Supreme Court dismisses appeal against final court decision as inadmissible due to improper scope of review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the final second-instance judgment regarding property ownership. The appellants argued that the lower court misapplied substantive law and distorted title deeds, but the court found these grounds legally insufficient. The appeal was dismissed because it challenged a final decision that had already been validated by the first-instance judgment, rendering the appeal procedurally inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 553 KPolD; Art. 559 KPolD: An appeal is inadmissible if it challenges a final decision that has already been validated by a first-instance judgment, and grounds such as vague legal violations or disputed fact evaluations are not subject to Supreme Court review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1584 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1584/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Γιαννοπούλου.
Του αναιρεσίβλητου: Δήμου Νίκαιας, Νομού Λαρίσης, ως οιονεί καθολικού διαδόχου της κοινότητας Νίκαιας Δήμου Λάρισας, νόμιμα εκπροσωπουμένου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελισάβετ Λιμνίδου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 184/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 771/2001 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-10-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 11-10-2004 αίτησης για αναίρεση της 771/2001 απόφασης του Εφετείου Λάρισας και της συμπροσβαλλόμενης με αυτή 184/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ, αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ.ΑΠ 40/1996, Ολ.ΑΠ 16/1990). Η κρινόμενη, επομένως, αίτηση αναίρεσης, καθόσον απευθύνεται και κατά της 184/1999 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, επί της κατά της οποίας έφεσης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, 771/2001, οριστική απόφαση του Εφετείου Λάρισας, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης προϋποθέτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Δεν ιδρύεται, επομένως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή η ισχυρισμό ως μη νόμιμο, αόριστο ή απαράδεκτο. Ο πρώτος, συνεπώς, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της με το να μη διαλάβει καθόλου αιτιολογίες ή με το να διαλάβει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της απόδειξης της κυριότητας των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων ή του οιονεί καθολικού διαδόχου της εναγόμενης Κοινότητας Νίκαιας Νομού Λάρισας και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου στο επίδικο ακίνητο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή "είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη" και ακολούθως απέρριψε την έφεση των εναγόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την εν λόγω αγωγή ως νόμω αβάσιμη, έστω και με άλλη εν μέρει αιτιολογία.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο, το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, ενόψει του ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.ΑΠ 32/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο με το να μη δεχθεί, ότι οι τίτλοι ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων και των προκτητόρων τους αφορούν το επίδικο ακίνητο και περαιτέρω με το να μη δεχθεί τον επικουρικό αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί κτήσης ίδιας συγκυριότητάς τους στο εν λόγω ακίνητο με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή, με τακτική χρησικτησία που είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπό τους, με την προσμέτρηση στον ίδιο χρόνο συννομής αυτών και του χρόνου νομής του άμεσου δικαιοπαρόχου, συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα, καθώς και των απώτερων δικαιοπαρόχων τους, μέχρι τις 2.12.1968, οπότε άρχισε να ισχύει το ν.δ. 31/11.12.1968, με το οποίο επεκτάθηκε στους Ο.Τ.Α.
το προνόμιο του Ελληνικού Δημοσίου περί μη κτήσης δικαιώματος χρησικτησίας τρίτων, επί εκτάσεων ανηκουσών στους Ο.Τ.Α., απορρίπτοντας, στη συνέχεια, ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεσή τους και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη διεκδικητική αγωγή τους ως νόμω αβάσιμη, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045 - 1051 ΑΚ, καθώς και εκείνες του ν.δ. 31/11.12.1968 περί της επέκτασης των προνομίων του Ελληνικού Δημοσίου και στους Ο.Τ.Α.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, γιατί, μολονότι εκτίθενται σ'αυτόν οι απόψεις των αναιρεσειόντων για την έννοια των διατάξεων που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, δεν παρατίθεται στο ίδιο το περιεχόμενο της κρινόμενης διεκδικητικής ακινήτου αγωγής, έτσι ώστε να μη μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης από την άποψη της ευθείας παραβίασης των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, που προπαρατέθηκαν.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφοι που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλουν την από τον αριθμό 20 (και όχι τον αριθμό 10, όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε τους τίτλους ιδιοκτησίας των προκτητόρων τους, με το να δεχθεί ότι οι τελευταίοι περιλαμβάνουν άλλα εκτός του επιδίκου αγροτεμάχια.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, προέβη σε αξιολόγηση του περιεχομένου των .../... και .../..., αντίστοιχα, πωλητήριων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Λάρισας Ιωάννη Μπλάνη, με τα οποία ο άμεσος δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Α, σύζυγος της πρώτης και πατέρας των λοιπών, αντίστοιχα, αγόρασε από τους Β και Γ το σ' αυτά περιγραφόμενο αγρό, συνολικού εμβαδού 40 στρεμμάτων, κατέληξε, όμως, σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11.10.2004 αίτηση για αναίρεση της 771/2001 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια τριάντα (630) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2008.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουλίου 2008.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ