Supreme Court dismisses appeal against final judgment on easement rights and property boundary disputes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed against the final judgment of the Single-Member Court of Heraklion regarding property rights. The appellants argued that the lower court erred in establishing an easement of way, but the court found the appellants had validly acquired these rights through a sales contract and easement creation agreement. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible as the underlying decision was final and the appellants lost the original trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553 para. 1b, 577, 309, 321, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal lies against a final judgment rendered in absentia only after the thirty-day period for filing a motion for default judgment has expired or the right to appeal has been waived, at which point the judgment becomes final and subject to appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1584 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1584/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Τ. του Ι. και της Χ., ιερέα, 2) Ε. πρεσβυτέρας Α. Τ., το γένος Κ. και Γ. Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ηλέκτρα Γιώτη, και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ. του Ι. και της Φ., 2) Μ. Κ. του Ι. και της Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σαββόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 583/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 483/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως και της ενσωματωμένης σε αυτήν 583/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-6-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1β', 577, 309 εδ. α', 321 και 495 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά τον χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 46/2022, ΑΠ 45/2020, ΑΠ 1470/2003), υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε επειδή παρήλθε η κατ' άρθρο 503 παρ. 1 του ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος, που δικάστηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσο ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β' του ΚΠολΔ.
Και αυτό διότι η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 του ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της, ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτής, αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με εκείνη του άρθρου 513 παρ. 1 περ.
β' εδ. β' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΑΠ 46/2022, ΑΠ 121/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 21-06-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 483/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που δίκασε ως Εφετείο (και η ενσωματωμένη σε αυτήν με αριθμό 583/2019 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου), η οποία εκδόθηκε κατά τακτική διαδικασία και με την οποία, λόγω της μη προσήκουσας συμμετοχής των εναγομένων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων στην κατ' έφεση δίκη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τη δίκασε ερήμην αυτών και απέρριψε την από 26-06-2019 έφεση που αυτοί είχαν ασκήσει κατά της με αριθμό 583/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων και δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 26-02-2018 αγωγή των εναγόντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία οι τελευταίοι ισχυριζόμενοι ότι είναι συγκύριοι του λεπτομερώς περιγραφομένου ακινήτου ζητούσαν να αναγνωριστεί το δικαίωμα δουλείας διάβασης τους από το όμορο ακίνητο των εναγομένων.
Η ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου επιδόθηκε στους εκκαλούντες στις 29-05-2023, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου από τους αναιρεσείοντες αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης με τη σχετική επ' αυτής επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας Δ. Σ., χωρίς να ασκηθεί κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας από τους εκκαλούντες εντός της νόμιμης προθεσμίας, όπως συνομολογούν οι διάδικοι.
Συνεπώς, αυτή κατέστη τελεσίδικη στις 13-06-2023, με την πάροδο άπρακτης της δεκαπενθήμερης προθεσμίας του άρθρου 503 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Μετά ταύτα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 23-06-2023, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1118 και 1121 εδάφ. α' του ΑΚ προκύπτει, ότι η πραγματική δουλεία είναι εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο υπέρ του κυρίου άλλου ακινήτου, που του παρέχει κάποια ωφέλεια, το οποίο συνιστάται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία. Εξάλλου, από μεν τη διάταξη του άρθρου 1192 του ΑΚ ορίζεται ότι μεταγράφονται στο γραφείο μεταγραφών της περιφέρειας του ακινήτου: 1.
οι εν ζωή δικαιοπραξίες, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αιτία θανάτου δωρεές, με τις οποίες συνιστάται, μετατίθεται, καταργείται εμπράγματο δικαίωμα (εμπράγματες δικαιοπραξίες) πάνω σε ακίνητο ..., από δε τη διάταξη του άρθρου 1198 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι χωρίς μεταγραφή στις περιπτώσεις των άρθρων 1192 εδάφια 1 έως 4 και 1193, δεν επέρχεται η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου ή η σύσταση, μετάθεση, κατάργηση εμπράγματου δικαιώματος πάνω στο ακίνητο.
Από τη διάταξη, επίσης, του άρθρου 1194 του ΑΚ, με σαφήνεια προκύπτει ότι, όταν με το ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο καταρτίζονται δύο δικαιοπραξίες, οι οποίες είναι, κατά νόμο, μεταγραπτέες, πρέπει η καθεμιά απ' αυτές να μεταγράφεται χωριστά. Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 1205 του ΑΚ, που ρυθμίζει τη συρροή πολλών μεταγραφών, 18, 19 και 20 του β.
δ/τος 533/1963, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 10 του ν.δ. 4201/1961 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του οργανισμού των υποθηκοφυλακείων του Κράτους κ.λ.π.", με τις οποίες ορίζεται ο τρόπος με τον οποίο επιδιώκεται από τον ενδιαφερόμενο η μεταγραφή, τα έγγραφα στοιχεία τα οποία πρέπει να προσκομιστούν από τον ίδιο στον οικείο υποθηκοφύλακα, η από τον τελευταίο τήρηση ειδικού ευρετηρίου μεταγραφών και, ειδικότερα, το διάγραμμα κάθε σελίδας του ευρετηρίου αυτού και τα αναγραφόμενα σε κάθε στήλη στοιχεία, τα οποία για την πέμπτη μεν στήλη είναι το αντικείμενο της πράξης (σύσταση, μετάθεση, αλλοίωση ή κατάργηση εμπράγματου δικαιώματος ......), και εάν πρόκειται περί εκποίησης ή κτήσης η αιτία αυτής, για την έκτη δε στήλη "αμοιβαίως παραπομπαί εις ετέρας πράξεις αφορώσας εις το αυτό ακίνητον...", προκύπτει, ότι, όταν με το ίδιο έγγραφο καταρτίζονται δύο δικαιοπραξίες (περί ακινήτου) για τις οποίες απαιτείται μεταγραφή, η καθεμιά απ' αυτές πρέπει να καταχωρίζεται διακεκριμένα και στις μερίδες και των δύο συμβαλλομένων, εφόσον πρόκειται για διμερή δικαιοπραξία.
Στην περίπτωση, επομένως, της σύστασης δουλείας με δικαιοπραξία, με την οποία συγχρόνως συνιστάται ή μετατίθεται και άλλο εμπράγματο δικαίωμα, για την κτήση της δουλείας προσαπαιτείται η μεταγραφή της συστατικής αυτής δικαιοπραξίας, ειδικά και ανεξάρτητα από τη μεταγραφή της εν λόγω δικαιοπραξίας ως προς τη σύσταση, μετάθεση κ.λ.π.
του άλλου εμπράγματου δικαιώματος. Με τα δεδομένα αυτά, η παράλειψη της ιδιαίτερης μεταγραφής της συστατικής της δουλείας δικαιοπραξίας αποστερεί στην τελευταία τόσο της ικανότητάς της προς εμπράγματη ενέργεια, δηλαδή την κτήση του δικαιώματος της δουλείας, όσο και της ιδιότητάς της ως νόμιμου ή νομιζόμενου τίτλου προς κτήση του εμπράγματου αυτού δικαιώματος με τακτική χρησικτησία.
Εξάλλου, ο νόμος, εκτός από μεμονωμένες εξαιρέσεις (που δεν συντρέχουν στην προκειμένη υπόθεση), δεν τάσσει κάποια προθεσμία για την ενέργεια της μεταγραφής. Επομένως, μπορεί να γίνει αυτή οποτεδήποτε, παράγοντας από τότε που θα γίνει τα αποτελέσματά της, αρκεί να μην προηγηθεί απ` αυτήν άλλη μεταγραφή.
Ακόμη μπορεί να γίνει και μετά το θάνατο του μεταβιβάσαντος ή αποκτήσαντος. Έτσι αν ο πωλητής έχει αποβιώσει ο αγοραστής μπορεί να ζητήσει τη μεταγραφή.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης με αριθμό 483/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, στην οποία ενσωματώθηκε η με αριθμό 583/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, λόγω απόρριψης της ασκηθείσας κατ' αυτής έφεσης ως εκ της ερημοδικίας των εναγομένων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο που στρέφεται κατ' αυτής: "Δυνάμει του με αριθμ. ...-2000 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ε.
Ε. Λ. το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο 3696 και με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 277518 σε συνδυασμό με την υπ' αριθμό ...-2000 πράξη ολοσχερούς εξόφλησης πιστωθέντος τιμήματος και κατάργησης διαλυτικής αίρεσης της ιδίας συμβολαιογράφου, η οποία έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο 3700 και με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 277715, ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Ι.
Κ. απέκτησε με αγορά κατά πλήρη κυριότητα ένα αγροτεμάχιο το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος Κάτω Βάθειας του πρώην Δήμου Γουβών Πεδιάδος και νυν Δήμου Χερσονήσου Ηρακλείου Κρήτης, εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ορίων του οικισμού στη θέση "ΚΑΜΕΝΑ" ή "ΚΑΜΙΝΙΑ ΣΚΑΛΑ" έκτασης 8.584,30 τ.μ το οποίο συνόρευε βόρεια με αγροτικό δρόμο, νότια με κοινοτική οδό προς Κάτω Βάθεια, ανατολικά με ιδιοκτησία Ρ.
και δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ. Τ. Στη συνέχεια δυνάμει του με αριθ. ...-2000 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ο. Μ. Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο 3700 και με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 277738 ο Ι. Κ. πώλησε στους εναγόμενους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα τους, τμήμα του παραπάνω αγροτεμαχίου κειμένου στη βόρεια πλευρά του μείζονος ακινήτου, έκτασης 4.007,60 τ.μ το οποίο συνορεύει βόρεια με αγροτικό δρόμο, νότια με υπόλοιπο αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας των εναγόντων, ανατολικά με ιδιοκτησία Ρ.
και δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ. Τ. Με το παραπάνω συμβόλαιο συνεφωνήθη ότι το παρά του δικαιοπαρόχου των εναγόντων πωληθέν τμήμα ιδιοκτησίας των εναγόμενων θα βαρύνεται με δουλεία διάβασης υπέρ των εκάστοτε ιδιοκτητών του υπολοίπου αγροτεμαχίου ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου των εναγόντων. Στο παραπάνω ακίνητο οι εναγόμενοι έχουν κατασκευάσει οικοδομιή αποτελούμενη από ισόγειο και πρώτο όροφο, την οποία χρησιμοποιούν σαν κατοικία τους.
Στη συνέχεια ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Ι. Κ. με το με αριθμ. ...-2000 συμβόλαιο γονικής παροχής ψιλής κυριότητας της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Γ. συζ. Γ. Κ., το γένος Μ. Ζ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο 3783 και με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 281877 μεταβίβασε στους ενάγοντες, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα τους, την ψιλή κυριότητα της απομείνασας σ' εκείνον ιδιοκτησίας, εκτάσεως 4.576,70 τ,μ.
η οποία συνορεύει βόρεια εν μέρει με συνιδιοκτησία των εναγόμενων και εν μέρει με δουλεία διαβάσεως, νότια με κοινοτική οδό προς Κάτω Βάθεια, ανατολικά με ιδιοκτησία Ρ. και δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ. Τ., παρακρατώντας την επικαρπία του ανωτέρω ακινήτου του. Στη συνέχεια ο Ι. Κ. με την υπ' αριθμ. ...-2010 δήλωση παραίτησης από του δικαιώματος επικαρπίας της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Γ.
συζ. Γ. Κ., το γένος Μ. Ζ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο 5118 και με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 349035 παραιτήθηκε του δικαιώματος της επικαρπίας στο προαναφερόμενο ακίνητο υπέρ των εναγόντων αυτοί δε, αποδεχόμενοι την παραίτησή του αυτή, κατέστησαν αποκλειστικοί κύριοι του προαναφερόμενου ακινήτου και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας.
Η επίδικη διάβαση έχει μήκος 58,19 μέτρα και πλάτος 5 μέτρα, κατεύθυνση από βορρά προς νότο η οποία συνορεύει βόρεια σε πλευρά (67-77) μήκους 5 μέτρων με αγροτικό δρόμο πλάτους 6 μέτρων, νότια σε πλευρά (76-78) μήκους πέντε 5 μέτρων με ιδιοκτησία των εναγόντων, ανατολικά σε πλευρά (77-78) μήκους 58,19 μέτρων με ιδιοκτησία των εναγόμενων και δυτικά σε πλευρά (67-27-26-76) συνολικού μήκους 58,19 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ.
Τ. όπως αυτή αποτυπώνεται στο με χρονολογία Μάρτιος 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ξ. Σ. Η επίδικη πραγματική δουλεία διάβασης έχει συσταθεί δυνάμει του με αριθμ. ...-2000 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ο. Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα το παραπάνω συμβόλαιο ως σύσταση δουλείας διάβασης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο 3700 και με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 27773.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι ενάγοντες από τη μεταγραφή του με αριθμ. ...-2000 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ο. Κ. απέκτησαν δικαίωμα πραγματικής δουλείας διάβασης από την επίδικη δίοδο η οποία είχε συσταθεί νόμιμα μεταξύ των εναγόμενων και του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Ι. Κ. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη, διότι οι ενάγοντες δεν έχουν αποκτήσει δικαίωμα δουλείας διάβασης από την επίδικη δίοδο με σύμβαση, καθόσον όταν μεταγράφηκε το με αριθμ. ...-2000 συμβόλαιο αγοραπωλησίας για τη σύσταση της επίδικης δουλείας διάβασης, ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Ι.
Κ., δεν ήταν κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου αλλά απλός επικαρπωτής αυτού. Όμως ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, πρέπει να απορριφθεί, αφού η μεταγραφή του παραπάνω συμβολαίου ως προς την επίδικη δουλεία διάβασης, νόμιμα έγινε και μετά τη μεταβίβαση από τον Ι.
Κ. της ψιλής κυριότητας του δεσπόζοντος ακινήτου στους ενάγοντες, ενόψει του ότι οι εναγόμενοι δεν επικαλούνται ότι μεσολάβησε άλλη μεταγραφή καταλυτική της επίδικης δουλείας διάβασης. Από την παραπάνω διάβαση περνούσαν τόσο οι ενάγοντες όσο και ο δικαιοπάροχος τους από το έτος 2000, με τα πόδια και με αυτοκίνητο και μετέβαιναν στο ακίνητο τους, μέχρι το έτος 2010 που οι εναγόμενοι τοποθέτησαν δυο σιδερένιες πόρτες στην επίδικη διάβαση και απέκοψαν τη διέλευση των εναγόντων από αυτήν.
Περαιτέρω το έτος 2002 όταν οι εναγόμενοι κατασκεύασαν πετρόκτιστο τοίχο για να περιφράξουν την ιδιοκτησία τους από τη δυτική πλευρά άφησαν την επίδικη διάβαση έξω από την περίφραξη. Επίσης τον Απρίλιο του έτους 2010, όταν οι εναγόμενοι τοποθέτησαν δυο σιδερόπορτες στο βόρειο και στο νότιο τμήμα της διάβασης στις οποίες τοποθέτησαν κλειδαριές, στη συνέχεια επέδωσαν στους ενάγοντες τη με χρονολογία 27-4-2010 εξώδικη δήλωση τους με την οποία προσέφεραν τα κλειδιά στους ενάγοντες, γεγονός από το οποίο προκύπτει ότι οι εναγόμενοι αναγνώριζαν ότι οι ενάγοντες έχουν δικαίωμα δουλείας διάβασης από την επίδικη δίοδο.
Κατά συνέπεια οι ενάγοντες έχουν αποκτήσει δικαίωμα πραγματικής δουλείας διάβασης από την επίδικη δίοδο. Οι εναγόμενοι από τότε που συστήθηκε η επίδικη δουλεία διάβασης αμφισβήτησαν πολλές φορές το δικαίωμα των εναγόντων να διέρχονται από αυτήν. Ειδικότερα οι εναγόμενοι το έτος 2002 κατέθεσαν τη με αριθμό πρωτ. 705/2002 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον αυτού του δικαστηρίου με την οποία ζητούσαν να παύσει ο Ι.
Κ. να διέρχεται από την επίδικη διάβαση ισχυριζόμενοι ότι αυτή έχει καταργηθεί διότι η νότια πλευρά του ακινήτου του εφάπτεται με τον κοινοτικό δρόμο που οδηγεί προς Κάτω Βάθεια. Επί της αιτήσεως αυτή εξεδόθη η με αριθμ. 457/2002 απόφαση αυτού του δικαστηρίου η οποία και απέρριψε την παραπάνω αίτηση των εναγόμενων διότι όπως πιθανολογήθηκε υπάρχει μεγάλη υψομετρική διαφορά ανάμεσα στο ακίνητο των εναγόντων και τον κοινοτικό δρόμο που οδηγεί προς Κάτω Βάθεια με αποτέλεσμα να είναι επικίνδυνη η πρόσβαση των εναγόντων στον ακίνητο τους με αυτοκίνητο από το δρόμο αυτό.
Τον Απρίλιο 2010 οι εναγόμενοι παράνομα και αυθαίρετα τοποθέτησαν δυο σιδερόπορτες τη μία στο βόρειο άκρο της επίδικης διάβασης και τη δεύτερη στο νότιο άκρο αυτής στις οποίες τοποθέτησαν κλειδαριές και στη συνέχεια επέδωσαν στους ενάγοντες τη με χρονολογία 27-4-2010 εξώδικη δήλωση τους με την οποία προσέφεραν τα κλειδιά στους ενάγοντες πλην όμως, οι τελευταίοι αρνήθηκαν να τα παραλάβουν.
Με τον τρόπο αυτό οι εναγόμενοι απέκοψαν το δικαίωμα των εναγόντων να διέρχονται από την επίδικη διάβαση. Περαιτέρω οι εναγόμενοι στις 12-1-2011 αφού διαμόρφωσαν το τμήμα της παραπάνω δουλείας διάβασης που βρίσκεται στο νότιο άκρο αυτής, δηλαδή μπροστά από την νότια μεταλλική πόρτα που είχαν τοποθετήσει στο σημείο από το οποίο αρχίζει η ιδιοκτησία των εναγόντων, επιχείρησαν να τοποθετήσουν προκατασκευασμένη εκκλησία, μήκους 4,60 μέτρων πλάτους 3 μέτρων και ύψους 3 μέτρων, όσο σχεδόν το πλάτος της διόδου, με σκοπό να αποκόψουν τη διέλευση των εναγόντων από την επίδικη δουλεία διάβασης.
Ειδικότερα μετέφεραν με μεγάλο φορτηγό (νταλίκα) την εκκλησία στην επίδικη δίοδο και με γερανό επιχείρησαν να τοποθετήσουν αυτή στο παραπάνω σημείο της διόδου. Λόγω όμως μεγάλου βάρους της εκκλησίας ο γερανός έγειρε και κτύπησε σε παρακείμενο τοίχο και εξ αυτού του λόγου δεν κατέστη δυνατόν να τοποθετηθεί η εκκλησία.
Στη συνέχεια και ύστερα από έντονες διαμαρτυρίες των εναγόντων, οι εναγόμενοι δεν τοποθέτησαν την εκκλησία στην επίδικη διάβαση. ..........". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ενάγοντες κατέστησαν δικαιούχοι δουλείας διάβασης από την επίδικη δίοδο, με σύμβαση και συγκεκριμένα δυνάμει του με αριθμ. ...-2000 συμβολαίου αγοραπωλησίας και σύστασης δουλείας διόδου, που μεταγράφηκε δύο φορές, ήτοι για κάθε μία από τις καταρτιζόμενες με αυτό δικαιοπραξίες.
Δεν ασκεί δε καμία επιρροή στην εγκυρότητα της πιο πάνω συστατικής της επίδικης δουλείας σύμβασης το γεγονός ότι όταν αυτή μεταγράφηκε ο κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου είχε μεταβιβάσει την ψιλή κυριότητα αυτού στα τέκνα του, αφού η δουλεία συνεστήθη με την κατάρτιση της σύμβασης (υπογραφή του σχετικού συμβολαίου ανεξαρτήτως του χρόνου μεταγραφής του).
Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις και ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί, κατ'άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-06-2023 αίτηση για αναίρεση της 483/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει, την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ