Legislator Case Law & Legislation
1585/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against administrative court ruling on property ownership and boundary corrections.

Case Number 1585/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court decision regarding property ownership and boundary corrections. The State argued the lower court lacked sufficient reasoning regarding the acquisition of the disputed land by the defendants' predecessors and failed to precisely define the property's location within a larger estate. The court rejected these claims, noting the lower court provided complete, clear, and consistent reasoning based on evidence of long-standing usage and a detailed description of the property's boundaries.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 19 KPolD; Art. 576 para. 2 KPolD; An appeal is inadmissible if the appealed judgment contains sufficient and clear reasoning regarding the acquisition of property and the specific location of the disputed land, thereby satisfying the legal basis requirement.

Keywords

AI generated
administrative appeal property ownership boundary correction sufficient reasoning legal basis requirement land usage evidence property description

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 19 KPolD
Art. 576 para. 2 KPolD
Art. 46 para. 3 of Law 4305/2014
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1585 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1585/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:

Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Σπυρίδωνα Μαυρογιάννη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:

1) Ά. Π. του Κ., κατοίκου Πειραιά,

2) Π. Π. του Δ.,

3) Κ. Π. του Δ., κατοίκων ... Πειραιά,

οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24.09.2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1348/2014 μη οριστική, 3792/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 449/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 04.11.2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, το αναιρεσείον παραστάθηκε όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξάλλου, σύμφωνα, με τις διατάξεις του άρθρου 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014, με το οποίο προστέθηκε άρθρο 6Α στο διάταγμα της 26-6/10-7-1944 («Περί κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου»): «1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.

Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις [...]».

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021 «Προστασία δημόσιας υγείας από COVID-19, κοινωνική προστασία, επαναλειτουργία δικαστηρίων», ορίστηκαν τα εξής: «2. Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.

Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα».

Με την προαναφερόμενη διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην, όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.

Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του.

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που μνημονεύεται στην αρχή της παρούσας (06.10.2021), οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Από την υπ’ αριθμ. .../12-8-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, Δέσποινας Νταουλτσίδου, που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 07.04.2021, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων και των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19 και ορίστηκε αυτεπαγγέλτως, με πράξη της Προέδρου του Γ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στον πληρεξούσιό τους δικηγόρο και αντίκλητο Γεώργιο Κούτση, που τους είχε εκπροσωπήσει στο Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, κατά την τελευταία, στις 17.01.2019, συζήτηση της υπόθεσης.

Συνεπώς το δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσίβλητων.

Με την κρινόμενη από 04.11.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 449/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της 3792/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή των αναιρεσίβλητων για αναγνώριση της κυριότητας ακινήτου και διόρθωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής ακινήτου στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Σαλαμίνας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

[II] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 976, 1045, 1051, 1094 ΑΚ, 70 και 216 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαίο στοιχείο, για το ορισμένο αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής που στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία είναι, εκτός των άλλων, η επίκληση της άσκησης νομής στο επίδικο ακίνητο επί συνεχή εικοσαετία, συνυπολογιζομένου και του χρόνου νομής χρησικτησίας του προκατόχου του νομέως. Ως πράξεις νομής, οι οποίες πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή, νοούνται οι εμφανείς υλικές ενέργειες που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου (όπως η επίβλεψη, καλλιέργεια, εκμίσθωση, βόσκηση ζώων) και με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει, δεν απαιτείται δε να αναφέρεται στην αγωγή ότι το πράγμα είναι δεκτικό χρησικτησίας ή ότι εξαιρείται από αυτήν.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 983 και 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι με το θάνατο του κληρονομούμενου η νομή ακινήτου που είχε αυτός μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αυτοδικαίως από το νόμο και χωρίς αποδοχή της κληρονομιάς και μεταγραφή της σχετικής δήλωσης ή του κληρονομητηρίου. Ο καθολικός και ο ειδικός διάδοχος δικαιούται να συνυπολογίσει και το χρόνο νομής του προκτήτορά του στο δικό του χρόνο, εφόσον τόσον αυτός, όσο και οι διάδοχοι έχουν νομή χρησικτησίας και δεν εχώρησε διακοπή στη διαδοχή της νομής ανάμεσά τους. Στην έκτακτη χρησικτησία για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων αρκεί ειδική διαδοχή στη νομή, η οποία επέρχεται ακόμη και αν πρόκειται για μεταβίβαση του ακινήτου με άτυπη και αφηρημένη ή αναιτιώδη σύμβαση ή αν δεν υπάρχει καλή πίστη του νομέα ή αν δεν έχει μεταγραφεί ο μεταβιβαστικός τίτλος. Αρκεί η διαδοχή να στηρίζεται στη βούληση του δικαιοπαρόχου του νομέα, χωρίς να εξετάζεται αν η σύμβαση είναι άκυρη για κάποιον λόγο. (ΑΠ 1081/2020, ΑΠ 668/2020, ΑΠ 1089/2019).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, κατά το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως επ' αυτού νομής με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποζε μπορούσε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και τον χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Η ειδική διαδοχή επί ακινήτου επερχόταν μόνο με έγκυρη δικαιοπραξία, υποβαλλόμενη στο συμβολαιογραφικό τύπο, κατά την ισχύουσα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ διάταξη του άρθρου 45 του Κώδικα Χαρτοσήμου, η οποία αποτελεί απαραίτητο κατά νόμο σύνδεσμο μεταξύ του ήδη νομέα και των προκτητόρων του για τον ως άνω συνυπολογισμό του χρόνου χρησικτησίας και η οποία, αν λείπει αποκλείει το συνυπολογισμό αυτό, ενώ η καθολική διαδοχή επερχόταν, ανάλογα με το αν ο κληρονόμος ήταν, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, ανήλικος και τελούσε υπό την άμεση πατρική εξουσία ή με το αν αυτός ήταν ενήλικος.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12 Πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 Πανδ. (11.7) και ν.69 Πανδ. (29.2) του προϊσχύσαντος του ΑΚ βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομία με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομία).

Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμειξη σ' αυτή και απόκτησή της. Σύμφωνα επίσης, με τις διατάξεις των ν. 2 Εισ. (2-19), 3 Εισ. (3-1), 14 Πανδ. (38.16), οι οικείοι (sui), δηλαδή τα ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του τελευταίου, κατά το χρόνο του θανάτου του, αποκτούσαν αυτοδικαίως την κληρονομία του εξουσιαστή πατέρα τους, χωρίς τη γνώση ή βούλησή τους, είτε επρόκειτο για κληρονομική διαδοχή από το νόμο (εξ αδιαθέτου), είτε από διαθήκη.

Επί κληρονομικής, επομένως, διαδοχής, που έλαβε χώρα υπό την ισχύ του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, πρέπει, για την πληρότητα, κατά την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, να αναφέρονται σ' αυτήν τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για την επαγωγή της κληρονομιάς στον κληρονόμο, δηλαδή είτε το ότι ο τελευταίος ήταν, κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, ανήλικος και τελούσε υπό την άμεση πατρική εξουσία αυτού, οπότε η κληρονομία επάγεται αυτοδικαίως σ' αυτόν, είτε ότι ο ίδιος υπεισήλθε στην κληρονομιά με ρητή ή σιωπηρή δήλωσή του και αναμείχθηκε σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση απαιτείται η επίκληση στην αγωγή συγκεκριμένων υλικών πράξεων, από τις οποίες εμφαίνεται η βούληση του κληρονόμου να αποκτήσει την κληρονομιά, ενώ μόνη η επίκληση του γεγονότος ότι το κληρονομιαίο ακίνητο περιήλθε στον κληρονόμο από κληρονομική διαδοχή δεν αρκεί για το ορισμένο της αγωγής (ΑΠ 615/2016, ΑΠ 289/2016).

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αριθ.8 ή 14 ΚΠολΔ. Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη. Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί (ΑΠ 740/2020, ΑΠ 966/2019, ΑΠ 462/2019).

[III] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της από 24.09.2010 αγωγής των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), αυτοί εξέθεταν ότι κατέστησαν συγκύριοι, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά, ενός αγροτεμαχίου, το οποίο βρίσκεται στη θέση ... ή ... ή ... της περιφέρειας ... Σαλαμίνας, συνολικής εκτάσεως 280 τ.μ. κατά τον τίτλο και 287 τ.μ. κατά την μέτρηση του κτηματολογίου, όπου έχει ΚΑΕΚ ... και εμφαίνεται στον αριθμό έξι (6) του Ρ οικοδομικού τετραγώνου στο από Ιουλίου 1961 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Γ. Ο., αντίγραφο του οποίου είναι προσαρτημένο στο με αριθμό .../1961 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Απόστολου Ζέρβα, σύμφωνα με το οποίο συνορεύει βόρεια με πλευρά μήκους είκοσι (20,00) μ. με το υπ’ αριθμ. τέσσερα (4) οικόπεδο του ιδίου Ο.Τ, με αριθμό ΚΑΕΚ ..., ανατολικά με πλευρά μήκους δεκατεσσάρων (14) μ. με ιδιωτική οδό με ΚΑΕΚ ..., νότια με πλευρά μήκους είκοσι (20,00) μ. με το υπ’ αριθμ. οκτω (8) αγροτεμάχιο του ίδιου τετραγώνου με αριθμό ΚΑΕΚ ... και δυτικά με το υπ’ αριθμ. πέντε (5) αγροτεμάχιο του ιδίου τετραγώνου και σχεδιαγράμματος με αριθμ. ΚΑΕΚ ... .

Ότι συγκύριοι αυτού κατέστησαν με παράγωγο τρόπο, ήτοι: (α) λόγω κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής του αποβιώσαντος στις 05.09.1994 Κ. Π. (πατρός του πρώτου εξ αυτών και πάππου των λοιπών), δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../1996 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Νίκαιας, Σοφίας Κασσελάκη και (β) λόγω κληρονομικής εκ διαθήκης διαδοχής της αποβιωσάσης στις 22.04.2004 Α.

χήρας Κ. Π. (μητέρας του πρώτου εξ αυτών και γιαγιάς των λοιπών), δυνάμει της .../2006 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου, επικουρικά δε με πρωτότυπο τρόπο και δη με τα προσόντα της τακτικής άλλως έκτακτης χρησικτησίας και με προσμέτρηση του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, τους οποίους διαδέχθηκαν στη νομή και οι οποίοι ασκούσαν στο επίδικο τις αναφερόμενες πράξεις νομής, συνεχώς και αδιαλείπτως, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, τουλάχιστον από το έτος 1850, έχοντας συμπληρώσει τριακονταετία έως τις 11.09.1915.

Ειδικότερα, εξέθεταν ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι αυτών, Α. ή Α. Σ. και ο αδελφός του Ι. Σ. νέμονταν, με καλή πίστη το επίδικο ακίνητο, σε μεγαλύτερη έκταση, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους, τουλάχιστον από το έτος 1850, χρησιμοποιώντας το για βοσκή ζώων, ενώ, στη συνέχεια, η πιο πάνω έκταση περιήλθε στον Π.

Σ. του Α. ή Α., κατά μεν ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία του πατέρα του Α. ή Α. Σ., που απεβίωσε το έτος 1899 και κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου από αγορά από τους Γ. και Δ. Σ., που είχαν καταστεί κύριοι και νομείς της έκτασης αυτής από κληρονομία του πατέρα τους, Ι. Σ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. …/17-3-1908 συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σαλαμίνας, Στέφανου Παπασημακόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Ότι ο ως άνω Π. Σ., όσο ζούσε, νεμόταν το ακίνητο αυτό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, καλλιεργώντας αμπέλια στο ομαλό μέρος της έκτασης και ασχολούμενος με την κτηνοτροφία στο υπόλοιπο τμήμα αυτής, ενώ το έτος 1925 πώλησε τμήμα δεκαέξι (16) στρεμμάτων της όλης έκτασης στον Α. Π. Θ. και διατήρησε στην κατοχή του την υπόλοιπη έκταση, επιφανείας 95.987 τ.μ., μετά δε τον επισυμβάντα την 22.05.1932 θάνατό του, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Π.

κατά ποσοστό 450/1800 εξ αδιαιρέτου και τα αναλυτικά αναφερόμενα δέκα τέκνα του, κατά ποσοστό 135/1800 εξ αδιαιρέτου για καθένα από αυτά, ενώ το έτος 1937 απεβίωσε και η σύζυγός του, χωρίς διαθήκη και κληρονομήθηκε από τα πιο πάνω τέκνα της κατ' ισομοιρία (45/1800 εξ αδιαιρέτου). Περαιτέρω, εξιστορούσαν ότι μετά από το θάνατο κάποιων από τους κληρονόμους του Π.

Σ. αλλά και κληρονόμων των τελευταίων, το ένδικο ακίνητο περιήλθε στους ειδικότερα αναφερόμενους είκοσι πέντε (25) συγκληρονόμους, οι οποίοι εξακολούθησαν να χρησιμοποιούν και να νέμονται την όλη έκταση με καλή πίστη, όπως και οι δικαιοπάροχοί τους, έως το έτος 1961, οπότε η ως άνω μεγαλύτερη έκταση, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, πωλήθηκε από τους τελευταίους στην Ε.

συζ. Ι. Κ., το γένος Γ. Μ., με βάση το υπ’ αριθμ. .../1961 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Μανωλέσσου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η οποία προέβη σε κατάτμηση της πιο πάνω έκτασης, σε αγροτεμάχια, από τα οποία πώλησε το επίδικο στους δικαιοπαρόχους των αναιρεσίβλητων, με βάση το υπ’ αριθμ. .../22-5-1970 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Σ.

Παπαδόπουλου που μεταγράφηκε νόμιμα. Τέλος εξιστορούσαν ότι κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής, το ανωτέρω ακίνητο καταχωρίστηκε ως ανήκον στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με αποτέλεσμα να προσβάλλεται το δικαίωμα της συγκυριότητάς τους επ' αυτού. Με βάση τα παραπάνω, ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, κατά ποσοστό 81,25% εξ αδιαιρέτου ο πρώτος ενάγων και 9,375% εξ αδιαιρέτου καθένας από τους λοιπούς ενάγοντες και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής του ως άνω ακινήτου στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Σαλαμίνας.

[IV] Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των άρθρων ν. 12 Πανδ. (28.7), ν.14 Πανδ. (11.7), 69 Πανδ. (29.2), ν. 2 Εισ. (2-19), 3 Εισ. (3-1), 14 πανδ. (38-16), του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, διότι δεν απέρριψε την αγωγή, λόγω νομικής αοριστίας της, που αφορά τη βάση της για απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τους αναιρεσίβλητους με έκτακτη χρησικτησία, με προσμέτρηση στον χρόνο νομής τους, του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, η οποία συνίσταται στο ότι δεν περιέχει όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της στοιχεία, αναφορικά με την κτήση κυριότητας εκ μέρους των κληρονόμων του εκ των απωτέρων δικαιοπαρόχων αυτών, Π.

Σ., που απεβίωσε το έτος 1932, στο αναφερόμενο στην αγωγή μεγαλύτερο ακίνητο (στο οποίο ανήκει και το επίδικο), με παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, (ώστε να κριθεί εάν κατά την αλληλουχία των μεταβιβαστικών δικαιοπραξιών που επακολούθησαν, νόμιμα απέκτησαν οι αναιρεσίβλητοι από κυρίους της επίδικης έκτασης την κυριότητα επ' αυτής), αφού δεν αναφέρει εάν οι αναλυτικά αναφερόμενοι κληρονόμοι του εκ των απωτέρων δικαιοπαρόχων των αναιρεσίβλητων Π.

Σ., υπεισήλθαν στη κληρονομία της προαναφερόμενης ευρύτερης έκτασης, ασκούντες και ποιες συγκεκριμένα, διακατοχικές πράξεις, ενώ, επίσης, δεν περιέχονται και όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωση αυτής στοιχεία, αναφορικά με την κτήση κυριότητας εκ μέρους των κληρονόμων του εκ των απωτέρων δικαιοπαρόχων αυτών Π.

Σ., των ποσοστών, επί της ευρύτερης έκτασης, τα οποία κληρονόμησε, μετά τον θάνατο αυτού, η σύζυγός του, Π. Σ., η οποία απεβίωσε το έτος 1937, αφού δεν αναφέρεται, εάν οι πιο πάνω αναλυτικά αναφερόμενοι κληρονόμοι του Π. Σ. και κληρονόμοι της Π. Σ., υπεισήλθαν στην κληρονομία των ποσοστών επί της προαναφερόμενης ευρύτερης έκτασης, που κληρονόμησε, από τον Π.

Σ., η Π. Σ., ασκούντες και ποιες συγκεκριμένα διακατοχικές πράξεις και επί των συγκεκριμένων ποσοστών της ευρύτερης αυτής έκτασης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και ειδικότερα της από 30.10.2017 έφεσης του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, το αναιρεσείον δεν είχε προτείνει στο δικαστήριο της ουσίας την συγκεκριμένη αοριστία της αγωγής, αλλά ο σχετικός ισχυρισμός του περιελάμβανε διάφορα περιστατικά και συνίστατο στο ότι η αγωγή είναι αόριστη διότι:

(α) ως προς την παράθεση πράξεων νομής κατά τον κρίσιμο χρόνο (11.09.1885 έως 11.09.1915) δεν περιέχει πλήρη αναφορά για την εκ μέρους των άμεσων, απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων των εναγόντων-αναιρεσίβλητων, συμπεριλαμβανομένων των κληρονόμων Π. Σ., καθώς ιδίως και των εκ των άμεσων δικαιοπαρόχων του τελευταίου, Γ. Σ. και Δ. Σ. και, τέλος του Α. ή Α. Σ. (φερόμενου απώτατου δικαιοπάροχου), άσκηση συγκεκριμένων διακατοχικών πράξεων, ήτοι υλικών πράξεων νομής επί του επιδίκου ακινήτου, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, ούτε περιέχεται αναφορά στο χρονικό σημείο έναρξης των εξατομικευμένων πράξεων νομής από κάθε συγκεκριμένο δικαιοπάροχο αλλά αντιθέτως γίνεται συλλήβδην αναφορά σε πράξεις νομής, ασκούμενες από την οικογένεια Σ. τουλάχιστον από το έτος 1850,

(β) ως προς την προσμέτρηση του χρόνου νομής των προκτητόρων, Α. ή Α. Σ. και Ι. Σ., στον χρόνο νομής του απώτερου δικαιοπαρόχου των αναιρεσίβλητων, Π. Σ., που φέρεται να τους διαδέχθηκε τον πρώτο ως καθολικός διάδοχος και το δεύτερο ως ειδικός διάδοχος, δεν εξειδικεύεται στην αγωγή ούτε ο τρόπος υπεισέλευσης του Π. Σ. στην κληρονομία του Α. ή Α. Σ. (ως εκ διαθήκης ή ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος και περαιτέρω, ως εξωτικός ή ως υπεξούσιος και, έτι, περαιτέρω, με ποιες πράξεις, που φανερώνουν τη βούλησή του να καταστεί κληρονόμος), ούτε ο χρόνος και τρόπος υπεισέλευσης των Γ. και Δ. Σ. στην κληρονομία του Ι. Σ., ούτε, ακόμα, εξειδικεύεται ο χρόνος και τρόπος κτήσης της νομής εκ μέρους των Α. ή Α. Σ. και Ι. Σ., ώστε να μπορεί να εξεταστεί αν αυτοί κατέστησαν με νόμιμο τρόπο καθολικοί διάδοχοι και, περαιτέρω, αν είναι προσμετρήσιμος ο χρόνος νομής τους στο χρόνο νομής του Π. Σ. και

(γ) ως προς την καλή πίστη, δεν εξειδικεύεται σε τι συνίσταται αυτή, δηλαδή ποια συγκεκριμένα στοιχεία ενδεικνύουν την ειλικρινή πεποίθηση των νομέων ότι με τις πράξεις τους δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων.

[V] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία)- (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 32/1996). Εξάλλου στο δικόγραφο της αγωγής και συνακόλουθα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της απόφασης για να μη στερείται αυτή νόμιμης βάσης, πρέπει να υπάρχει ακριβής περιγραφή του αντικειμένου αυτής (επιδίκου ακινήτου), δηλαδή πρέπει να περιγράφεται το ακίνητο κατά τη θέση, την έκταση, το είδος και τα όριά του, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του (ΑΠ 1014/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ένδικη υπόθεση, τα εξής:

«| Το επίδικο ακίνητο είναι ένα αγροτεμάχιο, επιφανείας 287 τμ, εντός του οποίου υφίσταται ισόγεια οικία. Ευρίσκεται στη θέση ... ή ... ή ..., στην κτηματική περιφέρεια ... Σαλαμίνας, φέρει αριθμό ΚΑΕΚ ... και εμφαίνεται με αριθμό 6 του Ρ Οικοδομικού Τετραγώνου στο από Ιουλίου 1961 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Γ. Ο. .

Συνορεύει Βόρεια με πλευρά μήκους είκοσι (20,00) μ. με το ακίνητο με ΚΑΕΚ .../0/0, Νότια με πλευρά μήκους είκοσι (20,00) μ. με ακίνητο με ΚΑΕΚ .../0/0, Ανατολικά με πλευρά μήκους δεκατεσσάρων μέτρων (14,00) με ιδιωτική οδό με ΚΑΕΚ ... και Δυτικά με ακίνητο με ΚΑΕΚ .../0/0, σύμφωνα με το απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος.

Αυτό αποτελεί τμήμα μείζονος έκτασης, αρχικής επιφάνειας 111.987 τμ, συνορευόμενης Ανατολικά με ακίνητο κληρονόμων Παπαμιχαήλ, Δυτικά με ακίνητο κληρονόμων Μ., Κ. κλπ, Βόρεια με θάλασσα (Κόλπο ...) και ακίνητα αγνώστων, και Νότια με θάλασσα Σεληνίων, την οποία νέμονταν καλόπιστα ήδη πριν το έτος 1845 οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, Α.

ή Α. Σ., πατέρας του Π. Σ., και ο αδελφός του, Ι. Σ., πατέρας των Γ. και Δ. Σ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, οι οποίοι, έχοντας εγκαταστήσει εντός αυτής ποιμνιοστάσια, τη χρησιμοποιούσαν ως βοσκότοπο και καλλιεργούσαν τα καλλιεργήσιμα τμήματα της. Ακολούθως, η ανωτέρω έκταση περιήλθε στη νομή του Π. Σ.

του Α. ή Α., κατά μεν ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ' αριθ. 136/1908 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σαλαμίνας Στ. Παπασημακόπουλου, νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον αριθμό …, με αγορά από τους Γ. και Δ. Σ., συγκληρονόμους του αδελφού του πατέρα του, Ι. , που είχαν καταστεί συννομείς του ακινήτου κατά την ως άνω ιδανική μερίδα του πατέρα τους, αναμειχθέντες στη κληρονομιά αυτού, νεμόμενοι αυτό καλόπιστα κατά τον ίδιο τρόπο, και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, λόγω κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος το έτος 1899 πατέρα του, Α.

ή Α., με βάση τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ως μοναδικός ενήλικος κληρονόμος του, αναμιχθείς στην κληρονομία του, ο οποίος συνέχισε να ασκεί επ’ αυτού τις ίδιες ως άνω διακατοχικές πράξεις με καλή πίστη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλει δικαίωμα τρίτου. Αυτός το έτος 1925 πώλησε τμήμα της ανωτέρω έκτασης, επιφάνειας 16.000 τ.μ.

στον Α. Θ. ενώ διατήρησε στην αποκλειστική νομή του την υπόλοιπη έκταση, επιφάνειας 95.897 τ.μ., μέχρι τον επισυμβάντα το έτος 1932 θάνατό του, οπότε κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Π. (Σ.), κατά εξ αδιαιρέτου ποσοστό 450/1800, και τα τέκνα του, Α. Σ., Δ. Σ., Ν. Σ., Σ. Σ., Λ. Σ., Α. Σ., Φ. συζ. Π. Π., Ε., συζ. Ε. Β., Π. συζ.

Κ. Σ. και Α. συζ. Ν. Γ., κατά εξ αδιαιρέτου ποσοστό 135/1800 έκαστο, που αναμίχθηκαν στην κληρονομιά του ασκώντας τις υλικές πράξεις νομής, που προσιδίαζαν στη φύση του ακινήτου, όπως επίβλεψη, οριοθέτηση, παραχώρηση δικαιώματος ξύλευσης και βόσκησης, με καλή πίστη και την πεποίθηση, ότι δεν προσβάλλουν δικαίωμα τρίτου.

Το έτος 1937 απεβίωσε η Π. Σ. και τα ανωτέρω τέκνα αυτής και του Π. Σ., κατέστησαν συγκληρονόμοι αυτής στο από 450/1800 ποσοστό της και συννομείς του ακινήτου κατά ποσοστό 180/1800 εξ αδιαιρέτου έκαστος, λόγω κληρονομικής διαδοχής με βάση τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, αναμειχθέντες στην κληρονομιά αυτής και ασκώντας καλόπιστα τις ίδιες παραπάνω πράξεις νομής.

Ακολούθως, κατά το έτος 1951 απεβίωσε ο Σ. Σ. του Π., χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλίποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του, και ως εκ τούτου εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγο του Ζ. Σ., το γένος Ν. Φ., και τα πέντε (5) τέκνα του: 1) Π. Σ., 2) Π. Σ., 3) Φ. Σ., 4) Α. Σ., και 5) Ν. Σ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομιά, συγκείμενη από το 180/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό του κληρονομούμενου Σ.

Σ. επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ αριθ. .../1961 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Μανωλέσσου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, και κατέστησαν συννομείς αυτού, κατά ποσοστό 45/1800, 27/1800, 27/1800, 27/1800, 27/1800 και 27/1800 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, ασκώντας έκτοτε όλες τις υλικές πράξεις, που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, όπως οριοθέτηση, επίβλεψη, άτυπη παραχώρηση σε τρίτους προς βόσκηση και ξύλευση.

Κατά το έτος 1952, απεβίωσε ο Α. Σ. του Π., χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλίποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του, και ως εκ τούτου εξ αδιαθέτου κληρονόμους τους, τη σύζυγο του Λ. Σ., το γένος Μ. Π., και τα έξι (6) τέκνα του: 1) Π. συζ. Γ. Φ., 2) Π. Σ., 3) Μ. Σ., 4) Α. Σ., 5) Κ. Σ., και 6) Π. Σ., ενώ, κατά το έτος 1954 απεβίωσε και ο υιός του Π.

Σ. (6ος). χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλίποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του, και ως εκ τούτου εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη μητέρα του Λ. Σ., και τα πέντε (5) αδέλφια του, Π. συζ. Γ. Φ., Π. Σ., Μ. Σ., Α. Σ. και Κ. Σ., οι οποίοι αποδέχθηκαν, καταρχήν, την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους, Α.

Σ., για λογαριασμό τους, αλλά και για λογαριασμό του μεταποβιώσαντος υιού τους και αδελφού, αντίστοιχα, Π. Σ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, συγκείμενη από το 180/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό του κληρονομούμενου Α. Σ. επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθ. 21564/1961 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Μανωλέσσου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, και κατέστησαν συννομείς αυτού, κατά ποσοστό 45/1800, 22,50/1800, 22,50/1800, 22,50/1800, 22,50/1800, 22,50/1800 και 22,50/1800 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, και ακολούθως, αποδέχτηκαν την επαχθείσα κληρονομιά του υιού και αδελφού τους, Π.

Σ., συγκείμενη από το 22,50/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό του επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ’ αριθ. 21567/1961 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών, Γεωργίου Μανωλέσσου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, και έτσι το ποσοστό συννομής τους επί του ακινήτου αυτού, ανήλθε σε 48,75/1800 (48,75/1800 = 45/1800 + 3,75/1800, όπου 3,75/1800 = 22,50/1800 : 6), 26,25/1800 (26,25/1800 = 22,50/1800 + 3,75/1800, όπου 3,75/1800 = 22,50/1800 : 6), 26,25/1800, 26,25/1800, 26,25/1800 και 26,25/1800 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, στο οποίο πλέον, από το χρόνο θανάτου των κληρονομούμενων συζύγου και πατρός τους και υιού και αδελφού τους (1952 και 1954), αντίστοιχα, ασκούσαν τις ίδιες ως άνω υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του.

Κατά το έτος 1958, απεβίωσε ο Λ. Σ. του Π., χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του, και ως εκ τούτου εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγο του Ε. Σ., το γένος Ι. Ζ., τα επτά (7) εν Ζ. αδέλφια του: 1) Α. Σ. του Π., 2) Δ. Σ. του Π., 3) Ν. Σ. του Π. 4) Φ. συζ. Π. Π., 5) Ε. συζ. Ε. Β., 6) Π. συζ. Κ. Σ., και 7) Α.

συζ. Ν. Γ., τα πέντε (5) τέκνα του προαποβιώσαντος (1951) αδελφού του Σ. Σ. του Π.: α) Π. Σ. του Σ., β) Π. Σ. του Σ., γ) Φ. Σ. του Σ., δ) Α. Σ. του Σ., και ε) Ν. Σ. του Σ., και τα πέντε (5) τέκνα του προαποβιώσαντος (1952) αδελφού του Α. Σ. του Π.: α) Π. συζ. Γ. Φ., β) Π. Σ. του Α., γ) Μ. Σ. του Α., δ) Α. Σ. του Α., και ε) Κ. Σ. του Α., οι οποίοι αποδέχτηκαν την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομιά, συγκείμενη από το 180/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό του κληρονομούμενου Λ.

Σ. επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθ. .../1961 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών, Γεωργίου Μανωλέσσου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, και κατέστησαν συννομείς αυτού, κατά ποσοστό 90/1800, 190/1800 (190/1800 = 180/1800 + 10/1800. όπου 10/1800 - 180/1800 : 2 : 9), 190/1800, 190/1800, 190/1800, 190/1800, 190/1800, 190/1800, 29/1800 (29/1800 = 27/1.800 + 2/1800, όπου 2/1800 = 10/1800: 5), 28,25/1800 (28,25/1800 = 26,25/1800 + 2/1800, όπου 2/1800 = 10/1800 : 5), 28,25/1-800, 28,25/1800, 28,25/1800 και 28,25/1800 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, νεμόμενοι αυτό κατά τον ίδιο τρόπο.

Κατά το έτος 1960, απεβίωσε η Α. συζ. Ν. Γ. χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλίποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς της, και ως εκ τούτου εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, το σύζυγο της, Ν. Γ. του Ι., και τα πέντε (5) τέκνα της: 1) Ι. Γ. του Ν., 2) Μ. συζ. Α. Δ., 3) Π. Γ. του Ν., 4) Γ. Γ. του Ν., και 5) Μ. Γ. του Ν., οι οποίοι αποδέχτηκαν την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομιά, συγκείμενη από το 190/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό της κληρονομούμενης Α.

συζ. Ν. Γ. επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ’ αριθ. 21568/1961 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών, Γεωργίου Μανωλέσου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, και κατέστησαν συννομείς αυτού, κατά ποσοστό 47,50/1800, 28,50/1800, 28,50/1800, 28,50/1800, 28,50/1800 και 28,50/1800 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, συνεχίζοντας να ασκούν έκτοτε σε αυτό τις ίδιες διακατοχικές πράξεις με τους δικαιοπαρόχους τους .

Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1961 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Μανωλέσσου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο … με αύξοντα αριθμό …, οι ανωτέρω συννομείς του ακινήτου, δηλαδή οι: 1) Α. Σ. του Π. (190/1800), 2) Δ. Σ. του Π. (190/1800), 3) Ν. Σ. του Π. (190/1800), 4) Φ.

συζ. Π. Π. (190/1800), 5) Ε. συζ. Ε. Β. (190/1800), 6) Π. συζ. Κ. Σ. (190/1800), 7) Ζ. χήρα Σ. Σ., το γένος Ν. Φ. (45/1800), 8) Π. Σ. του Σ. (29/1800), 9) Π. Σ. του Σ. (29/1800), 10) Φ. Σ. του Σ. (29/1800), 11) Α. Σ. του Σ. (29/1800), 12) Ν. Σ. του Σ. (29/1800), 13) Λ. χήρα Α. Σ., το γένος Μ. Π. (48,75/1800), 14) Π. συζ. Γ. Φ. (28,25/1800), 15) Π. Σ. του Α. (28,25/1800), 16) Μ. Σ. του Α. (28,25/1800), 17) Α. Σ. του Α. (28,25/1800), 18) Κ. Σ. του Α. (28,25/1800), 19) Ε.

χήρα Λ. Σ., το γένος Ι. Ζ. (90/1800), 20) Ν. Γ. του Ι. (47,50/1800), 21) Ι. Γ. του Ν. (28,50/1800), 22) Μ. συζ. Α. Δ. (28,50/1800), 23) Π. Γ. του Ν. (28,50/1800), 24) Γ. Γ. του Ν. (28,50/1800), και 25) Μ. Γ. του Ν. (28,50/1800), μεταβίβασαν, λόγω πώλησης, το ανωτέρω ακίνητο των 95.987 τ.μ., στην Ε. ( Λ.) συζ. Ι. Κ., το γένος Γ. Μ., και της παρέδωσαν τη νομή αυτού. Η τελευταία μετά την αγορά της εν λόγω έκτασης προέβη σε κατάτμηση αυτής, δενδροφύτευση, ρυμοτόμηση και πώληση των τμημάτων της, μεταξύ των οποίων και το επίδικο.

Επισημαίνεται ότι τα ανωτέρω έχουν γίνει δεκτά και με τις με αριθμό 634/2017, 650/2017, 498/2018 και 499 /2018 αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, που έκριναν τελεσίδικα επί αγωγών με ταυτόσημο περιεχόμενο και αντικείμενο, και επίδικα άλλα τμήματα της κατατμηθείσας από την Ε. Κ. ως άνω μείζονος έκτασης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τόσο η Ε.

Κ. όσο και οι ως άνω απώτεροι δικαιοπάροχοι της ουδέποτε αποβλήθηκαν ή έστω οχλήθηκαν από το εναγόμενο κατά την άσκηση της νομής τους στην ευρύτερη έκταση. Συγκεκριμένα, όπως κατέθεσε πρωτοδίκως και η μάρτυς του εναγομένου, το εναγόμενο ουδέποτε εξέδωσε πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής σε βάρος της Ε.

Κ. από τη μείζονα έκταση, τμήμα της οποίας αποτελεί και το επίδικο ακίνητο (βλ. σελ. 14 των υπ’ αριθμ. 1348/2014 πρακτικών της δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) ενώ, περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα πρωτόκολλα αποζημίωσης (μισθώματος) που εκδόθηκαν από τον Οικονομικό Έφορο σε βάρος του Σ. Σ. για τα έτη 1928-1939, ακυρώθηκαν δυνάμει της υπ’ αριθ. 27/23.7.1940 απόφασης του Ειρηνοδίκη Σαλαμίνας.

Με το με αριθμό .../22-5-1970 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιά, Σ. Παπαδόπουλου, νομίμως μεταγεγραμμένο, η Ε. Κ. πώλησε το επίδικο ακίνητο στους γονείς του πρώτου ενάγοντος και παππούδες των λοιπών, Κ. Π. του Δ. και Α., χήρα Κ. Π., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαίρετου στον καθένα, και τους παρέδωσε αντιστοίχως τη νομή του, αυτοί δε έκτοτε και μέχρι τον θάνατο τους το νέμονταν από κοινού, αναγείροντας σε αυτό ισόγεια οικία, η οποία συνδέθηκε με τα δίκτυα κοινής ωφελείας, όπου και κατοικούσαν, μέχρι τον θάνατο τους.

Εξ αυτών, ο Κ. Π. απεβίωσε στις 5-9-1994 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε κατά εξ αδιαιρέτου ποσοστό 25% από την ως άνω σύζυγο του, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου - 37,50% απο τον πρώτο ενάγοντα ως τέκνο του και κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 18,75% από έκαστο των δεύτερου και τρίτου των εναγόντων ως τέκνα του προαποβιώσαντος υιού του Δ.

Π. του Κ., ενώ στις 22-12- 2004 απεβίωσε η Α. χήρας Κ. Π., η οποία κληρονομήθηκε εξ ολοκλήρου από τον πρώτο ενάγοντα - τέκνο της, δυνάμει της από 2-2-2004 ιδιόγραφης διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το με αριθμό 354/1-4-2005 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Οι ενάγοντες, που αποδέχθηκαν τις επαχθείσες κατά τα ανωτέρω σε αυτούς κληρονομιές με τις με αριθμό .../20-6-1996 και ... /24.3.2006 πράξεις δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Νικαίας Σοφίας Κασσελάκη, που μεταγράφηκαν νόμιμα, και εξακολούθησαν να νέμονται το επίδικο κατά τον ίδιο τρόπο, με συνέπεια να καταστούν συγκύριοι αυτού κατά τα προαναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά τους, προσμετρουμένου και του χρόνου νομής σε αυτό των δικαιοπαρόχων τους, οι οποίοι από το έτος 1845 το νέμονταν συνεχώς και αδιαλείπτως χωρίς να απωλέσουν τη νομή του, αρχικώς με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, με τριακονταετή νομή με καλή πίστη, και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ.

Τα ανωτέρω, εξάλλου, δεν αναιρούνται, σε αντίθεση με όσα αβάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο, από το γεγονός και μόνον ότι το επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε ως τμήμα δασικής έκτασης (ΔΑ 75503) και ως δημόσιο κτήμα (ΑΒΚ 61), βάσει του από 27-2-1939 διαγράμματος του των μηχανικών Π. και Κ. .

Τέλος, αποδείχθηκε ότι κατά την διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής της νήσου Σαλαμίνος το ακίνητο των εναγόντων καταχωρήθηκε ανακριβώς ως ανήκον στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου (παρά το γεγονός ότι κατά το χρόνο έναρξης του Κτηματολογίου, (13.01.2006). ανήκε στους ιδίους, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα), με συνέπεια να προσβάλλεται εκ του λόγου αυτού το δικαίωμα συγκυριότητας τους.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια πραγματικά περιστατικά και αναγνώρισε τους ενάγοντες ως συγκυρίους του επιδίκου κατά τα ανωτέρω εξ αδιαιρέτου ποσοστά τους, ακολούθως δε, διέταξε την αντίστοιχη διόρθωση της ως άνω ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο Κτηματολογικό Γραφείο του Δήμου Σαλαμίνας, δεν έσφαλε και ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και όσα αντίθετα υποστηρίζει το εναγόμενο με τους λόγους της κρινόμενης έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα, όπως και η έφεση στο σύνολό της|».

[VI] Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών σχετικά με το ζήτημα της απόκτησης από τους αναιρεσίβλητους της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου και ειδικότερα: α) ενώ δέχεται ότι το επίδικο ακίνητο, ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, έκτασης 288 στρεμμάτων, περιήλθε στους δικαιοπαρόχους του Π.

Σ. (εκ των απώτατων δικαιοπαρόχων των αναιρεσίβλητων), ήτοι τους Α. ή Α. Σ. και Ι. Σ., από το έτος 1845, οι οποίοι ασκούσαν, στο σύνολο του ακινήτου, τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, δεν συγκεκριμενοποιεί αυτές και β) δεν προσδιορίζει κατ' έκταση και κατά θέση, το επίδικο ακίνητο μέσα στα όρια της προαναφερόμενης μεγαλύτερης έκτασης, την κυριότητα της οποίας δέχθηκε ότι απέκτησαν οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσίβλητων.

Κρίνοντας όμως, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, με βάση και όσα παραπάνω αναφέρονται ότι δέχθηκε αυτό, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με τα ζητήματα της άσκησης από τους παραπάνω δικαιοπαρόχους των αναιρεσίβλητων συγκεκριμένων πράξεων νομής στη μείζονα έκταση, επιφάνειας 111.987 τ.μ., μέρος της οποίας αποτελούσε το επίδικο ακίνητο, έχοντας εγκαταστήσει εντός αυτής ποιμνιοστάσια και χρησιμοποιώντας την ως άνω έκταση ως βοσκότοπο και για καλλιέργεια τα καλλιεργήσιμα τμήματά της, καθώς και της περιγραφής του επιδίκου ακινήτου, το οποίο προέρχεται από κατάτμηση της μείζονος έκτασης, αφού αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια η θέση, η έκταση και τα όρια με τα οποία συνορεύει το επίδικο ακίνητο και ως προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, ώστε να μην γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του μη απαιτουμένου να προσδιορίζεται και η θέση αυτού (ένδικου ακινήτου) μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο των δικαιοπαρόχων των αναιρεσίβλητων.

Επομένως, ο προαναφερόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

[VII] Ενόψει τούτων και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ενώ δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα υπέρ των αναιρεσίβλητων που νίκησαν, καθόσον λόγω της ερημοδικίας τους δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 04.11.2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 449/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ