Legislator Case Law & Legislation
1584/2021 AI generated

Supreme Court partially allows appeal finding lower court failed to consider defendant's beachfront title objection.

Case Number 1584/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Third Instance Court of Dodecanese's final decision. The State argued the lower court erred by ignoring a specific plea that portions of the disputed land constituted beachfront and were thus inalienable. The Court found this objection was not addressed in the lower court's reasoning, constituting a procedural defect under Article 559 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the case was remitted for retrial only regarding the specific beachfront claim, with costs shared between the parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 178, 183 of the Code of Civil Procedure; A lower court's failure to address a specific plea raised by a party constitutes a ground for appeal, requiring remittal for retrial on that specific issue.

Keywords

AI generated
procedural defect beachfront land inalienable property remittal for retrial partial appeal success Code of Civil Procedure costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 2 §1 item a' of Law 510/1947
Article 14 of Law 510/1947
Article 51 of the Law on the Introduction of the Civil Code in the Dodecanese Islands
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 §2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 178 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1584 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1584/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:

Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:

1) Κ. Μ. (C. M.) Μ. (M.) του Ρ. (R.), κατοίκου Μεγάλης Βρετανίας,

2) Χ. Μ. (C. M.), συζ. Α. Λ. (A. L.), το γένος Ε. Μ. (E. M.), κατοίκου Σύμης,

οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημοσθένη Κορδελλίδη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22.09.2011αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 136/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2/2015 μη οριστική και 68/2019 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-6-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από15.06.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αριθμ. 68/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφασή του αυτή το πιο πάνω δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και, αφού εξαφάνισε την αριθμ. 136/2013 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, δίκασε τις εισαχθείσες ενώπιόν του με αριθμ. κατ. 988/7-11-2011 και 987/7-11-2011 αναγνωριστικές της κυριότητας ακινήτων (γεωτεμαχίων) αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος και το σωρευόμενο αίτημα για διόρθωση εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής, στη συνέχεια δε τις δέχθηκε ως ουσία βάσιμες (τη δεύτερη εν μέρει). Η ανωτέρω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).

Α1. Με το αρθρ. 2 §1 στοιχείο α' του ν. 510/1947 που ίσχυσε από τη δημοσίευση του στην Ε.τ.Κ. (30.12.1947), σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, εισήχθησαν στη Δωδεκάνησο ο ΑΚ, ο ΕισΝΑΚ και το ν.δ. 7/10.5.1945. Με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι η κτήση της κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος που επήλθε πριν την εισαγωγή αυτού, κρίνεται κατά το δίκαιο το οποίο ίσχυε, καθ’ ον χρόνον έλαβαν χώρα τα προς κτήση αυτού πραγματικά γεγονότα. Περαιτέρω η ακίνητη περιουσία στη Δωδεκάνησο ρυθμιζόταν από το Οθωμανικό δίκαιο, πριν την εισαγωγή του Ιταλικού ΑΚ/1865 στη Δωδεκάνησο, η οποία έλαβε χώρα από 01.01.1932 με το υπ' αριθμ. 200/31.10.1931 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη. Με το άρθρο 1 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2-5, 91-102 και 103-105 του ιδίου νόμου, η ακίνητη ιδιοκτησία διακρίνεται σε α) ιδιόκτητες γαίες (μούλκ), στις οποίες έχουν πλήρες και απόλυτο δικαίωμα κυριότητας αυτοί που τις εξουσιάζουν, β) δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί) , γ) γαίες αφιερωμένες σ' ευαγή σκοπό (μεβκουφέ) δ) γαίες προοριζόμενες για την κοινή και δημόσια χρήση (μετρουκέ) οι οποίες είναι δημόσιες και ε) νεκρές γαίες (μεβάτ) οι οποίες δεν ανήκουν στην κυριότητα ιδιωτών, ούτε είναι δυνατή από τη φύση τους η καλλιέργεια τους και δεν κατέχονται ούτε εξουσιάζονται από κανένα, όπως είναι οι πετρώδεις εκτάσεις, τα βράχια κλπ, οι οποίες είναι επίσης δημόσιες.

Ειδικότερα ως ακίνητα ελευθέρας ιδιοκτησίας (μουλκ) το Οθωμανικό δίκαιο αναγνωρίζει προς όφελος των υπηκόων του (μουσουλμάνων και μη), τα οικόπεδα, έστω κι αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και οπωροφόρα δένδρα, τις αυλές, κήπους, οικίες και γενικότερα οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες και επίσης τα ακίνητα με καρποφόρα δέντρα που βρίσκονται στις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά, ενώ στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (μιριγιέ ή εραζί εμιριέ ή αρζί μιρί) ανήκουν οι αγροτικές εκτάσεις και συγκεκριμένα οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι βοσκές (χειμερινές και θερινές), οι λειμώνες (τσαΐρια), τα δάση, οι εκτάσεις που είχαν φυτευθεί με δένδρα, τα οποία δεν καλλιεργεί κανείς κ.λπ. .

Οι εν λόγω δημόσιες γαίες μπορούσαν να παραχωρηθούν από το Οθωμανικό Δημόσιο σε ιδιώτες με την καταβολή δικαιώματος και ετήσιας δόσης (ταπίου), οπότε εκδιδόταν σχετικός τίτλος (ταπίο). Οι ιδιώτες με την παραχώρηση αυτή δεν αποκτούσαν πλήρες δικαίωμα κυριότητας στην παραχωρηθείσα έκταση, αλλά δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης ή ωφέλιμης κυριότητας (τεσσαρούφ), ενώ το δικαίωμα ψιλής κυριότητας (ρεκαμπέ) διατηρούσε το Οθωμανικό Δημόσιο.

Οι δημόσιες γαίες κατά τον Οθωμανικό νόμο περί γαιών και των σχετικών διατάξεων του άρθρου 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού, περιήλθαν κατά διαδοχή στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο απέκτησε όλη την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού κράτους στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 1 του παραρτήματος XIV της από 10.02.1947 συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων μεταξύ των συνασπισμένων συμμαχικών δυνάμεων και της Ιταλίας, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 423/1947 (ΑΠ 693/2018).

Οι ως άνω διακρίσεις των ακινήτων, σύμφωνα με την Οθωμανική νομοθεσία, διατηρήθηκαν σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού που κυρώθηκε με το 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη στη Δωδεκάνησο, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα με το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 510/1947 (30.12.1947).

Μάλιστα οι διατάξεις 1-8 του Κτηματολογικού Κανονισμού, ως αφορώσες τις διακρίσεις των ακινήτων και το περιεχόμενο των επ' αυτών δικαιωμάτων, έχουν εφαρμογή σε όλες τις νήσους της Δωδεκανήσου και επομένως και στη Σύμη , αφού η εφαρμογή τους δεν έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη και λειτουργία των Κτηματολογικών γραφείων (ΑΠ 1787/2017).

Με το άρθρο όμως 65 του ανωτέρω Κτηματολογικού Κανονισμού ορίσθηκε ότι τα δημόσια κτήματα οποτεδήποτε και αν αναγνωρίσθηκαν ως τέτοια, ακόμη και αν η παραχώρηση τους σε ιδιώτες έγινε μετά την ιταλική κατάληψη των νήσων του Αιγαίου (1912), εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις του Οθωμανικού δικαίου, που ίσχυε κατά τον χρόνο της κατάληψης, εφόσον συμβιβάζονται προς τις παρούσες κτηματολογικές διατάξεις.

Επομένως, ισχύει για τα προαναφερόμενα κτήματα και το άρθρο 78 του από 7 Ραμαζάν 1274 Οθωμανικού νόμου περί γαιών, με το οποίο αναγνωρίζεται δικαίωμα ανάλογο προς την χρησικτησία, κατ’ εξαίρεση των διατάξεων του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, οι οποίες δεν αναγνωρίζουν τον θεσμό της χρησικτησίας, ως κτητική παραγραφή, και μάλιστα με περιεχόμενο όμοιο με εκείνο που αποκτάται με έκδοση τίτλου και παραχώρηση από το Δημόσιο (τεσσαρούφ), αφού η ανωτέρω διάταξη ορίζει ότι εκείνος ο οποίος έχει εξουσιάσει και καλλιεργήσει για 10 συνεχή έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ) όχι όμως βακουφικές, αποκτά επ' αυτών δικαίωμα διηνεκούς εγκαταστάσεως, νομιμοποιούμενος στην δημιουργηθείσα και υφιστάμενη πραγματική κατάσταση (δικαίωμα ωφέλιμης κυριότητας).

Έτσι και μετά την ισχύ του Κτηματολογικού Κανονισμού στη Δωδεκάνησο είναι κατά νόμο δυνατή η απόκτηση δικαιώματος «τεσσαρούφ» επί δημοσίου κτήματος όχι μόνο με παραχώρηση από το Κράτος (τον Κυβερνήτη) αλλά και με δεκαετή εξουσίασή του, και μάλιστα χωρίς να είναι απαραίτητο, στη δεύτερη περίπτωση, να έχει αυτό παραχωρηθεί προηγουμένως σε ιδιώτη και να έχει καταγραφεί η σχετική πράξη στο κτηματολόγιο.

Η δεκαετής όμως εξουσίαση, μετατραπείσα σε πλήρες δικαίωμα κυριότητας με βάση τη ρητή διάταξη του άρθρου 9 ν. 2100/1952, έπρεπε να είχε συμπληρωθεί μέχρι την 10.01.1949, ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του α.ν. 1539/1938 και για την περιοχή της Δωδεκανήσου, σύμφωνα με το Β.Δ/μα της 31.12.48/10.1.49, διότι έκτοτε τα δημόσια κτήματα ήσαν ανεπίδεκτα νομής χρησικτησίας (άρθρο 4 παρ. 1 και 2 α.ν. 1539/1938).

Το δικαίωμα δε αυτό διηνεκούς εξουσίασης μετατράπηκε σε πλήρες δικαίωμα κυριότητας με βάση την ρητή διάταξη του άρθρου 9 του ν. 2100/1952 (ΑΠ 458/2016).

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Α.Ν. 1539/1938 «περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων»:

«1. Τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμία υπόκεινται παραγραφήν.

2. Παραγραφή δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτου κτήματος αρξάμενη προ της ισχύος του παρόντος νόμου, ουδεμίαν νόμιμον συνέπειαν έχει, αν αύτη δεν συνεπληρώθει μέχρι τούδε κατά τους προϊσχύσαντας νόμους».

Α.2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή αν δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 608/2013).

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση, που διατύπωσε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης για τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες παραδοχές το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο της ουσίας ή αν αυτά διατυπώθηκαν ως εκ περισσού ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος που προβάλλεται με την αγωγή κλπ και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε ισχυρισμό των διαδίκων που δεν προτάθηκε ως ένσταση ή αντένσταση αυτών, τότε οι αιτιάσεις που προβάλλονται για τη θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010).

Α.3. Κατά τη διάταξη του αριθμού 16 του άρθρου 559ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, ενώ από τη διάταξη του άρθρου 332 που ορίζει ότι το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, συνάγεται ότι τούτο μπορεί να προβληθεί το πρώτον και στο Εφετείο, αφού ως προς την υποβολή του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 269 παρ. 1 και 527 ΚΠολΔ, δεν ισχύει ο περιορισμός της προβολής των ενστάσεων κατά την πρώτη συζήτηση. Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να προβληθεί για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο και τούτο γιατί το δεδικασμένο δεν αφορά στη δημόσια τάξη, αφού οι διατάξεις που το καθιερώνουν, έχουν τεθεί για την εξυπηρέτηση του ιδιωτικού συμφέροντος και όχι άλλου ανωτέρου κοινωνικού σκοπού (ΑΠ 968/2012). Ενόψει τούτων ο οικείος λόγος ιδρύεται αν ο σχετικός ισχυρισμός έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και ο ισχυρισμός αυτός ρητά απορρίφθηκε ή έγινε δεκτός , γίνεται δε στο αναιρετήριο επίκληση της πρότασής του (ΟλΑΠ 1720/2009), διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1020/2013).

Περαιτέρω, από τα άρθρα 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δεδικασμένο που προκύπτει από τελεσίδικη απόφαση υφίσταται μεταξύ των αυτών προσώπων υπό την αυτή ιδιότητα και μόνο για το κριθέν δικαίωμα και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, εκτείνεται δε αυτό και στα παρεμπιπτόντως κριθέντα ζητήματα που αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, εφόσον το δικαστήριο ήταν αρμόδιο να αποφασίσει γι’ αυτά (ΑΠ 56/2019).

Τέλος, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επομ. ΚΠολΔ, έγγραφα αποτελούν και τα διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης, που προσκομίζονται προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1535/2006), όπως οι δικαστικές αποφάσεις πολιτικού δικαστηρίου που έχουν εκδοθεί σε άλλη δίκη (ΑΠ 1943/2014, ΑΠ 1605/2012, ΑΠ 25/2011, ΑΠ 2060/2007).

Β.1. Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

«| Ο ενάγων της α’ αγωγής:

(α) δυνάμει του υπ’ αριθ. .../07-12-2001 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Ρόδου, Βιργινίας Αγγελοπούλου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σύμης στις 22.05.2002 στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …, απέκτησε την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή κατά ποσοστό 100%, από την ενάγουσα της β' αγωγής, Χ. Μ., το οποίο περιγράφεται ως εξής: τμήμα αγρού που βρίσκεται στη νήσο Σύμη Δωδεκανήσου, στη θέση ... στην αγροτική τοποθεσία ..., επιφανείας 4.026,00 τ.μ., το οποίο απεικονίζεται στο συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Η. I. Ρ., υπό τον αριθμό II, είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και συνορεύει: βόρεια επί πλευράς ΓΔ με ιδιοκτησία αγνώστου, ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς ΔΞΝΜ με το τμήμα με αριθμό III, ομοίως ιδιοκτησίας του ιδίου ενάγοντος, νότια επί πλευράς ΜΑ με το τμήμα με αριθμό I, ιδιοκτησίας της ως άνω Χ. Μ. και δυτικά επί τεθλασμένης πλευράς ΛΒΓ με ιδιοκτησία αγνώστου,

(β) δυνάμει του υπ’ αριθ. .../07-12-2001 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Ρόδου, Βιργινίας Αγγελοπούλου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σύμης στις 22.05.2002 στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …, απέκτησε την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή κατά ποσοστό 100%, από την ενάγουσα της β' αγωγής, Χ.

Μ., το οποίο περιγράφεται ως εξής: τμήμα αγρού που βρίσκεται στη νήσο Σύμη Δωδεκανήσου, στη θέση ... στην αγροτική τοποθεσία ..., επιφανείας 4.241,00 τ.μ., το οποίο απεικονίζεται στο συνημμένο στην αγωγή από Σεπτέμβριο 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Η. I. Ρ., υπό τον αριθμό III, είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και συνορεύει:

βόρεια επί πλευράς ΔΕ με ιδιοκτησία αγνώστου, ανατολικά επί πλευράς ΕΖ με θάλασσα, νότια επί πλευράς ΖΜ με το τμήμα με αριθμό I, ιδιοκτησίας της ως άνω Χ. Μ. και δυτικά επί τεθλασμένης πλευράς ΜΝΞΔ με το ως άνω υπ' αριθ. II ακίνητο, ιδιοκτησίας του ίδιου ενάγοντος δυνάμει του υπ' αριθ. .../07- 12-2001 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Ρόδου, Βιργινίας Αγγελοπούλου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σύμης στις 22.05.2002 στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …, απέκτησε την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή κατά ποσοστό 100%, από την ενάγουσα της β' αγωγής, Χ.

Μ., το οποίο περιγράφεται ως εξής: τμήμα αγρού που βρίσκεται στη νήσο Σύμη Δωδεκανήσου, στη θέση ... στην αγροτική τοποθεσία ..., επιφανείας 4.026,00 τ.μ., το οποίο απεικονίζεται στο συνημμένο στην αγωγή από Σεπτέμβριο 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Η. I. Ρ., υπό τον αριθμό II, είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και συνορεύει:

βόρεια επί πλευράς ΓΔ με ιδιοκτησία αγνώστου, ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς ΔΞΝΜ με το τμήμα με αριθμό III, ομοίως ιδιοκτησίας του ιδίου ενάγοντος, νότια επί πλευράς ΜΑ με το τμήμα με αριθμό I, ιδιοκτησίας της ως άνω Χ. Μ. και δυτικά επί τεθλασμένης πλευράς ΑΒΓ με ιδιοκτησία αγνώστου.

Τα δύο ανωτέρω περιγραφόμενα τμήματα αγρού τα απέκτησε η προκάτοχος του ενάγοντος της α’ αγωγής, δυνάμει των υπ’ αριθ. .../2000 (όσον αφορά το τμήμα II) και .../2000 (όσον αφορά το τμήμα III) συμβολαίων αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Ρόδου, Βιργινίας Αγγελοπούλου, νόμιμα μεταγεγραμμένων στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σύμης στις 11.12.2000 στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό … και στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …, αντίστοιχα.

Η ενάγουσα της β’ αγωγής δυνάμει του υπ’ αριθ. .../27-11-2000 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Ρόδου, Βιργινίας Αγγελοπούλου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σύμης στις 11.12.2000 στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …, απέκτησε την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή κατά ποσοστό 100%, από τον Κ.

Κ. ή Κ., το οποίο περιγράφεται ως εξής: τμήμα αγρού που βρίσκεται στη νήσο Σύμη Δωδεκανήσου, στη θέση ... στην αγροτική τοποθεσία ..., επιφανείας 7.392,00 τ.μ., εντός του οποίου υπάρχουν: (α) ένα ισόγειο κτίσμα κεραμοσκεπές, επιφανείας 56,63 τ.μ., (β) ένα ισόγειο κτίσμα πλακοσκεπές, επιφανείας 12,79 τ.μ., (γ) ένα ισόγειο κτίσμα λαμαρινοσκεπές και (δ) ένα πηγάδι.

Το ως άνω ακίνητο απεικονίζεται στο συνημμένο στην αγωγή από Σεπτέμβριο 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Η. I. Ρ., υπό τον αριθμό I, είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και συνορεύει: βόρεια επί τεθλασμένης πλευράς ΑΜΝΖ, στο τμήμα ΑΜΝ με το ως άνω τμήμα με αριθμό II, και στο τμήμα ΝΖ με το ως άνω τμήμα με αριθμό III, ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς ΖΗΘΙ με παραλία, νότια επί τεθλασμένης πλευράς ΙΚΑ με ιδιοκτησία αγνώστου και δυτικά επί πλευράς ΑΛ με ιδιοκτησία αγνώστου.

Τα ανωτέρω τμήματα I, II, III, αποτελούσαν έναν ενιαίο αγρό επιφανείας περί των 15.659,00τ.μ., ο οποίος απεικονίζεται με στοιχεία γωνιών ΑΛΒΓΔΕΖΗΘΙΚΑ στο προαναφερθέν τοπογραφικό διάγραμμα και συνορεύει βόρεια επί πλευράς ΓΔΕ με ιδιοκτησία αγνώστου, ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς ΕΖΗΘΙ με παραλία, νότια επί τεθλασμένης πλευράς ΙΚΑ με ιδιοκτησία αγνώστου -και δυτικά επί τεθλασμένης πλευράς ΑΛΒΓ με ιδιοκτησία αγνώστου.

Ο ως άνω αγρός ανήκε κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή στον προκάτοχο της ενάγουσας της β' αγωγής Κ. Κ. ή Κ., ο οποίος πώλησε στην ενάγουσα ως άνω αυτόν τμηματικά, δυνάμει των προαναφερθέντων συμβολαίων. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι ο Κ. Κ. ή Κ. αγόρασε τον ως άνω αγρό από την Υ., σύζυγο Ι. Μ., το γένος Η. και Κ.

Χ., δυνάμει του υπ’ αριθ. .../19-11-1969 συμβολαίου αγοραπωλησίας του τέως συμβολαιογράφου Ρόδου, Αντωνίου Κωστόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Σύμης στις 20.11.1969 στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό … . Η τελευταία είχε αποκτήσει με τη σειρά της το ως άνω αγρό ομοίως εξ αγοράς από τη Φ., σύζυγο Α.

Κ., το γένος Ι. Π., δυνάμει του υπ’ αριθ. …/03-06-1961 συμβολαίου αγοραπωλησίας του τέως συμβολαιογράφου Ρόδου, Χρίστου Γιώρτσου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Σύμης στις 14.10.1968 στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό … . Η εν λόγω Φ., σύζυγος Α. Κ., το γένος Ι. Π., είχε αποκτήσει με τη σειρά της το επίδικο ακίνητο από αγορά από τον Σ.

Α. Α., δυνάμει του υπ’ αριθ. …/12-10-1946 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε Δημάρχου Σύμης, Νικήτα Φ. Κλαδάκη, και του γραμματέως Σύμης, Δημητρίου Κ. Κοντού, τελούντων χρέη συμβολαιογράφου. Επίσης, ο τελευταίος είχε αποκτήσει το επίδικο ακίνητο από αγορά από τον Α. Ι. Α., δυνάμει του με Γενικό Αριθμό ... και Ειδικό Αριθμό ...

με ημερομηνία 8 Ιουνίου 1927 πωλητηρίου συμβολαίου, του τότε Ιταλού Δημάρχου Σύμης De Stefani Giovanni, και του γραμματέως Δήμου Σύμης, Γεωργίου Κλαδά, τελούντων χρέη συμβολαιογράφου. Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι ο Α. Α. είχε αποκτήσει το επίδικο ακίνητο από αγορά από τον Π. I. Φ., δυνάμει του με Γενικό Αριθμό … και Ειδικό Αριθμό … με ημερομηνία 23 Δεκεμβρίου 1920 πωλητηρίου συμβολαίου, του τότε Δημάρχου Σύμης, Πέτρου Κλαδάκη, και του γραμματέως Δήμου Σύμης, Ιωάννη Γ.

Κλαδά, τελούντων χρέη συμβολαιογράφου. Τέλος ο Π. Φ. είχε αποκτήσει το επίδικο ακίνητο με τη σειρά του από αγορά από τη Σ., χήρα Γ. Σ., το γένος Ν. Λ. και τους Δ., Σ., Θ. και Φ. Χ., δυνάμει των υπ’ αριθ. .../14-03-1901, .../25-08-1905 και .../08-08-1906 πωλητήριων συμβολαίων, συντεταγμένων ενώπιον της δημογεροντίας Σύμης, από τους Δημογέροντες Μιχαήλ Βενιαμίν και Παναγιώτη Λεβεντέρη και τον γραμματέα Δήμου Σύμης, Ιωάννη Γ.

Κλαδά, τελούντων χρέη συμβολαιογράφου. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων προέκυψε ότι το ανωτέρω ακίνητο ουδέποτε ήταν δημόσιο αλλά από το έτος 1901 ανήκε σε ιδιώτες και συνεπώς η νομική του φύση είναι μουλκ, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας, κατά την οποία στη νήσο Σύμη, η οποία δεν κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς με πόλεμο αλλά ειρηνικά και για τον λόγο αυτό όλες οι ιδιωτικές γαίες συνέχισαν να ανήκουν στους ιδιοκτήτες τους.

Ειδικότερα ο μάρτυρας Ν. Χ., ο οποίος θυμάται το επίδικο από τότε που το κατείχε ο Σ. Α., αναφέρει ότι έκτοτε υπήρχαν εντός του επιδίκου τα κτίσματα που έχουν παραμείνει στο υπ' αριθ . I οικόπεδο, ιδιοκτησίας της β' ενάγουσας, καθώς επίσης και πηγάδι με άφθονο νερό, ενώ οι τότε ιδιοκτήτες καλλιεργούσαν σε αυτό διάφορα οπωροκηπευτικά (μαρούλια, ραπανάκια, ντομάτες, αγγούρια), και υπήρχαν και υπάρχουν ακόμα και σήμερα εντός αυτού κλήματα, ελιές άνω των ογδόντα ετών, συκιές, αχλαδιές, και φραγκοσυκιές.

Επίσης άπαντες οι μάρτυρες κατέθεσαν ότι το επίδικο ήταν ανέκαθεν περιφραγμένο και οι εκάστοτε κύριοι αυτού τελούσαν διάφορες πράξεις νομής επ’ αυτού, όπως καλλιέργειες, περίφραξη, επιδιόρθωση των οικίσκων, χωρίς ουδέποτε να ενοχληθούν από το Δημόσιο. Εξάλλου και το εναγόμενο δημόσιο ουδόλως απέδειξε τον ισχυρισμό του ότι είναι κύριος του ακινήτου, γεγονός που ενισχύεται και από την υπ' αριθ. 329/1985 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, το οποίο δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επικύρωσε την υπ’ αριθ. 133/1980 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου, η οποία δέχτηκε ανακοπή του Κ.

Κ. κατά του υπ’ αριθ. …/1979 Πρωτοκόλλου Διοικητικής Αποβολής του Δημοσίου, με το οποίο ο ως άνω αποβλήθηκε από τέσσερα στρέμματα που βρίσκονται στη νότια πλευρά του επιδίκου. Και συγκεκριμένα οι ως άνω αποφάσεις δέχτηκαν ότι στο επίδικο υπήρχαν έκτοτε ίχνη παλαιού τοίχου ξηρολιθιάς, επί του οποίου κτίστηκε μεταγενέστερα νεότερος τοίχος, καθώς και ίχνη των παλαιών κτισμάτων, ότι όλα τα πέριξ ακίνητα είναι ιδιόκτητα, ότι το μεγαλύτερο τμήμα του κτήματος, πλην των ως άνω τεσσάρων στρεμμάτων, είναι καλλιεργήσιμο και έχει αμυγδαλιές, αμπέλι κ.λπ.

και ότι το τμήμα εκείνο ανήκε κατά κυριότητα στον Κ. Κ., αφού μάλιστα το Δημόσιο ουδέν τίτλο προσκόμισε που να αποδεικνύει την κυριότητά του. Και ναι μεν από τις ως άνω αποφάσεις παράγεται δεδικασμένο μόνο ως προς τα εκεί επίδικα τέσσερα στρέμματα της νότιας πλευράς του επιδίκου, το οποίο δυνάμει του άρθρου 325 αρ.2 ΚΠολΔ, καταλαμβάνει και τους σημερινούς διαδίκους, ως διαδόχους των εκεί διαδίκων, πλην όμως προκύπτει από το ιστορικό αυτών ότι όλο το επίδικο ήταν ιδιωτικό, ήτοι νομικής φύσεως μούλκ και ανήκε στους προκατόχους των εναγόντων.

Άλλωστε το εναγόμενο, εφόσον θεωρούσε ότι ολόκληρο ανήκε στην κυριότητά του, όφειλε να εκδώσει Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής για όλο το ακίνητο και όχι μόνο για τέσσερα στρέμματα αυτού, ώστε καταχρηστικώς και αδικαιολογήτως προβάλλει το σχετικό ισχυρισμό του, μετά από τόσα έτη, κατά παράβαση της διαρρέουσας το διοικητικό δίκαιο αρχής του σεβασμού των πραγματικών καταστάσεων και της προστασίας της εύλογης εμπιστοσύνης του πολίτη στη Διοίκηση, αφού μάλιστα οι εναγόμενοι έχουν επενδύσει σε αυτό ένα αξιοσέβαστο χρηματικό ποσό και έχουν δημιουργήσει μια αξιόλογη τουριστική επιχείρηση (βλ.

και κατάθεση Μ. Σ., πρώην Δημάρχου Σύμης). Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι στα έτη 2000 και 2001, κατόπιν σχετικών αιτήσεων της ενάγουσας της β' αγωγής εξεδόθησαν οι με αριθμούς …/2000 και …/2001 άδειες της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δωδεκανήσου, προκειμένου η τελευταία να προβεί σε εργασίες αντικατάστασης της στέγης των κτισμάτων του επιδίκου και σε αντικατάσταση υφιστάμενης πέργκολας, χωρίς το δημόσιο να προβάλλει οποιαδήποτε αμφισβήτηση.

Συνεπώς αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες απέκτησαν τα επίδικα ακίνητα με παράγωγο τρόπο και είναι κύριοι αυτών. Αποδείχτηκε δε περαιτέρω ότι κατά την έναρξη των διαδικασιών κτηματογράφησης στη Σύμη, ο προκάτοχος τους, Κ. Κ. ή Κ. υπέβαλλε δήλωση του ν. 2308/1995 για το επίδικο ακίνητο. Μετά την αγορά των επιδίκων τμημάτων από τους ενάγοντες, ο μεν της πρώτης αγωγής υπέβαλλε τις με αριθ.

πρωτ. .../15-07-2002 και .../15-07-2002, η δε της δεύτερης την υπ’ αριθ. πρωτ. .../10-10-2001, δήλωση του ν. 2308/1995 για την κτηματογράφηση των ακινήτων τους, και κατά τη β' ανάρτηση τα επίδικα έλαβαν χωριστούς αριθμούς ΚΑΕΚ και καταχωρήθηκαν στην πλήρη κυριότητα αυτών. Και συγκεκριμένα το μεν με στοιχεία II ακίνητο του α' ενάγοντος έλαβε αριθμό ΚΑΕΚ ..., ενώ το με στοιχεία III έλαβε αριθμό ΚΑΕΚ ..., ενώ το με στοιχεία I ακίνητο της β' ενάγουσας έλαβε αριθμό ΚΑΕΚ ... .

Εν συνεχεία το εναγόμενο υπέβαλλε προς τον ΟΚΧΕ- Δευτεροβάθμια Επιτροπή Ενστάσεων, όσον αφορά τα με στοιχεία I, II, III ακίνητα τις υπ’ αριθ. πρωτ. .../11-06-2003, .../11-06-2003 και .../11-06-2003, αντίστοιχα, και διεκδικούσε τα επίδικα, παρότι μέχρι τότε δεν είχε υποβάλλει καμία δήλωση ιδιοκτησίας για αυτά. Οι σχετικές εισηγήσεις του ΟΚΧΕ πρότειναν για άπαντα τα επίδικα να απορριφθούν οι σχετικές ενστάσεις με την αιτιολογία «ότι ο ενιστάμενος δεν αποδεικνύει ότι το υπόψη ακίνητο ανήκε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και έχει καταπατηθεί από τους δικαιοπαρόχους του σημερινού ιδιοκτήτη, και αφετέρου διότι ο τελευταίος (ήτοι οι ενάγοντες) δεν έχει ενημερωθεί για την παρούσα ένσταση του Ελληνικού Δημοσίου, ώστε να έχει τη δυνατότητα αντίκρουσής της».

Παρόλα ταύτα όμως, ήτοι παρά την ύπαρξη των ως άνω τίτλων των εναγόντων, το δεδικασμένο των προηγούμενων δικαστικών αποφάσεων, την αρνητική εισήγηση του ΟΚΧΕ και το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν κλήθηκαν για να προσκομίσουν τους τίτλους τους, η δευτεροβάθμια επιτροπή με τις υπ’ αριθ. .../3/64/29 (I), .../3/66/33 (II), και .../3/64/34 (III), και με μια αιτιολογία μόλις μιάμιση σειράς («δεκτή η ένσταση διότι δεν προσκομίζονται από ιδιώτη τίτλοι κυριότητας από το έτος 1885»), έκανε δεκτές τις σχετικές ενστάσεις, με αποτέλεσμα κατά τις πρώτες κτηματολογικές εγγραφές να φέρεται κύριος των επιδίκων κατά θεμελιώδη εγγραφή το εναγόμενο Δημόσιο.

Από όλα όμως όσα εκτέθηκαν αναλυτικώς στο ιστορικό της παρούσας, προκύπτει ότι τα επίδικα ακίνητα ήταν ιδιωτικές γαίες, νομικής φύσεως «μουλκ» τα οποία απέκτησαν οι ενάγοντες με παράγωγο τρόπο, το δε εναγόμενο ουδέν δικαίωμα είχε αποκτήσει επί αυτών, ώστε εσφαλμένως καταχωρήθηκε σε αυτό κατά τις πρώτες κτηματολογικές εγγραφές.

Περαιτέρω από την από 02.03.2018 τεχνική πραγματογνωμοσύνη του Χ. Γ., ο οποίος διορίστηκε πραγματογνώμονας με την με αριθ. …/2015 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού προκειμένου να αποφανθεί αν τμήματα του ακινήτου με ΚΑΕΚ ... βρίσκονται εντός του αιγιαλού κατόπιν σχετικού λόγου εφέσεως του εκκαλούντος σε σχέση με το ακίνητο αυτό, προκύπτει ότι πράγματι τμήμα του ακινήτου με το ως άνω ΚΑΕΚ ανήκει στον αιγιαλό.

Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι μετά από αίτηση των Ά. και Κ. Λ. το έτος 2003 η επιτροπή του άρθρου 3 του Ν. 2971/2001 καθόρισε τις κορυφές της οριογραμμής του αιγιαλού έμπροσθεν των ακινήτων, σε τοπογραφικό κλίμακας 1/500. Η καθορισθείσα γραμμή αποτέλεσε το όριο του μεγίστου πλην συνήθους χειμερίου προσαυξημένο κατά 12 μέτρα σύμφωνα με τις διατάξεις άρθρου 3 Κ.Δ. 132/1929 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 8 του Ν. 510/1947 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 26 του Ν. 2971/2001.

Οριογραμμή παραλίας δεν χαράχθηκε διότι η γραμμή αιγιαλού τέμνει τα προς τη θάλασσα όρια των Ιδιοκτησιών. Όλα τα παραπάνω επικυρώθηκαν με την υπ. αριθ. 517/22.2.2005 Απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου (ΦΕΚ 353Δ/1.4.2005). Κατά την παραπάνω χάραξη του αιγιαλού, τμήματα των δύο γειτονικών με τη θάλασσα ακινήτων, δηλ.

αυτών με ΚΑΕΚ ... και ... βρέθηκαν εντός της ζώνης του αιγιαλού με αποτέλεσμα να ισχύουν γι’ αυτά οι διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 2971/2001 περί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης υπέρ του Δημοσίου. Με την από 10 Οκτωβρίου 2007 αίτηση της Χ. Μ. συζ. Α. Λ. ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας επιδιώχθηκε η ακύρωση της υπ’ αριθ. 517/22.2.2005 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου (ΦΕΚ 353Δ/1.4.2005) και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη Της Διοικήσεως.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας (Τμήμα Ε) με την υπ. αριθ. 5516/2012 απόφασή του, έκανε δεκτή την αίτηση και ακύρωσε την παραπάνω Απόφαση του Γ.Γ. Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου και παρέπεμψε την υπόθεση εκ νέου στην Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση. Το υπουργείο Οικονομικών δια της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου με το υπ.

αριθ. πρωτ. Δ.Κ. 1284/9.4.2013 έγγραφο του, ζήτησε την εκ νέου προσκόμιση τοπογραφικών σχεδιαγραμμάτων για τον επανακαθορισμό της γραμμής αιγιαλού έμπροσθεν της ιδιοκτησίας της Χ. Μ. συζ. Α. Λ.. Μετά την τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας, επανακαθορίστηκε η γραμμή του αιγιαλού και επικυρώθηκε με την υπ. αριθ. 7564/8.2.2017 Απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου (ΦΕΚ 52Δ/2.3.2017).

Μετά τον επανακαθορισμό της γραμμής του αιγιαλού προέκυψε ότι η γραμμή του μεγίστου χειμερίου| κύματος περιορίσθηκε στην θέση του υφιστάμενου τοίχου της ιδιοκτησίας, ο οποίος βρίσκεται επί του θαλάσσιου προσώπου. Κατόπιν αυτού σύμφωνα με την ως άνω πραγματογνωμοσύνη προκύπτει ότι σε ότι αφορά στο ακίνητο με ΚΑΕΚ ...

εντός του αιγιαλού, βρίσκονται δύο τμήματα με στοιχεία κορυφών το μεν πρώτο (1-2-3-Α9-1) με έκταση 217,00 τ.μ. το δε δεύτερο (4-5-Α11 -Α 12-Α13-4) με έκταση 252,00 τ.μ. και συνολικά αθροιζόμενα 469,00 τ.μ. εντός των οποίων υπάρχουν κατασκευές όπως σκάλες, ράμπες, τμήματα πλακόστρωτων αυλών, παρτέρια και τοίχοι, όπως αυτά απεικονίζονται στο από 2-3-2018 τοπογραφικό του ως άνω πραγματογνώμονα, το οποίο είναι αναπόσπαστο τμήμα της έκθεσής του.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι τμήματα του επίδικου ακινήτου βρίσκονται στον αιγιαλό δεν εφάρμοσε σωστά το νόμο καθότι θεώρησε ότι ο αιγιαλός που προσδιορίζεται από τον κτηματολογικό κανονισμό στα 12 μέτρα δεν ισχύει στη νήσο Σύμη , διότι δεν ισχύει εκεί ο κτηματολογικός κανονισμός.

Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος έφεσης του εκκαλούντος και να εξαφανιστεί εν μέρει η πρωτόδικη απόφαση όσον αφορά τα επίδικα τμήματα του ακινήτου με ΚΑΕΚ..., καθότι μόνο ως προς το ακίνητο αυτό προέβαλλε σχετικό λόγο έφεσης το εκκαλούν, να κρατηθεί η υπόθεση αυτή στο Δικαστήριο τούτο (ΚΠολΔ 535 παρ.1) να δικαστούν οι αγωγές, και (α) να γίνει δεκτή η πρώτη αγωγή να αναγνωριστεί ο ενάγων αυτής κύριος επί των ακινήτων με αριθμό ΚΑΕΚ του κτηματολογικού γραφείου Σύμης ... και ... , (β) να γίνει δεκτή εν μέρει η δεύτερη αγωγή και να αναγνωριστεί η ενάγουσα κυρία του ακινήτου με ΚΑΕΚ του κτηματολογικού γραφείου Σύμης ... εκτός των τμημάτων με στοιχεία κορυφών το μεν πρώτο (1-2-3-Α9-1) με έκταση 217,00 τ.μ. το δε δεύτερο (4-5-Α11-Α12-Α13-4) με έκταση 252,00 τ.μ. και συνολικά αθροιζόμενα 469,00 τ.μ. όπως αυτά απεικονίζονται στο από 2-3-2018 τοπογραφικό του πραγματογνώμονα Χ. Γ., το οποίο είναι αναπόσπαστο τμήμα της έκθεσης του και γ) να διαταχθεί η διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών των ως άνω ακινήτων|».

Β.2. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε:

(1) Ότι, τα επίδικα γεωτεμάχια (αγροί), με ΚΑΕΚ ... και ..., εμβαδού 4241 και 4026 τ.μ., αντίστοιχα, περιήλθαν στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο της με αριθμ. κατ.988/7-11-2011 αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής, με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα δυνάμει των .../2001και .../2001, αντίστοιχα, νομίμως μεταγραφέντων, πωλητηρίων συμβολαίων της συμβολαιογράφου Ρόδου Βιργινίας Αγγελοπούλου, από την αληθή κυρία τούτων Χ. Λ. .

(2) Ότι, το επίδικο γεωτεμάχιο (αγρός), με ΚΑΕΚ ... εμβαδού 7.392 τ.μ., εκτός από δύο εδαφικά τμήματα αυτού, εμβαδού 217 και 252 τ.μ., τα οποία, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, αποτελούν αιγιαλό, περιήλθε στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη της με αριθμ. κατ. 987/7-11-2011 αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής, με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα δυνάμει, του νομίμως μεταγραφέντος, υπ’ αριθμ. .../ 2000, πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ρόδου Βιργινίας Αγγελοπούλου, από τον αληθή κύριο τούτου Κ. Κ..

(3) Ότι, τα ανωτέρω ακίνητα, περιήλθαν, ως ενιαίο αγροτεμάχιο στους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων, Κ. Κ., Υ. Μ., Φ. Κ., Σ. Α., Α. Α., Π. Φ., Σ. Σ., Δ., Σ., Θ. και Φ. Χ., με παράγωγο τρόπο, πωλητήρια συμβόλαια, τα τελευταία από τα οποία ανάγονται στα έτη 1901, 1905 και 1906.

(4) Ότι, των επιδίκων οι αναιρεσίβλητοι έγιναν κύριοι και με πρωτότυπο τρόπο( έκτακτη χρησικτησία), με την προσμέτρηση στο δικό τους χρόνο νομής εκείνου των δικαιοπαρόχων τους και ότι είναι εσφαλμένη η κτηματολογική εγγραφή.

(5) Ότι τα επίδικα, βρίσκονται στη νήσο Σύμη- Δωδεκανήσου και προήλθαν από την κατάτμηση μείζονος ακινήτου, το οποίο, ανέκαθεν, ήταν γαία καθαρής ιδιοκτησίας, μούλκ, τούτο δε, νέμονταν οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων (άμεσοι, απώτεροι και απώτατοι), ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής, οριοθέτηση με περίφραξη, κατασκευή και επισκευή των εντός αυτού υπαρχόντων οικίσκων, καλλιέργεια κηπευτικών, κλημάτων, δένδρων (ελιές, αχλαδιές, συκιές).

Κατόπιν τούτου το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσίαν τις ένδικες αγωγές των αναιρεσιβλήτων Κ. Μ. (εν όλω) και Χ. Λ. (εν μέρει). Με αυτά που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού, με βάση τις οποίες διατηρήθηκε η διάκριση των γαιών στη Δωδεκάνησο του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν, του άρθρου 1 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2-5, 91-102 και 103-105 του ιδίου νόμου, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στην νομική σκέψη, πού προεκτέθηκε, και του συμπεράσματος του νομικού της συλλογισμού, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ'αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας επί του επιδίκου από τους ενάγοντες, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1033 και 1045ΑΚ.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 65 του Κτηματολογικού Κανονισμού, 1 του παραρτήματος XIV της από 10-2-1947 συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων, 4 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 1539/1938, περί μη παραγραφής των δικαιωμάτων του Δημοσίου και 9 του Ν. 2100/1952,τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, καθόσον υπό τα ως άνω, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού, όπως προεκτέθηκε, τα επίδικα, προήλθαν από την κατάτμηση μείζονος ακινήτου, το οποίο ήταν γαία «καθαρής-ελεύθερης ιδιοκτησίας», νομικής φύσεως μούλκ, που ανήκε από τους χρόνους της τουρκοκρατίας στους απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, το δε εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με εξαίρεση τα προαναφερόμενα τμήματα του αιγιαλού του με ΚΑΕΚ ... επιδίκου, δεν είχε αποκτήσει δικαίωμα επ' αυτού (ΑΠ 1787/2017, ΑΠ 477/2016).

Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α'και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι, παρά το νόμο, δέχθηκε το (προσωρινό) δεδικασμένο που προκύπτει από την αριθμ. 329/1985 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την ασκηθείσα κατά της αριθμ. 133/1980 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ρόδου έφεση του ήδη αναιρεσείοντος - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ασκηθείσα από το δικαιοπάροχο των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Κ. Κ. ανακοπή κατά του εκδοθέντος σε βάρος του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, που αφορούσε έκταση τεσσάρων στρεμμάτων του ενιαίου μείζονος ακινήτου του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε, για τη συγκεκριμένη ένδικη υπόθεση, το παραχθέν από την άνω 329/1985 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (προσωρινό) δεδικασμένο, αλλά διηγηματικά αναφέρθηκε στο παραχθέν από την απόφαση αυτή δεδικασμένο, την οποία, ωστόσο, παραδεκτά έλαβε υπόψη σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, ως διαδικαστικό έγγραφο, δηλαδή, απόφαση, που εκδόθηκε σε άλλη δίκη.

Γ.1. Κατά το άρθρο 967 ΑΚ μεταξύ των κοινής χρήσεως πραγμάτων περιλαμβάνεται και ο αιγιαλός. Είναι δε αιγιαλός, κατά τον ορισμό που δίνει το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2971/2001 «η ζώνη της ξηράς, που βρέχεται από τη θάλασσα από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της». Από τον ορισμό αυτό προκύπτει ότι ο αιγιαλός είναι τμήμα της γης που περιβάλλει τη θάλασσα με όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα, όχι όμως και από τις έκτακτες πλημμύρες.

Αν ο αιγιαλός μετατοπιστεί είτε από φυσικά αίτια (προσχώσεις) είτε από τεχνικά (επιχωματώσεις) και παύσει να περιβρέχεται από τις μεγαλύτερες αναβάσεις του χειμέριου κύματος, η ζώνη της ξηράς, που προέκυψε από τη μετακίνηση της οριογραμμής προς τη θάλασσα και προσδιορίζεται από τη νέα γραμμή αιγιαλού και το όριο του παλιότερα υφιστάμενου αιγιαλού, ονομάζεται παλαιός αιγιαλός (βλ.

άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 2971/2001). Μόνος δε ο καθορισμός του ορίου του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού από τη διοικητική επιτροπή, που προβλέπεται στα άρθρα 3 και 5 του ν. 2971/2001, με απόφασή της, με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο στερείται τα παραπάνω χαρακτηριστικά.

Και αυτό διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ο κύριος του εδάφους, που κατά πλάνη περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού, θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση των προστατευτικών αυτής συνταγματικών ορισμών. Έτσι η ιδιότητα του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέος αιγιαλός δια προσχώσεως, ανήκει στην εκτίμηση όχι της διοίκησης αλλά του τακτικού Δικαστηρίου, το οποίο δε δεσμεύεται από την έκθεση και το διάγραμμα της επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού, τα οποία και εκτιμά ως δικαστικά τεκμήρια.

Εξάλλου, ο αιγιαλός, ως κοινής χρήσεως πράγμα, ανήκει κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο (ΑΚ 968 και άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2971/2001), αλλά και κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ δικαίου (ν. 93 βασ. Ββ' ν. 96, 112 πανδ. 50.16 και άρθρο 15 του νόμου «περί διακρίσεως κτημάτων» της 10.07.1837), είναι δε εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτος χρησικτησίας.

Η κυριότητα, στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα είναι η κυριότητα του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει όταν αυτά (δημόσια κτήματα) παύσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν δηλαδή τα κοινής χρήσης πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής. Ο αιγιαλός μόνο με πρόσχωση από φυσικά ή και τεχνητά αίτια μπορεί να απωλέσει το χαρακτήρα του ως τέτοιου (όταν παύσει να περιβρέχεται από τις μεγαλύτερες αναβάσεις του χειμερίου κύματος), αφού η ιδιότητα λωρίδας γης ή αιγιαλού αποτελεί συνάρτηση καθαρά φυσικών φαινομένων.

Επομένως, ο αιγιαλός, έστω και αν απωλέσει το χαρακτήρα του και καταστεί παλαιός αιγιαλός, εξακολουθεί ex lege να ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου, περιερχόμενος όμως εφεξής στην ιδιωτική περιουσία αυτού (βλ. και άρθρο 2 παρ. 5 ν. 2971/2001, ΑΠ 104/2013) και δεν συντρέχει ανάγκη μετά από την αλλαγή αυτή να αναζητηθεί άλλος τρόπος κτήσης ή διατήρησης της κυριότητας του Δημοσίου, όπως με χρησικτησία.

Ο ισχυρισμός ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα αιγιαλού και ότι επομένως δεν μπορεί να περιέλθει στην κυριότητα ιδιώτη συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής, η οποία είναι ορισμένη με μόνη την επίκληση ότι το επίδικο είναι αιγιαλός (ΟλΑΠ 24/2000, ΑΠ 598/2016, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1078/2019).

Γ.2. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής του αριθμού 8 β' νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Επομένως, δεν αποτελούν «πράγματα» οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 185/2002). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1557/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, το εναγόμενο - εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατ' επίκληση της πλημμέλειας του αριθμού 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του - ένσταση, την οποία είχε προτείνει νόμιμα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε με αυτοτελή λόγο έφεσης ότι τμήματα του με ΚΑΕΚ ... επιδίκου αποτελούν αιγιαλό και ότι συνεπώς είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας. Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την άνω ένσταση του εναγομένου - αναιρεσείοντος, που αναφερόταν ειδικά στον ισχυρισμό του ότι τμήματα του επίδικου, με ΚΑΕΚ..., ακινήτου της με αριθμό καταθέσεως 988/7-11-2011 ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου Κ. Μ. αποτελούν αιγιαλό, την οποία, είχε προτείνει νόμιμα με τις προτάσεις που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (σελ.17) και είχε επαναφέρει με τον τρίτο λόγο της έφεσής του(σελ.20), όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των ανωτέρω δικογράφων, αφού στην αναιρεσιβαλλομένη ουδέν διαλαμβάνει.

Επομένως, το Εφετείο, αφού δεν έλαβε υπόψη την άνω καταλυτική της αγωγής ένσταση περί αιγιαλού, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του αριθμού 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ο σχετικός δεύτερος λόγος είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών από τους αριθμούς 1α'και 11 αιτιάσεων που διαλαμβάνονται στον ίδιο λόγο.

Κατόπιν τούτου, πρέπει, κατά παραδοχή του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή με αριθμό καταθέσεως 988/7-11-2011, κατά το μέρος (κεφάλαιο) που αφορά στο επίδικο με ΚΑΕΚ ... γεωτεμάχιο, και την καταλυτική της αγωγής ένσταση του εναγομένου - εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, ότι τμήματα αυτού αποτελούν αιγιαλό, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν εν όλω τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης μεταξύ των διαδίκων λόγω της μερικής νίκης και μερικής ήττας τους (άρθρο 178 § 1 και 183 ΚΠολΔ, ΑΠ 281/2021, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 2105/2014).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 68/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Συμψηφίζει εν όλω τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ