Supreme Court annuls lower court ruling for unequal pay treatment violating constitutional equality principle.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Multi-member District Court's decision denying a specific allowance to employees of a private legal entity. The lower court had ruled that the allowance constituted a general salary increase applicable to all public sector workers, yet the District Court failed to justify why similar workers in a private entity were treated differently. The Court found this distinction violated the constitutional principle of equality before the law, ordering the case remitted for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArt. 4 para. 1 of the Constitution; The principle of equality before the law prohibits arbitrary distinctions between similarly situated persons, requiring that if a specific regulation benefits one category, an identical category cannot be excluded without compelling public interest justification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1584 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1584/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Άρτας", που εδρεύει στην Άρτα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τζοβάρα.
Των αναιρεσιβλήτων: Α. Από Χ1 μέχρι και Χ34, Β. Ζ1, 2) Ζ2και 3) Ζ3, όλων κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Νικολουτσόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 133/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 35/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-5-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας διάβασε την από 16-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, τη συνδρομή των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.
Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής.
Εξάλλου, γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των αποδοχών κατηγοριών εργαζομένων, που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες, συντρέχουν όταν η κάθε κατηγορία παρέχει την εργασία κάτω από διαφορετικό νομικό καθεστώς ήτοι, όταν η μία κατηγορία παρέχει τις υπηρεσίες της με σχέση δημοσίου δικαίου και η άλλη με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή προκειμένου περί κατηγοριών απασχολουμένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όταν η μία απασχολείται στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή Ν.Π.Δ.Δ.
και η άλλη σε Ν.Π.Ι.Δ. ή γενικώς στον ιδιωτικό τομέα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ.1 του ν. 2738/99 "Συλλογικές Διαπραγματεύσεις στη δημόσια κ.λ.π...", η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχολήσεως υπαλλήλων, που ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ιδίου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, συστάσεως οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λ.π.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.
Κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδοτήσεως νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποιήσεως της δεσμεύσεως για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προωθήσεως νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση , θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίστηκαν, μεταξύ άλλων και τα εξής:
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/99 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001.
Με όμοιες αποφάσεις, οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/99 και μέχρι του ποσού των 176 ευρώ.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι οι ρυθμίσεις που εισάγονται με αυτές αφορούν αποκλειστικά και μόνο σε υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, ανεξάρτητα από τη σχέση, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που τους συνδέει με τους εν λόγω φορείς, όχι δε και σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα ΝΠΙΔ, ακόμη και αν τα τελευταία επιχορηγούνται ή όχι από το δημόσιο ή είναι κοινωφελούς χαρακτήρα ή ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Τέλος, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1069/1980 "Για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας..", δύνανται να συνιστώνται κατά την παρ. 3 του παρόντος άρθρου σε κάθε Δήμο ή Κοινότητα της χώρας ...ή από περισσότερους Δήμους ή Κοινότητες ή Δήμους και Κοινότητες ενιαίες επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας που δίκασε ως Εφετείο έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 133/2007 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Άρτας, δέχτηκε τα εξής: Το εναγόμενο είναι δημοτική επιχείρηση που συστήθηκε σύμφωνα με το ν. 1069/1980, με σκοπό την άσκηση δραστηριοτήτων σχετικά με την ύδρευση και την αποχέτευση της πόλης της ...
και αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, που διέπεται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Οι ενάγοντες με στοιχεία Α 1έως 34 εργάζονται στο εναγόμενο οι δε λοιποί εργάζονταν και έχουν ήδη συνταξιοδοτηθεί, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και με διάφορες ειδικότητες.
Οι αποδοχές αυτών ρυθμίζονται με τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης-Αποχέτευσης όλης της χώρας, που υπογράφονται μεταξύ της Ένωσης Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης - Αποχέτευσης (ΕΔΕΥΑ) και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων στις Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης - Αποχέτευσης (ΠΟΕ-ΔΕΥΑ), συναρτώμενες όμως και με τα ισχύοντα στον Εσωτερικό Κανονισμό του εναγομένου νομικού προσώπου και τις ΣΣΕ των εργαζομένων με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στον ΟΤΑ, δηλαδή από το ν. 2470/1997, υπαγόμενοι στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ.
Επομένως, συνεχίζει το Πολυμελές Πρωτοδικείο, οι ενάγοντες δικαιούνται και της παροχής του άρθρου 176 ευρώ το μήνα, διότι η παροχή αυτή έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών με σχέση ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, που υπηρετούν σε πλείστες κατηγορίες υπηρεσιών της δημόσιας διοικήσεως και σε ΝΠΔΔ, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε συνάρτηση προς το είδος και το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγησή της να έχει προσλάβει, λόγω και της γενικά κανονιστικής αντιμετώπισής της, από την αρχή χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, δηλαδή γενικής προσαυξήσεως των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων, σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική βάση του ν. 2470/1997 με τις ύστερες τροποποιήσεις του, αλλά και την αντίστοιχη του ν. 3205/2003.
Έτσι, καταλήγει το εν λόγω δικαστήριο, η μη χορήγηση του επίδικου επιδόματος και στους ενάγοντες, καθιερώνει δυσμενή μεταχείριση, ανεπίτρεπτη μισθολογική διάκριση και αντισυνταγματική ρύθμιση εις βάρος τους, προς αποκατάσταση δε της διαταραχθείσας ισότητας θα πρέπει να λάβουν και αυτοί την εν λόγω παροχή.
Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο ακολούθως, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά παραδοχή σχετικού λόγου εφέσεως του αναιρεσείοντος, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή, παραβίασε τη διάταξη 4 του Συντάγματος, καθόσον, υπό τις εκτιθέμενες παραδοχές, η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση δικαιολογείται στην προκειμένη περίπτωση από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, ενόψει του ότι οι ενάγοντες ως εργαζόμενοι σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των υπαλλήλων των ΟΤΑ, και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., στους οποίους χορηγείται η επίμαχη παροχή.
Ο μοναδικός, συνεπώς, λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο ως άνω δικαστήριο η σχετική από τον αριθμό 560 αριθ, 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 35/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ