Supreme Court dismisses appeal against tax authority's ranking list, upholding lower court's decision on debt separation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Government's appeal against the First Instance Court's rejection of an insurance company's objection to its tax ranking. The lower court correctly ruled that the tax authority was not required to separate joint tax debts from individual debts in the ranking list, as the appellant's claim was unsupported by evidence. Consequently, the appeal was rejected, and the Government was ordered to pay the insurance company's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 979 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that a tax authority's failure to separate joint and individual debts in a ranking list does not constitute a ground for appeal if the lower court adequately reasoned that only individual debts should be included.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1585 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1585/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Λιβαδειάς, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Χαλιώτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/6/2015 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 92/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9/7/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 9-7-2020 αίτηση αναίρεσης (Αριθ. Εκθ. Καταθ. 11/2020, Αριθ. Δικ. 1247/2020) προσβάλλεται η, ερήμην της εφεσίβλητης - ανακόπτουσας (ήδη αναιρεσίβλητης), κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα 92/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, το οποίο, δικάζοντας την από 7-6-2017 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 91/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που είχε δεχθεί εν μέρει την από 24-6-2015 ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά του αναφερόμενου πίνακα κατάταξης, απέρριψε αυτήν (έφεση) κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με κατάθεση στη Γραμματεία του Εφετείου Λαμίας στις 10-7-2020 (βλ. σχετική επ' αυτής βεβαίωση του γραμματέα), ήτοι εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, ενόψει του ότι αυτή, η οποία δημοσιεύθηκε στις 28-8-2018, δεν επιδόθηκε (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 979 ΚΠολΔ οι λόγοι της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, εφόσον αναφέρονται στις απαιτήσεις των αναγγελθέντων δανειστών, είτε στο δικονομικό δίκαιο, εφόσον αφορούν τη διαδικασία της κατάταξης από την αναγγελία και μέχρι τη σύνταξη του πίνακα.
Από την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι, αν ο λόγος ανακοπής συνίσταται σε απλή αμφισβήτηση και άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαίτησης του καθ` ου που έχει καταταγεί ή του προνομίου της, αρκεί και μόνον η άρνηση αυτή για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, δεδομένου ότι ο καθ` ου η ανακοπή βαρύνεται με την επίκληση και την απόδειξη των παραγωγικών της απαίτησής του ή του προνομίου της πραγματικών γεγονότων.
Στην περίπτωση δηλαδή αυτή ο καθ` ου η ανακοπή βαρύνεται και οφείλει κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεστεί κατά τρόπο ορισμένο και να αποδείξει την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαίτησής του, για την οποία έχει καταταγεί, καθώς και τον προνομιακό χαρακτήρα της.
Αν ο καθ` ου η ανακοπή δεν ανταποκριθεί στο βάρος της επίκλησης και απόδειξης των παραγωγικών περιστατικών της απαίτησης και του προνομίου του, η ανακοπή γίνεται δεκτή (ΑΠ 1001/2019, ΑΠ 108/2018, ΑΠ 129/2018, 687/2018, ΑΠ 100/2017, ΑΠ 1052/2015). Η αμφισβήτηση της ύπαρξης της απαίτησης του καθ` ου η ανακοπή, επιτρέπεται ακόμα και αν αποδεικνύεται έναντι του καθ` ου η εκτέλεση με έγγραφα, καθόσον η αποδεικτική δύναμη των εγγράφων αυτών δεν δεσμεύει και τους αναγγελθέντες δανειστές, ή με τελεσίδικη απόφαση που επιδικάζει στον καταταγέντα απαίτηση εις βάρος του καθ` ου η εκτέλεση ή αναγνωρίζει υπέρ αυτού προνόμιο, καθόσον οι μαχόμενοι κατά του κύρους του πίνακα δανειστές, ως τρίτοι έναντι του οφειλέτη, δεν δεσμεύονται, ούτε ωφελούνται από το δεδικασμένο μεταξύ αυτού και άλλου δανειστή (ΑΠ 108/2018, ΑΠ 687/2018, ΑΠ 99/2017, ΑΠ 1907/2011, ΑΠ 1311/2009).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 1 εδ. α του άρθρου 73 του ΚΕΔΕ, "επιτρέπεται η προβολή κάθε αντίρρησης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτηση του κατ` ουσίαν βασίμου της απαίτησης του Δημοσίου, εφ` όσον ο προσδιορισμός αυτής δεν έχει ανατεθεί σε δικαστήρια ή σε διοικητικές επιτροπές αποφαινόμενες με δύναμη δεδικασμένου", ενώ κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί ν` αναπτύξει σ` αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι σε περίπτωση που το θιγόμενο πρόσωπο στερείται για λόγους αντικειμενικούς ή υποκειμενικούς του δικαιώματος ν` ασκήσει ένδικο βοήθημα ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (προσφυγή) ή διοικητικών επιτροπών και έχει δικαίωμα ν` ασκήσει μόνο το ένδικο βοήθημα της ανακοπής, είτε ενώπιον των πολιτικών είτε ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, αναλόγως με το αν κατάγεται στη δίκη ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου διαφορά, τότε η δικαστική προστασία που του παρέχεται για να θεωρηθεί πλήρης και αποτελεσματική, πρέπει να επιτρέπει τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της υπόθεσης όχι μόνο από τυπική, αλλά και από ουσιαστική άποψη και δεν λαμβάνεται υπόψη ο νομοθετικός περιορισμός του εδ.
α` της παρ. 1 του άρθρου 73 του ΚΕΔΕ, αρκεί να μην έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση με την οποία έχει κριθεί η νομιμότητα ή όχι της πράξης αυτής (ΟλΑΠ 447/84, ΣτΕ 612/1992). Ειδικότερα, επί ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης δανειστών, όταν η αναγγελθείσα απαίτηση προς ικανοποίηση του Δημοσίου προέρχεται από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, όπως είναι η επιβολή φόρων, τότε ο ανακόπτων δανειστής, που θίγεται από την κατάταξη του Δημοσίου, αλλά στερείται του δικαιώματος προσφυγής στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο κατά της καταλογιστής σε βάρος του οφειλέτη του πράξης επιβολής φόρου, μπορεί να αμφισβητήσει παρεμπιπτόντως την απαίτηση αυτή και ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία έχουν δικαιοδοσία και αρμοδιότητα, εφόσον η εκτέλεση επισπεύδεται με βάση εκτελεστό τίτλο ιδιωτικού δικαίου.
Σε μια τέτοια περίπτωση ανακοπής δανειστή που δεν κατατάχθηκε στον πίνακα κατάταξης κατά του καταταγέντος Δημοσίου, το Δημόσιο που αμφισβητείται η απαίτησή του έχει υποχρέωση να προσδιορίσει με τις προτάσεις του το είδος της απαίτησής του, κατά τα βασικά στοιχεία της ιστορικής και νομικής της αιτίας, για να είναι δυνατή η προβολή κατ' αυτής από τον ανακόπτοντα τυχόν ενστάσεων ή αντενστάσεων.
Συγκεκριμένα, πρέπει να προσδιορίζει, (α) επί οφειλών προστίμων, τη φορολογική παράβαση για την οποία αυτά επιβλήθηκαν, με αναφορά τουλάχιστον της διάταξης του νόμου που τα προβλέπει, (β) επί οφειλών εξόδων, τη δικαστική ή διοικητική διαδικασία, με βάση την οποία επιβλήθηκαν, (γ) επί οφειλών φόρων, τη συγκεκριμένη φορολογική υποχρέωση του οφειλέτη, χωρίς να αρκεί κωδικοποιημένη ονομασία της κατηγορίας των φορολογικών υποχρεώσεων, στην οποία εμπίπτουν.
Εξάλλου, ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (Ν. 2238/1994), όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο (οικονομικά έτη 2008 έως 2014, δηλαδή χρήσεις των ημερολογιακών ετών από 2007 έως 2013, καθόσον, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 72 ν. 4172/2013 (νέος Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος), οι διατάξεις αυτού ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά), όριζε, μεταξύ άλλων, τα εξής : "Άρθρο 5. 1.
Κατά τη διάρκεια του γάμου οι σύζυγοι έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν κοινή δήλωση των εισοδημάτων τους, στα οποία ο φόρος, τα τέλη και οι εισφορές που αναλογούν υπολογίζονται χωριστά στο εισόδημα καθενός συζύγου. Σε αυτή την περίπτωση, το τυχόν αρνητικό αποτέλεσμα του εισοδήματος του ενός συζύγου δεν συμψηφίζεται με τα εισοδήματα του άλλου συζύγου.
Άρθρο 74....4. Για τους εγγάμους, εφόσον συντρέχει περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 5, η οφειλή για φόρο, τέλη και εισφορές, που αναλογούν στα εισοδήματά τους βεβαιώνεται στο όνομα του συζύγου, η ευθύνη όμως για την καταβολή της οφειλής, που αναλογεί στα εισοδήματα καθενός συζύγου, βαρύνει καθένα σύζυγο χωριστά".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κάθε σύζυγος έχει ιδία και αυτοτελή υποχρέωση προς καταβολή του αναλογούντος στα δηλωθέντα εισοδήματά του φόρου (ΣτΕ 469/1995, ΑΠ 1561/1979).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα: "Με επίσπευση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." εκπλειστηριάσθηκε στις 8-10-2014 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αταλάντης Ευσταθίας Ρίζου - Ανεστοπούλου, η ακίνητη περιουσία της οφειλέτριας Α.
Σ. του Ε., ύστερα από κατάσχεση, που επέβαλε η ως άνω επισπεύδουσα για την ικανοποίηση απαίτησής της συνολικού ποσού 328.599,78 ευρώ, πλέον τόκων, που της επιδικάστηκε με την υπ' αριθ. 16023/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. .../22-1-2014 κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λαμίας Δ.
Ρ.. Για τον εν λόγω πλειστηριασμό συντάχθηκε η υπ' αριθ. .../8-10-2014 έκθεση πλειστηριασμού της ως άνω συμβολαιογράφου, το εκπλειστηριασθέν ακίνητο κατακυρώθηκε στο όνομα της παραπάνω επισπεύδουσας Τράπεζας, το δε τίμημα που επιτεύχθηκε από τον πλειστηριασμό ανήλθε στο ποσό των 127.000 ευρώ, το οποίο και καταβλήθηκε από την υπερθεματίστρια.
Επειδή, όμως, το επιτευχθέν ποσό του πλειστηριάσματος δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση όλων των αναγγελθέντων δανειστών, η παραπάνω επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, προέβη στη σύνταξη του προσβαλλόμενου υπ' αριθ. 3446/30-10-2014 πίνακα κατάταξης, σύμφωνα με τον οποίο, αφού προαφαίρεσε ως έξοδα το συνολικό ποσό των 5.689,70 ευρώ, στη συνέχεια κατέταξε στο εναπομείναν ποσό των 121.310,30 ευρώ, μεταξύ άλλων, το Ελληνικό Δημόσιο, προνομιακά και οριστικά, για το ποσό των 33.432,30 ευρώ προς μερική ικανοποίηση της αναγγελθείσας ληξιπρόθεσμης απαίτησής του συνολικού ποσού 35.934,30 ευρώ, ενώ η ανακόπτουσα, που είχε αναγγελθεί με την από 14-7-2014 αναγγελία της για απαίτησή της κατά της καθής η εκτέλεση, συνολικού ποσού 108.390,90 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, με βάση την υπ' αριθ. 61/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, ουδόλως κατετάγη.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το καθού η ανακοπή (Ελληνικό Δημόσιο) δια του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Λειβαδιάς, με την από 13-10-2014 υπ' αριθ. πρωτ. 32027/2014 αναγγελία του είχε αναγγείλει απαίτησή του κατά της καθής ποσού 35.934,30 ευρώ, προερχόμενο από ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του από την καθής η εκτέλεση, μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού, όπως αυτές αναλύονται στον από 10-10-2014 επισυναπτόμενο στην εν λόγω αναγγελία πίνακα χρεών και ζήτησε την προνομιακή κατάταξή του κατ' άρθρο 61 του ν.δ. 356/1976, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 παρ. 1 του ν. 2093/1992.
Όπως προκύπτει από την αναγγελία του Ελληνικού Δημοσίου στην υπάλληλο του πλειστηριασμού και ειδικότερα από τον επισυναπτόμενο πίνακα χρεών του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Λειβαδιάς, από το αναγγελθέν συνολικό ποσό των 35.934,30 ευρώ που αναφέρεται ως οφειλή για φόρους εισοδήματος, ΦΠΑ, τέλη κυκλοφορίας, έκτακτη εισφορά κλπ, μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και τόκων της καθής η εκτέλεση Α.
Σ., είναι πράγματι δική της οφειλή οι υπ' αριθ. 1 έως 7 απαιτήσεις των οικονομικών ετών 2011 - 2014 συνολικού ποσού 5.958,83 ευρώ, ενώ οι λοιπές απαιτήσεις με αριθμούς 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16 και 17, των οικονομικών ετών 2008 - 2014, συνολικού ποσού 29.975,46 ευρώ, είναι οφειλές του συζύγου της. Το καθού η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ισχυρίζεται, επικαλούμενο τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 74 του Κ.Φ.Ε. (ν. 2238/1994), ότι πρόκειται για κοινή φορολογική δήλωση της καθής και του συζύγου της, ότι οι ως άνω απαιτήσεις δεν αντιστοιχούν σε οφειλές του συζύγου της, αλλά σε οφειλές της ίδιας, προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού του δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει εκκαθαριστικά σημειώματα φορολογίας εισοδήματος των οικονομικών ετών 2008 έως 2014, από τα οποία να προκύπτει με βεβαιότητα το εισόδημα κάθε συζύγου και ο αναλογούν στον καθένα φόρος, ή αντίγραφα Ε9 και ΕΤΑΚ των αυτών οικονομικών ετών, από τα οποία να προκύπτει η αντίστοιχη οφειλή της καθής η εκτέλεση και ότι ο καταλογισμός αφορά δικές της ιδιοκτησίες ή άλλα έγγραφα - στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι οι αναφερόμενες στον ως άνω πίνακα απαιτήσεις με στοιχεία 8 έως 17 βαρύνουν ατομικά την καθής η εκτέλεση και όχι το σύζυγό της.
Η Δ.Ο.Υ. Λειβαδιάς, βάσει του ως άνω άρθρου όφειλε να προβεί στο διαχωρισμό της οφειλής που προέκυψε από τις κοινές φορολογικές δηλώσεις της καθής η εκτέλεση και του συζύγου της και να αναγγελθεί μόνο για τις ατομικές οφειλές της καθής η εκτέλεση και όχι και για τις οφειλές του συζύγου της.
Συνεπώς, με βάση τον ως άνω πίνακα χρεών μόνο οι υπ' αριθμ. 1 έως 7 απαιτήσεις των οικονομικών ετών 2011 - 2014 συνολικού ποσού 5.958,83 ευρώ βαρύνουν ατομικά την καθής η εκτέλεση και ως εκ τούτου μόνο για το εν λόγω ποσό έπρεπε το καθού η ανακοπή να καταταγεί στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, εσφαλμένα δε κατετάγη από την επί του πλειστηριασμού υπάλληλο και για το ποσό των 27.473,47 ευρώ, αφού πρόκειται για οφειλές του συζύγου της και όχι της ίδιας, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η ανακόπτουσα με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής της... Επομένως, αφού το καθού η ανακοπή δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος απόδειξης των συνολικά αναγγελθεισών απαιτήσεών του, πρέπει, σύμφωνα με τα προαποδειχθέντα, να γίνει δεκτή η ανακοπή και στην ουσία της κατά ένα μέρος, να μεταρρυθμιστεί ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης ως προς το ποσό των 33.432,30 ευρώ, στο οποίο κατατάχθηκε το καθού Ελληνικό Δημόσιο, να αποβληθεί το τελευταίο από τον πίνακα αυτό, κατά το παραπάνω ποσό των 27.473,47 ευρώ και να καταταγεί στο ποσό αυτό η ανακόπτουσα, προς μερική ικανοποίηση της προαναφερόμενης αναγγελθείσας απαίτησής της...".
Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 74 του Ν. 2238/1994, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι, υπό τα ανωτέρω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα ότι οι προαναφερόμενες απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου, που απεικονίζονται στον επισυναπτόμενο στην αναγγελία του, από 10-10-2014 πίνακα χρεών, με αύξοντες αριθμούς 8 έως 17 και αφορούν τα οικονομικά έτη 2008 έως 2014, αποτελούν οφειλές του συζύγου της οφειλέτριας Α.
Σ., προερχόμενες από φόρο εισοδήματος, Ε.Τ.Α.Κ, έκτακτη εισφορά και ΦΠΑ, στο όνομα του οποίου έχουν βεβαιωθεί και καταλογισθεί στον προσωπικό του ΑΦΜ, ορθά έκρινε ότι για τις οφειλές αυτές, έχει αυτοτελή υποχρέωση καταβολής τους ο ανωτέρω (σύζυγος της οφειλέτριας) και όχι η τελευταία, η οποία βαρύνεται με την υποχρέωση καταβολής μόνο των υπό τους αύξοντες αριθμούς 1 έως 7 οφειλών, συνολικού ποσού 5.958,83 ευρώ, που αποτελούν ατομικές οφειλές της, οι οποίες έχουν βεβαιωθεί στο δικό της το όνομα και καταλογισθεί τον ατομικό της ΑΦΜ, για τις οποίες και μόνο, συνεπώς, έπρεπε να καταταγεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης.
Ο διατυπούμενος με το αναιρετήριο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου ότι οι παραπάνω απαιτήσεις στο σύνολό τους είναι οριστικές και εκτελέσιμες, διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν προκύπτει η εκ μέρους της οφειλέτριας αμφισβήτηση της νομιμότητάς τους με άσκηση προσφυγής κατ' άρθρο 63 του Ν. 2717/1999 ή ανακοπής κατ' άρθρο 73 του ΚΕΔΕ, κατά της καταλογιστικής πράξης ή του νόμιμου τίτλου είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη η ανακόπτουσα νομίμως, στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, αμφισβήτησε την απαίτηση, αφού γι' αυτήν δεν γίνεται επίκληση ότι έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, με την οποία να έχει κριθεί η νομιμότητα της παραπάνω καταλογιστικής πράξης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος ανακοπής από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο ότι παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την παρ. 4 του άρθρου 74 του Ν. 2238/1994, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου την ως άνω διάταξη με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της υποχρέωσης της οφειλέτριας Α.
Σ. προς καταβολή των αναφερόμενων στην αναγγελία του (Ελληνικού Δημοσίου) απαιτήσεών του συνολικού ποσού 35.934,30 ευρώ, διότι ενώ δέχεται ότι η οφειλέτρια δεν οφείλει το παραπάνω ποσό λόγω της ιδιότητάς της ως συζύγου του ανωτέρω φορολογουμένου, ο οποίος βαρύνεται αυτοτελώς για την καταβολή του, στη συνέχει κρίνει ότι η Δ.Ο.Υ.
Λειβαδιάς όφειλε να προβεί στο διαχωρισμό της οφειλής που προέκυψε από τις κοινές φορολογικές δηλώσεις της καθής η εκτέλεση και του συζύγου της και να αναγγελθεί μόνο για τις ατομικές οφειλές της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες ως προς το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα, δεχόμενο ότι από τις αναφερόμενες στον επισυναπτόμενο στην αναγγελία του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου πίνακα χρεών απαιτήσεις του πραγματικές οφειλές της καθ' ης οφειλέτριας αποτελούν οι έχουσες αύξοντες αριθμούς 1 έως 7, συνολικού ποσού 5.958,47 ευρώ, καθόσον μόνο αυτές αποτελούν ατομικές της οφειλές και, συνεπώς, ότι μόνο γι' αυτές έπρεπε να καταταγεί το αναιρεσείον στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, ενώ οι υπόλοιπες οφειλές με αύξοντες αριθμούς 8 έως 17, συνολικού ποσού 27.473,47 ευρώ, είναι ατομικές οφειλές του συζύγου της, για τις οποίες βαρύνεται εκείνος προσωπικά, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 74 παρ. 4 του Ν. 2238/1994, την οποία (η προσβαλλόμενη απόφαση) δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας η παράθεση και άλλων περιστατικών.
Η παραδοχή της προσβαλλόμενης περί του ότι η Δ.Ο.Υ. Λειβαδιάς, βάσει του ως άνω άρθρου, όφειλε να προβεί στο διαχωρισμό της οφειλής που προέκυψε από τις κοινές φορολογικές δηλώσεις της καθής η εκτέλεση και του συζύγου της και να αναγγελθεί μόνο για τις ατομικές οφειλές της καθής η εκτέλεση και όχι και για τις οφειλές του συζύγου της, εκφέρθηκε εκ περισσού και αποτελεί επιχείρημα και πλεοναστική αιτιολογία, η οποία δεν ήταν απαραίτητη για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης αναφορικά με το ανωτέρω ζήτημα, η οποία στηρίζεται επαρκώς με την προαναφερόμενη αιτιολογία.
Συνεπώς, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδικος που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημά της, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 νόμου 3693/1957 και την, κατ` εξουσιοδότησή του, 134423 Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9-7-2020 (Αριθ. Εκθ. Καταθ. 11/2020, Αριθ. Δικ. 1247/2020) αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 92/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου κωλυομένου η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ