Supreme Court dismisses appeal on contract law grounds, upholding lower court's finding of no settlement agreement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Alke Atebe against the Athens Court of Appeal's judgment. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate evidence regarding a settlement agreement, while the appellee contended that mutual concessions were absent. The court ruled that the appellate court provided sufficient reasoning based on undisputed facts and rejected the claim of arbitrary re-evaluation of evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 19, 681, 416 of the Code of Civil Procedure; Article 871 of the Civil Code: An appeal is inadmissible if the appellate court's reasoning is based on undisputed facts and does not constitute an arbitrary re-evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1584 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1584/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΚΗ ΑΤΕΒΕ" που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τρίμη.
Της αναιρεσιβλήτου : Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία " …" που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Δέσποινα Μπουρουτζίδου-Καλανίκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1804/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 2827/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 30-6-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 2-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Ασκήθηκε στο παρόν δικαστήριο αναίρεση, με την οποία πλήττεται απόφαση του Εφετείου Αθηνών, για επιδίκαση μέρους εργολαβικής αμοιβής υπέρ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας Σημειώνεται πως, ήδη καταθέτουν προτάσεις, για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η οποία διελύθει και τελεί σε εκκαθάριση, οι εκπροσωπούντες αυτήν αν και ομόρρυθμοι εταίροι-εκκαθαριστές της.
Με το άρθρο 559 αριθμ.19ΚΠολΔ. ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 681ΑΚ: "Με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει την συμφωνημένη αμοιβή". Κατά δε το άρθρο 416ΑΚ: "Η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή".
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα ακόλουθα: "Η εναγομένη ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΚΗ ΑΤΕΒΕ" που εκπροσωπείται νομίμως είχε αναλάβει την εκτέλεση του έργου "Κατασκευή 12 Ειδικών Αποθηκών στη ΖΕ/Δ'ΣΣ" στο Μεγάλο Δέρειο Έβρου για λογαριασμό της 732 Διευθύνσεως Στρατιωτικών Έργων με την από 22/11/2000συμφωνία Στις 1/6/2001 ο νόμιμος εκπρόσωπος της Σ.
Κ., συνήψε με τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας ομόρρυθμης εταιρείας... Α. Λ. σύμβαση υπεργολαβίας δυνάμει της οποίας ανέλαβε η τελευταία ως υπεργολάβος να εκτελέσει τις χωματουργικές εργασίες, ήτοι εκσκαφές και επιχώσεις περίπου 40.000 κυβικά μέτρα στο ως άνω έργο,...αντί αμοιβής 1000 δρχ. ανά κυβικό μέτρο πλέον του από 18% ΦΠΑ των τιμολογίων που θα εκδίδονταν.
Ακολούθως, με την από 4/6/2001 σύμβαση υπεργολαβίας, που καταρτίστηκε στο Σουφλί η ενάγουσα ανέθεσε στον Γ. Γ. υπεργολάβο χωματουργικών εργασιών να εκτελέσει τις ανωτέρω χωματουργικές εργασίες αντί εργολαβικού ανταλλάγματος 500 δρχ. ανά κυβικό μέτρο πλέον του από 18 % ΦΠΑ των τιμολογίων που ο τελευταίος θα εξέδιδε.
Στα πλαίσια της τελευταίας αυτής συμβάσεως εκτελέστηκαν εκσκαφές υπογείων χώρων για την κατασκευή των αποθηκών συνολικής ποσότητας 44.675 κυβικών μέτρων από τον Γ. Γ. που το παρέδωσε στην ενάγουσα στις 20/12/2002 η οποία και τις παρέλαβε και η τελευταία με τη σειρά της το παρέδωσε στην εναγομένη. Η ποσότητα δε αυτή πιστοποιήθηκε και από την κυρία του έργου, ήτοι την 732 Διεύθυνση Στρατιωτικών έργων - εργοδότρια στις 30/12/2002.
Για το έργο αυτό η ενάγουσα εξέδωσε τα ακόλουθα τιμολόγια...ήτοι συνολικού ποσού 154.737,25 ευρώ... To εργολαβικό όμως αντάλλαγμα που δικαιούται αυτή σύμφωνα με τη σύμβαση που συνήψε με την εναγομένη επειδή η ποσότητα των εκσκαφών που εκτέλεσε η ενάγουσα ανήλθε σε 44.675 κυβικά μέτρα ανέρχεται στο ποσό των (44.675 κ.μ.
Χ 1000 =) 44.675.000 δραχμών πλέον του από 18 % ΦΠΑ ποσού 8.041.500 δρχ. ήτοι στο συνολικό ποσό των 52.716.500 δρχ., ισάξιων με 154.707,26 ευρώ. Έναντι του ποσού αυτού η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των 128.152,67 ευρώ συμπεριλαμβανομένου και του από 18 % ΦΠΑ και απέμεινε υπόλοιπο ποσό που της οφείλεται ύψους 26.554,59 ευρώ (154.707,26-128.152,67).
Η εναγομένη τόσο πρωτοδίκως όσο και στο παρόν Δικαστήριο ισχυρίζεται ότι από τα 44.675 κυβικά μέτρα εκσκαφών υπογείων χώρων, που εκτελέστηκαν στο έργο η ενάγουσα εκτέλεσε και της παρέδωσε 37.000 κυβικά μέτρα που έχουν εξοφληθεί εκ μέρους της (εναγομένης), ενώ το υπόλοιπο των εκσκαφών ύψους 7.675 κυβικών μέτρων δεν εκτελέστηκε από την ενάγουσα αλλά τμήμα από 3.000 κυβικά μέτρα (εκτελέστηκε) από την ίδια την εναγομένη με δικά της μέσα και το υπόλοιπο των 4.675 κυβικών μέτρων από τον Γ.
Μ. υπεργολάβο της Βορείου Ελλάδας. Από όλα όμως τα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι ο προαναφερόμενος υπεργολάβος στα πλαίσια των από 19/07/2002 και 01/08/2002 συμβάσεων υπεργολαβίας που συνήψε με την εναγομένη ανέλαβε να εκτελέσει και εκτέλεσε εργασίες επιχώσεως των αποθηκών και χωματουργικές εργασίες - εκσκαφών και επιχώσεων για την κατασκευή οδού προσπελάσεως μήκους περίπου 1000 μέτρων στο στρατόπεδο "ΠΑΛΑΣΚΑ" όπου εκτελούνταν το έργο και όχι ότι εκτέλεσε μέρος των εκσκαφών υπογείων χώρων για την κατασκευή των αποθηκών που ανήλθαν σε 44.675 κυβικά μέτρα.
Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται αφενός μεν από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από αμφότερες τις διαδίκους υπ' αριθμόν 34/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτ/κείου Αλεξανδρουπόλεως, η οποία εκδόθηκε επί της υπ' αριθμόν 2286/1.14/137/29.10.2003 αγωγής του υπεργολάβου Γ. Γ. κατά της ενάγουσας εταιρείας η οποία δέχεται ότι ο Γ.
Γ. πραγματοποίησε εκσκαφές υπογείων χώρων συνολικού ύψους 44.675 κυβικών μέτρων και τις παρέδωσε στην εναγομένη στις 20/12/2002, που της παρέλαβε αφετέρου δε από το δημόσιο έγγραφο που υιοθετεί η απόφαση αυτή σε απόδειξη του ισχυρισμού ήτοι την βεβαίωση υπ' αριθμόν πρωτ/λου. Σ 215/20.2.2003 της 732 Διευθύνσεως Στρατιωτικών, η οποία βεβαιώνει ότι διενεργήθηκε πιστοποίηση του παραδοθέντος έργου των εκσκαφών υπογείων χώρων την 30/12/2002 (ήτοι 10 ημέρες μεταγενεστέρως της παραδόσεως από τον κύριον Γ.
Γ. εις την εργολήπτριαν και τώρα εφεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρεία). Αντίθετα όσα καταθέτει ... ενόρκως στο ακροατήριο ο ως άνω μάρτυρας της εναγομένης...δεν κρίνονται πειστικά...Απορριπτέος επίσης, κρίνεται ο ισχυρισμός της εναγόμενης προς πόκρουση της αγωγής που προτάθηκε πρωτοδίκως που αναφέρεται και στην παρούσα δίκη με σχετικό λόγο έφεσης ότι η ένδικη απαίτηση της ενάγουσας έχει αποσβεστεί μετά την καταβολή σ' αυτή του ως άνω ποσού που ήδη έλαβε ως αμοιβή στα πλαίσια της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως συμβιβασμού, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται η εναγομένη δεν αρκούν για να θεμελιώσουν την ένσταση του άρθρου 871 ΑΚ, κατά την οποία για την νόμιμη κατάρτιση του συμβιβασμού αρκεί να υπάρχει στους συμβαλλόμενους έριδα ή αβεβαιότητα ως προς τη γέννηση, την ύπαρξη, την έκταση ή τις συνέπειες κάποιας έννομης σχέσεως αδιαφόρως αν αυτή είναι αντικειμενική η υποκειμενική και των λόγων από τους οποίους αυτή προέρχεται και η έριδα ή αβεβαιότητα αυτή θα αίρεται με αμοιβαίες υποχωρήσεις, που δεν είναι απαραίτητο να είναι της αυτής αξίας ή σημασίας...διότι δεν αναφέρει όπως κατά τα αμέσως απαιτείται ότι η μεταξύ τους έριδα σχετικώς με την ποσότητα των εκσκαφών, που εκτέλεσε η ενάγουσα λύθηκε με αμοιβαίες υποχωρήσεις.
Αλλά και αν ήθελε εκτιμηθεί ότι από τα περιστατικά που περιγράφονται καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων άφεση χρέους, κατά τη διάταξη του άρθρου 454 ΑΚ ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος καθόσον αφενός μεν δεν αποδεικνύεται από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ότι η ενάγουσα παραιτήθηκε από το υπόλοιπο της αμοιβής της αφετέρου δε δεν μπορεί να συναχθεί σιωπηρή σύμβαση αφέσεως χρέους από την αδράνεια της ενάγουσας επί δύο (2) έτη περίπου να αξιώσει το υπόλοιπο της αμοιβής της ...Η εναγομένη, τέλος, με τις πρωτόδικες προτάσεις της ισχυρίζεται ότι:
α) η ενάγουσα καταχρηστικώς ασκεί την ένδικη αγωγή αφού η τελευταία πέτυχε να οριστεί ως εργολαβικό της αντάλλαγμα - παρά τις επιφυλάξεις του εκπροσώπου της ίδιας (εναγομένης) - για την εκτέλεση του ένδικου έργου το ποσό των 1000 δρχ. ανά κυβικό μέτρο εκσκαφών ενώ η ίδια το έργο αυτό ανέθεσε στον υπεργολάβο Γ.
Γ. αντί αμοιβής 500 δρχ/κυβικό μέτρο, β) από την πιστοποίηση του έργου μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής παρήλθε μακρύ χρονικό διάστημα και δημιουργήθηκε έτσι σ' αυτή η πεποίθηση ότι η ενάγουσα δεν θα ασκήσει το δικαίωμα της συν του γεγονότος ότι με τις πράξεις και παραλείψεις της εξέφρασε την ικανοποίηση της για τη μεταξύ τους συνεργασία, κατά το στάδιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών τον Σεπτέμβριο του 2002 και γ)ότι η καθυστερημένη άσκηση του (δικαιώματος) θα έχει δυσμενείς γι' αυτήν επιπτώσεις αφού θα εκμηδενιστεί το κέρδος της από την προαναφερόμενη σύμβαση υπεργολαβίας που συνήφθη μεταξύ τους.
Ο ανωτέρω ισχυρισμός ο οποίος προβλήθηκε επικουρικώς στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρεται και στο παρόν Δικαστήριο με τον τελευταίο λόγο της εφέσεως της δεν είναι νόμιμος, καθόσον τα επικαλούμενα από την εναγομένη πραγματικά περιστατικά δεν αρκούν για τη θεμελίωση της ενστάσεως του άρθρου 281 του ΑΚ.
Ειδικότερα, δεν αρκεί κατ' αρχήν η επί μακρό χρόνο (26 μήνες κατά την εναγομένη με τις προτάσεις της στο παρόν Δικαστήριο) αδράνειας της ενάγουσας - δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα της ούτε η καλόπιστη πεποίθηση της εναγομένης ότι δεν υφίσταται το δικαίωμα αυτό ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί ούτε κατ' ανάγκη από την άσκηση του δικαιώματος της πρώτης να δημιουργούνται δυσμενείς επιπτώσεις για την υπόχρεη -εναγομένη αλλά απαιτείται συνδυασμός των ανωτέρω ή συνδρομή ιδιαιτέρων περιστάσεων, που ανάγονται στη συμπεριφορά τόσο της ενάγουσας της δικαιούχου όσο και της εναγομένης ως υπόχρεου το οποίο στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει αφού η εναγομένη δεν επικαλείται ιδιαίτερα περιστατικά από τα οποία θα προκύπτει ότι η μεταγενέστερη άσκηση του συνεπάγεται δυσμενείς γι' αυτή συνέπειες λαμβανομένου υπόψιν ότι η αναφερόμενη εκμηδένιση του κέρδους της (εναγομένης) εξ αιτίας της ασκήσεως της αγωγής που ενσωματώνει το δικαίωμα της για την καταβολή της αμοιβής της δεν συνιστά δυσμενή συνέπεια με αποτέλεσμα η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου".
Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το έργο που συμφώνησε και εκτέλεσε η αναιρεσίβλητη εταιρία, σχετικά με την αμοιβή που αυτή κατά την σύμβαση εδικαιούτο να λάβει από την αναιρεσείουσα και σχετικά με το μέρος της αμοιβής αυτής που η τελευταία κατέβαλε (οφείλοντας το υπόλοιπο κατά το οποίο έγινε δεκτή η αγωγή).
Έτσι είναι εφικτός ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερομένων διατάξεων, ο δε πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το τέταρτο μέρος του, με το οποίο -κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του- υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω ο ίδιος λόγος, κατά το τρίτο μέρος του, προβαλλόμενος υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ.1ΚΠολΔ είναι εντελώς αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, αφού δεν είναι σαφές ποιο νομικό σφάλμα (ερμηνευτικό ή υπαγωγικό) αποδίδεται δι' αυτού στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω: α)Είναι αβάσιμος ο ίδιος λόγος κατά το πρώτο μέρος του (εκ του άρθρου 559 αριθμ.8ΚΠολΔ) με τον οποίο υποστηρίζεται -κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του-, ότι η αναιρεσίβλητη εταιρία εκτέλεσε μέρος μόνον του επίμαχου έργου, και δη προέβη σε εκσκαφές μόνον 37.000κ.μ, τον δε σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας το ουσιαστικό δικαστήριο "αντιπαρήλθε αναιτιολόγητα".Τούτο δε, διότι, όπως προκύπτει από το παρατεθέν ανωτέρω μέρος της αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψιν και ρητώς αναφέρθηκε στο ζήτημα της ποσότητας των εκσκαφών, στις οποίες προέβη η αναιρεσίβλητος.
β) Είναι αβάσιμος ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται, στην απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ.11γΚΠολΔ πλημμέλεια και υποστηρίζεται, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν ουσιώδη έγγραφα, που η αναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει, ιδίως δε "τα τιμολόγια του εργολάβου Γ. Μ." και τις προτάσεις που η αναιρεσίβλητος είχε καταθέσει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρουπόλεως σε δίκη μεταξύ αυτής και τρίτου προσώπου και στις οποίες -κατά την εκτίμηση της αναιρεσείουσας-περιέχονται ομολογίες της αντιδίκου της σχετικά με τις ποσότητες των επίμαχων εκσκαφών.
Τούτο δε, διότι από την βεβαίωση του Εφετείου, ότι για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψιν "και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι",σε συνδυασμό προς το διαλαμβανόμενο ανωτέρω περιεχόμενο της αποφάσεως του, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Δικαστήριο συνεκτίμησε, μαζί με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό, και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα.
ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 871ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μια φιλονικία τους ή μια αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση. Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και επισφαλής απαίτηση. Δηλαδή ο συμβιβασμός είναι σύμβαση και μάλιστα υποσχετική, καθώς δημιουργεί υποχρεώσεις των μερών για αμοιβαίες υποχωρήσεις (ΑΠ 437/2006).
Αν δεν υπάρχουν αμοιβαίες υποχωρήσεις τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός, έστω και αν τα συμβαλλόμενα μέλη χαρακτήρισαν έτσι τη μεταξύ τους σύμβαση (ΑΠ 1006/2008,ΑΠ 547/2007,ΑΠ 42/2006).Βασική προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι οι αμοιβαίες υποχωρήσεις των μερών, χωρίς να απαιτείται να είναι αυτές και ισάξιες (ΑΠ 937/2006). Δεν απαιτείται η τήρηση τύπου (ΑΠ 1253/1987).ενώ αναιρετικά ελέγχεται όχι οι δηλώσεις βούλησης των μερών, που αποτελούν πραγματικά περιστατικά, αλλά η κρίση για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι καταρτίστηκε σύμβαση συμβιβασμού (ΑΠ 578/1980,ΑΠ 990/2007, ΑΠ741/2004).Η αναιρεσείουσα, ήδη, προβάλλει, πως το Εφετείο, δεν εκτίμησε ορθά, κατά την άποψή της, ως προς την ύπαρξη ή μη συμβιβασμού τα προκύψαντα αποδεικτικά στοιχεία.
Συναφώς αναφέρεται σε επιμετρήσεις, στην ιδιότητα του εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης ως πολιτικού μηχανικού, σε ύψος εκσκαφών, σε σύγκριση της ποσότητας των εκσκαφών με το εργολαβικό αντάλλαγμα και στην, συνακόλουθα, "κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής" ύπαρξη συμβιβασμού, σύμφωνα και με τις αποδοχές των μερών.
Και βέβαια, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Εφετείο, διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για το θέμα του συμβιβασμού και με βάση τα απ' αυτό ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, έκρινε πως δεν ήταν ικανά για να θεμελιώσουν την από το άρθρο 871ΑΚ ένσταση. Μάλιστα, διέλαβε, επιπλέον και επικουρική σκέψη, πως από τα ίδια περιστατικά δεν στοιχειοθετείται η από το άρθρο 454ΑΚ άφεση χρέους.
Άλλωστε, όπως εξάγεται από την επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 1ΚΠολΔ) του δικογράφου της έφεσης η ήδη αναιρεσείουσα παρεπονείτο για την ουσιαστική βασιμότητα της πιο πάνω ένστασής της, ενώ ήδη, υπό την επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αρ1ΚΠολΔ άγεται, σε ανεπίτρεπτη ενταύθα, επανεκτίμηση των αποδείξεων. Άρα και ο σχετικός αναιρετικός λόγος, που εισάγει την από το άρθρο 559 αρ1 και 19ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Στην αναίρεση, τέλος, αναφέρεται, πως η απόφαση είναι αναιρετέα, εκτός των άλλων, και για τους από το άρθρο 559 αρ 4,14,16 και 17 λόγους. Όμως :α)ουδόλως αναφέρεται γιατί παραβιάστηκαν από την προσβαλλόμενη απόφαση οι πιο πάνω διατάξεις β)δεν δίδονται οιαδήποτε στοιχεία, πέραν της παράθεσης των σχετικών διατάξεων, για τις προσβαλλόμενες πλημμέλειες. Άρα, οι συναφείς αιτιάσεις πρέπει ν' απορριφθούν, ως απαράδεκτες. Στη συνέχεια, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (αρθρ. 176,183ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-6-2010 αναίρεση της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΚΗ ΑΤΕΒΕ" κατά της με αριθμό 2827/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700)ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2012
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ