Supreme Court dismisses appeal on grounds of inadmissible distortion of evidence and lack of legal basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court's final decision. The appellant argued that the lower court distorted evidence and ignored a judicial admission regarding the nature of financial transfers. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning sufficient and the alleged admission not to constitute a valid judicial admission.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 20 and 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure; The cassation appeal is inadmissible if the alleged distortion of the document's content is unfounded or if the lower court provided adequate reasoning for its decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1584 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1584/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Υ. του Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Νικολάου Μιστρά και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Υ. του Β., 2) Μ. - Λ. συζύγου Π. Υ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σκουλικαρίτη που ανακάλεσε την από 21/1/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3061/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 245/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/3/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 10-1-2021 κλήση της αναιρεσείουσας επαναφέρεται προς συζήτηση η από 10-3-2019 (ΓΑΚ 2878/2019, ΕΑΚ 235/2019, Αριθ. Δικ. 1659/2019) αίτηση αναίρεσης, μετά ματαίωση της συζήτησής της κατά την αρχική δικάσιμο της 7ης Δεκεμβρίου 2020. Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 245/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 30-10-2017 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 3061/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει και, κατά προφανή παρανόηση, δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, όπως πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1251/2020, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 224/2020, ΑΠ 1099/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του 14.437/1995 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, δυνάμει του οποίου η πληρεξούσια μητέρα της (δεύτερη αναιρεσίβλητη) μεταβίβασε προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο - πατέρα της την ψιλή κυριότητα του επίδικου ακινήτου με το .../2016 συμβόλαιο δωρεάς, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η παρασχεθείσα με αυτό (πληρεξούσιο) προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη - μητέρα της πληρεξουσιότητα τελούσε υπό την σιωπηρή αναβλητική αίρεση της εκ μέρους αυτής (αναιρεσείουσας) απόκτησης της κυριότητάς του, ενώ από το περιεχόμενο αυτού δεν προκύπτει η ύπαρξη τέτοιας (σιωπηρής) αναβλητικής αίρεσης.
Αναφορικά με το επίμαχο ως άνω πληρεξούσιο η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) δέχτηκε τα ακόλουθα: "... Με τους τρίτο και δέκατο λόγους της υπό κρίση έφεσης παραπονείται η εκκαλούσα, επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε το αίτημα της αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας της σύμβασης, που καταρτίστηκε με το υπ' αριθ. .../30-1-2016 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Ρόδου, Γεωργίου Ροδίτη, ως μη νόμιμο κατά την κύρια βάση του, η οποία συνίσταται στο ότι κατά τον χρόνο σύνταξης του πληρεξουσίου η ενάγουσα δεν είχε στην κυριότητά της το ακίνητο, που αφορά το ως άνω συμβόλαιο και, κατά συνέπεια, η πληρεξουσιότητα που χορηγήθηκε από αυτήν προς τη δεύτερη εναγομένη ήταν άκυρη ως προς το συγκεκριμένο ακίνητο.
Όπως προκύπτει από το ενσωματωμένο στην αγωγή αντίγραφο του υπ' αριθ. .../27-4-1995 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Ρόδου Αριστέας Ηρακλείδου - Περίδου, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, καθώς και η (μη διάδικος) αδελφή της Ο. Υ. του Π., παρείχαν με αυτό στη δεύτερη των εναγομένων και ήδη εφεσιβλήτων την εντολή και πληρεξουσιότητα να συστήσει δωρεά, είτε κατά ψιλή κυριότητα είτε κατ' επικαρπία είτε κατά πλήρη κυριότητα, με οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες αυτή εγκρίνει (βλ. 16η σελ.
πληρεξουσίου), μεταξύ άλλων και επί της υπό στοιχ. Α1 οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου πολυώροφης οικοδομής κτισμένης επί οικοπέδου κείμενου στη θέση "..." του Δήμου ... και στη συμβολή των οδών ..., η οποία (οριζόντια ιδιοκτησία) έχει επιφάνεια 125,30 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 105,33/1000 εξ αδιαιρέτου (βλ. 9η και 10η σελ.
πληρεξουσίου), ανήκε δε, κατά τον χρόνο σύνταξης του πληρεξουσίου, στην αποκλειστική κυριότητα της δεύτερης εναγομένης. Δεδομένου δε, ότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 201 και 211 επ. ΑΚ προκύπτει ότι η πληρεξουσιότητα είναι δεκτική αίρεσης, εκτός αν αφορά δικαιοπραξία ανεπίδεκτη αίρεσης..., στην προκειμένη περίπτωση, από το περιεχόμενο του ως άνω πληρεξουσίου προκύπτει σαφώς ότι η ενάγουσα και η αδελφή της, Ο.
Υ., χορήγησαν στη δεύτερη εναγομένη την πληρεξουσιότητα να συστήσει δωρεά επί του ως άνω ακινήτου, η οποία (πληρεξουσιότητα) τελούσε υπό την (σιωπηρή) αναβλητική αίρεση της κτήσης αυτού εκ μέρους της ενάγουσας ή της αδελφής της, είτε κατά πλήρη κυριότητα είτε κατά ψιλή κυριότητα είτε κατ' επικαρπία. Ακολούθως δε, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, το ως άνω ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα της ενάγουσας δυνάμει υπ' αριθ. .../24-7-2006 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Ζόγκαρη - Νούση και έτσι πληρώθηκε η αναβλητική αίρεση, υπό την οποία τελούσε η πληρεξουσιότητα που χορηγήθηκε στη δεύτερη εναγομένη, συνεπώς η σύμβαση που καταρτίστηκε με το υπ' αριθ. .../30-1-2016 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Ρόδου, Γεωργίου Ροδίτη, μεταξύ του πρώτου εναγομένου και της ενάγουσας, αντιπροσωπευόμενης από τη δεύτερη εναγομένη, δυνάμει του επίδικου πληρεξουσίου, δεν πάσχει ακυρότητα για τον λόγο που επικαλείται η ενάγουσα ως κύρια βάση του ανωτέρω αιτήματος της αγωγής της...".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα αναγόμενο στην ανάγνωση του επίμαχου .../1995 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου εγγράφου, αλλά από το περιεχόμενό του, το οποίο ορθά ανάγνωσε, κατέληξε με την παραπάνω αιτιολογία σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ήτοι οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Ειδικότερα, η παραβίαση των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχριζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, ακόμη και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο αυτής προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 123/2021, ΑΠ 242/2021, ΑΠ 896/2019, ΑΠ 847/2017).
Συνακόλουθα, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς την βούληση των μερών και ως εκ τούτου δεν προσφύγει στους ειρημένους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ για την ανεύρεση της βουλήσεώς τους (ΑΠ 1120/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι: "σε κάθε περίπτωση η αναφερόμενη από την προσβαλλομένη σιωπηρά και μη ρητώς αναφερομένη αναβλητική αίρεση, προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση βουλήσεως μου προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη, ώστε να υφίσταται ως εκ τούτου ανάγκη ερμηνείας αυτού και εκ της οποίας ερμηνείας να συνάγεται η φερομένη ως σιωπηρά αναβλητική αίρεση του πληρεξουσίου συμβολαίου.
Μη προβαίνουσα όμως σε τέτοια διαπίστωση κενού και ασάφειας στη δήλωση βουλήσεως μου και μη περιέχουσα καμία αιτιολογία δια την ύπαρξη κενού και ασάφειας στην δηλωθείσα βούλησή μου, η προσβαλλομένη απόφαση κατέστη διττώς αναιρετέα, τόσον δια εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όσον και δι' έλλειψη αιτιολογίας ως προς το ποιο είναι το υφιστάμενο κενό ή ασάφεια που να δικαιολογεί την ανάγκη ερμηνείας".
Από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ούτε εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στο επίμαχο .../27-4-1995 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο αναφορικά με την ύπαρξη της προαναφερόμενης σιωπηρής αναβλητικής αίρεσης σ' αυτό και, επομένως, δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ για την διαπίστωση της ύπαρξης αυτής (αναβλητικής αίρεσης), τους οποίους και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με την μη προσφυγή του σ' αυτούς (ερμηνευτικούς κανόνες), καθόσον δεν ήταν εφαρμοστέοι και, συνεπώς, είναι αβάσιμος ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1.
Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 384/2020, ΑΠ 480/2020, ΑΠ175/2019, ΑΠ 933/2019). Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή ως απαράδεκτη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 896/2021, ΑΠ 220/2020, ΑΠ 122/2019, ΑΠ 9/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αναφέρεται στο αναιρετήριο), με την επίκληση ότι το Εφετείο απέρριψε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τον προτεινόμενο με την αγωγή και τους λόγους της έφεσής της ισχυρισμό ότι η πληρεξουσιότητα προς την αναιρεσίβλητη μητέρα της με το επίμαχο πληρεξούσιο δόθηκε παράνομα και καταχρηστικά, προκειμένου οι αναιρεσίβλητοι γονείς της να ελέγχουν από κοινού και να ποδηγετούν την προσωπική της ζωή, ώστε σε τυχόν ενέργειά της μη αρεστή σ' αυτούς να συστήσουν την ένδικη δωρεά ως τιμωρία και σωφρονισμό της.
Επίσης, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση, ότι απέρριψε χωρίς καμία αιτιολογία τον τέταρτο λόγο της έφεσής της, με τον οποίο παραπονείτο ότι το επίμαχο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο καταρτίστηκε χωρίς νόμιμη αιτία, αποκλειστικά και μόνο για να περιοριστεί η ελευθερία του προσώπου της από τους γονείς της δια της αναγκαστικής ποδηγετήσεως της προσωπικής της ζωής και είναι αντίθετη προς τα συμφέροντά της η με βάση αυτό σύσταση της επίδικης δωρεάς προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο πατέρα της, η οποία ως εκ τούτου είναι άκυρη ως αντίθετη στο άρθρο 179 ΑΚ και στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη ως εκ του τρόπου και των συνθηκών καταρτίσεώς της.
Οι λόγοι αυτοί βάλλουν κατά της απόρριψης, με την προσβαλλόμενη απόφαση, των επικουρικών βάσεων της αγωγής, με τις οποίες η αναιρεσείουσα ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας της σύμβασης δωρεάς που περιέχεται στο επίδικο .../2016 συμβόλαιο, με την επίκληση ότι η πληρεξουσιότητα, που χορήγησε στην δεύτερη αναιρεσίβλητη - μητέρα της με το επίμαχο .../1995 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, δυνάμει του οποίου αυτή (δεύτερη αναιρεσίβλητη), ενεργώντας ως αντιπρόσωπός της, προέβη στην κατάρτιση του άνω δωρητηρίου συμβολαίου, είναι άκυρη, διότι (α) με αυτό (πληρεξούσιο) δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου της και (β) η σύναψη της σύμβασης δωρεάς έγινε κατά κατάχρηση της πληρεξουσιότητας αυτής.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, έκρινε ότι οι ανωτέρω επικουρικές βάσεις της αγωγής είναι μη νόμιμες. Επομένως, οι παραπάνω αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, διότι το Εφετείο, κρίνοντας μη νόμιμες τις ως άνω (επικουρικές) βάσεις της αγωγής, δεν εισήλθε στην κατ' ουσίαν διερεύνησή τους, ούτε διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και έτσι δεν συντρέχει περίπτωση ίδρυσης της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 211 ΑΚ δήλωση βουλήσεως από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσωπεύσεως ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου (ΑΠ 719/2012). Το αποτέλεσμα τούτο επέρχεται, είτε η δήλωση γίνει ρητά στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του (ΑΠ 637/2012).
Στην περίπτωση αυτή, υποκείμενο της δημιουργούμενης έννομης σχέσης από την ενέργεια του αμέσου αντιπροσώπου είναι ο αντιπροσωπευόμενος, ο οποίος και μόνον δεσμεύεται από τις επιχειρούμενες στο όνομά του πράξεις από τον πρώτο (ΑΠ 1128/2015, ΑΠ 885/2007). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 713 ΑΚ, που ορίζει ότι με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας, σε συνδυασμό με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 211 ΑΚ, προκύπτει ότι η σύμβαση της εντολής αφορά τις εσωτερικές σχέσεις των συμβαλλομένων (ενώ η πληρεξουσιότητα αναπτύσσει εξωτερική δράση), γι' αυτό, εφόσον έχει περιεχόμενο την επιχείρηση νομικής πράξης, αποτελεί την υποκειμένη αιτία της αυτοτελούς, μονομερούς και αναιτιώδους δικαιοπραξίας της πληρεξουσιότητας, με την οποία παρέχεται στον εντολοδόχο η εξουσία επιχειρήσεως της άνω πράξεως και εμφανίζεται η εντολή έναντι των τρίτων (ΑΠ 1301/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι σ' αυτή η αναιρεσείουσα, αναφορικά με το ενδιαφέρον τον πέμπτο αναιρετικό λόγο μέρος της, εξέθεσε τα εξής: "Ότι από την απλή και μόνο ανάγνωση του άνω πληρεξουσίου σαφώς συνάγεται ότι το δοθέν εις την δευτέρα των εναγομένων δικαίωμα ήτο, σύμφωνα με τη σελίδα 2 του πληρεξουσίου, η δυνατότητα πωλήσεως και μεταβιβάσεως του δικαιώματος επικαρπίας επί των άνω ακινήτων και της οικήσεως και ουδέν άλλο.
Αυτό συνάγεται εκ του ότι αυτή ήτο η μόνη και βασική εντολή προς την αντίδικο και αυτή ρητώς και κατηγορηματικώς περιγράφεται στο τέλος της πρώτης σελίδας του πρώτου φύλλου του πληρεξουσίου και στην αρχή της δευτέρας σελίδας του ιδίου φύλλου. Όλες οι λοιπές παρεπόμενες εντολές προς την αντίδικο είναι και εγένοντο προς εκτέλεση της άνω κύριας και μόνης εντολής...
Οποιαδήποτε δε διενέργεια των άνω πράξεων, πρέπει να ευρίσκεται εντός της εσωτερικής σχέσεως εμού ως εντολέως και της αντιδίκου ως πληρεξουσίου μου και ασφαλώς προς το ιδικό μου όφελος και όχι σε βάρος μου... Ως εκ τούτου είναι σαφές ότι η άνω δοθείσα παροχή πληρεξουσιότητός μου προς την δευτέρα των εναγομένων δια την σύσταση δήθεν δωρεάς μου προς τον πρώτο των εναγομένων δια το ακίνητο που περιγράφεται στο υπ' αριθμ. .../30-1-2016 συμβόλαιο δωρεάς ...
ήτο και είναι άνευ ουδεμιάς νομικής αξίας και στερείτο παντελώς νοήματος, αφού καταδήλως δεν ήτο δυνατόν να δώσω εντολή προς την δευτέρα των εναγομένων να διενεργήσει δια λογαριασμό μου πράξεις δι' ακίνητο του οποίου δεν είχον την κυριότητα και η παροχή της πληρεξουσιότητος αυτής ήτο εξ υπαρχής μη νόμιμος καθ' ολοκληρίαν, αφού δεν αποσκοπούσε σε κανένα εκ των αναφερομένων εις το άρθρον 211 ΑΚ σκοπών και καμία εσωτερική σχέσις μου μετά της μητρός μου σε σχέση με ακίνητα, τα οποία δεν ευρίσκοντο στην κατοχή μου δεν δικαιολογείτο, ούτε υφίστατο καθ' οιονδήποτε τρόπο...
Ως εκ τούτου και μόνον του λόγου η δοθείσα πληρεξουσιότητά μου προς την δευτέρα είναι απολύτως άκυρος και η συνεπεία αυτής καταρτισθείσα δικαιοπραξία της δωρεάς του μετέπειτα περιελθόντος ακινήτου εις εμέ, είναι απολύτως άκυρος και παράνομος. Από όμως την άνω όλη μεθόδευση των δύο πρώτων εναγομένων αυτό και μόνον αποδεικνύεται και προκύπτει:
Ότι δηλαδή από ανυπόπτου χρόνου και ένεκα της ιδικής μου αφελείας και αθωότητας, αυτοί ως γονείς μου ενεργούσαν έκτοτε με ειδικό δόλο και σκοπό να έχουν υπό τον απόλυτο έλεγχό των κάθε πράξη μου και κάθε συμπεριφορά μου και κατά το δοκούν σε αυτούς να μου δίδουν και να μου αφαιρούν κάθε περιουσιακό στοιχείο, ανάλογα με τις περιστάσεις και την εκάστοτε γνώμη των.
Αντιμετώπιζαν και αντιμετωπίζουν την ζωή μου ως άθυρμα εις τας χείρας των και θεωρούν ότι έχουν κάθε δικαίωμα να παίζουν μαζί μου και με την ζωή μου και να την εμπαίζουν, δίδοντας και αφαιρώντας ακίνητα από εμέ, βαθμολογώντας την ζωή μου επί καθημερινής βάσεως ως ανώτατοι κριτές και επίγειοι θεοί, ως να τους ανήκε η εξουσία της συνολικής διαχειρίσεως του προσώπου μου, αδιαφορώντας δια την προσωπική μου ευτυχία και τους όρους που έθεσα εγώ δι' αυτήν, μεταχειριζόμενοι εμέ υπό καθεστώς οιονεί δουλείας και στερώντας από εμέ κάθε ελευθερία δράσεως και υπευθυνότητας και σφάλματος εισέτι δια το οποίο πρέπει πάντοτε και εσαεί να τιμωρούμαι.
Ως εκ τούτου η καταρτισθείσα την 30-1-2016 δωρεά, την οποία πραγματοποίησε η δεύτερη από τους εναγομένους προς τον πρώτο εξ αυτών, δυνάμει του άνω από 27-4-1995 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Ρόδου Αριστέας Ηρακλείδου - Περίδου είναι άκυρη αφενός μεν, λόγω της καταδήλου ακυρότητος του άνω πληρεξουσίου, όπως αυτή ανωτέρω αναφέρεται λεπτομερώς, αφού δεν είχον το άνω ακίνητο στην κυριότητά μου και αφετέρου διότι τόσον το άνω πληρεξούσιο, όσο και η σύσταση της δωρεάς στην οποία προέβη η δευτέρα των εναγομένων στον πρώτο είναι άκυρος ελλείψει πάσης προς τούτο εξουσιοδοτήσεως, αλλά και εγένετο καθ' υπέρβαση πάσης πληρεξουσιότητος, στην περίπτωση που ήθελε κριθεί το πληρεξούσιο αυτό ως έγκυρο και ισχυρό.
Σε κάθε δε περίπτωση είναι προφανές ότι η άνω σύσταση δωρεάς είναι απολύτως άκυρος ως προσκρούουσα στο άρθρο 176 και στο 281 του ΑΚ, αφού επαρκώς εξετέθη η φαλκίδευση του προσώπου μου και η απαγόρευση της ελευθερίας μου εις την οποία σκόπευαν και επέτυχαν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι και ακύρου ούσης της άνω παροχής πληρεξουσιότητός μου, άκυρος είναι και η σύσταση της δωρεάς μεταξύ των δύο πρώτων εναγομένων ενεργούντων σε καταφανή συμπαιγνία μεταξύ των και σε βάρος των συμφερόντων μου".
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με τις ως άνω επικουρικές βάσεις της ένδικης αγωγής, δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο έφεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, παραπονείται η εκκαλούσα, επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε το αίτημα της αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας της σύμβασης που καταρτίστηκε με το υπ' αριθ. .../30-1-2016 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Ρόδου Γεωργίου Ροδίτη, ως μη νόμιμο κατά τις τρεις επικουρικές βάσεις του, που συνίστανται, α) η πρώτη σε υπέρβαση των ορίων της χορηγηθείσας στη δεύτερη εναγομένη πληρεξουσιότητας και μη έγκριση της σύμβασης εκ μέρους της ενάγουσας, β) η δεύτερη σε καταχρηστική, εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης, άσκηση της χορηγηθείσας σ' αυτήν πληρεξουσιότητας και γ) η τρίτη σε υπερβολική δέσμευση της ελευθερίας της ενάγουσας με το υπ' αριθ. .../27-4-1995 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Ρόδου Αριστέας Ηρακλείδου - Περίδου.
Επιπλέον, με τους όγδοο και ενδέκατο λόγους έφεσης παραπονείται η εκκαλούσα, επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε το ανωτέρω αίτημα της αγωγής ως μη νόμιμο κατά την τρίτη επικουρική βάση του περί υπερβολικής δέσμευσης της ελευθερίας της. Από το αντίγραφο του ως άνω πληρεξουσίου, το οποίο έχει ενσωματωθεί στο δικόγραφο της αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα παρείχε στη δεύτερη εναγομένη την εντολή και πληρεξουσιότητα να συστήσει δωρεά, είτε κατά ψιλή κυριότητα είτε κατ' επικαρπία είτε κατά πλήρη κυριότητα, με οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες αυτή εγκρίνει, μεταξύ άλλων και επί της υπό στοιχ.
Α1 οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου πολυώροφης οικοδομής κτισμένης επί οικοπέδου κείμενου στη θέση "..." του Δήμου ... και στη συμβολή των οδών ..., η οποία (οριζόντια ιδιοκτησία) έχει επιφάνεια 125,30 τμ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 105,33/1000 εξ αδιαιρέτου, όπως προελέχθη.
Ακολούθως, η δεύτερη εναγομένη, ενεργώντας ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας δυνάμει του ως άνω πληρεξουσίου και εντός των ορίων της πληρεξουσιότητας που της χορηγήθηκε με αυτό, μεταβίβασε στον πρώτο εναγόμενο την ψιλή κυριότητα του προαναφερόμενου ακινήτου δυνάμει του υπ' αριθ. .../30-1-2016 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του τρίτου εναγομένου, Συμβολαιογράφου Ρόδου Γεωργίου Ροδίτη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Αθηνών (τόμος ..., αριθ.
…).
Συνεπώς, κρίνεται απορριπτέο ως μη νόμιμο το ανωτέρω αίτημα της αγωγής, όσον αφορά την πρώτη επικουρική βάση του. Περαιτέρω, ως προς τη δεύτερη επικουρική βάση του, περί καταχρηστικής άσκησης της πληρεξουσιότητας εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης, η οποία ενήργησε τελώντας σε συμπαιγνία με τον πρώτο εναγόμενο - δωρεοδόχο, κρίνεται απορριπτέο το ανωτέρω αίτημα ως μη νόμιμο, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η σύμβαση που καταρτίστηκε δυνάμει του υπ' αριθ. .../30-1-2016 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή δεν είναι προφανώς αντίθετη προς το συμφέρον της ενάγουσας ή τον σκοπό για τον οποίο δόθηκε η πληρεξουσιότητα, ώστε να προκύπτει ότι η τελευταία ουδέποτε θα επιχειρούσε την εν λόγω δικαιοπραξία.
Τέλος, απορριπτέο ως μη νόμιμο κρίνεται το ανωτέρω αίτημα και κατά την τρίτη επικουρική βάση του, περί υπερβολικής δέσμευσης της ελευθερίας της ενάγουσας, καθόσον από το περιεχόμενο του ενσωματωμένου στην αγωγή αντιγράφου του επίδικου πληρεξουσίου δεν προκύπτει ότι τούτο είχε ως συνέπεια την υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας της.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η πληρεξουσιότητα, που χορηγήθηκε στη δεύτερη εναγομένη δυνάμει του υπ' αριθ. .../27-4-1995 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Ρόδου Αριστέας Ηρακλείδου - Περίδου, είχε συμφωνηθεί αμετάκλητη ως αποβλέπουσα αποκλειστικά και μόνο στο συμφέρον της εντολοδόχου (βλ. 18η σελ.
πληρεξουσίου), εφόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, η ενάγουσα είχε τη δυνατότητα να προβεί σε ανάκληση της πληρεξουσιότητας επικαλούμενη σπουδαίο προς τούτο λόγο.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε το προαναφερόμενο αίτημα της αγωγής ως μη νόμιμο κατά τις τρεις επικουρικές βάσεις τους, χωρίς να συμπεριλάβει σχετικές αιτιολογίες στο σκεπτικό της εκκαλούμενης απόφασής του, η οποία όμως συμπληρώνεται με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με τους τέταρτο, όγδοο και ενδέκατο λόγους έφεσης κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 211 και 713 ΑΚ, καθόσον, όπως δέχθηκε, η δεύτερη αναιρεσίβλητη προέβη στην κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης δωρεάς ενεργώντας μέσα στα όρια της εντολής που χορήγησε σ' αυτήν η αναιρεσείουσα με το προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, το οποίο ήταν ισχυρό, αφού η τελευταία δεν το είχε ανακαλέσει και η οποία (εντολή) είχε ως περιεχόμενο, μεταξύ άλλων, και τη σύσταση δωρεάς επί της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας, είτε κατά ψιλή κυριότητα, είτε κατ' επικαρπία είτε κατά πλήρη κυριότητα με οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες έκρινε η δεύτερη αναιρεσίβλητη εντολέας.
Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη για ευθεία παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:
α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 268/2021, ΑΠ 1272/2021.
ΑΠ 721/2020, ΑΠ 233/2020, ΑΠ 353/2020). Το απαράδεκτο αφορά όλους τους αναιρετικούς λόγους (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 231/2020, ΑΠ 1059/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι εσφαλμένα το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτο τον προταθέντα με τον πέμπτο λόγο έφεσής της, κατ' άρθρο 222 ΑΚ, ισχυρισμό της περί παύσεως της πληρεξουσιότητας, που δόθηκε προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη με το προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, λόγω περάτωσης της έννομης σχέσης, στην οποία στηριζόταν, ήτοι της λήξης του δήθεν δανείου που επικαλούνται οι αναιρεσίβλητοι ότι είχε λάβει από αυτούς το έτος 1995, η λήξη του οποίου έλαβε χώρα στις 2-2-2011.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 30-10-2017 έφεσης της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι αυτή με τον πέμπτο λόγο έφεσης ισχυρίστηκε τα εξής: "Η πληρεξουσιότητα σύμφωνα με το άρθρο 222 ΑΚ παύει από την στιγμή που περατώθηκε η έννομος σχέση στην οποία στηρίζεται, όπως είναι η σύμβαση εντολής.
Ενταύθα δε είναι προφανές ότι η ουσιαστική σχέση που επέβαλε την παροχή πληρεξουσιότητας εκ μέρους μου προς την μητέρα μου, ήτο η διευκόλυνση της διαχειρίσεως του ακινήτου μου και μόνο, πάντοτε προς το συμφέρον μου και ασφαλώς στην περίπτωση δικής μου αδυναμίας να ασχοληθώ προσωπικώς με το ακίνητό μου.
Καμία άλλη εσωτερική σχέση και σύμβαση δεν αποτελούσε την αιτία της πληρεξουσιότητας καθ' οιονδήποτε τρόπο και ασφαλώς δεν παρασχέθηκε και δεν συντάχθηκε η πληρεξουσιότητα αυτή παρά μόνον προς το συμφέρον μου. Η σχέση αυτή της εντολής έληξε ουσιαστικά και τυπικά με την εκ μέρους μου ανάληψη της διαχειρίσεως του ακινήτου μου από το έτος 1999 και ως εκ τούτου έπαυσε ουσιαστικά και η πληρεξουσιότητα προς τη μητέρα μου.
Η παύση αυτή της πληρεξουσιότητας λόγω λήξεως της εσωτερικής σχέσεως μεταξύ αντιπροσωπευομένου και αντιπροσώπου ασφαλώς ετέλει εν πλήρει γνώσει του ευεργετηθέντος δια της δωρεάς πατρός μου, αφού ενήργησε και αυτός με κοινό δόλο με την μητέρα μου εναντίον μου και η επίδικος δωρεά είναι άκυρος και τα αντίθετα δεχθείσα η εκκαλουμένη απόφαση έσφαλλεν και δέον να εξαφανιστεί".
Η αναιρεσείουσα, δηλαδή, ενώ με την έφεση είχε επικαλεστεί ότι η εσωτερική σχέση, στην οποία στηριζόταν η χορήγηση της πληρεξουσιότητας με το επίμαχο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, ήταν μόνο η εντολή προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη για τη διαχείριση του μεταβιβασθέντος με το επίμαχο συμβόλαιο δωρεάς ακινήτου, σε περίπτωση που η ίδια αδυνατούσε να επιμεληθεί προσωπικά και ότι η σχέση αυτή έληξε το έτος 1999, οπότε ανέλαβε η ίδια (η αναιρεσείουσα) τη διαχείριση του ακινήτου, με τον ως άνω, έκτο, αναιρετικό λόγο προβάλλει άλλη εσωτερική σχέση (δάνειο), το οποίο δήθεν οι αναιρεσίβλητοι απέδωσαν σ' αυτήν το έτος 1995, με τη λήξη του οποίου, στις 2-2-2011, έπαυσε η πληρεξουσιότητα προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό της αναιρεσείουσας που δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και ως εκ τούτου δεν αποτέλεσε ούτε μπορούσε ν' αποτελέσει αντικείμενο έρευνας από το Εφετείο. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξεως και όχι να την απέρριψε ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 460/2019, ΑΠ 1257/2019, ΑΠ 1938/2017).
Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τους αριθμούς 8 και 12 όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο), με την επίκληση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία, που προκύπτει από τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων (στις σελίδες 13, 20 (στο τέλος) και 21 (στην αρχή), την οποία πρότεινε με τον δέκατο τρίτο λόγο της έφεσής της, με την οποία ομολόγησαν την αγωγή και συγκεκριμένα ότι μοναδικός σκοπός τους ήταν η υπέρμετρη δέσμευση της προσωπικής της ζωής, ο απόλυτος έλεγχός της και η ασφυκτική περιφρούρηση της προσωπικής της ελευθερίας και ιδίως του δικαιώματος επιλογής του συντρόφου και των συντρόφων της ζωής της, για τους οποίους είχαν προαποφασίσει ότι εάν δεν τους ενέκριναν με τα δικά τους προσωπικά κριτήρια, θα ενεργοποιούσαν όλα τα προφυλακτικά μέτρα που είχαν προαποφασίσει και ειδικότερα, το ψευδές σχέδιο του δήθεν δανείου, που ποτέ δεν της έδωσαν και την ενεργοποίηση του άκυρου και παράνομου πληρεξουσίου του έτους 1995, ώστε να αναμεταβιβαστεί σ' αυτούς επίδικο ακίνητο.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, με την οποία η αναιρεσείουσα ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της επίδικης σύμβασης δωρεάς που καταρτίστηκε με το .../2016 συμβόλαιο, λόγω της υπερβολικής δέσμευσης της ελευθερίας της με το .../27-4-1995 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ρόδου Αριστέας Ηρακλείδου - Περίδου και, συνεπώς, δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται να λάβει υπόψη το προαναφερόμενο αποδεικτικό μέσο.
Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με την θεμελιούμενη στις διατάξεις περί παρακαταθήκης βάση της αγωγής, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με σύμβαση παρακαταθήκης, που καταρτίστηκε περί τα μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2007 μεταξύ της ενάγουσας και του πρώτου εναγομένου - πατέρα της, η πρώτη παρέδωσε στον δεύτερο το χρηματικό ποσό των 19.000 ευρώ, προερχόμενο από αποταμιεύσεις της, με τη συμφωνία σε τακτά χρονικά διαστήματα να της αποδίδει από το κεφάλαιο τούτο τα απαιτούμενα για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της χρηματικά ποσά.
Ακολούθως, με τη συναίνεση της ενάγουσας, ο πρώτος εναγόμενος επένδυσε το ως άνω ποσό σε Αμοιβαία Κεφάλαια (βλ. την από 18-12-2007 αίτηση συμμετοχής προς την εταιρεία "Α... MANAGMENT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ"), ανοίχθηκε δε προς τούτο, στις 18-12-2007, ο υπ' αριθ. ... επενδυτικός λογαριασμός για πράξεις αγοραπωλησιών μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων με συνδικαιούχους την ενάγουσα και τον πρώτο εναγόμενο.
Ακολούθως, στις 26-1-2010 ο πρώτος εναγόμενος υπέβαλε στην ως άνω διαχειρίστρια εταιρία αίτηση εξαγοράς των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, στα οποία είχε επενδύσει το χρηματικό ποσό των 19.000 ευρώ και στις 27-1-2010 πιστώθηκε στον υπ' αριθ. ... κοινό λογαριασμό, που διατηρούσε αυτός με τη σύζυγό του και ήδη δεύτερη των εναγομένων - εφεσιβλήτων στην ALPHA BANK, το ποσό των 20.03,50 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν κατά την ημερομηνία εκείνη (27-1-2010) η αξία των ανωτέρω μεριδίων.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι από τον Ιανουάριο του έτους 2009 έως τον Ιανουάριο του έτους 2014 ο πρώτος εναγόμενος κατέβαλε τμηματικά στην ενάγουσα για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους κατά τη σύναψη της σύμβασης παρακαταθήκης, το χρηματικό ποσό των 24.310 ευρώ, με κατάθεση των επιμέρους ποσών στον υπ' αριθ. .../01 λογαριασμό που διατηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα (βλ.
τριάντα μια (31) αποδείξεις είσπραξης της Ε.Τ.Ε., συνολικού ποσού 24.310 ευρώ).
Συνεπώς, ο πρώτος εναγόμενος απέδωσε στην ενάγουσα ποσό μεγαλύτερο τόσο εκείνου της παρακαταθήκης, όσο και εκείνου που εισέπραξε από την εξαγορά των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και, ως εκ τούτου, η τελευταία δεν διατηρεί οποιαδήποτε απαίτηση κατ' αυτού από τη σύμβαση παρακαταθήκης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αίτημα της αγωγής για αναγνώριση της υποχρέωσης του πρώτου εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 32.282 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με τους δέκατο τέταρτο και δέκατο πέμπτο λόγους έφεσης, καθώς και με το δεύτερο σκέλος του δεκάτου τρίτου λόγου έφεσης, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα κατ' ουσίαν...".
Με τον όγδοο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όχι και από τους αριθμούς 8 και 14 αυτού, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), με την επίκληση ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 822 και 824 ΑΚ δεχόμενο χωρίς αιτιολογία ότι η παρακαταθήκη καταρτίστηκε το έτος 2007 για το ποσό των 19.000 ευρώ και ότι με δική της συγκατάθεση ο πρώτος εναγόμενος τοποθέτησε το άνω ποσό σε επενδυτικό λογαριασμό, ενώ με την αγωγή της ισχυρίστηκε ότι η παρακαταθήκη είχε συσταθεί το έτος 1999 για το ποσό των 11.000 ευρώ και ότι ουδέποτε έδωσε τη συγκατάθεση στο μεσεγγυούχο πατέρα της να την μεταχειρίζεται.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, την οποία η αναιρεσείουσα θεωρεί εσφαλμένη, διότι είναι διαφορετική από τους παρατιθέμενους δικούς της αγωγικούς ισχυρισμούς, στους οποίους επιχειρεί να στηρίξει την κατά τη δική της άποψη αξιολόγηση των αποδείξεων.
Σε κάθε περίπτωση ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, διαλαμβάνονται σ' αυτή πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της κατάρτισης συμφωνίας μεταξύ της αναιρεσείουσας και του πρώτου αναιρεσίβλητου, δυνάμει της οποίας ο δεύτερος ανέλαβε την υποχρέωση φύλαξης του χρηματικού ποσού των 19.000 ευρώ, που του παρέδωσε η πρώτη (αναιρεσίβλητη), με τη συμφωνία να της αποδίδει από το ποσό αυτό σε τακτά χρονικά διαστήματα τα αναγκαία προς κάλυψη των βιοτικών της αναγκών και της απόδοσής του προς την αναιρεσείουσα, κατά την άνω συμφωνία τους, με τμηματικές καταβολές προς αυτήν συνολικού ποσού 24.310 ευρώ (ήτοι ποσού μεγαλύτερου του παρακατατεθέντος), οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 822 και 824 ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ελλιπείς αιτιολογίες.
Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του όγδοου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τη δικαστική ομολογία, που περιέχεται στις προτάσεις των αναιρεσίβλητων (σελίδα 20 αυτών), ότι "μέχρι το έτος 2014 την αγαπούσαν πολύ, τη φιλοξενούσαν δωρεάν σε διαμερίσματά τους και από ετών και κατά καιρούς ο πρώτος από αυτούς την ενίσχυε με διάφορα ποσά όταν είχε ανάγκη", από την οποία προκύπτει δικαστική ομολογία του πρώτου από αυτούς ότι τα χρηματικά ποσά που της απέδιδε τμηματικά δεν της τα απέδιδε προς επιστροφή παρακατατεθέντος σ' αυτόν χρηματικού ποσού, αλλά για λόγους ηθικού καθήκοντος.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι τα αναφερόμενα στην ανωτέρω περικοπή των προτάσεων των αναιρεσίβλητων δεν αποτελούν ομολογία του παραπάνω γεγονότος, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί αυτή, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις τους (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-3-2019 αίτηση (ΓΑΚ 2878/2019, ΕΑΚ 235/2019, Αριθ. Δικ. 1659/2019) για αναίρεση της 245/2019 απόφασης του Τριμελού Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία, συνολικά, ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου κωλυομένου η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ