Legislator Case Law & Legislation
1585/2017 AI generated

1585/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1585/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/5/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2367/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 584/2016 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

1585/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
proof of ownership real estate transaction seller as contracting party bidder at auction proof of indigence vendor's statutory lien
AI generated
696/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
297/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 02.04.1997 αγωγή της αρχικής αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 20/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 314/2002 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 05.09.2002 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1055/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θράκης.
1246/2025
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π.
956/2019
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
500/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1585 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1585/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Ε. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Δανιήλ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. συζύγου Ν. Μ., θυγατέρας Λ. Β., κατοίκου ..., 2) Δ. θυγατέρας Λ. Β., κατοίκου ..., οι οποίες παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου πληρεξούσιο δικηγόρου τους Μιλτιάδη Νικολόπουλου και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/5/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2367/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 584/2016 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/6/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη ...-7-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα 584/2016 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Με την απόφαση αυτή το Eφετείο συνεκδίκασε τις από 8-9-2014 και 7-10-2014 εφέσεις, αντιστοίχως, του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε αυτές τυπικά, ακολούθως απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση των τελευταίων (εναγομένων αναιρεσιβλήτων) και κατά παραδοχή κατ’ ουσίαν της εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την εφεσιβαλλόμενη 2367/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί κατά την τακτική διαδικασία ερήμην των εναγομένων.

Στη συνέχεια αφού κράτησε και δίκασε την από 21-5-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία ο πρώτος ζητούσε, κατά περιορισμό του αγωγικού του αιτήματος, α) την αναγνώριση της εικονικότητας των .../8-8-1986 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων της συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Β. - Κ., κατά το μέρος που με αυτά μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα και κατά το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου στην Έ.

Κ. το περιγραφόμενο σε αυτά ακίνητο και β) την αναγνώριση της υποχρεώσεως εκάστης των εναγομένων προς καταβολή σε αυτόν (ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα) του ποσού των 250.550 ευρώ, απέρριψε αυτήν (αγωγή), ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- Από τις διατάξεις των άρθρων 138 και 139 ΑΚ, οι οποίες ορίζουν, η μεν πρώτη ότι "Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη.

Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της", η δε δεύτερη ότι "Η εικονικότητα δεν βλάπτει εκείνον που συναλλάχθηκε αγνοώντας την", συνάγεται ότι σε περίπτωση εικονικότητας της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης κατά κυριότητα πράγματος, η οποία εικονικότητα αφορά στο πρόσωπο του αγοραστή, για να ισχύει η σύμβαση όχι για τον φαινομενικά εμφανιζόμενο ως αγοραστή, αλλά για το καλυπτόμενο από εκείνον πρόσωπο, ήτοι τον πραγματικό αγοραστή, απαιτείται γνώση και αντίστοιχη συμφωνία όλων των εμπλεκομένων, δηλαδή του πωλητή, του φαινομενικού αγοραστή και του πραγματικού αγοραστή, ότι η σύμβαση καταρτίζεται όχι με τον φαινομενικό αλλά με τον πραγματικό αγοραστή.

Όταν δε η εικονικότητα στη σύμβαση αναφέρεται στο πρόσωπο του αγοραστή, η σύμβαση είναι άκυρη και γι’ αυτό θεωρείται σαν να μην έγινε ως προς τον φαινομενικό αγοραστή, ισχύοντας αντίστοιχα για τον πραγματικό αγοραστή, η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180 ΑΚ και 68 και 70 ΚΠολΔ (ΑΠ 1063/2014).

Εξάλλου, οι επιδιώξεις των δικαιοπρακτούντων και τα ειδικότερα κίνητρα που τους ώθησαν να καταρτίσουν εικονική δικαιοπραξία δεν αποτελούν στοιχεία που πρέπει να αποδεικνύονται, προκειμένου το δικαστήριο να αποφανθεί ότι η δικαιοπραξία είναι εικονική, ενδεχομένως δε να αποτελέσουν επιχειρήματα τα οποία υποβοηθούν το δικαστήριο να συναγάγει το αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το αν η δήλωση των δικαιοπρακτούντων ήταν φαινομενική ή σοβαρή (ΑΠ 342/2014, ΑΠ 1247/2003).

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 696/2017).

Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τους προταθέντες ισχυρισμούς και τους απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο είτε ρητά είτε εκ του πράγματος με τις περί του αντιθέτου παραδοχές (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 844/2015, ΑΠ 148/2009). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 813/2017).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται α) ο κανόνας ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή η μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει (ΟλΑΠ 20/2005, 32/1996).

Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 57/1990). Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν την αγωγή του αναιρεσείοντος, για την απορριπτική δε αυτή κρίση του, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα εξής: "Από τις ένορκες καταθέσεις ......

αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Από το έτος 1981 ο ενάγων διατηρούσε ερωτική σχέση με τη μητέρα των εναγομένων, Έ. Κ., με την οποία συμβίωνε έως την 12-10-2005, οπότε η τελευταία απεβίωσε. Τρεις μήνες περίπου μετά το θάνατο της Έ. Κ. ο ενάγων αποχώρησε από την ευρισκόμενη στο ... διώροφη κατοικία, στην οποία διέμενε με την άνω σύντροφό του, όσο αυτή ζούσε, καθώς τούτος δεν δέχθηκε να συμμετέχει εξ ιδίων στις αναγκαίες δαπάνες της εν λόγω οικίας, πράγμα που του ζήτησε η θυγατέρα της αποβιώσασας, δεύτερη εναγόμενη, Δ.

Β., η οποία επίσης κατοικούσε στην ίδια διώροφη οικοδομή. Ακολούθως, οι εναγόμενες προέβησαν, ως μόνες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Έ. Κ., σε αποδοχή της κληρονομιάς της, κοινά αδιαίρετα και κατά ίση μοίρα η καθεμία, δυνάμει της υπ’ αρ. .../18-11-2008 πράξεως της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Σ. Θ. Κ. - Π., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του ...

στον τόμο …, με αυξ. .... Μεταξύ των κληρονομιαίων στοιχείων, που αποδέχθηκαν οι εναγόμενες, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμία, ήταν και το προαναφερόμενο ακίνητο στο ..., ήτοι ένα αστικό ακίνητο (αυτοτελές τμήμα οικοπέδου - κάθετη ιδιοκτησία μετά της επ’ αυτού διώροφης οικοδομής), που βρίσκεται μέσα στον Οικοδομικό Συνεταιρισμό "...", του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου (πρώην Κοινότητας) ..., πρώην Κοινότητας ... (άλλοτε της περιφέρειας ..., παλαιότερα της Κοινότητας ...

και πιο πριν ...), μέσα στο υπ’ ... οικοδομικό τετράγωνο (... ΟΤ) του άνω Οικοδομικού Συνεταιρισμού και επί της Λεωφόρου .... Ειδικότερα, το οικοπεδικό αυτό τμήμα φέρει τον ... του υπ’ ... οικοπέδου του υπ’ ... οικοδομικού τετραγώνου του άνω Συνεταιρισμού και έχει έκταση 837τμ. Εντός αυτού υπάρχει διώροφη οικοδομή, που αποτελείται από:

α) υπόγειο, το οποίο περιλαμβάνει ένα χώρο σταθμεύσεως 20 τμ, μια αποθήκη 9 τμ και ένα υπόγειο διαμέρισμα 38,78 τμ, β) ισόγειο όροφο - κατοικία 133,62τμ και γ) πρώτο όροφο - κατοικία 127,38τμ. Την ως άνω οικοπεδική έκταση μετά της υφισταμένης τότε εντός αυτής ημιτελούς διώροφης οικοδομής φέρεται να απέκτησε η μητέρα των εναγομένων, Έ.

Κ. ως ακολούθως: α) κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου με αγορά από την Α. χήρα Γ. Ι., το γένος Δ. και Μ. Μ., δυνάμει του υπ’ αρ. ...-8-1986 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Χ. Κ. Β. - Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου του τέως ... στον ..., με αυξ. ..., αντί τιμήματος 3.400.000 δραχμών και β) κατά το υπόλοιπο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου με αγορά από τους Α.

χήρα Γ. Ι., το γένος Δ. και Μ. Μ., Δ. Ι. του Γ., Β. Ι. του Γ. και Δ. Ι. του Γ., δυνάμει του υπ’ αρ. ...-8-1986 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Χ. Κ. Β. - Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου του τέως ... στον ..., με αυξ. ..., αντί τιμήματος 3.400.000 δραχμών. Σημειωτέον ότι στο συμβόλαιο αυτό από τους πωλητές, η μεν Δ.

Ι. εκπροσωπήθηκε, ως ανήλικη τότε, από την μητέρα της, Α. Ι., η οποία ασκούσε αποκλειστικά τη γονική μέριμνα στο πρόσωπό της, οι δε Β. και Δ. Ι. εκπροσωπήθηκαν από την ορισθείσα προς τούτο πληρεξούσια μητέρα τους, Α. Ι.. Έτσι, η τελευταία υπέγραψε το εν λόγω συμβόλαιο από την πλευρά των πωλητών ατομικά και για λογαριασμό των ανωτέρω τέκνων της.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, στη συνέχεια οι εναγόμενες μεταβίβασαν το προπεριγραφόμενο ακίνητο στις Π. Π., Μ. - Λ. Π. συζ. Π. Ζ. και Π. Ζ. δυνάμει του υπ’ αρ. .../9-4-2009 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Α. Φ. - Π., νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνος, στον ..., με αυξ ....

Ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή του ισχυρίζεται ότι, οι περιεχόμενες στα παραπάνω υπ’ αρ. .../1986 αγοραπωλητήρια συμβόλαια δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων ήταν κατά ένα μέρος εικονικές, ως προς το πρόσωπο της αγοράστριας, καθώς η αληθινή βούληση όλων των εμπλεκομένων σε αυτά, ήτοι των πωλητών, της αγοράστριας, αλλά και του ιδίου, ήταν πραγματικός αγοραστής του 1/2 εξ αδιαιρέτου του προπεριγραφέντος ακινήτου να είναι τούτος (ενάγων) και ως προς αυτόν να ισχύσουν οι συμβάσεις κατά το προαναφερόμενο ποσοστό της μεταβιβαζόμενης συγκυριότητας, καθώς όλοι οι παραπάνω είχαν συμφωνήσει για το θέμα αυτό.

Όμως, ουδόλως αποδείχθηκε ο ισχυρισμός αυτός του ενάγοντος. Ο μάρτυρας αποδείξεως, που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, ήτοι ο Β. Κ., φίλος του ενάγοντος κατέθεσε ό,τι τον πληροφόρησε ο τελευταίος, χωρίς να έχει ο ίδιος δική του αντίληψη για τα όσα κατέθεσε. Πέραν δε τούτου, ο μάρτυρας αυτός ουδεμία βεβαιότητα εξέφρασε για το αν η συμβαλλόμενη στα επίμαχα συμβόλαια από την πλευρά των πωλητών, Α.

χήρα Γ. Ι. γνώριζε για την εικονικότητα και είχε συμφωνήσει για αυτή, αλλά αντιθέτως στο θέμα αυτό αναφέρθηκε πιθανολογώντας, καταθέτοντας συγκεκριμένα ότι: "νομίζω ότι η πωλήτρια το γνώριζε". Περαιτέρω και η οικονομική κατάσταση του ενάγοντος, κατά το χρόνο που καταρτίστηκαν τα επίμαχα συμβόλαια, δεν ήταν τέτοια που να του επιτρέπει να καλύψει το ήμισυ του καταβληθέντος για την ανωτέρω αγορά τιμήματος, καθώς, όπως αποδείχθηκε, αυτός τότε δεν ασκούσε κάποια συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα, η ναυτιλιακή εταιρεία, στην οποία μετείχε είχε ήδη κλείσει και υπήρχαν σε εκκρεμότητα σημαντικές οφειλές προς το Ελληνικό Δημόσιο και το ΝΑΤ.

Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι αυτός είχε εισοδήματα ή τραπεζικές καταθέσεις στο όνομά του κατά τον κρίσιμο παραπάνω χρόνο της καταρτίσεως των υπ’ αρ. .../1986 συμβολαίων. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η Έ. Κ., αγόρασε στην πραγματικότητα το παραπάνω ακίνητο κατά πλήρη κυριότητα και οι σχετικές δηλώσεις των συμβαλλομένων στα δύο ως άνω συμβόλαια έγιναν στα σοβαρά και όχι φαινομενικά.

Ειδικότερα, η τελευταία, κατέβαλε ολόκληρο το τίμημα της εν λόγω αγοραπωλησίας, δεδομένου, άλλωστε, του ότι, κατά το χρόνο καταρτίσεως των επίμαχων συμβολαίων, αυτή διέθετε ικανά περιουσιακά στοιχεία, ήτοι: α) από την πώληση του ανήκοντος σε αυτή 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου στη θέση "...", στο ..., που έλαβε χώρα στις 29-7-1986, εισέπραξε 3.479.300 δραχμές, ποσό το οποίο χρησιμοποίησε για την αγορά του επίδικου ακινήτου, β) κατείχε το 20% της αλλοδαπής εταιρείας "...

LTD", η οποία δραστηριοποιείτο στην ... (πρώην ...) και είχε την αποκλειστικότητα στη διάθεση των προϊόντων της .... Επρόκειτο για ανθηρή επιχείρηση, αφού από την πώλησή της τον Σεπτέμβριο του 1986 η Έ. Κ. έλαβε περίπου 180.000 δολλάρια ΗΠΑ, γ) είχε στην πλήρη κυριότητά της γραφεία επί της ..., στην Αθήνα και συγκεκριμένα:

μια αποθήκη 23,64 τμ στο 1ο υπόγειο, δύο καταστήματα στο ισόγειο 57,96 τμ και 66,25 τμ, αντίστοιχα, γραφείο στον ημιόροφο 23,64 τμ, διαμέρισμα στον πρώτο όροφο 166,27 τμ, διαμέρισμα στον πέμπτο όροφο 166,27 τμ και διαμέρισμα στον έκτο όροφο (ρετιρέ) 137,20 τμ, η εκμίσθωση των οποίων σε τρίτους της απέφερε σημαντικά εισοδήματα.

Κατόπιν τούτων, αφού δεν αποδείχθηκε η εικονικότητα των υπ’ αρ. .../1986 συμβολαίων της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Χ. Κ. Β. - Κ. και συνακόλουθα, η συγκυριότητα του ενάγοντος, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, επί του περιφερόμενου στα συμβόλαια αυτά ακινήτου, ο τελευταίος δεν απέκτησε ποτέ τη δυνατότητα διεκδικήσεως του περιουσιακού αυτού στοιχείου, με αποτέλεσμα η περαιτέρω μεταβίβασή του από τις εναγόμενες σε τρίτους ουδεμία ζημία να του έχει προκαλέσει.

Συνεπώς, ο ενάγων δεν δικαιούται να λάβει την αιτούμενη με την υπό κρίση αγωγή αποζημίωση. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η από 21-5-2010 αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη.". Με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αιτήσεως ο αναιρεσείων προβάλει την αιτίαση από τον αρ. 8(β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Eφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του, που ενώπιόν του προέβαλε με τις προτάσεις του, με την αγωγή του και τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, από τους οποίους αποδεικνυόταν η επικαλούμενη από αυτόν πράγματι κυριότητα του ως άνω ακινήτου κατά το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου και η συνεπεία αυτού του γεγονότος εικονικότητα της αγοράς του με τα ανωτέρω αγοραπωλητήρια συμβόλαια κατά το ποσοστό αυτό (του 1/2 εξ αδιαιρέτου) από την δικαιοπάροχο των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων Έ.

Κ., πέραν εκείνου του επίσης 1/2 εξ αδιαιρέτου, που πράγματι περιήλθε κατά κυριότητα σε αυτήν και δη: α) ότι ήταν κοινή απόφαση αυτού και εκείνης, με την οποία από πενταετίας μέχρι της αγοράς του ακινήτου συμβίωνε, να αγοράσουν οικία για να στεγασθούν με τις εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες θυγατέρες της, β) ότι ήταν κοινή, για τον ίδιο παραπάνω σκοπό, απόφασή τους να αγοράσουν το εν λόγω ακίνητο με την υπάρχουσα σε αυτό ημιτελή οικία και να προβούν στην αποπεράτωσή της ώστε να καταστεί κατοικήσιμη, γ) ότι ήταν κοινή απόφασή τους να προβούν αμφότεροι σε επωφελή επένδυση των χρημάτων τους, δ) ότι αυτός και η ανωτέρω δικαιοπάροχος των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων είχαν συμφωνήσει ότι θα κατέβαλε μεν και ο ίδιος (αναιρεσείων) χρήματα για την αγορά του ακινήτου και την εν συνεχεία αποπεράτωση της οικίας, όμως η αγορά θα γινόταν στο όνομα της τελευταίας, καθ’ όσον κατά τον χρόνο αγοράς του ακινήτου αυτού δεν ήθελε αυτός (αναιρεσείων) να εμφανίζεται ότι έχει στην κυριότητά του περιουσιακά στοιχεία δεκτικά της ικανοποίησης αξιώσεων το μεν των δανειστών της ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "...

Co S.A.", της οποίας είχε διατελέσει νόμιμος εκπρόσωπος και η οποία είχε δημιουργήσει διάφορες δικαστικές διενέξεις, το δε αξιώσεων της Δ.Ο.Υ. πλοίων και του Ν.Α.Τ. το οποίο διεκδικούσε από αυτόν το ποσό των 100.000 δολλαρίων ΗΠΑ, ε) ότι είχε διαδραματίσει επωφελή ρόλο κατά την πώληση εργοστασίου της οικογένειας Κ.

στην ... και στ) ότι σε υλοποίηση των ανωτέρω συμφωνιών αυτού και της δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτων κατέβαλε το ποσό των 7.000.000 δραχμών, ήτοι το ήμισυ του εκ 14.000.000 δραχμών τιμήματος της αγοράς του εν λόγω ακινήτου και επί πλέον υποβλήθηκε στην δαπάνη ποσού 31.500.000 δραχμών, για την αποπεράτωση της ημιτελούς οικοδομής του αγορασθέντος ακινήτου, η δαπάνη της οποίας ανήλθε σε 63.000.000 δραχμές και κατά το υπόλοιπο καταβλήθηκε από την δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων.

Περαιτέρω, με τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, επίσης από τον αρ. 8(β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του το Εφετείο δεν έλαβε υπ’ όψη του τον ισχυρισμό του, ότι ανεξάρτητα από το ποιος κατέβαλε το τίμημα της αγοράς του εν λόγω ακινήτου η βούληση αυτού και της αγοράστριας του ακινήτου Έ.

Κ., ενόψει του ψυχικού και του συναισθηματικού δεσμού που τους συνέδεε, ήταν το αγορασθέν ακίνητο να ανήκει κοινά και αδιαίρετα και κατ’ ισομοιρία στον ίδιο και σε εκείνη, Τέλος, με τον πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ομοίως, από τον αρ. 8(β) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του, ότι κατά τον χρόνο κατάρτισης της αγοράς του εν λόγω ακινήτου με τα παραπάνω φερόμενα ως εικονικά συμβόλαια και εν συνεχεία αποπεράτωσης της υπάρχουσας σε αυτό (ακίνητο) ημιτελούς οικοδομής, ήταν οικονομικά ευκατάστατος και διέθετε εισοδήματα και τραπεζικές καταθέσεις στο εξωτερικό, ότι η διαμάχη του με την ...

και το Ν.Α.Τ. αποτελούσε τον λόγο για τον οποίον δεν επιθυμούσε να φαίνεται ότι διαθέτει περιουσιακά στοιχεία και επομένως και το εν λόγω ακίνητο κατά το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου και τούτο προς προστασία της περιουσίας του από κατασχέσεις και πλειστηριασμούς, ότι η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Έ.

Κ. είχε συμφωνήσει στην εικονική αυτή μεταβίβαση (του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου) προκειμένου να αντιμετωπίσει ευκολότερα το αρνητικό κλίμα που είχε δημιουργηθεί από τον πρώην σύζυγό της και πρόσωπα του οικογενειακού της περιβάλλοντος ως προς το πρόσωπό του εξ αφορμής της πωλήσεως εργοστασίου της οικογένειάς της από τον ίδιο, της διευθετήσεως υποθέσεως απάτης και υφαρπαγής καταθέσεων από τραπεζικούς λογαριασμούς στο εξωτερικό.

Υπό το ανωτέρω περιεχόμενό τους οι παραπάνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προαναφερόμενη έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά συνιστούν επιδιώξεις των δικαιοπρακτούντων και ειδικότερα κίνητρα που, κατά τους ισχυρισμούς του, ώθησα την δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Έ.

Κ. να καταρτίσει την επικαλούμενη από αυτόν, ως εικονική, δικαιοπραξία, επομένως συνιστούν επιχειρήματα αυτού (αναιρεσείοντος) και όχι στοιχεία που πρέπει να αποδεικνύονται, προκειμένου το δικαστήριο να αποφανθεί ότι η δικαιοπραξία αυτή είναι εικονική. Επομένως, οι ανωτέρω λόγοι της αίτησης είναι απαράδεκτοι.

Σε κάθε δε περίπτωση αβασίμως προβάλλονται. Τούτο, διότι οι ισχυρισμοί αυτοί του αναιρεσείοντος απερρίφθησαν με την προσβαλλομένη απόφαση με τις προαναφερόμενες περί του αντιθέτου παραδοχές του Εφετείου, ότι, από την αναιρετικά ανέλεγκτη υπ’ αυτού εκτίμηση των αποδείξεων, αποδείχθηκε, ότι η οικονομική κατάσταση του ενάγοντος, κατά το χρόνο που καταρτίστηκαν τα επίμαχα συμβόλαια, δεν ήταν τέτοια που να του επιτρέπει να καλύψει το ήμισυ του καταβληθέντος για την ανωτέρω αγορά τιμήματος, καθώς, όπως αποδείχθηκε, αυτός τότε δεν ασκούσε κάποια συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα, η ναυτιλιακή εταιρεία, στην οποία μετείχε είχε ήδη κλείσει και υπήρχαν σε εκκρεμότητα σημαντικές οφειλές προς το Ελληνικό Δημόσιο και το ΝΑΤ, ούτε (αποδείχθηκε) ότι αυτός είχε εισοδήματα ή τραπεζικές καταθέσεις στο όνομά του κατά τον κρίσιμο παραπάνω χρόνο της καταρτίσεως των .../1986 συμβολαίων, ενώ αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η Έ.

Κ., αγόρασε στην πραγματικότητα το παραπάνω ακίνητο κατά πλήρη κυριότητα και οι σχετικές δηλώσεις των συμβαλλομένων στα δύο ως άνω συμβόλαια έγιναν στα σοβαρά και όχι φαινομενικά, ότι ειδικότερα, η τελευταία, κατέβαλε ολόκληρο το τίμημα της εν λόγω αγοραπωλησίας, δεδομένου, άλλωστε, του ότι, κατά το χρόνο καταρτίσεως των επίμαχων συμβολαίων, αυτή διέθετε ικανά περιουσιακά στοιχεία, ήτοι:

α) από την πώληση του ανήκοντος σε αυτή 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου στη θέση "...", στο ..., που έλαβε χώρα στις 29-7-1986, εισέπραξε 3.479.300 δραχμές, ποσό το οποίο χρησιμοποίησε για την αγορά του επίδικου ακινήτου, β) κατείχε το 20% της αλλοδαπής εταιρείας "... LTD", η οποία δραστηριοποιείτο στην ... (πρώην ...) και είχε την αποκλειστικότητα στη διάθεση των προϊόντων της ....

Επρόκειτο για ανθηρή επιχείρηση, αφού από την πώλησή της τον Σεπτέμβριο του 1986 η Έ. Κ. έλαβε περίπου 180.000 δολλάρια ΗΠΑ, γ) είχε στην πλήρη κυριότητά της γραφεία επί της ..., στην Αθήνα και συγκεκριμένα: μια αποθήκη 23,64 τμ στο 1ο υπόγειο, δύο καταστήματα στο ισόγειο 57,96 τμ και 66,25 τμ, αντίστοιχα, γραφείο στον ημιόροφο 23,64 τμ, διαμέρισμα στον πρώτο όροφο 166,27 τμ, διαμέρισμα στον πέμπτο όροφο 166,27 τμ και διαμέρισμα στον έκτο όροφο (ρετιρέ) 137,20 τμ, η εκμίσθωση των οποίων σε τρίτους της απέφερε σημαντικά εισοδήματα.

Περαιτέρω με τους πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, δεύτερο κατά το δεύτερο μέρος και πέμπτο κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους της αίτησης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη πλημμέλειες από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του δεν διέλαβε, άλλως διέλαβε ανεπαρκείς άλλως αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τους αποδεικνυόμενους από τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε ισχυρισμούς του:

α) ότι δεν ήταν πένης αλλά ευκατάστατος, διέθετε εισοδήματα και τραπεζικές καταθέσεις του τόσο κατά το χρόνο κατάρτισης της φερόμενης ως εικονικής δικαιοπραξίας όσο και κατά το διάστημα της αποπεράτωσης της ημιτελούς οικοδομής που υπήρχε στο αγορασθέν ακίνητο, β) περί της ύπαρξης της επιθυμίας του, λόγω των οικονομικών διενέξεών του με το ΝΑΤ και την ..., να μη φαίνεται ο ίδιος ως αγοραστής κατά τον χρόνο κατάρτισης της εν λόγω φερόμενης, ως εικονικής δικαιοπραξίας του εν λόγω ακινήτου και να αποκτήσει έτσι αυτό κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου και επ’ ονόματί του, γ) περί της βούλησης αυτού και της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Έ.

Κ., να αποκτήσουν το εν λόγω ακίνητο κατά συγκυριότητα κατά το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ανεξάρτητα από την κάλυψη του κόστους αγοράς του και αποπεράτωσης της οικοδομής του, δ) περί της κοινής αυτού και της ανωτέρω Έ. Κ. πορείας στη ζωή και της απόλυτης ψυχικής και συναισθηματικής ταύτισής τους, ε) περί της καταβολής από αυτόν του ημίσεως τόσον του τιμήματος αγοράς του ακινήτου όσον και της αποπεράτωσης της ημιτελούς οικοδομής του και στ) ότι η δικαιοπάροχος των αναιρεσίβλητων για προσωπικούς της λόγους και προκειμένου να αντιμετωπίσει ευκολότερα το αρνητικό κλίμα που δημιουργήθηκε σε βάρος του από την πώληση του εργοστασίου της οικογένειάς της, στην είχε συμφωνήσει στην εν λόγω εικονική απόκτηση του ως άνω ακινήτου.

Υπό τις αμέσως όμως προαναφερόμενες παραδοχές και επί πλέον υπό εκείνη (παραδοχή) ότι η συμβαλλόμενη στα επίμαχα συμβόλαια από την πλευρά των πωλητών, Α. χήρα Γ. Ι. δεν αποδείχθηκε ότι γνώριζε για την εικονικότητα και είχε συμφωνήσει για αυτή, με βάση τις οποίες (παραδοχές) οδηγήθηκε στην απορριπτική της αγωγής του αναιρεσείοντος κρίση του, το Εφετείο διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες για την μη ύπαρξη της επικαλούμενης από τον τελευταίο εικονικότητας της εν λόγω συμβάσεως πωλήσεως, με συνέπεια να καθίσταται εφικτός ο ακυρωτικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά, στις διατάξεις των άρθρων 138 και 139 ΑΚ.

Επομένως, τα αντίθετα που, με τους παραπάνω λόγους της αίτησης ισχυρίζεται ο αναιρεσείων είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει ειδική αιτιολογία για την απόρριψη των προαναφερομένων ισχυρισμών του αναιρεσείοντος μεταξύ των οποίων και εκείνου ότι συμμετείχε κατά το ήμισυ στην μετά την κατάρτισή της εν λόγω σύμβασης πώλησης δαπάνη αποπεράτωσης της οικίας που βρισκόταν στο αγορασθέν ακίνητο, αφού, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν στοιχεία της βάσεως της αγωγής του που πρέπει να αποδειχθούν, αλλά αποτελούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς επιστήριξη του ισχυρισμού του περί της εικονικότητας της εν λόγω δικαιοπραξίας.

Συνεπώς, οι αυτοί ως άνω λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτοι (ΑΠ 353/2017). Εξ άλλου ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει ποιες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλομένης, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει. Ως εκ τούτου η αιτίαση αυτή είναι αόριστη και εξ αυτού του λόγου απαράδεκτη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να κάνει ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αναμφίβολο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στην περίπτωση που οι αντίδικοι είναι πλείονες, ακόμη και αν μεταξύ τους υπάρχει απλή και όχι αναγκαστική ομοδικία, πρέπει να κλητευθούν όλοι, εκτός αν τα με την ένορκη βεβαίωση εκτιθέμενα αρμόζουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο ορισμένου από τους ομοδίκους. Διαφορετικά η ένορκη βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε και έναντι εκείνου που τυχόν κλητεύθηκε να παραστεί.

Ο λόγος είναι ότι αν τα αναφερόμενα στην ένορκη βεβαίωση περιστατικά αφορούν τα στοιχεία της αξίωσης, τα οποία είναι κοινά για όλους τους ομοδίκους, κατ’ ανάγκην, εφόσον και επί απλής ομοδικίας η διαδικασία διεξάγεται ενιαίως, ή θα ληφθούν αυτά υπόψη για την απόδειξη της ύπαρξης της αξίωσης ή δεν θα ληφθούν (ΑΠ 1744/2009).

Η παράβαση της υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του αριθ. 11(γ) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε με τις προτάσεις του προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης.

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 931/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε (κατά το μέρος που αναιρετικά ενδιαφέρει εν προκειμένω) τα εξής: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, Β. Κ. του Π. και Λ. - Ι. Τ. του Δ. ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως, ......

από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τις εναγόμενες και ήδη εφεσίβλητες -εκκαλούσες υπ’ αρ...9-9-2015 ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, με επιμέλεια των τελευταίων, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος - εφεσίβλητου, όπως τούτο αποδεικνύεται από την υπ’ αριθμ. ...-9-2015 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Α.

Ν. (δεν λαμβάνονται υπόψη οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα - εφεσίβλητο υπ’ αρ. ...//2-8-2010 ένορκες βεβαιώσεις στον Ειρηνοδίκη Αθηνών, διότι δεν αποδείχθηκε ότι προηγήθηκε για αυτές νόμιμη κλήτευση της πρώτης των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων - εκκαλουσών, Μ. συζ. Ν.

Μ., θυγ. Λ. Β., καθόσον ο ενάγων και ήδη εκκαλών - εφεσίβλητος, αν και επικαλέστηκε με τις προτάσεις, που υπέβαλε στο Δικαστήριο αυτό, για τη νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων του στη διενέργεια των παραπάνω ενόρκων βεβαιώσεων τις υπ’ αρ. .../23-7-2010 και .../22-7-2010 εκθέσεις επιδόσεως της από 21-5-2010 κρινόμενης αγωγής του στις εναγόμενες, με κλήση για παράστασή τους στις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Κ.

Λ., δεν τις προσκόμισε, ενώ από την πλευρά των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων - εκκαλουσών προσκομίστηκε στο παρόν Δικαστήριο μόνο το αντίγραφο της παραπάνω αγωγής με τη σχετική κλήση, που επιδόθηκε, στις 22-7-2010, στην δεύτερη αυτών, Δ. θυγ. Λ. Β. και όχι και εκείνο που επιδόθηκε στην πρώτη εναγόμενη Μ. συζ. Ν.

Μ., θυγ. Λ. Β., καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ...".

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης, από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο απέρριψε την αγωγή του, παρά την διαβεβαίωσή του στην προσβαλλομένη απόφαση ότι έλαβε υπ’ όψη του όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκε με τις ενώπιόν του προτάσεις του και προσκόμισε, μεταξύ των οποίων και:

πενήντα τρείς (53) Δηλώσεις της Τράπεζας ... (...) 2) εκτύπωση από διαδικτυακή σελίδα των ισοτιμιών δολαρίου Η.Π.Α. και δραχμής περιόδου 1985 έως 1990. 3) δέκα έξι (16) Γραμμάτια Αναλήψεως της Τράπεζας ... (...). 4) αντίγραφο του από 8.6.1984 και με αριθμό ... Πιστοποιητικού της Γενικής Προξένου του Παναμά στην Αθήνα, 5) αντίγραφο του από 24.2.1988 Οικονομικού Πιστοποιητικού, 6) αντίγραφο της από 31.3.1988 Ενημερωτικής Επιστολής του Τμήματος ...

της Τράπεζας ..., με έδρα το ..., 7) αντίγραφο της από 16.6.1989 Ενημερωτικής Επιστολής του Τμήματος ... της Τράπεζας ..., με έδρα το ..., 8) αντίγραφο της από 17.7.1989 Ενημερωτικής Επιστολής του Τμήματος ... της Τράπεζας ..., με έδρα το ..., 9) αντίγραφο της από 18.8.1989 Ενημερωτικής Επιστολής του Τμήματος ... της Τράπεζας ..., με έδρα το ..., 10) αντίγραφο της από 19.9.1989 Ενημερωτικής Επιστολής του Τμήματος ...

της Τράπεζας ..., με έδρα το ..., 11) αντίγραφο της από 20.10.1989 Ενημερωτικής Επιστολής του Τμήματος ... της Τράπεζας ..., με έδρα το ..., 12) αντίγραφο της από 22.11.1989 Ενημερωτικής Επιστολής του Τμήματος ... της Τράπεζας ..., με έδρα το ..., 13) αντίγραφο της από 19.12.1989 Ενημερωτικής Επιστολής του Τμήματος ... της Τράπεζας ..., με έδρα το ..., 14) αντίγραφο της από 19.1.1990 Ενημερωτικής Επιστολής του Τμήματος ...

της Τράπεζας ..., με έδρα το ..., 15) πέντε (5) απλά μπλόκ αποδείξεων πληρωμής υπό την ένδειξη A. Β, Ε, Δ και Ε, πενήντα λευκών φύλλων το καθένα πλέον πενήντα ροζ στελεχών 16) αντίγραφο της από 31.7.1978 Επιστολής της συντρόφου του Έ. Κ., απευθυνόμενης προς αυτόν (αναιρεσείοντα), 17) αντίγραφο της από 16.8.1978 Επιστολής της συντρόφου μου Έ.

Κ., απευθυνόμενης προς εμένα 18) ακριβές - Επικυρωμένο - Αντίγραφο του με αριθμό ... και από 14.5.1986 Πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Χ. Σ. 19) επικυρωμένο αντίγραφο της με αριθμό ... και από 19.5.1986 επίσημης μετάφρασης του ανωτέρω πληρεξουσίου από το Υπουργείο Εξωτερικών, 20) αντίγραφο της με αριθμό ... και από 4.6.1984 Άδειας Παραμονής την οποία του χορήγησε το κράτος της Ενωμένης Δημοκρατίας της ...ς 21) αντίγραφο της από 27.8.1984 Επιστολής του κ.

F., Περιφερειακού Διευθυντή της ..., απευθυνόμενη προς αυτόν, 22) αντίγραφο της από 28.8.1984 Επιστολής του κ. F., Περιφερειακού Διευθυντή της ..., 23) αντίγραφο της από 6.5.1985 Επιστολής του F., Περιφερειακού Διευθυντή της ..., 24) αντίγραφο της από 21.5.1985 επιστολής του υπό την ιδιότητά μου του Γενικού Διευθυντή της εταιρείας με την επωνυμία "...

LTD" 25) αντίγραφο δεύτερης (σχετικής με την ως άνω) από 21.5.1985 επιστολής προς τον ως άνω κ. F., 26) αντίγραφο της από 4.6.1985 επιστολής μου προς τον κ. G., Προέδρου του Δ.Σ. της ..., 27) αντίγραφο της από 4.6.1985 επιστολής μου προς τον κ. Y., Διευθυντή της ..., υπό την ιδιότητά μου του Γενικού Διευθυντή της εταιρείας με την επωνυμία "...

LTD", 28) αντίγραφο της από 28.6.1985 Επιστολής του κ. H., Προέδρου του Ομίλου της ...., 29) σειρά εννέα (9) σχετικών τηλεγραφημάτων περιόδου Μαΐου - Ιουνίου 1985 και 30) αντίγραφο της από 4.2.1987 Μηνύσεως της Δ. χήρας Ε. Κ. κατά της Ε. Κ., συζ. Δ. Κ. και Δ. Κ., για το αδίκημα της κακουργηματικής απάτης και υπεξαίρεσης, στην οποία η Έ.

ήταν μάρτυρας κατηγορίας, εν τούτοις (ισχυρίζεται περαιτέρω ο αναιρεσείων) δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι πράγματι έλαβε αυτά υπόψη του και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα παραπάνω έγγραφα και τούτο γιατί δεν κάνει καμιά απολύτως μνεία ή σχολιασμό στην προσβαλλομένη απόφαση των εγγράφων αυτών, από τα οποία, όπως περαιτέρω ισχυρίζεται, προκύπτει η ικανή οικονομική του επιφάνεια, η συμμετοχή του στις δαπάνες αγοράς του ακινήτου και ιδίως στις δαπάνες αποπερατώσεως της υπάρχουσας σε αυτό οικοδομής, και της κοινής ψυχικής και συναισθηματικής πορείας αυτού και της Έ.

Κ., όπως αντιθέτως έπραξε με άλλα αποδεικτικά μέσα. Όμως, από τη βεβαίωση της προσβαλλομένης ότι για το αποδεικτικό της πόρισμα έλαβε υπόψη της όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, αλλά και το εν γένει περιεχόμενο του αιτιολογικού αυτής, στο οποίο γίνεται ρητή αναφορά ότι κατά τον χρόνο κατάρτισης της εν λόγω συμβάσεως πωλήσεως ο αναιρεσείων δεν ασκούσε συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα, ότι η ναυτιλιακή εταιρεία του είχε κλείσει, ότι υπήρχαν σε εκκρεμότητα σημαντικές οφειλές του προς το Ελληνικό Δημόσιο και το ΝΑΤ και ότι δεν αποδείχθηκε ότι είχε εισοδήματα ή τραπεζικές καταθέσεις στο όνομά του, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του και τα ανωτέρω έγγραφα, εξάγοντας το αποδεικτικό πόρισμά του ότι από το συνδυασμό αυτών προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνυόταν η επικαλούμενη από αυτόν εικονικότητα.

Δεν είχε δε υποχρέωση το Εφετείο να προβεί σε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Ούτε από το ότι το δικαστήριο της ουσίας μνημονεύει και εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, καθίσταται αμφίβολο αν συνεκτιμήθηκαν και αυτά τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων.

Επομένως, ο τρίτος αυτός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης κατ’ αμφότερα τα μέρη του, ο αναιρεσείων πλήττει στην προσβαλλομένη απόφαση με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα τις ... από 2-8-2010 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ή έστω μόνον ως προς την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Δ.

θυγ. Λ. Β., τις οποίες με τις προτάσεις στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο Εφετείο νόμιμα με επίκληση προσκόμισε, με την αιτιολογία, ότι αν και επικαλέσθηκε αυτές με τις υποβληθείσες προτάσεις του για την απόδειξη της νόμιμης κλήτευσης των αντιδίκων του προς παράστασή τους κατά τη λήψη τους τις υπ’ αριθμ. ...’ /23-7-2010 και ...’ /22-7-2010 εκθέσεις επίδοσης της σχετικής κλήσης του στις εναγόμενες - αναιρεσίβλητες, δεν προσκόμισε τις εκθέσεις αυτές επίδοσης, ενώ εκ μέρους των εναγομένων εφεσιβλήτων και εκκαλουσών, ήδη δε αναιρεσίβλητων, προσκομίσθηκε μόνον αντίγραφο της ανωτέρω αγωγής με τη περιεχόμενη σ’ αυτό σχετική κλήση που επιδόθηκε στις 22-7-2010 στην δεύτερη αυτών Δ.

Β. και όχι και εκείνο (αντίγραφο της ανωτέρω αγωγής με την σχετική κλήση) που επιδόθηκε στην πρώτη αυτών Μ. συζ. Ν. Μ.. Ο λόγος αυτός, κατ’ αμφότερα τα σκέλη του, είναι απαράδεκτος ως αόριστος, γιατί ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει το περιεχόμενο των εν λόγω ενόρκων βεβαιώσεων, ουδέ καθορίζει τον συγκεκριμένο ουσιώδη ισχυρισμό του, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και τους λόγους για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ως προς αμφότερες τις αναιρεσίβλητες ή μόνον ως προς την δεύτερη αυτών.- Εν όψει όλων των προαναφερομένων, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέβαλε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί ο τελευταίος (αναιρεσείων) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).-.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-6-2016 αίτηση του Ν. Ε. του Κ., για αναίρεση της 584/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου