Legislator Case Law & Legislation
1585/2018 AI generated

1585/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1585/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Η από 8-9-2017 (αριθμός κατάθεσης 593/8-9-2017) αίτηση αναίρεσης κατά της 2400/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την ενάγουσα έφεσης κατά της 528/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 29-9-2011 (αριθμός κατάθεσης 4991/30-9-2011) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144).

Legislator headnote

AI generated

1585/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1585 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1585/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου- Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 8η Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.

Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "...", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπύρου Παυλάτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ξ. Π. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Σεραφείμ Πολυχρόνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 4991/30-9-2011. Εκδόθηκαν η 528/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, η 2400/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-9-2017 και με αριθμό κατάθεσης 593/8-9-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η από 8-9-2017 (αριθμός κατάθεσης 593/8-9-2017) αίτηση αναίρεσης κατά της 2400/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την ενάγουσα έφεσης κατά της 528/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 29-9-2011 (αριθμός κατάθεσης 4991/30-9-2011) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

2. Με τη διάταξη του άρθρου 529 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ ορίζεται ότι, στην κατ' έφεση δίκη, επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, ενώ κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα, που προσάγονται για πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά τη κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαρεία αμέλεια.

Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, σύμφωνα με το άρθρο 591 παρ.1 του ιδίου Κώδικα. Επομένως, στην εργατική διαδικασία ο διάδικος μπορεί να επικαλεσθεί και προσκομίσει για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και νέα αποδεικτικά μέσα, όπως ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν νομοτύπως, ακόμη και μετά την έκδοση της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά μείζονα δε λόγο εάν αυτές λήφθηκαν κατά τη διάρκεια της προθεσμίας προς προσθήκη και αντίκρουση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μετά τη συζήτηση και πριν την έκδοση της οριστικής απόφασης, έστω και αν ήταν απαράδεκτη η λήψη υπόψη αυτών από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επειδή δόθηκαν μετά το πέρας της επ' ακροατηρίου συζήτησης και δεν αφορούσαν αντίκρουση ισχυρισμών, που προτάθηκαν παραδεκτά το πρώτον κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΑΠ 1114/2011, ΑΠ 1553/2008).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 671 παρ.1 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την έναρξη εφαρμογής του ν. 4335/2015 (καθόσον στην ένδικη υπόθεση πρόκειται για ένορκη βεβαίωση ληφθείσα πριν την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού), στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου, πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μοναδική προϋπόθεση για το παραδεκτό της λήψης υπόψη ως αποδεικτικών μέσων τέτοιων ενόρκων βεβαιώσεων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, αποτελεί η προηγούμενη, πριν από 24 τουλάχιστον ώρες, κλήτευση του αντιδίκου του προκαλέσαντος την εξέταση διαδίκου, η οποία μπορεί να λάβει χώρα και με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του καλούντος διαδίκου κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Για το παραδεκτό δε αυτών δεν απαιτείται επιπλέον η γνωστοποίηση των ονομάτων των προς εξέταση μαρτύρων, ούτε η αναφορά της διεύθυνσης κατοικίας αυτών ή του επαγγέλματός των, αφού με την εμπρόθεσμη κλήτευση πληρώνεται ο σκοπός του νόμου, που αποβλέπει ο καλούμενος διάδικος, λαμβάνοντας γνώση του τόπου και χρόνου εξέτασης των μαρτύρων, να παραστεί κατ' αυτήν (ΑΠ 927/2017, ΑΠ 197/2000).

Οι κατά τα ανωτέρω ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες και τα έγγραφα, γι' αυτό, όταν προσκομίζεται ένορκη βεβαίωση στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην απόφαση ότι αυτή, αφενός έχει δοθεί ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου και αφετέρου έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 176/2016).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται και οι ένορκες βεβαιώσεις.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 802/2017).

3. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί σχετικού λόγου έφεσης, δέχθηκε ότι απαράδεκτα λήφθηκε υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την αιτιολογία ότι δόθηκε μετά το πέρας της επ' ακροατηρίου συζήτησης, η …3-2014 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία δόθηκε και προσκομίσθηκε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (5-3-2014), εντός της τριήμερης προθεσμίας προσθήκης- αντίκρουσης, ύστερα από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, με σχετική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του εναγομένου περί του τόπου και χρόνου λήψης αυτής, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Στη συνέχεια, το Εφετείο, αναφερόμενο στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη για να καταλήξει στις ουσιαστικές παραδοχές του, μνημονεύει (κατά λέξη) τα εξής: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν με την επιμέλεια κάθε διάδικης πλευράς [...], οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως [...], των προσκομιζόμενων μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους εκτός δίκης μαρτυριών τρίτων υπό την ειδικότερη αποδεικτική μορφή των ενόρκων βεβαιώσεων και ειδικότερα, την ενάγουσα, εκείνων των Ε.

Α. και Χ. Τ. με αριθ. …./4-3-2014 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, όλων ανεξαιρέτως των εκατέρωθεν μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενων εγγράφων [...] και των όσων οι διάδικοι συνομολογούν", χωρίς να κάνει ουδεμία αναφορά στην ως άνω 2102/7-3-2014 ένορκη βεβαίωση, που με επίκληση προσκομίσθηκε από το εναγόμενο σωματείο. Κατόπιν αυτού, καθίσταται εξαιρετικά αμφίβολο το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και αξιολόγησε και την εν λόγω ένορκη βεβαίωση, η οποία έπρεπε να μνημονεύεται ειδικώς, διότι δεν εμπίπτει στην κατηγορία των αποδεικτικών εγγράφων, το περιεχόμενο της οποίας, κατά την άποψη του εναγομένου, θα το οδηγούσε σε διαφορετική κρίση σε σχέση με την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας.

Είναι δε αδιάφορο εάν η ένορκη αυτή βεβαίωση, ως εκ του περιεχομένου της, απαράδεκτα λήφθηκε υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επειδή δόθηκε μετά το πέρας της επ' ακροατηρίου συζήτησης και δεν αφορούσε αντίκρουση ισχυρισμών, που προτάθηκαν παραδεκτά το πρώτον κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο η 2102/7-3-2014 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Μ. Κ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, την οποία το αναιρεσείον επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας προς απόδειξη των ισχυρισμών του, καθώς και ο τρίτος λόγος της αίτησης, κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την με επίκληση προσκομισθείσα ως άνω ένορκη βεβαίωση, και με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ.

γ' ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.

4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και ενόψει του ότι η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων αποβαίνει περιττή, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2400/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση. -Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Νοεμβρίου 2018. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 20η Νοεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ