4.

Εξάλλου, η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου αναφορικά με την ταυτότητα του επιδίκου επιρρωνύεται και από τη κατάθεση του μάρτυρα της αιτούσας, ιδιοκτήτη όμορης ιδιοκτησίας και συγγενούς των δικαιοπαρόχων της. Επομένως, από όλα τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή του επίδικου ακινήτου, ήτοι στη Μήλο-Κυκλάδων την 20η/5/2008, αποκλειστική κυρία αυτού κατά πλήρη κυριότητα τύγχανε η αιτούσα δυνάμει παράγωγου τρόπου κτήσης και συγκεκριμένα λόγω αγοράς με βάση του προαναφερόμενου συμβολαίου πώλησης.

Επίσης, αποδεικνύεται ότι στις πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Μήλου, το επίδικο ακίνητο έχει καταχωρισθεί ως αγνώστου ιδιοκτήτη κατά τμήματα και συγκεκριμένα: Α) με ΚΑΕΚ ... όπου έχει περιληφθεί τμήμα του ευρύτερου τμήματος Κ, εμβαδού 11.904,49 τ.μ., με τους περιμετρικούς αριθμούς κορυφών ...-...-...

έχει εμβαδόν 11.904,49 τ.μ. και συνορεύει στις πλευρές ...-... με δρόμο, στην πλευρά ... με το εναπομένον τμήμα του ίδιου γεωτεμαχίου Αγνώστου Ιδιοκτήτου στη πλευρά 354-382 με τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ... ιδιοκτησίας της αιτούσας και στις πλευρές ... με τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ... ιδιοκτησίας της αιτούσας. Β) Με ΚΑΕΚ ...

όπου έχει περιληφθεί τμήμα του ευρύτερου τμήματος Κ, εμβαδού 10.519,90 τ.μ., με τους περιμετρικούς αριθμούς (κορυφές) ...-...-..., έχει εμβαδόν 10.519,90 τ.μ., και συνορεύει στις πλευρές ... με δρόμο, στις πλευρές ...-... με το προπεριγραφέν τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ... ιδιοκτησίας της αιτούσας, στη πλευρά ... με τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ...

με ιδιοκτησία της αιτούσας, στις πλευρές ...-... με το εναπομένον τμήμα του ιδίου γεωτεμαχίου Άγνωστου ιδιοκτήτου και στις πλευρές ... με τμήμα του ιδίου γεωτεμαχίου συνιδιοκτησίας της αιτούσας εταιρίας και κληρονόμων Κ., και Γ) με ΚΑΕΚ ..., όπου έχει συμπεριληφθεί το τμήμα Λ, εμβαδού 190.642,17 τμ και με περιμετρικούς αριθμούς (κορυφές) ...-...-...-...-..., και συνορεύει στις πλευρές ...

συνολικού μήκους 173,01 μ και στις πλευρές ... συνολικού μήκους 90,13 μ με συνιδιοκτησία της αιτούσας εταιρίας από άλλο τίτλο και κληρονόμων Κ., στις πλευρές ... συνολικού μήκους 132,34 μ και στις πλευρές ... συνολικού μήκους 193,30 μ. με δρόμο, στη πλευρά ... μήκους 231,12 μ. με εναπομένον εκτός της ιδιοκτησίας της αιτούσας τμήμα του ιδίου ΚΑΕΚ ιδιοκτησίας Αγνώστου, στις πλευρές ...

συνολικού μήκους 344,22 μ. με ιδιοκτησία της αιτούσας εταιρίας από άλλο τίτλο, στις πλευρές ... συνολικού μήκους 305,42 μ. με ιδιοκτησία της αιτούσας εταιρίας από άλλο τίτλο, πρώην ΟΡΥΧΕΙΑ ΟΤΑVI ΗΕLLAS ΑΕ, στις πλευρές ... συνολικού μήκους 72,54 μ.,στις πλευρές ... συνολικού μήκους 95,90 μ., και στις πλευρές ... συνολικού μήκους 70,23 μ., με δρόμο και στις πλευρές ...

συνολικού μήκους 273,01 με συνιδιοκτησία Π. Μ., Κ. Γ. και Μ. Θ. Το ότι τα παραπάνω τμήματα της ιδιοκτησίας της απούσας περιλήφθησαν στα ως άνω ΚΑΕΚ και έχουν καταχωρισθεί ως αγνώστου ιδιοκτήτη κατά ποσοστό 100% προκύπτει από τα. προσκομιζόμενα υπ' αριθμ. ... κτηματολογικά φύλλα και αποσπάσματα κτηματολογικού διαγράμματος.

Όμως, σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα, οι παραπάνω αρχικές εγγραφές ως προς το καταχωρισθέν ως αγνώστου ιδιοκτήτη τμήμα είναι ανακριβείς, καθώς κατά το χρόνο έναρξης του Κτηματολογίου στη Μήλο-Κυκλάδων, ήτοι την 20η/5/2008 αποκλειστική κυρία του ως άνω ακινήτου κατά πλήρη κυριότητα τύγχανε η αιτούσα, με αιτία κτήσης την αγορά και τίτλο το με αριθμό ...-2002 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμ/φου Αθηνών Ε.

Κ.-Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μήλου στο τόμο ... και με αριθμό ...". Με αυτές της παραδοχές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη οριστική απόφαση 174/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμο το σχετικό λόγο της αντέφεσης, και εν συνεχεία, αφού κράτησε την υπόθεση, δίκασε κατ' ουσίαν την από 2/6/2016 (αριθμ.

καταθ. 63/2016) αίτηση, δέχθηκε αυτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και διέταξε η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής "άγνωστος ιδιοκτήτης" στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ως προς το ένδικο εδαφικό τμήμα των 213.066,56 τ.μ., (10.519,90 τ.μ.+11.904,49 τ.μ.+190.642,17 τ.μ.), έτσι ώστε να καταχωριστεί αυτό ως τμήμα της όλης ιδιοκτησίας της αιτούσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό της διαλαμβανόμενα.

Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με τον 2ο αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του 559 ΚΠολΔ, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, μην αναγνωρίζοντας τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασικών, χορτολιβαδικών κλπ εκτάσεων στις νήσους Κυκλάδες, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή α) των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου της 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, β) τις από 9.7.1832 διατάξεις της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών Συνόρων" και γ) του άρθρου 1 του β.δ.

της 3/15-12-1833, τούτο δε καθόσον απέκλεισε τη δυνατότητα κτήσεως κυριότητας εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου επί λιβαδιών ή βοσκοτόπων, τα οποία αυτό κατείχε στις Κυκλάδες, κατά το χρόνο θέσεως σε ισχύ του ανωτέρω β.δ/τος και δεν ανήκαν μέχρι τότε σε ιδιώτες, καθόσον, αν και, όπως ισχυρίζεται, η αναιρεσίβλητη έφερε το σχετικό βάρος απόδειξης της κυριότητάς της, εντούτοις από τους προσκομισθέντες τίτλους της, προκύπτει ότι ο απώτερος εξ αυτών ανάγεται στο έτος 1911, δίχως να γίνεται αναφορά πέραν του ανωτέρω έτους, ούτε σε άλλους τίτλους, ούτε σε δικαιοπαρόχους, ούτε σε συγκεκριμένες πράξεις νομής -πέραν της βοσκής-κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθώς τα πραγματικά περιστατικά των ισχυρισμών αυτών του αναιρεσείοντος, που αποτελούν ένσταση ιδίας κυριότητας, κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω, προτάθηκαν στο Δικαστήριο με την ασκηθείσα από αυτό κύρια παρέμβαση, η οποία, όμως, απορρίφθηκε (στο σύνολό της) ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, και δεν ερευνήθηκαν από το Εφετείο.

Απορριπτέος, επίσης, τυγχάνει ως απαράδεκτος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, και ο τρίτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης, καθώς, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο δεν ερεύνησε την ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος.

Εξάλλου, το Εφετείο με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα των επίδικων εκτάσεων με παράγωγο τρόπο, μετά από αδιάκοπη σειρά μεταβιβάσεων, δυνάμει συμβολαιογραφικών εγγράφων, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, περί ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου επί των επιδίκων, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η ανωτέρω κρίση του.

Και τούτο διότι, όπως προειπώθηκε, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί κτήσης από το ίδιο της κυριότητας των επιδίκων εκτάσεων δεν ερευνήθηκε από το δικάσαν Δικαστήριο.

Συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, άλλως ως αβάσιμος, είναι και ο τέταρτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι με ελλιπείς, άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε κυριότητα επί των επιδίκων εκτάσεων. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της 20/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της που προέβαλε με τις προτάσεις της, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2-5-2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 20/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ