Supreme Court allows appeal against labor contract termination, remanding case for retrial and ordering restitution of damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's request to annul the second-instance judgment regarding a labor dispute. The court found the lower court failed to clearly establish the facts necessary to apply the relevant labor laws, rendering the appeal admissible under Article 559 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the case was remanded for retrial before a different panel, and the appellant was ordered to receive 8,500 euros in damages plus interest.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 and 3 of Law 2112/1920; Article 2, paragraphs 3 of Decree-Law 16/18-7-1920; Articles 2, 4 and 5 of Law 3198/1955; Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure: When a court fails to clearly establish the facts required by law for applying specific labor provisions, the appeal is admissible, and the case must be remanded for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1585 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1585/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:... κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζωητό.
Της αναιρεσίβλητης: ..., κατοίκου ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Καρακατσάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 927/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 8529/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 17-1-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 12-5-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των υπό στοιχ. 1β, 2, 3 και 4 λόγων της ενδίκου αιτήσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 περ. 8 Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση είναι αναιρετέα, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.Στην προκειμένη περίπτωση, με τον υπό στοιχ. 1α λόγο της ένδικης αίτησης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το εφετείο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα, με την έφεσή της και συγκεκριμένα ότι εξήτασε την βάση της αγωγής, την οποία έκανε, τελικά, αποδεκτή, στηριζομένη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον αφορά την επίδικη καταγγελία, ενώ τέτοιος λόγος εφέσεως δεν είχε προβληθεί. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση τόσο της απόφασης όσο και του δικογράφου της εφέσεως, το εφετείο, αφού δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε, με το να απορρίψει την αγωγή, ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και προέβη στην έρευνα του βασίμου της αγωγής, όπως με την έφεση ζήτησε η αναιρεσείουσα και, συνεπώς, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 Ν. 2112|1920, 2 παρ 3 του Β.Δ. 16|18-7-1920 και 2,4 και 5 του Ν. 3198|1955, προκύπτει ότι, προκειμένου περί εργαζομένων, οι οποίοι έχουν προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου,καθιερώνεται υπέρ του εργοδότη στάδιο δοκιμασίας του εργαζομένου δύο (2) μηνών, εντός του οποίου ο εργοδότης μπορεί να απολύσει τον εργαζόμενο, χωρίς έγγραφη καταγγελία και χωρίς υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως.Περαιτέρω, από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955, προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου.
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ` υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.
Καταχρηστική απόλυση εργαζομένου μπορεί να υπάρξει και στην περίπτωση,που δεν έχει συμπληρωθεί ακόμη δίμηνο, από την πρόσληψη του εργαζομένου, εφόσον συντρέχουν οι από το άρθρο 281 Α.Κ. τιθέμενες προϋποθέσεις, εφόσον, ναι μεν δεν υποχρεούται, όπως αναφέρθηκε, να τηρήσει ο εργοδότης τις διατάξεις του των Ν. 2112|1920 και 3198|1955, για το νόμιμο της καταγγελίας ,ήτοι έγγραφη καταγγελία και καταβολή αποζημιώσεως.
πλην η απόλυση του εργαζομένου και στο στάδιο ακόμη της δοκιμασίας, συνιστά άσκηση δικαιώματος, η οποία, για να είναι σύννομη, δεν πρέπει να έρχεται σε προφανή αντίθεση με τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, συνεκτιμωμένου, βεβαίως, προς σχηματισμό της σχετικής κρίσεως και του γεγονότος, ότι το χρονικό αυτό διάστημα, θεωρείται, όπως αναφέρθηκε, ως χρόνος δοκιμασίας του εργαζομένου και γι' αυτό, άλλωστε, παρέχεται στον εργοδότη η δυνατότητα καταγγελίας της συμβάσεως, μέσα σ' αυτό, χωρίς καταβολή αποζημιώσεως και χωρίς την τήρηση εγγράφου τύπου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3198|1955, "πάσα αξίωσις μισθωτού, πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας, τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας". Η προθεσμία αυτή αρχίζει από την, με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και προφορικά, ανακοίνωση από τον εργοδότη προς τον εργαζόμενο της βουλήσεως αυτού, για τη λύση της σχέσεως και όχι μόνον από την επίδοση σ' αυτόν εγγράφου καταγγελίας ή την καταβολή της αποζημιώσεως.
Σε περίπτωση, εξάλλου, σιωπηρής ή προφορικής καταγγελίας, η τρίμηνη αποκλειστική αυτή προθεσμία αρχίζει από τότε, που ο εργοδότης έπαυσε να δέχεται τις υπηρεσίες, που πρόσφερε ο μισθωτός με τον προσήκοντα τρόπο και η βούλησή του να λύσει τη σχέση εργασίας έγινε αντιληπτή με οποιονδήποτε τρόπο στον μισθωτό.
Όταν, όμως, πρόκειται για απόλυση, που έγινε με προειδοποίηση, τότε η τρίμηνη αυτή αποκλειστική προθεσμία αρχίζει από την ημέρα, που λήγει η προθεσμία της προειδοποίησης.Περαιτέρω,κατά το άρθρο 559 περ. 19 Κ.Πολ. Δικ., επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση εν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα,που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Συντρέχει περίπτωση ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν τα περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο δεν είναι ικανά, για να ελεγχθεί, αν μπορούν να συγκροτήσουν την έννομη σχέση,την οποία στηρίζει το διατακτικό. Η έλλειψη αυτή υπάρχει και όταν το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται ενδοιαστικά και όχι με βεβαιότητα.
Εξάλλου, αντίφαση στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν δεν προκύπτει με σαφήνεια από την απόφαση, ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε, σε συνδυασμό και με το διατακτικό, να κριθεί, περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία, για την εφαρμογή της διατάξεως, που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του,ως αποδειχθέντα τα εξής:
Ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε η από 3-11-2004 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρονου, με βάση την οποία η ενάγουσα θα παρείχε τις υπηρεσίες της, ως γυμνάστρια, ασκώντας και τα καθήκοντα της διευθύντριας στην επιχείρηση γυμναστηρίου,που διατηρούσε ο εναγόμενος, με την επωνυμία " "...", στην ..., στην ..., αντί μισθού 1000 ευρώ το μήνα.
Ότι, "περί τέλος του Νοεμβρίου 2004, λόγω διαφωνιών, που ανέκυψαν μεταξύ των διαδίκων,ήτοι μεταξύ της ενάγουσας, με την ιδιότητα της υπεύθυνης του γυμναστηρίου και του εναγομένου, ως ιδιοκτήτη της εν λόγω επιχείρησης, σχετικά με το εάν ήταν αναγκαία η προσαγωγή ιατρικού πιστοποιητικού από τους πελάτες της επιχείρησης, ο εναγόμενος αξίωσε από την ενάγουσα ν' αποδεχθεί να μην έχει πλέον την ιδιότητα της διευθύντριας του γυμναστηρίου και επί πλέον να μειωθεί ο μισθός της στο ύψος των 700 ευρώ, πρόταση την οποία απέκρουσε η ενάγουσα.
Την πρόταση αυτή επανέλαβε ο εναγόμενος στις 7-12-04, οπότε εκ νέου η ενάγουσα απέκρουσε αυτή και ο εναγόμενος τότε απέκρουσε την παροχή των υπηρεσιών της. Ακολούθως η ενάγουσα προσέφυγε την ίδια ημέρα στην Επιθεώρηση Εργασίας, καταγγέλουσα τον εναγόμενο για μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης και για μη προσήκουσα αποδοχή της εργασίας της.
Μετά τις προεκτιθέμενες ενέργειες της ενάγουσας ο εναγόμενος προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας στις 9.12.2004 (βλ. το από 9.12.2004 έγγραφο καταγγελίας) την οποία καταγγελία κοινοποίησε στην ενάγουσα στις 15.12.2004 (βλ. μ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...), χωρίς να της καταβάλει αποζημίωση, καθότι δεν υποχρεούται στην καταβολή αποζημίωσης, εφόσον δεν είχε συμπληρώσει η ενάγουσα δίμηνη υπηρεσία στον εναγόμενο (αρ. 1 ν. 2112/1920).
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα επιδεικνύουσα μη προσήκουσα συμπεριφορά δημιουργούσε προβλήματα στη συνεργασία με τον εναγόμενο η με τους υπόλοιπους υπαλλήλους, τα αορίστως δε υποστηριζόμενα από το μάρτυρα του εναγομένου, περί έλλειψης πνεύματος συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, δεν είναι ικανά να στηρίξουν αντίθετη κρίση.
Έτσι ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η αιτία της καταγγελίας υπήρξε η συνεπεία της συμπεριφοράς, της ενάγουσας έλλειψη πνεύματος συνεργασίας δεν είναι βάσιμος. Μετά τα ως άνω προκύπτει ότι ο εναγόμενος οδηγήθηκε στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ λόγων εκδίκησης, συναίσθημα που προκλήθηκε από την δυσάρεστη σ' αυτόν άρνηση της ενάγουσας ν' αποδεχθεί την πρόταση του για μείωση των αποδοχών της και για μεταβολή των καθηκόντων της, ήτοι περί μη ασκήσεως πλέον των καθηκόντων της δ/ντριας.
Το ως άνω συναίσθημα επετάθηκε με την προσφυγή της ενάγουσας στην Επιθεώρηση Εργασίας όπου κατήγγειλε την επιδιωκόμενη από τον εναγομένο βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της. Με βάση τις ως άνω διαπιστώσεις πρέπει να γίνει δεκτό ότι η επίμαχη καταγγελία υπερβαίνει τα αξιολογικά όρια, που σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ως εκ τούτου είναι άκυρη η καταγγελία και θεωρείται σαν να μην έγινε.
Η ως άνω καταγγελία υλοποιήθηκε με την επίδοση του σχετικού εγγράφου της στην ενάγουσα". Περαιτέρω το εφετείο δέχθηκε ότι "από το γεγονός ότι η ενάγουσα στην ένδικη αγωγή της εκθέτει ότι ο εναγόμενος στην αντίδραση της για μείωση των αποδοχών της και αφαίρεση των καθηκόντων της ως δ/ντριας του γυμναστηρίου της ζήτησε να υπογράψει ενώπιον του την απόλυσή της, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, ότι αυτή δεν δέχθηκε κάτι τέτοιο και τότε ο εναγόμενος την έδιωξε από την επιχείρησή του, προσβάλλονάς την με τη φράση "να χαθείς", δεν προκύπτει βούληση του εναγομένου για καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας την ημέρα εκείνη, διότι η φράση "να πας να χαθείς", αληθής υποτιθέμενη δηλώνει την απαξίωση στο πρόσωπο της ενάγουσας και όχι την καταγγελία της σύμβασης, από μόνη δε την άρνηση της αποδοχής των υπηρεσιών της ενάγουσας δεν συνάγεται σαφώς βούληση του εναγομένου για καταγγελία της σύμβασης εργασίας κατά την προεκτιθέμενη ημέρα.
Εάν δε η βούληση του εναγομένου την δεδομένη ως άνω χρονική στιγμή ήταν να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, θα μπορούσε να το πράξει, όπως έκανε μετά από δύο (2) ημέρες με την από 9.12.2004 καταγγελία, της σύμβασης εργασίας, το ότι δε αυτός θεωρούσε ενεργό τη σύμβαση και μετά την 7/12/2004 προκύπτει από το ίδιο το έγγραφο της καταγγελίας, στο οποίο αναφέρει ως τελευταία ημέρα εργασίας της ενάγουσας την 9-12-2004.
Επομένως όταν επιδόθηκε η κρινόμενη αγωγή στις 9.3.2005 (βλ μ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...) δεν είχε συμπληρωθεί η προβλεπομένη, από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία, η οποία προθεσμία στη προκειμένη περίπτωση άρχισε από την επομένη ημέρα της ανακοίνωσης στην ενάγουσα της βούλησης του εναγομένου για τη λύση της σύμβασης, η ανακοίνωση δε αυτή έλαβε" χώρα κατά τα προεκτεθέντα στις 15-12-2006".
Στη συνέχεια, το Εφετείο, με βάση τις παραδοχες αυτές, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η αγωγή είχε απορριφθεί, ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, ήτοι μετά πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 3198|1955, αφού δέχθηκε ότι η επίμαχη καταγγελία έλαβε χώρα την 7-12-2004, έκανε (το εφετείο), στη συνέχεια δεκτή την αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι η απόλυση αυτή είναι άκυρη, ως καταχρηστική, επιδικάζοντας συνάμα μισθούς υπερημερίας στην ενάγουσα.
Με τις παραδοχές αυτές και την ως άνω κρίση της, η προσβαλλόμενη απόφαση, περιέλαβε το μεν αντιφατικές, το δε ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε σχέση με το συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε τόσον, όσον αφορά την αναγνώριση ως ακύρου της καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως, ως ασκηθείσας, κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος του εναγομένου-εργοδότη, όσο και την απόρριψη της ενστάσεως του εναγομένου, περί εκπροθέσμου ασκήσεως της ένδικης αγωγής.
Ειδικότερα, ενώ γίνεται δεκτό με την απόφαση, ότι "λόγω διαφωνιών, που ανέκυψαν μεταξύ των διαδίκων - πριν ακόμη συμπληρωθεί μήνας από την πρόσληψη της ενάγουσας - σχετικά με το εάν ήταν αναγκαία η προσαγωγή ιατρικού πιστοποιητικού από τους πελάτες της επιχείρησης" και, ενόψει αυτής της διαφωνίας, "ο εναγόμενος αξίωσε από την ενάγουσα να αποδεχθεί να μην έχει πλέον την ιδιότητα της διευθύντριας του γυμναστηρίου και να μειωθεί ο μισθός της στο ύψος των 700 ευρώ, πρόταση, την οποία απέκρουσε η ενάγουσα" και ότι την πρόταση αυτή επανέλαβε ο εναγόμενος την 7-12-2003, οπότε εκ νέου η ενάγουσα απέκρουσε αυτήν και ο εναγόμενος τότε "απέκρουσε την παροχή των υπηρεσιών της", ήτοι, λόγω της ως άνω διαφωνίας τους, στη συνέχεια, δέχεται ότι ο εναγόμενος "οδηγήθηκε στην καταγγελία της σύμβασης, εκ λόγων εκδίκησης, συναίσθημα, που προκλήθηκε από την δυσάρεστη γι' αυτόν άρνηση της ενάγουσας, να αποδεχθεί την πρότασή του...συναίσθημα, που επιτάθηκε, με την προσφυγή της ενάγουσας στην Επιθεώρηση Εργασίας, όπου κατήγγειλε την επιδιωκόμενη από τον εναγόμενο βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της".
Όμως, όταν η ενάγουσα προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, ο εναγόμενος είχε ήδη, κατά τις παραδοχές της απόφασης, "αποκρούσει την παροχή των υπηρεσιών της", δηλαδή φέρεται να έχει καταγγείλει (προφορικά) τη σύμβαση, πράγμα το οποίο αναφέρεται και πιο κάτω και συγκεκριμένα ότι, όπως αναφέρει η ενάγουσα στην αγωγή της, " την 7-12-2004 ζήτησε να υπογράψω ενώπιόν του την απόλυσή μου, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, εγώ, βεβαίως, δεν δέχθηκα...και τότε ο εναγόμενος με έδιωξε από την επιχείρησή του, προσβάλλοντάς με με τη φράση "α να χαθείς..".
Επίσης και σε σχέση με τον χρόνο,που έγινε η επίδικη καταγγελία, ενώ το δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχεται τα ανωτέρω, σχετικά με τα γεγονότα,που έλαβαν χώρα την 7-12-2003, οπότε ο εναγόμενος "έδιωξε την ενάγουσα από την επιχείρησή του", στη συνέχεια, δέχεται ότι η καταγγελία της συμβάσεως έγινε την 15-12-2004, οπότε και κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα έγγραφη δήλωσή του , για καταγγελία της συμβάσεως.
Όμως, όπως αναφέρθηκε, η τήρηση του εγγράφου δεν ήταν απαραίτητη. Έτσι, με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του της νομίμου βάσεως, καθόσον δεν προκύπτουν με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα περιστατικά, που ο νόμος αξιώνει, για την εφαρμογή των διατάξεων των νόμων, που εφήρμοσε και ειδικότερα αυτών των άρθρων 281 ΑΚ και 6 του Ν. 3198|1955, ώστε να καταστεί δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος, για την ορθότητα του συμπεράσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε,τόσον όσον αφορά τον περί καταγγελίας της επίδικης εργασιακής συμβάσεως κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος αγωγικό ισχυρισμό, όσο και την περί εκπροθέσμου της ασκήσεως της αγωγής ένσταση του εναγομένου και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, κατά παραδοχή των υπό στοιχ. 1β, 2,3 και 4 σχετικών λόγων της αίτησης, στηριζομένων στο άρθρο 559 περ.19 Κ.Πολ.Δικ.
Επειδή και εφόσον μετά τα ανωτέρω παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της αιτήσεως, πρέπει να γίνει δεκτή αυτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω έρευνα στο ίδιο δικαστήριο, που θα απαρτισθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ).
Επειδή, κατά το άρθρο 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως, που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφος, που κατατίθεται στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση". Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα που προσκομίζονται, αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος, σε εκτέλεση της προσβαλλόμενης και αναιρούμενης απόφασης, κατέβαλε στην ενάγουσα, μετά την, κατά ένα μέρος αποδοχή του αιτήματος αυτού, για αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής, το ποσό των 8.500 ευρώ, ήτοι 6.000 ευρώ, για μέρος του κεφαλαίου και 2.500 ευρώ, για αναλογούντες τόκους υπερημερίας. Εφόσον, επομένως, γίνεται δεκτή η αίτηση αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην πριν την εκτέλεσή της κατάσταση, ήτοι να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα να καταβάλει (αποδώσει) στον αναιρεσείοντα το ως άνω ποσόν, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, από την επίδοση της παρούσας απόφασης, κατ' αποδοχή του σχετικού αιτήματός του, που υπέβαλε με τις έγγραφες προτάσεις του.
Επειδή, τέλος, λόγω ήττας, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 8529|2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών,
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εξέταση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές, Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, που υπήρχε, πριν την εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης, Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη-ενάγουσα να καταβάλει (αποδώσει) στον αναιρεσείοντα-εναγόμενο το ποσό των οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων (8.500) ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της παρούσας και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα εκ χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ